Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation and common sense violations in traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Second Instance Court's judgment regarding a traffic accident. The appellants argued that the lower court erred in evaluating evidence and violated common sense by accepting conflicting facts about the motorcycle's trajectory and damage. The court rejected these claims, stating that the lower court properly considered all evidence without needing specific itemized evaluation and that the appellants' assertions did not constitute genuine contradictions or violations of common sense.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure; The court of first instance must consider evidence adduced by parties to form a conviction, but is not required to separately evaluate each item, and appeals based on alleged contradictions or violations of common sense must be rejected if the lower court's reasoning is coherent and based on the totality of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1206 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1206/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Δ. (D. D.) του Μ. (B.), 2) Γ. Δ. του Β. και 3) Α. Δ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Πέππα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ε. του Γ., 2) Κ. συζ. Α. Ε., κατοίκων ... και 3) αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, διατηρεί δε Υποκατάστημα στην Ελλάδα με κεντρικά γραφεία στο ..., εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους ... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 15-2-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2012 αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου και επί της οποίας εκδόθηκε η 116/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο. Η ως άνω αγωγή επανήλθε για συζήτηση με την από 30-6-2014 κλήση της ενάγουσας και συνεκδικάστηκε με την από 11-11-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2225/2015 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 366/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-12-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 760/2020, ΑΠ 717/2020, 700/2020, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1199/2018).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος (ΑΠ 839/2020, ΑΠ 942/2017, ΑΠ 705/2016).
Ακολούθως, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 40/2020, ΑΓΙ 518/2017, ΑΠ 64/2017).
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής: "Στις 29.11.2011 και περί ώρα 15.55 ο εναγόμενος Α. Ε., έχοντας ως συνεπιβάτες καθήμενους στο πίσω κάθισμα την νύφη του Γ. Τ. με τα δύο ανήλικα τέκνα της (και εγγόνια του), οι οποίοι όπως και ο ίδιος φορούσαν ζώνες ασφαλείας, οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ενάγουσας-εναγομένης και συζύγου του Κ. Ε., το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο ως προς την ευθύνη για τις προκαλούμενες κατά την λειτουργία του υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες προς τρίτους στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", της οποίας διάδοχος είναι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", εκινείτο με κανονική πορεία και ταχύτητα, περί τα 37-40 χιλιόμετρα την ώρα, στην περιοχή ...
και συγκεκριμένα επί της οδού ..., με κατεύθυνση από την Λεωφόρο ... προς Παραλία ..., κατέχοντας το δεξιό μέρος του ρεύματος πορείας του. Κατά την ίδια χρονική στιγμή ο ..., οδηγώντας την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΙΥΝ-0736 δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, στην οποία είχε φορτώσει και μετέφερε δύο μεγάλες μπλε πλαστικές σακούλες απορριμμάτων, γεμάτες με ρούχα η μία και πλαστικά σκεύη η άλλη και ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, σε ποσοστό 0,21 gr/lt, μετρούμενη με την μέθοδο της αιμοληψίας, εκινείτο με ταχύτητα τουλάχιστον 60 χιλιομέτρων την ώρα, επί της ίδιας πιο πάνω οδού με αντίρροπη κατεύθυνση από του αυτοκινήτου, ήτοι από την Παραλία ...
προς την Λεωφόρο .... Η οδός ... στο σημείο εκείνο είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωρίζεται κατά μήκος του άξονά της σε δύο ρεύματα πορείας αντίθετης κατεύθυνσης με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή στο μέσον του οδοστρώματος, το οποίο οριοθετείται εκατέρωθεν από εφαπτόμενα σε αυτό αυτοφυή χόρτα και συστάδες θάμνων, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 5,70 μέτρων, ήτοι 2,85 μέτρα το κάθε ρεύμα κυκλοφορίας, χαρακτηρίζεται από απότομη δεξιά κλειστή στροφή με ελαφρά ανωφέρεια στο ρεύμα πορείας της μοτοσυκλέτας και αριστερή στροφή με ελαφρά κατωφέρεια στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου, ενώ το όριο της μεγίστης επιτρεπόμενης ταχύτητας των επ' αυτής κινουμένων οχημάτων περιοριζόταν, ελλείψει σχετικής σημάνσεως, κατά την διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2696/1999, σε 50 χιλιόμετρα ωριαίως λόγω κατοικημένης περιοχής.
Επικρατούσε φως ημέρας, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή και το οδόστρωμά της ξηρό με συνθήκες καλοκαιρίας, η ορατότητα των οδηγών των οχημάτων περιοριζόταν από την καμπύλη και όχι από άλλα εξωτερικά φυσικά ή εξωτερικά εμπόδια και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και των πεζών ανύπαρκτη.
