Appeal dismissed because the appellant failed to name all heirs and did not raise new arguments in court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the final eviction judgment against three heirs of the deceased tenant. The court ruled that the appeal was inadmissible because it was directed at the heirs rather than their universal successors, and the appellant failed to introduce new arguments previously presented to the lower court. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 34, 35 of the Civil Code; Articles 62, 73, 313(1)(d), 556, 558 of the Code of Civil Procedure; Article 573(1) thereof; Article 562(2) thereof; Article 561(1) thereof: If a party dies after the final judgment, an appeal must be filed against their universal successors; otherwise, it is inadmissible, and new arguments not raised in the original trial cannot be introduced.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1206 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1206/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Η. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κατσιφό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. χας Η. Σ., το γένος Ι. Κ., 2) Μ. Σ. του Η. και 3) Ι. Σ. του Η., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μανουσάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Μ. Σ. του Η. (2η), τεθείσα και τελούσα σε καθεστώς πλήρους στερητικής συμπαράστασης με την 309/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, εκπροσωπείται από την διορισθείσα με την ίδια απόφαση οριστική δικαστική συμπαραστάτριά της Ά. χα Η. Σ. (1η).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2019 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-1-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 του Α.Κ. και 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ', 556, 558 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ιδίου Κώδικα, που, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 αυτού, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, που ασκείται κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του θανόντος, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 του Κ.Πολ.Δ., να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, οι οποίοι και μόνο νομιμοποιούνται παθητικά στην αναιρετική δίκη, διαφορετικά απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (Α.Π. 765/2021, Α.Π. 170/2019, Α.Π. 518/2017, Α.Π. 178/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 15-1-2021 αίτηση αναιρέσεως του Α. Η., κατά της υπ' αριθμ. 11/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία παραδεκτά στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων, Ά. χήρας Η. Σ., Μ. Σ. του Η. και Ι. Σ. του Η., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 27-3-2019, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αρχικού διαδίκου (εναγομένου και μετέπειτα εφεσιβλήτου- εκκαλούντος), Η.
Σ. του Κ. (βλ. το από 10-3-2020 απόσπασμα της 219/8/2019 ληξιαρχικής πράξεως του Δήμου Αθηναίων, το με αρ. πρωτ. .../5-4-2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του γραφείου δημοτικής κατάστασης του Δήμου Τριφυλίας Μεσσηνίας και τα υπ' αριθμ. 20/13-1-2020 και 9/2020 πιστοποιητικά της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Κυπαρισσίας, περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας, αντιστοίχως).
Η ως άνω αίτηση, για αναίρεση της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 του Κ.Πολ.Δ.), υπ' αριθμ. 11/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 11/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, ο ήδη αναιρεσείων Α.
Η. άσκησε την από 25-4-2012 (αύξ. αρ. κατ. 119/2012) αγωγή του, κατά του αρχικώς εναγομένου Η. Σ. (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν, μετά το θάνατο αυτού, οι ήδη αναιρεσίβλητοι), με την οποία ισχυρίστηκε ότι, με το αναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό και τους πρόσθετους όρους αυτού, εκμίσθωσε στον εναγόμενο το περιγραφόμενο ισόγειο κατάστημα, στο οποίο, μετά την απόδοσή του, μετά τη συμφωνημένη λήξη της μισθώσεως, διαπίστωσε τις περιγραφόμενες φθορές, ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει:
α) το ποσό των 46.901,85 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των φθορών που προκάλεσε στο μίσθιο, β) το ποσό των 12.288 ευρώ, ως διαφυγόντα κέρδη από απολεσθέντα μισθώματα 12 μηνών, ήτοι από 19-11-2011 ως το Δεκέμβριο του 2012 και γ) το ποσό των 40.810,15 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από την τελεσθείσα σε βάρος του αδικοπραξία της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 52/2013 απόφαση, με την οποία το ως άνω Δικαστήριο, αφού διέταξε τη χωρισμό της, αντικειμενικώς σωρευόμενης, αγωγής αδικοπραξίας, ως υπαγόμενης στην τακτική διαδικασία, έκρινε, κατά τα λοιπά, νόμιμη την αγωγή και δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρέωσε δε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 7.475,85 ευρώ.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας: 1) η από 10.9.2015 (αρ. κατ. 30/2015) έφεση του ενάγοντος και 2) η από 7.1.2016 (αρ. κατ. 2/2016) έφεση του αρχικώς εναγομένου, μετά τη συνεκδίκαση των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 11/2019 απόφαση, με την οποία το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα: "Με το από 2-1-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, μαζί με τους αυθημερόν (από 2-1-2004) πρόσθετους όρους, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) εκμίσθωσε στον εναγόμενο (δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσιβλήτων) ένα ισόγειο κατάστημα 115 τ.μ., με πατάρι 52 τ.μ., που βρίσκεται στη Κυπαρισσία, επί των οδών Μητροπολίτη Χριστιανουπόλεως Γερμανού 5 και Αγνώστου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για τη στέγαση των επιχειρήσεών του (μεσιτείες, κατασκευές).
Το μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 675 ευρώ το μήνα και θα παρέμενε σταθερό μέχρι την 31-12-2005, οπότε στη συνέχεια θα έπρεπε να αυξηθεί, κατά ποσοστό 8%, αλλά και για κάθε επόμενο χρόνο θα αναπροσαρμόζεται, κατά ποσοστό 8% στο εκάστοτε καταβαλλόμενο μίσθωμα. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε εξαετής, με αρχή την 1-1-2004 και λήξη την 31-12-2010, οπότε ο μισθωτής θα πρέπει να παραδώσει το μίσθιο.
Για την εξασφάλιση του εκμισθωτή από παράβαση των υποχρεώσεων του μισθώματος, λόγω αντισυμβατικής ή παράνομης συμπεριφοράς, ο τελευταίος κατέβαλε στο πρώτο το ποσό των 1.350 ευρώ, ως εγγύηση. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι ο εκμισθωτής επιτρέπει στο μισθωτή να επεκτείνει το πατάρι του καταστήματός του, με προκατασκευασμένα στοιχεία.
Επίσης, ότι ο μισθωτής έχει τη δυνατότητα κοινής χρήσης του ακαλύπτου χώρου, ο οποίος θα διαμορφωθεί με δικές του δαπάνες. Στον κήπο θα έχει χρήση και ο εκμισθωτής. Οποιαδήποτε δε προσθήκη, τροποποίηση ή μεταρρύθμιση γίνει σταθερή, παραμένει προς όφελος του μισθίου, χωρίς να γεννά κανένα απολύτως δικαίωμα αφαίρεσης ή αποζημίωσης του μισθωτή, εξαιρουμένων των κινητών υλικών που θα χρησιμοποιηθούν για την μετατροπή της χρήσης του συγκεκριμένου χώρου από καφενείο σε γραφεία.
