Legislator Case Law & Legislation
1206/2024 AI generated

Appeal dismissed for absent co-owners; appeal allowed for represented owners regarding compensation determination.

Case Number 1206/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two absent co-owners while allowing it for the represented owners. The represented parties successfully challenged the lower court's determination of compensation for expropriated properties, whereas the absent owners' appeal was rejected due to lack of legal representation. Consequently, the case was split, the judgment was annulled for the represented parties, and the state was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if filed by parties without a lawyer, but admissible and the judgment annulled if filed by represented parties successfully challenging the lower court's determination of compensation.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal representation requirement expropriation compensation split of proceedings legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 104, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1, paragraph 2 of Article 9 of Law 4335/2015
Articles 173 to 193 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 3 of Law 2882/2001

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1206 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1206/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) α. Α. Π. του Δ. και β. Α. Π. του Δ., κατοίκων ... (συνιδιοκτητών κατά 50% έκαστος της ΚΑ ιδιοκτησίας ...), 2) Δ. Κ. του Α., κατοίκου ... (ιδιοκτήτριας της ΚΑ ιδιοκτησίας ...) και 3) Ε. Χ. του Γ., κατοίκου ... (ιδιοκτήτη της ΚΑ ιδιοκτησίας ...), εκ των οποίων οι 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Οδυσσέα Γκορίτσα, ενώ οι υπό στοιχ. 1α και 1β δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Κάντζια, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2019 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 43/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με την από 15-11-2019 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με την από 8-11-2019 αίτηση - ανταίτηση του Γ. Α. του Π., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 28/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι 2η και 3ος των αναιρεσειόντων και το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.

γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους. Και ε) αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι : 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη, ή με δήλωση του διαδίκου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 981/2023, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 1553/2021, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 838/ 2017, ΑΠ 1921/2014) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (Ολ.

ΑΠ 4/1994, Ολ. ΑΠ 2/1992, ΑΠ 981/2023, ΑΠ 762/2020, ΑΠ 1553/2021, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017). Στην αντίθετη περίπτωση, η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 782/2018, ΑΠ 365/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, για να συζητηθεί κατά την αρχική δικάσιμο της 18-11-2022.

Κατά τη δικάσιμο εκείνη (18-11-2022), η υπόθεση αναβλήθηκε, κατόπιν σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7-4-2023) και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (7-4-2023) κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι τρίτη και τέταρτος των αναιρεσειόντων, Δ.

Κ. και Ε. Χ., αντίστοιχα, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Οδυσσέα Γκορίτσα, ενώ και το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Κάντζια (Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.). Αντίθετα, ο πρώτος και η δεύτερη των αναιρεσειόντων (υπό τα στοιχεία 1-α και 1-β του αναιρετηρίου), Α.

Π. και Α. Π., αντίστοιχα, ήταν απόντες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της. Από τα διαδικαστικά έγγραφα όμως, που υπάρχουν στη δικογραφία και συγκεκριμένα από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων πληρεξουσίων, δεν προκύπτει ότι οι ανωτέρω απολειπόμενοι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων έχουν επισπεύσει και οι ίδιοι έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στο φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Οδυσσέα Γκορίτσα, που υπογράφει το αναιρετήριο, πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., για την άσκηση από αυτούς της ένδικης αίτησης αναίρεσης και την επίσπευση της συζήτησής της.

Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει, ότι οι πιο πάνω απολειπόμενοι αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους λοιπούς παριστάμενους ομοδίκους τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση, ή από το αντίδικό τους - αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα αυτοί να είναι δικονομικώς απόντες.

Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας και δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που παραδεκτά επισκοπούνται, οι αναιρεσείοντες συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους προαναφερόμενους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων (υπό τα στοιχεία 1-α και 1-β του αναιρετηρίου) και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς, ενώ ως προς τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπούνται νομίμως από τον έχοντα την απαιτούμενη προς τούτο πληρεξουσιότητα, προαναφερθέντα δικηγόρο τους και επισπεύδουν εγκύρως τη συζήτηση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση αυτή νομίμως.

Με την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48/2021) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Περαιτέρω, με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021".

Τέλος, με την επίσης ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 και 2 του Ν. 4963/2022 (Α'149) ορίζεται ότι: " 1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α'182) ΚΠολΔ]. 2.

Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 7.11.2020 έως και 5.4.2021 δεν υπολογίζεται στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1301/2022) και, συνεπώς, και στην ετήσια καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 22 παρ. 1 εδαφ.

β' του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, κατά της απόφασης του εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης. Επίσης, από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων δεν συμπληρώνεται αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1136/2023, ΑΠ 2090/2022, ΑΠ 1301/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 15-10-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 13/3-11-2021 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 28/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 19 επ. του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), το οποίο, αφού συνεκδίκασε τις αιτήσεις με αριθμ.

εκθ. κατάθεσης : α) 80/19-11-2019 των αναιρεσειόντων, β) 49/12-7-2019 του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και γ) 75/8-11-2019 του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Γ. Α., με τις οποίες οι ανωτέρω αιτούντες ζήτησαν να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις ιδιοκτησίες, που αναφέρονται στις αιτήσεις αυτές, οι οποίες απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ακολούθως, δέχθηκε κατά ένα μέρος τις αιτήσεις αυτές ως και κατ` ουσίαν βάσιμες και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα επίδικα απαλλοτριωμένα ακίνητα και τα επικείμενά τους, στα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά.

Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 28/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, της οποίας δεν έλαβε χώρα επίδοση από κάποιον από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 9-6-2020 και, επομένως, η ετήσια καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 22 παρ. 1 εδαφ. β' του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής, άρχισε στις 10-6-2020, δηλαδή την επομένη της δημοσίευσής της και θα συμπληρωνόταν κανονικά στις 10-6-2021.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 3-11-2021. Ωστόσο, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, το χρονικό διάστημα της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 7.11.2020 έως και 5.4.2021, ήτοι χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) μηνών και είκοσι εννέα (29) ημερών, δεν υπολογίζεται στην εν λόγω ετήσια προθεσμία του άρθρου 22 παρ. 1 εδαφ.

β' του Ν. 2882/2001, η οποία άρχισε και πάλι να τρέχει από τις 6-4-2021, ενώ η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στις 3-11-2021, [ήτοι μετά από τέσσερις (4) μήνες και είκοσι τέσσερις ημέρες (24), από την ως άνω λήξη της στις 10-6-2021], αυτή έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, δηλαδή εντός της εν λόγω ετήσιας προθεσμίας από την επομένη της ως άνω δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφαιρουμένου, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες διατάξεις, του ανωτέρω χρονικού διαστήματος της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας και συνυπολογιζόμενου και του χρόνου παράτασης της προθεσμίας αυτής κατά δέκα (10) επιπλέον ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της.

Συνακόλουθα, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και, κατά τα λοιπά, νομότυπα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 22 Ν. 2882/2001), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), μόνο όσον αφορά τους ανωτέρω νομίμως παρισταμένους αναιρεσείοντες.

Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος "1. H ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και, πάντοτε, αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριωμένο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.

Στην απόφαση κήρυξης πρέπει να δικαιολογείται ειδικά η δυνατότητα κάλυψης της δαπάνης αποζημίωσης. Η αποζημίωση, εφόσον συναινεί ο δικαιούχος, μπορεί να καταβάλλεται και σε είδος ιδίως με τη μορφή της παραχώρησης της κυριότητας άλλου ακινήτου ή της παραχώρησης δικαιωμάτων επί άλλου ακινήτου". Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ.

α' και β' του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), (όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του Ν. 5016/2023 (ΦΕΚ Α' 21/4-2-2023), στο οποίο περαιτέρω ορίζεται, στο εδάφιο γ', ότι ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 εδ. δ' του ιδίου ως άνω νόμου, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α 90/18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις, για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης (άρθρο 76 παρ. 8 του Ν. 4146/2013) "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου".

Τέλος, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη, έναντι των κοινών νόμων, ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ως "πλήρης" αποζημίωση για το απαλλοτριωμένο ακίνητο νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη του τη δυνατότητα για να αντικαταστήσει το απαλλοτριωμένο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο (ΑΠ 1323/2023, ΑΠ 515/2021, ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020). Για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης (ΑΠ 1323/2023, ΑΠ 783/2022, ΑΠ 125/2021, ΑΠ 1555/2017).

Κατά τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, τα δικαστήρια υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των όμορων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.

Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α', β' και γ' του Ν. 2882/2001, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξης "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1323/2023, ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 783/2022, ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020, ΑΠ 261/2018, ΑΠ 56/2018).