Φθάνοντας ο οδηγός της μοτοσυκλέτας στο ύψος της κλειστής δεξιόστροφης κατά την πορεία του καμπύλης της οδού, σε απόσταση 100 περίπου μέτρων πριν από την συμβολή της με την οδό Αγίου Νικήτα, κατά την είσοδό του στην καμπύλη, απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του, η οποία εκτράπηκε της πορείας της παρεκκλίνοντας προς τα αριστερά και αφού παραβίασε την υφιστάμενη επί του οδοστρώματος διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, διήλθε επ' αυτής και εισήλθε πλαγιολισθαίνοντας στο αντίθετο προς την κατεύθυνσή του ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο συννόμως το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Α.
Ε., ανατράπηκε εκεί με τον οδηγό της να πέφτει στο οδόστρωμα και στη συνέχεια, αφού σύρθηκε έως το δεξιό άκρο του ρεύματος αυτού, αφήνοντας χαραγές επί του οδοστρώματος μήκους 0,20 και 3,70 μέτρων, προσέκρουσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο και εμπρόσθιο δεξιό μέρος της μοτοσυκλέτας στο εμπρόσθιο και προς τα αριστερά μέρος του αυτοκινήτου, ο οδηγός του οποίου ευρισκόμενος σε ελάχιστη απόσταση από τη μοτοσυκλέτα, τριών έως πέντε το πολύ μέτρων, παρά τον άμεσο, αναγκαστικό ελιγμό προς τα δεξιά που πραγματοποίησε, δεν κατόρθωσε, λόγω της αιφνίδιας παρεμβολής της μοτοσυκλέτας στην πορεία του, της ιδιαίτερα μικρής αποστάσεως που χώριζε τα δύο οχήματα και του ελάχιστου χρόνου αντιδράσεως, να αποφύγει την επερχόμενη σύγκρουση ή να ακινητοποιήσει με ασφάλεια το αυτοκίνητο που οδηγούσε.
Το τελευταίο εξήλθε του οδοστρώματος με ολόκληρο τον όγκο του και ακινητοποιήθηκε ελαφρώς διαγώνια σε παρακείμενο αγρό που υπήρχε δεξιά της πορείας του, μετά το άκρο δεξιό μέρος του οδοστρώματος του ρεύματος αυτού, με το εμπρόσθιο μέρος του να βρίσκεται σε απόσταση 12 μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως εντός του παρακείμενου αγρού, καθώς οι δεξιοί τροχοί του, - αφού υπολογισθεί το πλάτος του από 1,64 μέτρα- βρέθηκαν σε απόσταση 1,34 μέτρων εντός του παρακείμενου αγρού, επειδή κυρίως ο οδηγός του ενήργησε άμεσο συνεχή αναγκαστικό ελιγμό προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του.
Η δε μοτοσυκλέτα έχοντας συρθεί διαγώνια αριστερά έως το σημείο πρόσκρουσής της στο αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε σε κάθετη σχεδόν θέση μπροστά από αυτό και σε απόσταση 0,60 εκατοστών από τον εμπρόσθιο δεξιό τροχό του και 3,50 μέτρων από το άκρο δεξιό όριο του ρεύματος κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, ενώ από την ανατροπή της μοτοσυκλέτας ο οδηγός της κατέπεσε στο μέσον περίπου του ρεύματος κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, δοθέντος ότι εκεί ανευρέθηκε κηλίδα αίματος κατά τα αντικειμενικά ευρήματα της εκθέσεως αυτοψίας.
Από την ανατροπή της μοτοσυκλέτας και την βίαιη πτώση του οδηγού της στο ασφάλτινο οδόστρωμα τραυματίσθηκε βαρύτατα ο τελευταίος, ο οποίος μεταξύ άλλων υπέστη ειδικότερα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 2380/01.02.2012 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής, την οποία διενήργησε και υπογράφει η Επίκουρη Καθηγήτρια του Εργαστηρίου Ιατρικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Σ.
Π., διάσπαρτες εκδορές στην κεφαλή-τράχηλο, στα άνω-κάτω άκρα και στον κορμό με ανοικτό τραύμα στην κοιλιακή χώρα από το οποίο εξέρχονται εντερικές έλικες, στα μαλακά μόρια της κεφαλής αιμορραγική διήθηση στην αριστερή κροταφική χώρα, από τα οστά του κρανίου ρωγμώδες κάταγμα στον αριστερό μέσο κρανιακό βόθρο, οίδημα και συμφόρηση των αγγείων του εγκεφάλου, κάταγμα μεσότητας στέρνου με συνοδές αιμορραγικές διηθήσεις, πολλαπλές θλάσεις πνευμόνων με ποσότητα αφρώδους οροαιματηρού υγρού και αίματος (εικόνα πνευμονικού οιδήματος και πνευμονορραγίας), ρήξη περικαρδιακού σάκου, ποσότητα αίματος εντός του κύτους της κοιλίας, ρήξη μήκους 4 εκ.