Στους πρόσθετους όρους μίσθωσης που υπογράφηκαν την ίδια ημέρα οι διάδικοι συμφώνησαν τα ακόλουθα: ότι ο εκμισθωτής ενημερώθηκε από το μισθωτή ακριβώς για το σχέδιο μετατροπής του καταστήματος από καφενείο σε γραφεία. Τα δε σχέδια αυτά (επισυνάπτονται) στο παρόν συμφωνητικό και ακολούθως οι δυο συμβαλλόμενοι συμφώνησαν, επί πλέον από τους υπάρχοντες όρους, τα ακόλουθα: 1) οποιαδήποτε μετατροπή, πέραν των συμφωνηθέντων έως σήμερα, θα γίνεται με γραπτή συναίνεση του εκμισθωτή, όπως π.χ.
οι εργασίες στον εξωτερικό χώρο, 2) οποιαδήποτε μετατροπή από αυτές που έγιναν ή θα γίνουν, επιφέρει πολεοδομικές συνέπειες, π.χ. παραβάσεις, την αποκλειστική ευθύνη, οικονομική και νομική, αναλαμβάνει πλήρως ο μισθωτής, 3) οποιαδήποτε μετατροπή, κατά την κατασκευή των γραφείων επιφέρει οποιαδήποτε ζημιά στην στατική επάρκεια του κτιρίου, την αποκλειστική ευθύνη θα έχει ο μισθωτής και 4) ο μισθωτής υποχρεούται μετά τη λήξη (σ.σ.
της μισθωτικής σύμβασης, που προδήλως εννοείται) του μισθίου και την αποχώρησή του από αυτό, να επαναφέρει το μίσθιο στη κατάσταση που το παρέλαβε και να αποκαταστήσει τις τυχόν βλάβες που θα προκύψουν από τη μετατροπή της χρήσης του μισθίου, από ενιαίο κατάστημα σε γραφεία, όπως π.χ. θέρμανση, ηλεκτρικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις.
Έτσι, ο εναγόμενος, σε εκτέλεση αυτών των συμφωνιών και για τις ανάγκες της επιχείρησής του, θα άλλαζε εκτενώς τη διαρρύθμιση του ενιαίου έως τότε χώρου, με τη διαμόρφωση διακριτών χώρων επιμέρους γραφείων και την προέκταση του ήδη υπάρχοντος παταριού, με προκατασκευασμένα στοιχεία, όπως είχε συμφωνηθεί και εκτέθηκε ήδη αναλυτικά πιο πάνω.
Πράγματι, οι μετατροπές υλοποιήθηκαν εντός 2 μηνών και, κατά την ολοκλήρωσή τους, συντάχθηκε βεβαίωση αυτοψίας στατικής επάρκειας. Συγκεκριμένα, ο πολιτικός μηχανικός, Ι. Π. Τ., βεβαίωσε, στις 24-2-2004, ότι οι οποιεσδήποτε παρεμβάσεις και κατασκευές, που έγιναν στο πατάρι του ισογείου του συγκεκριμένου ακινήτου, ουδεμία μεταβολή επέφεραν στη στατική επάρκεια του όλου κτιρίου.
Ακολούθως, ο εναγόμενος για τις ανάγκες της επιχείρησης του: κατήργησε το σύστημα κεντρικής θέρμανσης, αφαιρώντας τα θερμαντικά σώματα και τοποθετώντας τα σε αποθηκευτικό χώρο του εκμισθωτή, έκοψε και συμπίεσε τις αναμονές των καλοριφέρ σε ύψος που προεξέχει 4 εκατοστά από το δάπεδο, άλλαξε το ηλεκτρολογικό σχέδιο και πίνακα επί το πολυπλοκότερο, επικόλλησε αντηλιακές μεμβράνες στα μεσαία τζαμιλίκια [μικρά τζαμωτά παράθυρα, μεταξύ των μεγάλων κουφωμάτων του κάτω και του επάνω (παταριού) ορόφου], αντικατέστησε τις προϋπάρχουσες 3 εισόδους με μια νέα και αποθήκευσε τα υλικά που αφαίρεσε (π.χ.
δυο πόρτες συρόμενες), σε χώρο του εκμισθωτή. Ο ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου, παρέμεινε παραμελημένος, ως είχε. Όμως, με το δεύτερο όρο του πρόσθετου συμφώνου είχε ρητά συμφωνηθεί, όπως ήδη ελέχθη, ότι για τις εργασίες στον εξωτερικό χώρο απαιτείται η συναίνεση του εκμισθωτή. Έτσι, δεν έλαβε χώρα η ανακαίνιση του εξωτερικού χώρου, επειδή ακριβώς δεν υπήρξε η πρόσθετη συμφωνία των μερών, που απαίτησε το πρόσθετο σύμφωνο.
Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι το σχέδιο μετατροπής ήταν γνωστό στον ενάγοντα από τη πρώτη στιγμή και μάλιστα τα ακριβή σχέδια των προγραμματισμένων επεμβάσεων, με ειδική σήμανση των χρησιμοποιουμένων υλικών (αλουμίνιο, γυψοσανίδα), επισυνάπτονται στους από 2-1-2004 πρόσθετους λόγους της μίσθωσης, όπου αναφέρεται, όπως ήδη ελέχθη, ότι ο εκμισθωτής ενημερώθηκε από το μισθωτή ακριβώς για το σχέδιο μετατροπής του καταστήματος από καφενείο σε γραφεία, ενώ τα σχέδια αυτά πράγματι επισυνάφθησαν στο παρόν συμφωνητικό και μάλιστα στους πρόσθετους όρους.
Η δε στατική επάρκεια του ακινήτου, βεβαιώθηκε από την έκθεση του πολιτικού μηχανικού, την οποία ουδέποτε αμφισβήτησε ο ενάγων, παρά μόνο το 2008 για πρώτη φορά, με το εξώδικό του. Οι δε ισχυρισμοί του ενάγοντος, τους οποίους επαναφέρει και με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του, ότι ουδέποτε εισήλθε στο κτίριο, ώστε να διαγνώσει το πρόβλημα, αλυσιτελώς προτείνονται, εφόσον ήδη ήταν σε γνώση του τα σχέδια, τα οποία, μέσω ενός πολιτικού μηχανικού, μπορούσε να ελέγξει.
Στη συνέχεια, μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, ο εναγόμενος αποχώρησε από το μίσθιο, στις 19-11-2011 (ήτοι μετά το πέρας της συμβατικής λήξης, στις 31-12-2010), καταλείποντας το σύνολο των σταθερών του κατασκευών, δηλαδή την προέκταση του παταριού και τις διαμορφώσεις (με γυψοσανίδα) σε επιμέρους γραφεία και όλη την προπεριγραφείσα κατάσταση (μία είσοδο αντί τριών, κατηργημένη κεντρική θέρμανση, νέο ηλεκτρολογικό σχέδιο, αντηλιακές μεμβράνες, παραμελημένο ακάλυπτο).