Μεταξύ των κριτηρίων, τα οποία μπορεί να λάβει υπόψη του το δικαστήριο είναι και οι υπάρχουσες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 1 του ΚΠολΔ), (ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 664/2022, ΑΠ 125/2021, ΑΠ 440/2017).

Εξάλλου, από την προεκτεθείσα προσθήκη της παρ. 6 του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013, συνάγεται ότι η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία, που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, πλην όμως, αν το Δικαστήριο αποκλίνει από την αντικειμενική αξία ή από την τιμή της αρμόδιας Επιτροπής ή του ανεξάρτητου εκτιμητή, τότε θα πρέπει να αιτιολογεί ειδικά τους παράγοντες, που το οδήγησαν στην εκτίμηση της διαφορετικής προσδιορισθείσας από αυτό, ανώτερης ή κατώτερης, πραγματικής αξίας (ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 174/2022, ΑΠ 125/2021, ΑΠ 174/2021, ΑΠ 872/2020, ΑΠ 645/2020, ΑΠ 759/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 267/2022, ΑΠ 551/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1320/2023, ΑΠ 1493/2023, ΑΠ 1126/2020). Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες, για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 782/2022, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019). .

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 28/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθμ.

Υ.Α. Φ123/οικ./ 5131/20.7.2017 απόφασης του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 170/26.07.2017 (τ. ΑΑΠ), κηρύχθηκε συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιωτικής έκτασης, συνολικού εμβαδού 32.588.87 τ.μ., που βρίσκεται περί την Χ.Θ. 138+000 του Αυτοκινητοδρόμου Αθηνών Λαμίας ΠΑΘΕ (αρχική Κ.Υ.Α. 1145751/8744/0010/13-12-1993 - ΦΕΚ 12Δ/14-01-1994).

Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή ΣΕΑ στην περιοχή Αταλάντης, στη Δημοτική Ενότητα Αταλάντης, Δήμου Λοκρών, Περιφερειακής Ενότητας Φθιώτιδας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος. Η απαλλοτριούμενη έκταση εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα κτηματολογικά διαγράμματα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Ε.Υ.Δ.Ε. / Ε.Π.

Κ. & Δ. Ε., που έχει συντάξει η "..." και έχει θεωρήσει στις 22.06.2017 ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων Τοπογραφήσεων και Γεωπληροφορικής του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσίβλητου) και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ωφελουμένων ιδιοκτητών, θα αντιμετωπισθεί δε με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Υποδομών και ειδικότερα σε βάρος του έργου ... (ΣΑΕ ...).

Η απόφαση κήρυξης της απαλλοτρίωσης καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Αταλάντης (αριθ. πρωτ. 20/11-1-2018). Στην απαλλοτριούμενη έκταση προβάλλουν δικαιώματα οι καθών η πρώτη αίτηση - αιτούντες των άλλων δύο αιτήσεων. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα διοικητικά ανήκουν στη Δημοτική Ενότητα (Δ.Ε.) Αταλάντης, του Δήμου Λοκρών.

Η ζώνη της απαλλοτρίωσης οδεύει παράλληλα με τον αυτοκινητόδρομο ΠΑΘΕ (κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη), ανατολικά αυτής προς τη θάλασσα από την οποία απέχει περί τα 500 μέτρα. Η περιοχή είναι πεδινή, απέχει 700 περίπου μέτρα από τον παραθαλάσσιο τουριστικό οικισμό Κάτω Πέλλης, και 500 περίπου μέτρα από την παραλία Σκάλας Αταλάντης, που είναι περιοχές με τουριστική ανάπτυξη, ενώ η Αταλάντη βρίσκεται σε απόσταση περί τα 8 χιλ.

οδικώς (δυτικά). Τα απαλλοτριούμενα έχουν ενταχθεί στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Αταλάντης (ΦΕΚ 362 ΑΑΠ/26.11.2012) και ήδη με την υπ' αριθμ. ...2019 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λοκρών αποφασίστηκε η ένταξή τους και ήδη συντελείται η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου Κάτω Πέλλης Σκάλας Αταλάντης νότια του σχεδίου με τμηματική συμπληρωματική τροποποίηση του Γ.Π.Σ.