περίπου στην διαφραγματική επιφάνεια του δεξιού λοβού του ήπατος και ρήξη σπληνός, προβολή εντερικών ελίκων από το τραύμα της κοιλίας, πολλαπλές ρήξεις αριστερού νεφρού, πολλαπλά κατάγματα πυέλου, κατάγματα 3ου και 5ου οσφυϊκού σπονδύλου και κάταγμα στα οστά του αριστερού αντιβραχίου, ήτοι "πολλαπλές κακώσεις σώματος" εκ των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του κατά την διακομιδή του στο νοσοκομείο.
Όλα τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τις συνθήκες του ατυχήματος, προκύπτουν ανενδοίαστα από το σύνολο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού και κυρίως από την αξιολόγηση και την συνδυασμένη εκτίμηση της συνταχθείσας, στο πλαίσιο της διεξαχθείσας για το ατύχημα προανακρίσεως, από 29.11.2011, εκθέσεως αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας ..., στην οποία αναφέρονται λεπτομερώς οι επικρατούσες στο σημείο οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και οι υλικές ζημίες των δύο οχημάτων, με:
α) τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και των δύο οχημάτων τις οποίες προσκομίζουν όλοι οι διάδικοι και των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, κατά τα προεκτεθέντα και β) το συνοδεύον την έκθεση αυτοψίας, με την ίδια χρονολογία, πρόχειρο σχεδιάγραμμα, στο οποίο απεικονίζεται ο τόπος όπου έλαβε χώρα το ατύχημα, οι πιθανές πορείες, τα σημεία συγκρούσεως και η τελική θέση των δύο οχημάτων στο οδόστρωμα, καθώς και τα λοιπά ευρήματα και συγκεκριμένα:
α) ίχνη πλάγιας ολίσθησης μήκους 0,20 εκατοστών λοξά και προς τα αριστερά, τα οποία ξεκινούν από το ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας και σε απόσταση 1,50 μέτρου από την δεξιά οριογραμμή του ρεύματος πορείας της, β) δεύτερα ίχνη πλάγιας ολίσθησης, που ακολουθούν τα προηγούμενα και συνεχίζουν διαγωνίως αριστερά προς την διπλή διαχωριστική γραμμή σε μήκος 3,70 ακόμη μέτρων, γ) χαραγές επί του οδοστρώματος, οι οποίες ξεκινούν από το ύψος της διπλής διαχωριστικής γραμμής και συνεχίζουν, παράλληλα εν μέρει με τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης, διαγώνια και προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της μοτοσυκλέτας και εισέρχονται σε ολόκληρο το ρεύμα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου προς ...
έως το σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων σε απόσταση 0,30 εκατοστών από το δεξιό άκρο του ρεύματος αυτού, όπως αυτά αποτυπώνονται αντικειμενικά στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, προερχόμενα όλα από την μοτοσυκλέτα, που αποδεικνύουν ότι η μοτοσυκλέτα κατευθύνθηκε ολισθαίνοντας προς την διαχωριστική γραμμή, διήλθε επ' αυτής και εισήλθε στο αντίθετο κατά την πορεία της ρεύμα κυκλοφορίας αφήνοντας χαραγές επί του οδοστρώματος στο ρεύμα αυτό και κατόπιν, στο πέρας των χαραγών αυτών, συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο, δ) κηλίδα αίματος διαστάσεων 0,80 χ 0,80 μέτρων περί το μέσον του ρεύματος κυκλοφορίας του αυτοκινήτου προς Παραλία ...