Ο εναγόμενος όμως, με την από 5-9-2011 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-απάντηση, την οποία επέδωσε στον ενάγοντα στις 8-9-2011 (βλ. την από 10626/8-9-2001 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Π.), ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι σύμφωνα με το ανωτέρω μισθωτήριο, τους πρόσθετους όρους και τα σχέδια που το συνοδεύουν, επί του μισθίου έχουν γίνει, με την έγκριση του ενάγοντος, εργασίες μετατροπής του από καφενείο σε γραφεία και ότι από τις μέχρι εκείνη την ημέρα μεταξύ τους προφορικές συζητήσεις, δεν έχει γίνει ξεκάθαρο, αν ο ενάγων επιθυμούσε να του παραδώσει το μίσθιο ο εναγόμενος στην κατάσταση που βρισκόταν κατά την σύναψη της μίσθωσης ή σε αυτήν που είναι κατά τη λήξη, εφόσον ο εναγόμενος σαν πολιτικός μηχανικός είχε στη διάθεσή του διάφορα συνεργεία, ζητώντας του να του γνωρίσει εγγράφως τις προθέσεις του, ενώ, επιπλέον, του ανέφερε ότι όλες οι παρεμβάσεις για τη μετατροπή του μισθίου από καφενείο σε γραφεία, ώστε να καταλαμβάνεται όλη η έκταση της επιφάνειας του ορόφου, έγιναν εξ αρχής, με την εγκατάστασή του στο μίσθιο, με την έγκρισή του και μετά από μελέτη της στατικής επάρκειας του κτιρίου.
Ο δε ενάγων, στην εξώδικη απάντησή του, ανέφερε ότι η έγκρισή του για τη μετατροπή του μισθίου καταστήματος από καφενείο σε γραφεία είχε δοθεί με τον όρο όλες οι εργασίες να λάβουν χώρα σύμφωνα με το νόμο, όπως ακριβώς και ρητώς αναφέρεται σε σχετικό όρο του μεταξύ τους καταρτισθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού και ότι την προς τούτο ευθύνη είχε αποκλειστικά ο ίδιος, πλην όμως, με την προσθήκη της επεκτάσεως του παταριού, ο ενάγων θεωρεί ότι ο εναγόμενος κατέστρεψε τις κολώνες που στηρίζουν την όλη οικοδομή, οπότε ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεσή του για μια τέτοια μετατροπή.
Επίσης, ανέφερε ότι επειδή ο εναγόμενος αρνήθηκε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, που θα πιστοποιούσε την πραγματική κατάσταση του μισθίου, ο ίδιος αρνήθηκε να συναινέσει στην οποιαδήποτε περαιτέρω επέμβαση του μισθίου από τον εναγόμενο. Έτσι, η μη αποκατάσταση του μισθίου στη μορφή που ήταν κατά τη στιγμή της κατάρτισης της σύμβασης, οφείλεται στην άρνηση του ενάγοντος.
Περαιτέρω, μεταξύ του από 2-1-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης και του επίσης από 2-1-2004 συμφωνητικού πρόσθετων όρων μίσθωσης, που υπεγράφησαν μεταξύ των αντιδίκων, υπάρχει μια αντίφαση, καθώς στη σελίδα 2 του 1ου περιέχεται ο όρος "οποιοσδήποτε προσθήκη, τροποποίηση ή μεταρρύθμιση γίνει σταθερή παραμένει προς όφελος του μισθίου, χωρίς να γεννά κανένα απολύτως δικαίωμα αφαίρεσης ή αποζημίωσης του μισθωτή", ενώ στον όρο με αριθμό 4 του 2ου εγγράφου αναφέρεται ότι "ο μισθωτής υποχρεούται μετά τη λήξη του μισθίου και την αποχώρησή του από αυτό, να επαναφέρει το μίσθιο στη κατάσταση που το παρέλαβε και να αποκαταστήσει τυχόν βλάβες που θα προκύψουν από τη μετατροπή της χρήσης του μισθίου, από ενιαίο κατάστημα σε γραφεία, όπως θέρμανση, ηλεκτρικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις".
Η ταυτόχρονη συνομολόγησή τους δεν προκρίνει κάποια συμφωνία, ως νεότερη και, ως εκ τούτου, τροποποιητική της άλλης, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία, αναφορικά με την πραγματική βούληση των συμβαλλομένων. Αυτή ακριβώς την αμφιβολία επιχείρησε να άρει ο εναγόμενος, κατά τη λήξη της σύμβασης, με την ανταλλαγή των μηνυμάτων, σχετικά με το τι επιθυμεί ο ενάγων.
Επειδή λοιπόν υπάρχει αμφιβολία ως προς την βούληση των συμβαλλομένων, εφόσον οι δυο συμφωνίες είναι ταυτόχρονες, θα πρέπει να γίνει ερμηνεία αυτών, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ και με δεδομένο βέβαια ότι πρόκειται για ενδοτικού δικαίου διατάξεις (άρθρο 592 ΑΚ). Με βάση δηλαδή τις αρχές της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών, τις συνθήκες της δικαιοπραξίας, χωρίς βέβαια να παραβλέπεται το γράμμα των όρων.
Κατά δε τη κρίση του Δικαστηρίου, τα μέρη θέλησαν να παραμείνουν, προς όφελος του μισθίου, οι σταθερές κατασκευές, χωρίς δικαίωμα αφαίρεσης ή αποζημίωσης του μισθωτή, ενώ κατά τα λοιπά ο μισθωτής ανέλαβε να επαναφέρει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε και να αποκαταστήσει τυχόν βλάβες από τη μετατροπή της χρήσης του μισθίου, από ενιαίο κατάστημα σε γραφεία, όπως θέρμανση, ηλεκτρικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις.
Ως εκ τούτου, της άνω υποχρεώσεως εκφεύγει, οποιαδήποτε προσθήκη, τροποποίηση ή μεταρρύθμιση γίνεται σταθερή και κάθε φθορά από τη συμφωνημένη χρήση, που άπτεται σταθερής μεταβολής, ενώ, αντίθετα, εμπίπτει κάθε άλλη βλάβη από την μετατροπή, ακόμη και αναγόμενη στη συμφωνημένη χρήση. Διαφορετικά, θα έπρεπε ο μισθωτής να καταλείπει προς όφελος του μισθίου όλες τις σταθερές κατασκευές, συστατικά ή παραρτήματα, με την αξία των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν, αλλά και να αποκαταστήσει όλες τις φθορές από τη συμφωνημένη χρήση και να εξαφανίσει κάθε ίχνος παρουσίας του μισθωτή στο χώρο.
Με άλλα λόγια, ο ενάγων-εκμισθωτής επεδίωκε, εκμεταλλευόμενος την αντίφαση των δυο συμφωνιών, την πλήρη ανακατασκευή του χώρου, αποδίδοντας τις δαπάνες για την ανακατασκευή αυτή σε κακή χρήση του μισθίου εκ μέρους του εναγομένου και για αυτόν ακριβώς το λόγο δεν συμφώνησε στην επισκευή του χώρου από τον εναγόμενο, κατά την αποχώρηση του τελευταίου από το μίσθιο, επικαλούμενος πρόβλημα στατικής επάρκειας του ακινήτου.
Έτσι, θα όφειλε να αφήσει τα διαχωριστικά, αλλά παράλληλα να καλύψει τα ίχνη στήριξής τους στο πάτωμα, να αφήσει τη προέκταση του παταριού, αλλά παράλληλα να καλύψει τα ίχνη στήριξής της επί κολονών και κουφωμάτων. Αναφορικά δε με τη στατική επάρκεια του κτιρίου, ο διορισθείς από το ΤΕΕ πραγματογνώμονας με το υπ' αριθμ. 1739/23-8-2011 έγγραφό του, Α.