Τα ένδικα ακίνητα προσφέρονται για οικοπεδική κυρίως αξιοποίηση, λόγω της μικρής απόστασής τους από τη θάλασσα και της γειτνίασής τους με σχετικά νεόδμητες παραθεριστικές κατοικίες. Στην ευρύτερη περιοχή, λόγω και της σχετικά μικρής απόστασης από μεγάλα αστικά κέντρα (1,30 ώρα από την Αθήνα και 50 λεπτά από τη Λαμία) και της μεγάλης σε μήκος και πλάτος παραλίας, υφίσταται έντονο ενδιαφέρον για την ανέγερση εξοχικών κατοικιών, αλλά και επαγγελματικών χώρων τουριστικού χαρακτήρα.

Παρά τη δυσμενή οικονομική συγκυρία, παρουσιάζεται οικοδομική δραστηριότητα στην περιοχή, ενώ υπάρχουν προοπτικές περαιτέρω τουριστικής ανάπτυξης λόγω της μεγάλης και πολυτελούς τουριστικής μονάδας που αναμένεται να κατασκευασθεί πλησίον των υπό απαλλοτρίωση ιδιοκτησιών, σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από αυτές.

Πρόκειται για την πρώτη περιοχή ολοκληρωμένης τουριστικής ανάπτυξης (ΠΟΤΑ) με την ονομασία "...", που θα δημιουργηθεί σε έκταση 12.000 στρεμμάτων και θα ενισχύσει σημαντικά τον τουρισμό στην περιοχή. Σύμφωνα με την από Οκτώβριος 2017 έκθεση εκτίμησης των πιστοποιημένων εκτιμητών ..., ... και ..., ..., που συνετάγη (σ.σ.

με) επιμέλεια του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου, η αξία των επιδίκων ακινήτων προσδιορίζεται: 1) για την ιδιοκτησία με ΚΑ ... προς 1,00 ευρώ ανά τ.μ., 2) για την ιδιοκτησία με ΚΑ ..., προς 46 ευρώ ανά τ.μ., 3) για την ιδιοκτησία με ΚΑ ..., προς 64,75 ευρώ ανά τ.μ., 4) για την ιδιοκτησία με ΚΑ ..., προς 52,50 ευρώ ανά τ.μ. και 5) για την ιδιοκτησία με ΚΑ ..., προς 54,50 ευρώ ανά τ.

μ. Στην ως άνω έκθεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ως συγκριτικά στοιχεία αγγελίες για τιμές ακινήτων στην ίδια περιοχή. Οι τιμές στις αγγελίες για τα ακίνητα στην ίδια περιοχή, που είναι ενταγμένα σε σχέδιο πόλης (οικόπεδα), κυμαίνονται μεταξύ 280 και 300 ευρώ ανά τ.μ., ενώ για τα ακίνητα εκτός σχεδίου (άρτια και οικοδομήσιμα), οι τιμές κυμαίνονται μεταξύ 95 και 300 ευρώ ανά τ.μ., γι' αυτά που βρίσκονται πλησιέστερα στη θάλασσα.

Λόγω της ως άνω εξέλιξης της επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου Κάτω Πέλλης Σκάλας Αταλάντης και της ένταξης των απαλλοτριουμένων σ' αυτό το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο αιτήθηκε τη σύνταξη έκθεσης εκτίμησής τους, υπό τα νέα δεδομένα, από τους αυτούς πιστοποιημένους εκτιμητές (..., ... και ..., ...). Αυτοί συνέταξαν την από Μάρτιο 2020 έκθεσή τους, σύμφωνα με την οποία η αξία των επιδίκων ακινήτων προσδιορίζεται:

για την ιδιοκτησία με ΚΑ ... προς 1,00 ευρώ ανά τ.μ. και για τις λοιπές ιδιοκτησίες προς 141 ευρώ ανά τ.μ.. Με την από Οκτώβριο 2017 μελέτη εκτίμησης αγοραίας αξίας του Β. Α., η οποία συνετάγη επιμέλεια του αιτούντος Γ. Α., η αξία των με ΑΚΠ ... και ... ακινήτων προσδιορίζεται σε 115 ευρώ ανά τμ, ενώ κατά την από19.9.2017 εκτίμηση του Ι.