και ε) διάσπαρτα θραύσματα πλαστικών εξαρτημάτων γύρω από το σημείο της συγκρούσεως διάσπαρτα εν μέρει στο δεξιό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας προς Παραλία ... και εν μέρει στον παρακείμενο αγρό. Το σημείο της συγκρούσεως, το οποίο συμπορεύεται προς την λογική πορεία των πραγμάτων, τις διδαχές της κοινής πείρας και την τελική θέση των δύο οχημάτων στο οδόστρωμα (η οποία τελική θέση δεν αμφισβητείται), εκτιμάται ότι ήταν εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του αυτοκινήτου και σε απόσταση 0,30 εκατοστά από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος αυτού, εκεί όπου καταλήγουν οι χαραγές της μοτοσυκλέτας και αλλάζουν εντελώς φορά συνεχίζοντας διαγώνια και λοξά δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, καθ' ον χρόνο ο οδηγός του οδηγούσε κινούμενος ακόμη σε ευθύγραμμο τμήμα της οδού στο ρεύμα κυκλοφορίας του προσεγγίζοντας στην αριστερή κατά την πορεία του καμπύλη και εκεί όπου ενήργησε άμεσα δεξιό ελιγμό προκειμένου να αποφύγει την επερχόμενη σύγκρουση δίδοντας δεξιά κλίση στο αυτοκίνητο που οδηγούσε σε σχέση με την αρχική ευθύγραμμη πορεία του, ενώ η πρόσκρουση της μοτοσυκλέτας επί του αυτοκινήτου και οι εμπλεκόμενες -κατά την εξέλιξη της σύγκρουσης- επιφάνειές τους ήταν, όπως δεν αμφισβητείται ειδικώς και επιβεβαιώνεται από τα σημεία συγκρούσεως των δύο οχημάτων για μεν το αυτοκίνητο "το εμπρόσθιο μέρος (προφυλακτήρα, μάσκα), παρμπρίζ εμπρόσθιο και αερόσακοι", για δε την μοτοσυκλέτα "το εμπρόσθιο μέρος και η δεξιά πλευρά της" κατά τα αντικειμενικά ευρήματα της εκθέσεως αυτοψίας και σύμφωνα με όσα απεικονίζονται στις προσκομισθείσες φωτογραφίες τους.
Κατόπιν, τέλος, εντολής των αστυνομικών οργάνων του Αστυνομικού Τμήματος ... λήφθηκε από τους οδηγούς των δύο οχημάτων ποσότητα αίματος και διατάχθηκε έλεγχος προς διαπίστωση υπάρξεως αιθυλικής αλκοόλης με την μέθοδο της αιμοληψίας. Με βάση την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ... έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Εργαστηρίου Προσδιορισμού Οινοπνεύματος του Τμήματος Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας στο δείγμα αίματος του οδηγού του αυτοκινήτου δεν ανιχνεύθηκε αλκοόλη, σύμφωνα με την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 2380/20.01.2012 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης την οποία διενήργησε με την μέθοδο της αιμοληψίας και υπογράφει ο Λέκτορας του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κ.
Π., η οποία, όπως και η προαναφερθείσα έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, λαμβάνεται υπόψη κατά την προκειμένη πολιτική δίκη και εκτιμάται ελευθέρως από το Δικαστήριο για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (...), στο αίμα του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας ανιχνεύθηκε ποσοστό αλκοόλης σε συγκέντρωση είκοσι ένα εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος (ήτοι 0,21 gr/lt)).
Υπό τα πραγματικά αυτά περιστατικά η ένδικη σύγκρουση και συνακόλουθα ο θανάσιμος τραυματισμός του συγγενούς των εναγόντων Β. Δ. οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ίδιου του θανόντος, ο οποίος δεν προείδε το ατύχημα διότι δεν κατέβαλε κατά την οδήγηση της μοτοσυκλέτας του την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία μπορούσε, κατ' αντικειμενική κρίση, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του και όφειλε, κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλει, όπως θα έπραττε κάθε μέσης συνέσεως οδηγός οχήματος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες με αυτόν κυκλοφοριακές και οδικές συνθήκες και περιστάσεις και την οποία, αν επεδείκνυε, θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το ατύχημα (άρθρο 330 εδ.