Λ., πολιτικός μηχανικός, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η στατική επάρκεια της οικοδομής, καθώς και η καταστροφή του οπλισμού των τρυπημένων υποστυλωμάτων, είναι αδύνατον να διαπιστωθούν με τον μακροσκοπικό έλεγχο, αλλά θα πρέπει να λάβουν χώρα ένα ή περισσότερα ΤΕSΤ μη καταστροφικά και από τους ενδεδειγμένους ελέγχους να διαπιστωθεί η υφισταμένη κατάσταση του σκυροδέματος και η διάταξη και η ποιότητα του οπλισμού, με τη μέθοδο "μέτρηση μικροδονήσεων" και τον "προσδιορισμό ιδιοπεριόδων κτιρίου" (κρουσίμετρο, εξολκέας, υπέρηχοι), καθώς και η αποτύπωση του φέροντα οργανισμού και την ανίχνευση σιδηροπλισμών, έλεγχος, ο οποίος δεν έγινε ποτέ.
Ενισχυτικά στοιχεία της κρίσης αυτής, είναι τα ακόλουθα: 1) η νομιμοποίηση του παταριού, με πρωτοβουλία του ενάγοντος, το έτος 2011, δηλαδή εξ χρόνια μετά την κατασκευή του (παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με το από το έτος 2008 εξώδικό του, το θεωρούσε στατικά ανεπαρκές) και μάλιστα, μετά το τέλος του 2010, γεγονός που καταρρίπτει τον ισχυρισμό του, ότι το έπραξε από το φόβο δίωξης για υγειονομική παράβαση ή ότι επρόκειτο για εκ μέρους του έγκριση μιας προσωρινής κατάστασης, ενώ το αιτούμενο κονδύλιο για κάλυψη της δαπάνης νομιμοποίησης του παταριού αντιβαίνει στο επίσης αιτούμενο κονδύλιο άδειας κατεδάφισής του, 2) ότι ο εναγόμενος ως εκ της ιδιότητός του, ως αρχιτέκτων και της και της επιχείρησης που ασκεί (μεσιτείες, κατασκευές, διαχείριση ακινήτων), διέθετε συνεργεία που θα μπορούσαν να προβούν ευχερώς στην αποξήλωση όλης της λυόμενης κατασκευής, οπότε θα μπορούσαν, μέσα από τη κοινή συναίνεση, να αποκαταστήσουν τις όποιες φθορές του ακινήτου, σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 4 των πρόσθετων όρων της σύμβασης.
Παρόλα αυτά ο ενάγων, δια του προαναφερομένου από 23-9-2011 εξωδίκου, του απαγόρευσε την αποξήλωση, με την αφαίρεση της ψευδοροφής και των μεταλλικών στοιχείων. Όλες αυτές όμως οι παλινωδίες δείχνουν ακριβώς αυτό το οποίο ήδη ελέχθη πιο πάνω, ότι ο ενάγων στηριζόμενος στην αντίφαση μεταξύ των δυο εγγράφων συμφωνιών και μάλιστα στο άρθρο 4 των πρόσθετων όρων, επεδίωκε να εντάξει τις δαπάνες για πλήρη ανακαίνιση του ακινήτου του, στις δαπάνες επαναφοράς του μισθίου στην κατάσταση που βρισκόταν κατά την εκμίσθωση και στην αποκατάσταση των βλαβών, που θα προέκυπταν από τη μετατροπή της χρήσης του μισθίου.
Περαιτέρω, αναφορικά με τα κονδύλια, την καταβολή των οποίων ζητεί ο ενάγων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Τα ποσά των 1.500 ευρώ, για έκδοση πολεοδομικής άδειας κατεδάφισης παταριού, των 1.350 ευρώ, για κατεδάφιση προέκτασης παταριού, 100 ευρώ για αγορά ρητίνης και 2.000 ευρώ, για τη χρήση μηχανήματος έγχυσης ρητίνης προς κλείσιμο των οπών στις κολώνες στήριξης του παταριού και 150 ευρώ, για σοβάτισμα των οπών, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο πρόβλημα στη στατική επάρκεια της οικοδομής, ενώ ειδικά αναφορικά με την προέκταση του παταριού, ο ενάγων είχε εκφράσει τη βούληση να το διατηρήσει, με την νομιμοποίηση.
Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τα κονδύλια αυτά, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και αβάσιμα παραπονείται ο εκκαλών με το σχετικό λόγο της έφεσής του, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί. Επίσης ουσία αβάσιμα κρίνονται τα κονδύλια των 4.000 ευρώ, για αντικατάσταση του δικτύου θέρμανσης (ενδοδαπέδια τοποθέτηση νέου δικτύου υδραυλικών σωληνώσεων), 6.680 ευρώ, για αγορά 167 τ.μ.
μαρμάρου Ιωαννίνων προς αποκατάσταση δαπέδου, μετά την αντικατάσταση του ενδοδαπεδίου υδραυλικού δικτύου και 10.020 ευρώ, για την εργασία μαρμαρά προς τοποθέτηση και κρυσταλλοποίηση του άνω δαπέδου, επειδή αντικατάσταση του ενδοδαπεδίου υδραυλικού δικτύου δεν αποδείχθηκε ότι χρειάζεται, δεδομένου ότι καμία ζημία δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε στο υδραυλικό κύκλωμα από τις ταπωμένες (συμπιεσμένες) αναμονές, αλλά ούτε αποδείχθηκε ότι το εναπομένον μήκος των 4 εκατοστών, που εξέχουν οι αναμονές των θερμαντικών σωμάτων, είναι ανεπαρκές για την εκ νέου σύνδεσή του.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε κατ' αυτό τον τρόπο, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και αβάσιμα παραπονείται ο εκκαλών με το σχετικό λόγο της έφεσής του, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί. Όμως, το σύστημα θέρμανσης και το ηλεκτρολογικό δίκτυο πρέπει να αποκατασταθούν, όπως είχαν, κατά την παραλαβή του μισθίου, με επανασύνδεση των θερμαντικών σωμάτων και αντικατάσταση του ηλεκτρολογικού πίνακα.
Ως εκ τούτου, πρέπει να επιδικαστούν στον ενάγοντα, κατ' εκτίμηση του δικαστηρίου, 700 ευρώ, για αγορά διακοπτών θερμαντικών σωμάτων (10 διακόπτες Rundal Βιοσώλ), 300 ευρώ, για εργασία σύνδεσής τους από τεχνίτη υδραυλικό, 1.000 ευρώ, για αντικατάσταση ηλεκτρολογικού πίνακα και 500 ευρώ, για εργασία τεχνίτη αλουμινά προς επανατοποθέτηση των τριών πορτών εισόδου, που είχαν αφαιρεθεί.