Ρ., εκτιμητή ακινήτων, που προσκομίζεται ομοίως από τον αιτούντα Γ. Α., η αξία των ακινήτων ανέρχεται σε 100 με 110 ευρώ. Οι εξετασθέντες μάρτυρες προσδιορίζουν την αξία σε τιμές περίπου όμοιες με αυτές που αναφέρονται στις εκθέσεις που προσκομίσθηκαν από κάθε πλευρά. Προσκομίζονται επιπλέον από τους αιτούντες οι υπ' αριθμ. 199/2004 και 175/2006 αποφάσεις του Εφετείου Λαμίας, με τις οποίες καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για ακίνητα που βρίσκονται από την ίδια με τα επίδικα πλευρά της εθνικής οδού σε 85 ευρώ ανά τ.μ.

και για ακίνητα από την αντίθετη σε σχέση με τα επίδικα, δυτική δηλαδή πλευρά της εθνικής οδού, χωρίς άμεση πρόσβαση στη θάλασσα, σε 75 ευρώ ανά τ.μ. αντίστοιχα. Οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν μεν σε χρόνο προγενέστερο, κατά τον οποίο στη χώρα ίσχυαν διαφορετικές, κατά πολύ ευνοϊκότερες, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, μπορούν όμως να χρησιμοποιηθούν ως συγκριτικά στοιχεία, επειδή η ενσκήψασα επί έτη οικονομική κρίση δεν έπληξε την περιοχή, όπου βρίσκονται τα επίδικα, καθώς αυτή κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε, συνέχισε να αναπτύσσεται οικιστικά και τουριστικά, με αποτέλεσμα οι τιμές στην περιοχή να κινούνται στα ίδια με τα προ κρίσεως επίπεδα.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, λαμβανομένων υπόψη απάντων των συγκριτικών στοιχείων που οι διάδικοι προσκομίζουν, το δικαστήριο τούτο καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής, ως εξής:

για το έδαφος: 1) Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ ..., που είναι ιδιωτικός δρόμος, χωρίς δυνατότητα, λόγω του σχήματος της, αξιοποίησης, σε 5 ευρώ ανά τμ, 2) για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ ... σε 115 ευρώ ανά τμ, λόγω των ιδιαίτερων πλεονεκτικών χαρακτηριστικών αυτής (πολύ μεγάλη έκταση με μεγάλη πρόσοψη και κατά συνέπεια με αυξημένες δυνατότητες αξιοποίησης), 3) για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ ..., ..., ...

σε 110 ευρώ ανά τμ, καθόσον δεν υφίστανται λόγοι που να δικαιολογούν τη διαφοροποίηση της τιμής των ως άνω ιδιοκτησιών, για τα επικείμενα: 1) αγροτική οικία από τσιμεντόλιθους, πλακοσκεπής, 8,05 μ. Χ 5,05 μ., καλής κατασκευής, με έτος κατασκευής 1978, που βρίσκεται στην ιδιοκτησία με ΑΚΠ ..., προς 250 ευρώ ανά τ.μ., 2) αποθήκη από τσιμεντόλιθους, λαμαρινοσκεπής (αντλιοστάσιο) 2,05 μ.

Χ 2,85 μ., μέτριας κατασκευής, που βρίσκεται στην ιδιοκτησία με ΑΚΠ ..., προς 150 ευρώ ανά τ.μ., 3) ελαιόδεντρα, που βρίσκεται στην ιδιοκτησία με ΑΚΠ ..., προς 200 ευρώ το κάθε μεγάλο και 120 ευρώ το μεσαίο, 4) γεώτρηση βάθους 80 μ., καλής κατασκευής, με μοτέρ 30 HP και πομόνα, που βρίσκεται στην ιδιοκτησία με ΑΚΠ ..., προς 8.000 ευρώ, 5) περίφραξη από σιδηρογωνίες και αγκαθωτό σύρμα, μέτριας κατασκευής, που βρίσκεται στις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ ...

και ΑΚΠ ..., Προς 6 ευρώ ανά μ.μ.. Πλέον των αναφερομένων στον κτηματολογικό πίνακα επικειμένων, υφίσταται και το κάτωθι επικείμενο για το οποίο πρέπει να ορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, κατόπιν σχετικής αιτήσεως ..., ήτοι στη με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία υφίσταται, επιπλέον των περιλαμβανόμενων στον κτηματολογικό πίνακα, μια κολώνα της ΔΕΗ για την ηλεκτροδότηση του αντλιοστασίου (επικείμενο 2), αξίας 700 ευρώ.