β' του ΑΚ). Συγκεκριμένα διότι, αντίθετα με όσα επιβάλλουν οι κανόνες της ασφαλούς οδήγησης που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 περ. α' και παρ. 8 περ. (α), 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1 έως 3, 20 παρ. 1 και 40 παρ. 1 περ. γ' του v. 2696/1999 "Περί "Κυρώσεως του ΚΟΚ" και η υπ' αριθμόν 2500/15/135-1/19.09.2011 ΚΥΑ (από την δημοσίευση της οποίας στις 19.09.2011 καταργήθηκε η υπ' αριθμόν 43500/5961/12.08.2002 ΚΥΑ), η παραβίαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, παρότι κινούνταν εντός κατοικημένης περιοχής σε οδό με μία λωρίδα κυκλοφορίας και μικρό πλάτος οδοστρώματος και εισερχόταν σε σημείο που υπήρχε στην πορεία του απότομη κλειστή δεξιόστροφη καμπύλη, η οποία περιόριζε την ορατότητά του, ήταν δε υποχρεωμένος να οδηγεί με σύνεση έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και ασκώντας τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία της μοτοσυκλέτας του, ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί εγκαίρως τους πιθανούς κινδύνους της οδού και να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του αυτές, αλλά, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στο οδόστρωμα, οδηγούσε μεταφέροντας με την μοτοσυκλέτα του δύο μεγάλες σακούλες απορριμμάτων και ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,21 gr/lt που επηρέαζε δυσμενώς τον τρόπο οδηγήσεώς της και στερούμενος κατ' αυτόν τον τρόπο τον πλήρη έλεγχο της μοτοσυκλέτας του και μάλιστα με την πιο πάνω ανεπτυγμένη για τις περιστάσεις ταχύτητα των 60 χιλιομέτρων την ώρα, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτήν και η ταχύτητα που απορροφήθηκε από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, η οποία υπερέβαινε όχι μόνο το ανώτατο στο σημείο επιτρεπόμενο όριο των πενήντα (50) χιλιομέτρων την ώρα, αλλά και το επιβαλλόμενο από τις προαναφερθείσες περιστάσεις, την οποία όχι μόνο δεν ρύθμισε εγκαίρως αλλά ούτε μείωσε αυτήν αναλόγως των επικρατουσών συνθηκών, τουλάχιστον όσο επιβαλλόταν από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων, ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί, κάθε στιγμή, τους αναγκαίους χειρισμούς και να μπορεί ακόμη να διακόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας του, αν χρειαζόταν, μπροστά από οποιοδήποτε προβλέψιμο εμπόδιο ή κίνδυνο που θα βρισκόταν στο ορατό γι' αυτόν μπροστινό σημείο της οδού.
Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, ήταν να απωλέσει πλήρως κατά την είσοδό του στην δεξιά κατά την πορεία του καμπύλη της οδού τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του, η οποία εκτράπηκε της πορείας της και παραβιάζοντας την υφιστάμενη επί του οδοστρώματος διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, την οποία απαγορευόταν να διαβεί και να κινηθεί αριστερά της, διήλθε επ' αυτής και εισήλθε στο αντίθετο προς την κατεύθυνσή του ρεύμα κυκλοφορίας δίχως να ανακτήσει σε οποιοδήποτε σημείο τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του, αφού δεν τροχοπέδησε, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε άλλη αποφευκτική ενέργεια, προκαλώντας έτσι την σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων.
Αντιθέτως, εξ όσων αναφέρθηκαν, ουδεμία αμελή ενέργεια ή παράλειψη βαρύνει τον οδηγό του αυτοκινήτου στην πρόκληση της συγκρούσεως, αφού αυτός, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, οδηγούσε φορώντας ζώνη ασφαλείας και προσέγγιζε στην αριστερή κατά την πορεία του καμπύλη της οδού, έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και ασκώντας τον έλεγχο επί του αυτοκινήτου που οδηγούσε με κανονική ευθεία πορεία και την πιο πάνω μικρή ταχύτητα των 37-40 χιλιομέτρων την ώρα, η οποία όχι μόνο ήταν χαμηλότερη από το ανώτατο στο σημείο επιτρεπόμενο όριο, αλλά και δεν υπερέβαινε εκείνο που επέβαλαν οι προαναφερθείσες περιστάσεις και όση επιμέλεια και αν κατέβαλε δεν μπορούσε να αναμείνει και να προβλέψει την οποιαδήποτε εξέλιξη της εντελώς αιφνίδιας, απρόσμενης και παράνομης κατά τα προεκτεθέντα, για κάθε μέσης συνέσεως οδηγό, ενέργειας του οδηγού της μοτοσυκλέτας να εισέλθει στο αντίθετο κατά την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας έχοντας απωλέσει πλήρως τον έλεγχό της.
Όταν δε αντελήφθη μπροστά του, σχεδόν κάθετα, την ζημιογόνα μοτοσυκλέτα μπροστά του εντελώς αιφνίδια και απρόσμενα στο ρεύμα κυκλοφορίας του, λόγω του αιφνιδιασμού του, παρότι ασκούσε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε, της ιδιαίτερα μικρής αποστάσεως που χώριζε τα δύο οχήματα, τριών έως πέντε το πολύ μέτρων, και του ελάχιστου χρόνου αντιδράσεως, περί το ένα (1) δευτερόλεπτο, δεν είχε -τοπικά και χρονικά-, την δυνατότητα άλλης αποτελεσματικής αντιδράσεως πλην του ελιγμού προς τα δεξιότερα της πορείας του τον οποίο διενήργησε ενστικτωδώς την τελευταία στιγμή οδηγώντας το αυτοκίνητο στον παρακείμενο αγρό με κίνδυνο για τον ίδιο και τους επιβαίνοντες σε αυτό, που ήταν η μόνη δυνατή και ενδεδειγμένη ενέργεια προς αποφυγή της συγκρούσεως στην οποία και οποιοσδήποτε άλλος μέσης συνέσεως οδηγός θα προέβαινε υπό τις ίδιες με αυτόν κυκλοφοριακές και οδικές συνθήκες, ενώ, αντικειμενικά, ήταν αδύνατο να εκτελέσει ελιγμό προς τα αριστερά, διότι προς τα εκεί αφενός θα συνέκλινε με την πορεία της μοτοσυκλέτας, αποκλείοντας έτσι για τον λόγο αυτό την δυνατότητα διαφυγής προς τα αριστερά, και αφετέρου διότι έτσι θα εισερχόταν και ο ίδιος παρανόμως στο αντίθετο προς την κατεύθυνσή του ρεύμα κυκλοφορίας της οδού όπου όμως εκεί υπήρχε κανονική κυκλοφορία οχημάτων που εμπόδιζε την περαιτέρω κίνησή του προς τα αριστερά και επομένως τέτοια κίνηση θα ενείχε οπωσδήποτε τον κίνδυνο μετωπικής συγκρούσεως του αυτοκινήτου που οδηγούσε με τα οχήματα αυτά.