Τα αιτούμενα κονδύλια, όμως, των 3.000 ευρώ, για αγορά νέων θερμαντικών σωμάτων, 288 ευρώ, προς βαφή δυο συρόμενων πορτών, που προϋπήρχαν και αφαιρέθηκαν, 1.500 ευρώ, προς αγορά τριών νέων πορτών εισόδου, στη θέση των παλαιών που αφαιρέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμα, επειδή, τυχόν διάβρωση ή καταστροφή των παλαιών θερμαντικών σωμάτων και πορτών, οφείλεται στη κακή τους συντήρηση, την οποία δεν είχε αναλάβει ο εναγόμενος, αφού δεν είχε αναλάβει την υποχρέωση να συντηρεί τα σώματα αυτά μέχρι την επανατοποθέτηση τους.
Αντίθετα, στην αγωγή του ο ενάγων αναφέρει ότι ο εναγόμενος αφαίρεσε όλα τα σώματα του καλοριφέρ του μισθίου ακινήτου, τα οποία τοποθέτησε στην αποθήκη του κοινόχρηστου χώρου, με αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή τους, λόγω της εκ της πολυετούς αχρησίας, σκωρίασης αυτών. Πουθενά όμως στην κυρία συμφωνία ή στους πρόσθετους όρους δεν γίνεται λόγος ότι ο εναγόμενος είχε αναλάβει τη φύλαξη των θερμαντικών σωμάτων μέχρις ότου αυτά επανατοποθετηθούν, μέχρι τη λήξη της μισθωτικής σύμβασης, ενώ κατά το από 20-6-2008 εξώδικό του, το οποίο δεν αμφισβητείται από τον ενάγοντα, τοποθετήθηκαν σε αποθηκευτικό χώρο του ενάγοντα.
Έτσι, η όποια φθορά τους, δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη μετατροπή της χρήσης του μισθίου, αλλά αποδίδεται σε αμέλεια του ιδιοκτήτη, διότι, ακόμη και αν είχαν τοποθετηθεί σε κοινόχρηστο χώρο, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων στην αγωγή του, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν είχε πρόσβαση στον κοινόχρηστο αυτό χώρο, ώστε να μπορεί να ελέγξει την κατάσταση των θερμαντικών σωμάτων.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τα κονδύλια αυτά, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφήρμοσε και αβάσιμα παραπονείται ο εκκαλών με το σχετικό λόγο της έφεσής του, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί το αιτούμενο κονδύλιο των 650 ευρώ, για αντικατάσταση υαλοπινάκων προσόψεων, που φέρουν αντηλιακή μεμβράνη, επειδή, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, η αποξήλωση της αντηλιακής μεμβράνης είναι εφικτή, ανά πάσα στιγμή, με χρήση θερμότητας ή με τη χρήση άλλων τεχνικών μεθόδων π.χ.
ειδικών εργαλείων, που προστατεύουν το τζάμι από τη φθορά. Για δε την αποξήλωση της μεμβράνης αυτής θα απαιτηθεί το ποσό των 100 ευρώ, το οποίο θα πρέπει να επιδικαστεί. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το έκρινε κατ' αυτό τον τρόπο ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και αβάσιμα παραπονείται ο εκκαλών, με το σχετικό λόγο της έφεσής του, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί.
Επίσης πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμα τα κονδύλια των 720 ευρώ για αγορά χρώματος και 2.004 ευρώ για αμοιβή ελαιοχρωματιστή, προς χρωματισμό όλου του καταστήματος, τα οποία αφορούν αποκατάσταση ζημιών, αναγομένων σε συνήθη χρήση, οι οποίες δεν οφείλονται εκ του νόμου, αλλά δεν προέκυψαν και από τη μετατροπή της χρήσης του μισθίου, σύμφωνα με το άρθρο 4 των από 2-1-2004 πρόσθετων όρων, ενώ ο όρος του μισθωτηρίου, σύμφωνα με τον οποίο ο μισθωτής υποχρεούται κατά τη λήξη της μίσθωσης να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε, δεν περιέχει συμφωνία για αποκατάσταση από το μισθωτή και των φθορών της συνήθους χρήσης, με βάση τα όσα ήδη ελέχθησαν αναλυτικά πιο πάνω.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε κατ' αυτό τον τρόπο και απέρριψε το κονδύλιο αυτό, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφήρμοσε και αβάσιμα παραπονείται ο εκκαλών, με το σχετικό λόγο της έφεσής του, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, τα αιτούμενα κονδύλια: 1) των 1.500 ευρώ για την έκδοση πολεοδομικής άδειας, 2) των 1.500 ευρώ, για τη σύνταξη τεχνικής έκθεσης και προϋπολογισμού και 3) των 1.500 ευρώ, για την επίβλεψη από μηχανικό, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι απαιτούμενες επεμβάσεις, απορρίπτονται ως ουσιαστικά αβάσιμα, διότι για εργασίες μικρής κλίμακας και εντός εσωτερικού χώρου των κτιρίων, δεν απαιτείται η έκδοση πολεοδομικής άδειας, τεχνική έκθεση, προϋπολογισμός και επιβλέπων, όπως είναι αυτές οι εργασίες που θα έπρεπε να γίνουν, σύμφωνα με το άρθρο 4 των πρόσθετων όρων του συμφωνητικού.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε κατ' αυτό τον τρόπο και απέρριψε τα κονδύλια αυτά, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφήρμοσε και αβάσιμα παραπονείται ο εκκαλών με το σχετικό λόγο της έφεσής του, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, το αιτούμενο κονδύλιο των 64 ευρώ, για αμοιβή εργάτη καθαρισμού του ακαλύπτου χώρου, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι, σύμφωνα με σχετικό όρο της μισθωτικής σύμβασης "στο κήπο θα έχει χρήση και ο εκμισθωτής", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 1 των πρόσθετων όρων, οποιαδήποτε μετατροπή, πέραν των συμφωνηθέντων, έως σήμερα, θα γίνεται με γραπτή συναίνεση του εκμισθωτή, όπως π.χ.
οι εργασίες στον εξωτερικό χώρο. Κατά συνέπεια, ο εκμισθωτής είχε δικαίωμα να γνωρίζει κάθε τι που συμβαίνει στον ακάλυπτο χώρο και μάλιστα είχε λόγο για την οποιαδήποτε μετατροπή, ενώ είχε δικαίωμα χρήσης και του κήπου. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε κατ' αυτό τον τρόπο και απέρριψε το κονδύλιο αυτό, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφήρμοσε και αβάσιμα παραπονείται ο εκκαλών με το σχετικό λόγο της έφεσής του, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί.
Αντίθετα, θα πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα το ποσό των 4.875,85 ευρώ, που κατέβαλε στην πολεοδομία, προς νομιμοποίηση του παταριού, δεδομένου ότι την οικονομική ευθύνη για τη μετατροπή αυτή είχε αναλάβει ο εναγόμενος, δυνάμει του όρου του άρθρου 2 των πρόσθετων όρων της μίσθωσης. Περαιτέρω, το αίτημα για καταβολή του ποσού των 12.288 ευρώ, το οποίο αφορά απολεσθέντα μισθώματα χρονικού διαστήματος 12 μηνών, δηλαδή από 19-11-2011 μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012, δηλαδή το ποσό των 1.000 ευρώ το μήνα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι δεν αποδείχθηκε ότι όλες αυτές οι εργασίες, εξ αιτίας των οποίων το μίσθιο παρέμεινε ανεκμετάλλευτο, συνδέονται αιτιωδώς με αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου, προερχομένη από την παραβίαση των όρων των μεταξύ τους συναφθεισών συμφωνιών (κυρίας μισθωτικής σύμβασης και πρόσθετων όρων).