Στα ποσά αυτά πρέπει να καθορισθεί και η οριστική αποζημίωση. Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες. ... Κρίσιμος χρόνος εκτιμήσεως είναι ο χρόνος της συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου αυτού (10-3-2020), διότι από το χρόνο συζητήσεως ενώπιον Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας των αιτήσεων για την προσωρινή αποζημίωση (12-2-2019) μέχρι τη συζήτηση των αιτήσεων για την οριστική αποζημίωση (10-3-2020) παρήλθε έτος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές, ως και ουσιαστικά βάσιμες, οι ως άνω αιτήσεις, απορριπτόμενου του αιτήματος της υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 75/2019 αιτήσεως περί επιδικάσεως οποιουδήποτε ποσού για απωλεσθείσα πρόσοδο των εκεί αναφερομένων ιδιοκτησιών ως αβασίμου και να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας στα πιο πάνω ποσά".

Με βάση τις προεκτιθέμενες παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 28/2020 απόφασή του, δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμες τις αιτήσεις με αριθμ. εκθ. κατάθεσης: α) 80/19-11-2019 των αναιρεσειόντων, β) 49/12-7-2019 του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και γ) 75/8-11-2019 του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Γ.

Α. και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των επίδικων απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, στα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά. Ειδικότερα, για τις εδαφικές εκτάσεις των ιδιοκτησιών με ΑΚΠ ... και ... της τρίτης και του τέταρτου αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 110 ευρώ ανά τ.μ..

Ήδη, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι παριστάμενοι τρίτη και τέταρτος των αναιρεσειόντων (ως προς τους οποίους, κατά τα προεκτεθέντα, ερευνάται η αίτηση αναίρεσης) αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1 και 15 παρ. 6 εδάφιο δ' του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013, για το λόγο ότι διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αναφορικά με τον προσδιορισμό της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους, καθόσον δεν αιτιολογεί ειδικά την απόκλιση της προσδιοριζόμενης με την προσβαλλόμενη απόφαση μικρότερης αξίας των εν λόγω ακινήτων, από αυτή που προσδιορίζεται με την από 3-3-2020 επικαιροποιημένη έκθεση εκτίμησης των πιστοποιημένων εκτιμητών του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι ουσιωδώς μεγαλύτερη.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα της πραγματικής αξίας, κατά τον κρίσιμο χρόνο (10-3-2020), των απαλλοτριωμένων με ΑΚΠ ... και ... εδαφικών εκτάσεων των ιδιοκτησιών της τρίτης και του τέταρτου αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι : α) τα επίδικα ακίνητα προσφέρονται για οικοπεδική κυρίως αξιοποίηση, λόγω της μικρής απόστασής τους από τη θάλασσα και της γειτνίασής τους με σχετικά νεόδμητες παραθεριστικές κατοικίες, β) στην περιοχή των απαλλοτριωμένων ακινήτων υφίσταται έντονο ενδιαφέρον για την ανέγερση εξοχικών κατοικιών, αλλά και επαγγελματικών χώρων τουριστικού χαρακτήρα, γ) παρά τη δυσμενή οικονομική συγκυρία, παρουσιάζεται οικοδομική δραστηριότητα στην περιοχή, ενώ υπάρχουν προοπτικές περαιτέρω τουριστικής ανάπτυξης, λόγω της μεγάλης και πολυτελούς τουριστικής μονάδας, που αναμένεται να κατασκευασθεί πλησίον των απαλλοτριωμένων ιδιοκτησιών, σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από αυτές, δ) η οικονομική κρίση δεν έπληξε την περιοχή, όπου βρίσκονται τα επίδικα, καθόσον αυτή κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε, συνέχισε να αναπτύσσεται οικιστικά και τουριστικά, με αποτέλεσμα οι τιμές στην περιοχή να κινούνται στα ίδια με τα, πριν την οικονομική κρίση, επίπεδα, ε) τα απαλλοτριωμένα ακίνητα έχουν ενταχθεί στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Αταλάντης και με την υπ' αριθμ. ...2019 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λοκρών αποφασίστηκε η πραγματοποίηση της ένταξής τους και ήδη συντελείται η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου στην επίδικη περιοχή, στ) λόγω της ως άνω εξέλιξης, της επέκτασης δηλαδή του ρυμοτομικού σχεδίου και της ένταξης των απαλλοτριουμένων ακινήτων σ' αυτό, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο αιτήθηκε τη σύνταξη επικαιροποιημένης έκθεσης εκτίμησης, υπό τα νέα αυτά δεδομένα, από τους πιστοποιημένους εκτιμητές (..., ...