Οι αντίθετοι προς την προαναφερθείσα κρίση του Δικαστηρίου τούτου ισχυρισμοί των εναγόντων της δεύτερης αγωγής, κατά τους οποίους ο οδηγός του αυτοκινήτου κινούνταν στην αριστερή πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας του με υπερβολική ταχύτητα τουλάχιστον 80 χιλιόμετρα την ώρα και όταν έφθασε στην αριστερή γι' αυτόν καμπύλη της οδού απώλεσε, λόγω της καμπύλης και της αυξημένης ταχύτητάς του, τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, παρέκκλινε της πορείας του προς τα αριστερά και εισήλθε περί το ένα (1) μέτρο στο αντίθετο για την κατεύθυνσή του ρεύμα κυκλοφορίας όπου κινούνταν η μοτοσυκλέτα, δεν αποδείχθηκαν από τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν, από τα οποία αντιθέτως, αξιολογούμενα και εκτιμώμενα σε συνδυασμό μεταξύ τους, αποδείχθηκε ότι ουδέποτε το αυτοκίνητο εισήλθε στο αντίθετο της πορείας του ρεύμα κυκλοφορίας.
Σε περίπτωση πάντως που συνέβαινε κάτι τέτοιο και το αυτοκίνητο είχε εισέλθει στο αντίθετο της πορείας του ρεύμα κυκλοφορίας, εύλογα προκύπτει, με βάση τις διδαχές της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, ότι δεν θα υπήρχαν στο οδόστρωμα χαραγές και ίχνη πλάγιας ολίσθησης προερχόμενα από την μοτοσυκλέτα έως το άκρο δεξιό μέρος του ρεύματος κυκλοφορίας του αυτοκινήτου και σε απόσταση 0,30 εκατοστών από αυτό και διαφορετικό θα ήταν το σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων, τα οποία θα κατέληγαν αμφότερα στο ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας ούτε η τελευταία θα είχε ανατραπεί στο αντίθετο της πορείας της ρεύμα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου για να καταλήξει συρόμενη διαγωνίως προς τα αριστερά σε απόσταση 0,30 εκατοστών από το άκρο δεξιό όριο του ρεύματος αυτού, ενώ και το σώμα του οδηγού της θα είχε εκτιναχθεί προς τα πίσω κατά την πορεία του αυτοκινήτου και θα κατέληγε στο δικό της ρεύμα κυκλοφορίας και όχι στο μέσον περίπου του ρεύματος κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, όπου ανευρέθηκαν κηλίδες αίματος, κατά τα προεκτεθέντα.
Ούτε, τέλος, αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε αναπτύξει υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και μάλιστα τουλάχιστον 80 χιλιομέτρων την ώρα, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ίδιοι ενάγοντες, δοθέντος ότι κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία της δικογραφίας. Αντιθέτως, αντικρούεται από την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου σε απόσταση 12 μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως -παρά τον αιφνιδιασμό του οδηγού του από την πιο πάνω απρόσμενη και παράνομη κίνηση του οδηγού της μοτοσυκλέτας-, γεγονός που μαρτυρεί ότι η ταχύτητά του ήταν περί τα 37-40 χιλιόμετρα την ώρα και, επομένως, σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή το αυτοκίνητο κινούνταν με την επικαλούμενη ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων την ώρα, τότε θα έπρεπε να είχε ακινητοποιηθεί διανύοντας μεγαλύτερη απόσταση, περί τα 38-40 μέτρα από το σημείο της συγκρούσεως.