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε το κονδύλιο αυτό, ορθά το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, έστω και υπό διαφορετική αιτιολογία και επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης, πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, το σύνολο των βάσιμων αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος, ανέρχεται στο ποσό των 7.475,85 ευρώ (700 + 300 +1.000 +500 +100 +4.875,85= 7.475,85) ευρώ.
Ακολούθως, αναφορικά με την από 7-1-2016 έφεση του εκκαλούντος, Η. Σ., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Όπως αποδείχθηκε από τη κυρία σύμβαση, για την εξασφάλιση του εκμισθωτή από παράβαση των υποχρεώσεων του μισθώματος, λόγω αντισυμβατικής ή παράνομης συμπεριφοράς του, ο τελευταίος κατέβαλε στο πρώτο το ποσό των 1.350 ευρώ, ως εγγύηση.
Το δε ποσό αυτό θα πρέπει να επιστρέψει ο εκμισθωτής στο μισθωτή άτοκο, μετά την απόδοση της χρήσης του μισθίου, εφόσον βέβαια δεν συντρέχει περίπτωση καταπτώσεως της εγγυήσεως και δεν μπορεί να συμψηφιστεί με τα μισθώματα. Στη προκειμένη περίπτωση, αναφέρεται πράγματι ο λόγος για τον οποίο δόθηκε το ποσό αυτό και η αιτία για την οποία πρέπει να επιστραφεί.
Κατά συνέπεια, παραδεκτά προτείνεται προς συμψηφισμό το ποσό των 1.350 ευρώ, κατά το οποίο αποσβέστηκε η απαίτηση του ενάγοντος κατά του εναγομένου, προερχομένη από τις δυο συμβάσεις, κύρια σύμβαση και πρόσθετους όρους, για την αποκατάσταση των φθορών της συμφωνημένης χρήσης. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την δια των προτάσεων της πρώτης συζήτησης υποβληθείσα ένσταση του εναγομένου, προς συμψηφισμό, ως αόριστη, εσφαλμένα το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και βάσιμα παραπονείται ο εναγόμενος-εκκαλών, με το σχετικό λόγο της έφεσής του, ο οποίος θα πρέπει να γίνει δεκτός, κατ' ουσίαν και, στη συνέχεια, θα πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό και να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό.
Όμως, τα άλλα κονδύλια που πλήττει με την έφεσή του ο εναγόμενος-εκκαλών και μάλιστα τα κονδύλια των 4.875,85 ευρώ, για έκδοση πολεοδομικής άδειας και 1.000 ευρώ για αντικατάσταση ηλεκτρολογικού πίνακα, καλώς επιδικάστηκαν και επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς αυτά, ορθά το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και αβάσιμα παραπονείται ο εκκαλών-εναγόμενος, με τους σχετικούς λόγους της από 7-1-2016 έφεσής του, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν".
Κατόπιν τούτου, το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την από 10-9-2015 έφεση του ενάγοντος- εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος Α. Η. και δέχτηκε εν μέρει την από 7-1-2016 έφεση του αρχικώς εναγομένου- εκκαλούντος, Η. Σ. (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν, μετά το θάνατο αυτού, οι ήδη αναιρεσίβλητοι), μετ' εξαφάνιση δε της εκκαλουμένης και την εκ νέου εκδίκαση της υπόθεσης, δέχτηκε την προταθείσα από τον εναγόμενο μισθωτή ένσταση συμψηφισμού και υποχρέωσε τον τελευταίο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 6.125,85 ευρώ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 2/2022, 1/2016, Α.Π. 663/2021, Α.Π. 1076/2020, Α.Π. 672/2020). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 258/2021, Α.Π. 42/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 1285/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 927/2020).
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 2/2022, 2/2021, 3/2020, Α.Π. 1111/2021, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 500/2020).
Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζεται, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή πού εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου.
Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1274/2020, Α.Π. 329/2020, Α.Π. 42/2020). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 764/2021, Α.Π. 1266/2020, Α.Π. 663/2020, Α.Π. 426/2020).
Σε κάθε περίπτωση, για την πληρότητα του από τον αριθμό 19 λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, να προσδιορίζονται δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις, σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε, από το ίδιο το αναιρετήριο, να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.Α.Π. 1485/2017, 20/2005, Α.Π. 638/2021, Α.Π. 1100/2020, Α.Π. 663/2020 Α.Π. 759/2019, Α.Π. 1311/2018).
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, ή αντενστάσεως (Α.Π. 717/2022, Α.Π. 312/2022, Α.Π. 663/2021).
Δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 431/2022, Α.Π. 750/2021, Α.Π. 996/2020) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Ολ.Α.Π. 9/1997, Α.Π. 312/2022, Α.Π. 1275/2021, Α.Π. 1238/2019).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 1331/2022, Α.Π. 798/2022, Α.Π. 717/2022), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1282/2022, Α.Π. 1266/2020, Α.Π. 996/2020).
Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" αυτά είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1510/2021, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 59/2020).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο με ακρίβεια, η εντοπιζόμενη στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αντίφαση των διατάξεων αυτής, συνεπεία της οποίας εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ' επέκταση, είναι αδύνατη η εκτέλεσή της (Α.Π. 1444/2022, Α.Π. 366/2020, Α.Π. 1199/2018, Α.Π. 385/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο (Ολ.Α.Π. 23/2008, Α.Π. 1980/2022, Α.Π. 1103/2022, Α.Π. 432/2022).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Προς τούτο, αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά, της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν, από το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών, για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 271/2021).
Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 1074/2022, Α.Π. 92/2020, Α.Π. 204/2017, Α.Π. 688/2016), επιπλέον δε να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (Ολ.Α.Π. 8/2016, Α.Π. 420/2022, Α.Π. 18/2021).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει (A.Π. 1072/2022, Α.Π. 420/2022, Α.Π. 1502/2021). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη, το απαράδεκτο δε αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως.
Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται σ' αυτό, ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει, επί πλέον, να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση (Α.Π. 362/2022, Α.Π. 119/2017, Α.Π. 243/2015).
Εάν τα ανωτέρω δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 132/2016). Το ορισμένο δε ή αόριστο της αγωγής ή ενστάσεως, ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία, εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την αγωγή ή ένσταση, λαμβάνοντας υπόψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του περί του νόμω βάσιμου της ή, αντιθέτως, έκρινε αόριστη αυτή, επειδή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σ' αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.