και ..., ...) και αυτοί συνέταξαν την από Μάρτιο 2020 έκθεσή τους, σύμφωνα με την οποία η αξία των επιδίκων ακινήτων προσδιορίζεται για τις επίδικες ιδιοκτησίες (τρίτης και τέταρτου των αναιρεσείοντων) προς 141 ευρώ ανά τ.μ. και ζ) κρίσιμος χρόνος προσδιορισμού της αξίας των επίδικων εδαφικών εκτάσεων είναι ο χρόνος της ενώπιόν του συζήτησης (10-3-2020), διότι από το χρόνο συζήτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας των αιτήσεων για την προσωρινή αποζημίωση, μέχρι τη συζήτηση των αιτήσεων για την οριστική αποζημίωση παρήλθε έτος, ακολούθως, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα ακίνητα με ΑΚΠ ...

και ... της τρίτης και του τέταρτου αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, στο ποσό των 110 ευρώ ανά τ.μ., δηλαδή σε τιμή σημαντικά κατώτερη από αυτή, που προσδιόρισαν στην από 3-3-2020 επικαιροποιημένη έκθεσή τους οι πιστοποιημένοι εκτιμητές του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι 141 ευρώ ανά τ.μ., χωρίς να αιτιολογεί ειδικώς και επαρκώς τη σχετική σημαντική απόκλιση, χωρίς, δηλαδή, να αναφέρει στην πληττόμενη απόφασή του, τους παράγοντες και τα πραγματικά δεδομένα, στα οποία θεμελιώνει τη διαφοροποίησή του ως προς την πραγματική αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων, με τον καθορισμό σημαντικά κατώτερης τιμής μονάδας απαλλοτρίωσης, αν και με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 2882/2001, επιβάλλεται η αιτιολόγηση της απόκλισης του δικαστηρίου από την έκθεση των πιστοποιημένων εκτιμητών, έστω και αν η έκθεση αυτή, ως αποδεικτικό μέσο, δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση για τον προσδιορισμό της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων.

Επομένως, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που προαναφέρθηκαν και ιδίως τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 εδ. τελευταίο του Ν. 2882/2001 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της πραγματικής αξίας των εδαφικών εκτάσεων των επιδίκων απαλλοτριωμένων ακινήτων των άνω αναιρεσειόντων.

Επισημαίνεται ότι η εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αφορά μόνο το ζήτημα του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των εδαφικών εκτάσεων των ανωτέρω επιδίκων απαλλοτριωμένων ακινήτων της τρίτης και του τέταρτου αναιρεσείοντος (με ΑΚΠ ... και ... αντίστοιχα) και όχι τα επικείμενα της με ΑΚΠ ...

ιδιοκτησίας. Συνακόλουθα, ο ερευνώμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει οι τρίτη και τέταρτος των αναιρεσειόντων προσκόμισαν με επίκληση την από 19-11-2019 επικαιροποιημένη έκθεση εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή Α.

Α., που συντάχθηκε μετά την επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου και την ένταξη των απαλλοτριωμένων ιδιοκτησιών τους σε αυτό, με την οποία προσδιορίζεται η αξία των επίδικων εκτάσεων, μετά την νεότερη αυτή εξέλιξη, στο ποσό των 185 ευρώ το τ.μ.. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα και να καθορίσει την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα επίδικα ακίνητα στο προεκτεθέν ποσό των 110 ευρώ ανά τ.μ., αναφέρει και αξιολογεί ως αποδεικτικά - συγκριτικά στοιχεία της αξίας των επίδικων εκτάσεων κυρίως :

α) την από Οκτώβριο 2017 έκθεση εκτίμησης των πιστοποιημένων εκτιμητών ..., ... και ..., ..., που συντάχθηκε με επιμέλεια του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου, β) τις αναφερόμενες σε αυτή (έκθεση εκτίμησης) αγγελίες με τις τιμές για τα ακίνητα στην περιοχή, που είναι ενταγμένα σε σχέδιο πόλης (οικόπεδα) και για τα ακίνητα εκτός σχεδίου (άρτια και οικοδομήσιμα), που βρίσκονται πλησιέστερα στη θάλασσα, γ) την από Μάρτιο 2020 έκθεση των ανωτέρω πιστοποιημένων εκτιμητών (Α.