Ενόψει τούτων, εφόσον δεν υφίσταται ευθύνη του ασφαλισμένου οδηγού του αυτοκινήτου στην πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως και τον εξ αυτής θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των εναγόντων της δεύτερης πιο πάνω αγωγής: α) οι αντίθετοι αρνητικοί ισχυρισμοί και αιτιάσεις των εν λόγω εναγόντων και της εναγομένης της πρώτης αγωγής ασφαλιστικής εταιρείας περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, όπως και η νόμιμη, εκ της διατάξεως του άρθρου 300 του ΑΚ, -με το ίδιο περιεχόμενο- ένσταση της τελευταίας περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου και δη κατά ποσοστό 95% στην πρόκληση της συγκρούσεως για τους πιο πάνω λόγους, η οποία παραδεκτώς προβλήθηκε από αυτήν επικουρικώς- με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και καταχώρησή της στα πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνου και επαναφέρεται νόμιμα και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τις έγγραφες προτάσεις της προς αντίκρουση της δεύτερης πιο πάνω εφέσεως, όπως και β) η δεύτερη, από 11.11.2013, αγωγή των εναγόντων Δ.
Δ., Γ. Δ. και Α. Δ., πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες. Σημειώνεται, τέλος, ότι τα ίδια πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος περιλαμβάνονται και στην υπ' αριθμόν ΕΓ 34-13/77/19Δ/27.05.2013 διάταξη του αρμοδίου Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος απέρριψε κατ' ουσίαν τις εγκλήσεις των εναγόντων της δεύτερης πιο πάνω αγωγής, που περιεχόταν στις από 20.01.2012, 20.01.2012 και 22.01.2012 προανακριτικές ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον των αρμοδίων οργάνων του Αστυνομικού Τμήματος Γλυκών Νερών, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια εις βάρος του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα, κατά του οδηγού του αυτοκινήτου Α.
Ε., και για τούτο δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος του τελευταίου οδηγού, διότι, όπως διαλαμβάνει η διάταξη αυτή, η οποία δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, "το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας και δεν προέκυψε ουδεμία πράξη ή παράλειψη του οδηγού του αυτοκινήτου αντικείμενη στους κανόνες οδικής κυκλοφορίας και ως εκ τούτου συνδεόμενη αιτιωδώς με το ατύχημα αφού αυτός έβαινε κανονικώς στην πορεία του".
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη σύγκρουση οφειλόταν και σε αμέλεια του οδηγού του αυτοκινήτου Α. Ε. και δη σε συνυπαιτιότητά του κατά ποσοστό 40%, για το λόγο ότι "είχε καταλάβει μέρος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας (περί το ένα μέτρο) κινούμενος "ιππαστί" της διπλής διαχωριστικής γραμμής, εισερχόμενος στην αριστερή ως προς αυτόν καμπύλη της οδού", έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις.
Πρέπει, επομένως, αφού απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο μοναδικός λόγος και των δύο αντεφέσεων, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη από τους ενάγοντες της δεύτερης πιο πάνω αγωγής για την απόρριψη του οικείου ισχυρισμού τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου Α. Ε. στην πρόκληση της συγκρούσεως και -επικουρικώς- για τον προσδιορισμό της συνυπαιτιότητας του τελευταίου μόνο σε ποσοστό 40%, να γίνει δεκτός και ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο αντίστοιχος πρώτος λόγος και των δύο εφέσεων, συναφής με την υπαιτιότητα και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, η οποία έτσι προσβάλλεται στο σύνολό της...".
Στη συνέχεια, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τις δύο αντεφέσεις των αναιρεσειόντων, δέχθηκε κατ' ουσίαν τις δύο εφέσεις των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων και της τρίτης αναιρεσίβλητης αντίστοιχα, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 11-11-2013 αγωγή των αναιρεσειόντων, συγγενών του Β.
Δ., θανόντος οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, και δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 24-09-2012 αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ιδιοκτήτριας του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Με τον 1ο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή δεν λήφθηκε υπόψη η νομίμως προσκομισθείσα με επίκληση από 29-11-2011 έκθεση ένορκης εξέτασης της αυτόπτου μάρτυρος Γ. Τ., περιλαμβανόμενη στην ποινική δικογραφία, το περιεχόμενο της οποίας ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι σύμφωνα με αυτή την κατάθεση ο οδηγός της μοτοσικλέτας βρισκόταν πάνω σ' αυτήν κατά τη στιγμή της σύγκρουσης και συνεπεία αυτής η μοτοσικλέτα ανατράπηκε και το σώμα του οδηγού της εκτινάχθηκε και επέπεσε πρώτα στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου και στη συνέχεια στο έδαφος.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έλαβε υπόψη, μεταξύ όλων των νομίμως προσκομισθέντων με επίκληση εγγράφων, και "τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας για το ατύχημα ποινικής διαδικασίας με καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων,...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι έλαβε υπόψη και την επικαλούμενη ένορκη κατάθεση της Γ.