λόγοι αναιρέσεως. Για να θεμελιωθεί λόγος αναιρέσεως από τις προαναφερόμενες διατάξεις, ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμός του εναγομένου ή ενάγοντος, αντίστοιχα, πρέπει να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο εφέσεως του εναγομένου, η εις βάρος του οποίου αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή, είτε με λόγο εφέσεως του ενάγοντος, προς απόκρουση ενστάσεως του εναγομένου, που κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή, είτε με τις προτάσεις τους, ως εφεσίβλητων, προς απόκρουση της εφέσεως του αντιδίκου τους.
Για το παραδεκτό δε του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αγωγή ή ένσταση είναι αόριστη, όπως προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος που ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 804/2020).
Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε το δικαστήριο, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον, τότε, πρόκειται για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 402/2019).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος συλλήβδην αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιάται ότι ο Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση: 1) εσφαλμένα δέχτηκε ότι οι μετατροπές στο μίσθιο έγιναν σε εκτέλεση όσων είχαν συμφωνηθεί με τους με ημερομηνία 2-1-2004 πρόσθετους όρους της μίσθωσης, χωρίς να απαιτείται προς τούτο προηγούμενη ρητή συναίνεση του ιδίου, 2) εσφαλμένα απέρριψε ως αβάσιμα τα κονδύλια που αφορούν στην κατεδάφιση του παταριού, με την παραδοχή ότι ο ίδιος (αναιρεσείων-εκμισθωτής) είχε τη βούληση να διατηρήσει το πατάρι, αφού προέβη στη νομιμοποίησή του, 3) εσφαλμένα απέρριψε ως αβάσιμα τα κονδύλια για αντικατάσταση του δικτύου θέρμανσης, για αγορά μαρμάρων και για δαπάνη τοποθέτησης και κρυσταλλοποίησης των μαρμάρων, με την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε βλάβη στο δίκτυο του ενδοδαπέδιου υδραυλικού συστήματος και στις εναπομείνασες συμπιεσμένες αναμονές των θερμαντικών σωμάτων, 4) κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων και χωρίς αιτιολογία έκρινε ότι το μαρμάρινο δάπεδο δεν χρήζει αποκατάστασης, 5) εσφαλμένα απέρριψε τα αγωγικά κονδύλια που αφορούν στη δαπάνη αντικατάστασης των θερμαντικών σωμάτων, βαφής των συρόμενων θυρών και αγοράς τριών νέων θυρών, που είχαν αφαιρεθεί από τον εναγόμενο μισθωτή και είχαν καταστραφεί λόγω κακής συντήρησης, με την παραδοχή ότι για τις ζημίες αυτές δεν ευθύνεται ο εναγόμενος μισθωτής, αλλά ο ίδιος (αναιρεσείων- εκμισθωτής), στον οποίο είχαν παραδοθεί και ήταν υπεύθυνος για τη φύλαξή τους, 6) εσφαλμένα απέρριψε το κονδύλιο για αντικατάσταση υαλοπινάκων προσόψεων, με την παραδοχή ότι αυτή δεν είναι αναγκαία, αφού η αποξήλωση της αντιηλιακής μεμβράνης από αυτούς είναι εφικτή, με χρήση θερμότητας ή άλλων τεχνικών μεθόδων, 7) εσφαλμένα απέρριψε το κονδύλιο ελαιοχρωματισμού του μισθίου, με την παραδοχή ότι πρόκειται για συνήθη φθορά, 8) εσφαλμένα απέρριψε τα κονδύλια της αγωγής για έκδοση πολεοδομικής αδείας, σύνταξη τεχνικής έκθεσης και επίβλεψη από μηχανικό, με την παραδοχή ότι οι εργασίες επαναφοράς του μισθίου στην προηγούμενη κατάσταση είναι μικρής κλίμακας, για τις οποίες δεν απαιτείται άδεια και επίβλεψη, 9) εσφαλμένα απέρριψε ως αβάσιμο το κονδύλιο της δαπάνης για την αμοιβή εργάτη, για τον καθαρισμό του ακάλυπτου χώρου, 10) εσφαλμένα απέρριψε το κονδύλιο που αφορά στην καταβολή απωλεσθέντων μισθωμάτων χρονικού διαστήματος από 19-11-2011 έως και το Δεκέμβριο του 2012, με την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εργασίες, εξ αιτίας των οποίων το μίσθιο παρέμεινε ανεκμετάλλευτο κατά το χρονικό αυτό διάστημα, δεν συνδέονται αιτιωδώς με αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου μισθωτή, προερχόμενη από παραβίαση εκ μέρους του, των συμφωνηθέντων με τη μισθωτική σύμβαση και τους πρόσθετους όρους αυτής και 11) εσφαλμένα έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης και, κατόπιν τούτου, συμψήφισε το ποσό αυτής με την αξίωσή του, κατ' αποδοχή ως βάσιμης της προβληθείσας αορίστως από τον εναγόμενο- μισθωτή ενστάσεως συμψηφισμού.
Οι αιτιάσεις όμως αυτές δεν εστιάζονται, ούτε μπορούν να ταυτοποιηθούν με τους επικαλούμενους από τον αναιρεσείοντα αναιρετικούς λόγους, οι οποίοι πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, προεχόντως, λόγω της αοριστίας τους, αφού στο αναιρετήριο δεν εξειδικεύονται τα απαραίτητα προς θεμελίωση καθενός από αυτούς στοιχεία, όπως αυτά εκτίθενται στην προπαρατιθεμένη νομική σκέψη.
Ειδικότερα, δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο: 1) ποια η διάταξη ουσιαστικού νόμου που, κατά τον αναιρεσείοντα, παραβιάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και σε τι έγκειται το νομικό σφάλμα αυτής, δηλαδή πού εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου, στοιχείο αναγκαίο για τη θεμελίωση της παράβασης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., 2) ποια "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" αυτά είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στοιχείο αναγκαίο για τη θεμελίωση της παράβασης από τον αριθμό 8 περ.
α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., 3) ποιες είναι οι αντιφατικές διατάξεις που περιέχει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνεπεία των οποίων εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ' επέκταση, είναι αδύνατη η εκτέλεσή της, για να στοιχειοθετηθεί η επικαλούμενη παράβαση από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., 4) ποια είναι τα αποδεικτικά έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων παραμόρφωσε και, με την εσφαλμένη ανάγνωσή τους ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους τους, οδηγήθηκε το Εφετείο στην κρίση ότι περιέχουν περιστατικά, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχουν, ώστε να στοιχειοθετηθεί η επικαλούμενη παράβαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
και 5) σε τι συνίσταται η αοριστία ή αντίφαση στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ποιες δηλαδή επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να προκύπτει από το ίδιο το αναιρετήριο η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια και να θεμελιωθεί η επικαλούμενη παράβαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Οι ως άνω προβαλλόμενες αιτιάσεις, ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, ανάγονται δηλαδή σε, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, σφάλματα της προσβαλλομένης αποφάσεως, που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Ως προς την επικαλούμενη παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., αν ήθελε εκτιμηθεί ότι ο ουσιώδης αγωγικός ισχυρισμός, που δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, είναι ότι ο ίδιος (ενάγων- αναιρεσείων), ουδέποτε είχε συναινέσει στη διενέργεια των παρεμβάσεων και μεταρρυθμίσεων, που έγιναν στο μίσθιο ακίνητο, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως συνάγεται με σαφήνεια από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, ελήφθη αυτός υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε στην ουσία, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και δη με την παραδοχή ότι είχε συμφωνηθεί εξ αρχής η διενέργεια των εργασιών αυτών και, συνεπώς, δεν απαιτείτο προηγούμενη ενημέρωση του ενάγοντος- εκμισθωτή και συναίνεση αυτού, που ήταν αναγκαία, σύμφωνα με τους πρόσθετους όρους της μίσθωσης, μόνο σε περίπτωση προσθέτων, μη συμφωνηθεισών εξαρχής, εργασιών.