Λ., ... και ..., ...), η οποία συντάχθηκε επίσης μετά από αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημόσιου, λόγω της προαναφερόμενης επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου Κάτω Πέλλης Σκάλας Αταλάντης και της ένταξης των απαλλοτριωμένων σ' αυτό, δ) την από Οκτώβριο 2017 μελέτη εκτίμησης αγοραίας αξίας του Β. Α. και την από 19.9.2017 εκτίμηση του Ι.

Ρ., εκτιμητή ακινήτων, οι οποίες συντάχθηκαν με επιμέλεια του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Γ. Α., ε) τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων και στ) τις υπ' αριθμ. 199/2004 και 175/2006 αποφάσεις του Εφετείου Λαμίας, ενώ δεν κάνει απολύτως καμιά μνεία της από 19-11-2019 επικαιροποιημένης έκθεσης εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή των άνω αναιρεσειόντων, Α.

Α. και της προσδιοριζόμενης από αυτή αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων. Και ναι μεν το Εφετείο βεβαιώνει στην αρχή της απόφασής του ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη "... και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται...", πλην όμως από τη γενική αυτή διαβεβαίωση σε συνδυασμό προς την πιο πάνω ειδικότερη αναφορά σχετικά με τα συγκριτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη του και προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και την εν λόγω επικαιροποιημένη έκθεση, που οι άνω αναιρεσείοντες νόμιμα με επίκληση προσκόμισαν προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών τους, σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, κατά το μέρος του, κατά το οποίο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη του προαναφερόμενου αποδεικτικού μέσου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, κατά το οποίο οι άνω αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το ίδιο ως άνω άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του την από 3-3-2020 επικαιροποιημένη έκθεση εκτίμησης των ανωτέρω πιστοποιημένων εκτιμητών του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου (Α. Λ., ... και ..., ...), είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο έλαβε υπόψη του την εν λόγω από 3-3-2020 επικαιροποιημένη έκθεση, πλην όμως δεν αιτιολόγησε ειδικά, όπως απαιτείται με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 εδ.

τελευταίο του Ν. 2882/2001, τη σημαντική απόκλιση της προσδιορισθείσας από το ίδιο κατώτερης αξίας των επίδικων απαλλοτριωμένων εδαφικών εκτάσεων των άνω αναιρεσειόντων. Μετά από αυτά, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια των, κατά τα ανωτέρω, γενόμενων δεκτών πρώτου αναιρετικού λόγου, κατά το ως άνω μέρος του, και δεύτερου αναιρετικού λόγου, οδηγεί στην παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αναφορικά με το ζήτημα του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για την αξία του εδάφους των ανωτέρω απαλλοτριωμένων ακινήτων των τρίτης και τέταρτου των αναιρεσειόντων, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση του τρίτου αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή ως βάσιμων των προαναφερομένων λόγων της, πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και μόνον ως προς τους ανωτέρω νομίμως παρισταμένους αναιρεσείοντες [ήτοι κατά το κεφάλαιο του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των εδαφικών εκτάσεων των ανωτέρω επιδίκων απαλλοτριωμένων ακινήτων της τρίτης και του τέταρτου των αναιρεσειόντων, με ΑΚΠ ...

και ..., αντίστοιχα] και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι άνω αναιρεσείοντες, σ' αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων τρίτης και τέταρτου των αναιρεσειόντων, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), τα οποία ορίζονται μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/ 1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ.) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και αρ. 2 της 134423/18-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, δεν έχει εφαρμογή στη δίκη της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 Ν. 2882/2001) (ΑΠ 376/2021, ΑΠ 322/2019, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 164/2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων (υπό τα στοιχεία 1-α και 1-β του αναιρετηρίου), Α. Π. και Α. Π., αντίστοιχα.

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τους προαναφερόμενους αναιρεσείοντες. -Δέχεται την από 15-10-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 13/3-11-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 28/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, ως προς τους τρίτη και τέταρτο των αναιρεσειόντων, Δ. Κ. και Ε. Χ., αντίστοιχα. -

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 28/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της και κατά το μέρος που αφορά στους αμέσως προαναφερόμενους αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. -Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στους καταθέσαντες αυτό ανωτέρω παρισταμένους αναιρεσείοντες. -

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των τρίτης και τέταρτου των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