Επίσης, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι τα αποδεικτικά έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων παραμόρφωσε, κατά τον αναιρεσείοντα, το Εφετείο, είναι το από 2-1-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως και οι με την ίδια ημερομηνία (2-1-2004) πρόσθετοι όροι αυτού, ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από το σαφές περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτών, αλλά, μετά από σωστή ανάγνωσή τους, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.
Εξ άλλου, αν, από τις διάσπαρτες αναφορές στο αναιρετήριο, ήθελε εκτιμηθεί ότι ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο και την (μη επικαλούμενη) πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του, α) την έκθεση του πραγματογνώμονα του ΤΕΕ ... (σελ. 12 αναιρετηρίου), β) το υπ' αριθμ. 666/214 έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Τριφυλίας (σελ. 15 αναιρετηρίου) , γ) την τεχνική έκθεση του Κ.
Μ., μηχανικού δομικών έργων (σελ. 19, 28 και 40- 41 αναιρετηρίου) και δ) τις βεβαιώσεις των τεχνιτών που εργάστηκαν στην αποκαθήλωση του παταριού, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε νόμιμα και προσκόμισε τα έγγραφα αυτά στο Εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, καθόσον από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση, ότι ελήφθησαν υπόψη ''τα έγγραφα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι'', σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα φερόμενα ως παραληφθέντα, έγγραφα [εκ των οποίων μάλιστα το ανωτέρω υπό στοιχείο α' έγγραφο (έκθεση του πραγματογνώμονα του ΤΕΕ ...) ρητά αναφέρεται στο 8ο φύλλο, οπίσθια όψη αυτής].
Η προβαλλόμενη δε περαιτέρω αιτίαση, ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απαράδεκτη, καθόσον με την επίκλησή της πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Τέλος, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με τη 11η, ως άνω, αιτίαση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η (μη επικαλούμενη) πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και, συγκεκριμένα, της μη απόρριψης ως αόριστης, της προταθείσας από τον αρχικώς εναγόμενο, από το άρθρο 440 του Α.Κ., ενστάσεως συμψηφισμού, στις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, της ανταπαίτησής του, ποσού 1.350 ευρώ, που αντιπροσωπεύει το καταβληθέν υπ' αυτού, κατά την κατάρτιση της μισθωτικής συμβάσεως, ποσό της εγγύησης, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, το μεν διότι, από την επισκόπηση του περιεχομένου του αναιρετηρίου, προκύπτει ότι δεν αναφέρεται σ' αυτό ότι ο παραπάνω, περί αοριστίας της ενστάσεως συμψηφισμού του αναιρεσιβλήτου, ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, είχε προβληθεί στα δικαστήρια της ουσίας και δη ο τρόπος με τον οποίο είχε προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο, το δε διότι δεν διαλαμβάνει σε τι συνίσταται η αοριστία, ποια δηλαδή τα, αναγκαία για το ορισμένο αυτής, περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο, παρότι δεν προτάθηκαν από τον ενιστάμενο εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο.
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και, αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ., υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι, ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας, με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ. (Α.Π. 1316/2022, Α.Π. 931/2022, Α.Π. 61/2021, Α.Π. 854/2020).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ. συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών, στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (Α.Π. 648/2021, Α.Π. 519/2021, Α.Π. 242/2021, Α.Π. 177/2021).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (Ολ.Α.Π. 26/2004, Α.Π. 1184/2022, Α.Π. 1027/2022, Α.Π. 859/2022, Α.Π. 630/2021,) οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας, που διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και προσέφυγε στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (Α.Π. 1716/2022, Α.Π. 341/2021, Α.Π. 1041/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο (κατά την αρίθμηση του αναιρετηρίου) λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 173 του Α.Κ., με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, εσφαλμένα α) δέχτηκε ότι, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης ή μη, υποχρέωσης του μισθωτή να επαναφέρει το μίσθιο στην κατά το χρόνο κατάρτισης της μισθωτικής συμβάσεως κατάσταση, υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του περιεχόμενου στο ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως όρου, κατά τον οποίο "οποιοσδήποτε προσθήκη, τροποποίηση ή μεταρρύθμιση γίνει σταθερή παραμένει προς όφελος του μισθίου, χωρίς να γεννά κανένα απολύτως δικαίωμα αφαίρεσης ή αποζημίωσης του μισθωτή" και του πρόσθετου όρου, κατά τον οποίο "ο μισθωτής υποχρεούται μετά τη λήξη του μισθίου και την αποχώρησή του από αυτό, να επαναφέρει το μίσθιο στη κατάσταση που το παρέλαβε και να αποκαταστήσει τυχόν βλάβες που θα προκύψουν από τη μετατροπή της χρήσης του μισθίου, από ενιαίο κατάστημα σε γραφεία, όπως θέρμανση, ηλεκτρικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις" και β) εσφαλμένα, μετά από ερμηνεία των ως άνω όρων, κατά τα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., έκρινε ότι τα μέρη θέλησαν να παραμένει προς όφελος του μισθίου, οποιαδήποτε προσθήκη, τροποποίηση ή μεταρρύθμιση σ' αυτό είναι σταθερή, χωρίς να έχουν δικαίωμα, ο μεν μισθωτής για αφαίρεση ή για αποζημίωση, ο δε εκμισθωτής για επαναφορά του μισθίου στην προηγούμενη κατάσταση, απορρίπτοντας, κατόπιν τούτου, ως αβάσιμα τα αγωγικά κονδύλια για επαναφορά του παταριού στην προηγούμενη κατάσταση.
Όσον αφορά στην υπό στοιχείο α' αιτίαση, της ερμηνείας δηλαδή των αναφερόμενων όρων, χωρίς να υπάρχει ανάγκη προς τούτο, λόγω της σαφούς διατύπωσής τους, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, η κρίση του δικαστηρίου για τη διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Επιπλέον, ο λόγος αναιρέσεως, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι τον ισχυρισμό, στον οποίο αυτός θεμελιώνεται, είχε προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας, όπως απαιτείται κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., σε κάθε δε περίπτωση διότι οι διαλαμβανόμενες στον ως άνω αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, σχετικά με την, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ερμηνεία και το νόημα των ως άνω συμφωνηθέντων όρων, αλλά και την αληθή βούληση των συμβληθέντων μερών, πλήττουν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του K.Πολ.Δ., κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/2021 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