Τ., την οποία συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Πέραν τούτου, ουσιώδη επιρροή για την κρίση της υπαιτιότητας ασκεί το ποιο από τα δύο εμπλακέντα οχήματα εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας και σε ποιο ρεύμα έγινε η ένδικη σύγκρουση και όχι εάν η μοτοσικλέτα ανατράπηκε πριν ή κατά τη σύγκρουση.
Περαιτέρω, με τις προεκτιθέμενες παραδοχές της, η προσβαλλόμενη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων αυτού και του ατυχήματος και επομένως δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 914 του ΑΚ, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το 2ο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του.
Ειδικότερα, το Εφετείο με λεπτομερή παράθεση εκθέτει όλα τα ευρήματα στον τόπο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, από τα οποία προκύπτει, ότι αυτό συνέβη στο ρεύμα κυκλοφορίας του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ήτοι στο αντίθετο ρεύμα από αυτό, στο οποίο κινείτο ο θανών οδηγός της μηχανής, και δη (εκθέτει) α) τα ίχνη αίματος του θανόντος, τις χαραγές, που προκάλεσε η μηχανή στη οδόστρωμα, και τα θραύσματα από τη σύγκρουση, τα οποία όλα βρέθηκαν στο ρεύμα πορείας του ΙΧΕ αυτοκινήτου, και συγκεκριμένα, τα μεν ίχνη αίματος, διαστάσεων 0,80 χ 0,80μ, περί το μέσο αυτού, όπου έπεσε το σώμα του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας, τα δε ίχνη των χαραγών ήταν διαγώνια και προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας, από τη διπλή διαχωριστική γραμμή μέχρι το σημείο της σύγκρουσης, που ήταν σε απόσταση 0,30 μ από το δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου, ενώ και τα θραύσματα εξαρτημάτων των οχημάτων ήταν διάσπαρτα εν μέρει στο δεξιό άκρο του ίδιου ρεύματος κυκλοφορίας, γύρω από το σημείο της σύγκρουσης, και εν μέρει σε παρακείμενο αγρό, καθώς και β) την τελική θέση των οχημάτων, που κατέληξαν στον παρακείμενο αγρό, δεξιά του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου, σε απόσταση 12 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης.
Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας, με βάση την οποία αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο θανών οδηγός της μοτοσικλέτας, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη 1) η μικρή ταχύτητα, 37-40 χλμ/ώρα, με την οποία οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, συναγόμενη και από την απόσταση 12 μέτρων μεταξύ του σημείου σύγκρουσης και της τελικής θέσης του ΙΧΕ αυτοκινήτου του, 2) η οδήγηση του οδηγού της μοτοσικλέτας με ταχύτητα τουλάχιστον 60 χλμ/ώρα, μεγαλύτερη από την ανώτερη επιτρεπόμενη ταχύτητα των 50 χλμ/ώρα, υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,21 gr/lt αίματος και έχοντας πάνω στη μηχανή του δύο μεγάλες σακούλες απορριμμάτων, γεμάτες αντικείμενα, 3) το σημείο απώλειας ελέγχου και εκτροπής της μηχανής προς τα αριστερά, κατά τη διέλευσή της από την κλειστή δεξιά στροφή του ρεύματος πορείας της, αφήνοντας ίχνη πλάγιας ολίσθησης λοξά και προς τα αριστερά, μήκους 0,20 μ, που ξεκινούν από το ρεύμα πορείας της και δεύτερα ίχνη πλάγιας ολίσθησης, που ακολουθούν τα προηγούμενα και συνεχίζουν διαγωνίως αριστερά προς τη διπλή διαχωριστική γραμμή σε μήκος ακόμη 3,70 μ ακόμη, καθώς και η έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης, 4) ο αιφνιδιασμός του οδηγού του αυτοκινήτου, ο οποίος διερχόταν από την ίδια στροφή, αριστερή προς την πορεία του, όταν αντιλήφθηκε την πορεία της μοτοσικλέτας εντός του ρεύματος πορείας του και σε απόσταση 3 έως 5 το πολύ μέτρων, με αποτέλεσμα να ενεργήσει το μόνο ενδεδειγμένο ελιγμό προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, καθόσον τυχόν αριστερός ελιγμός, αφενός μεν θα κατέληγε σε σύγκλιση με την πορεία της μοτοσυκλέτας, αφετέρου δε θα τον οδηγούσε στο αντίθετο προς αυτόν ρεύμα πορείας και σε κίνδυνο μετωπικής σύγκρουσης του οχήματός του με τα οχήματα, που διέρχονταν κανονικά από εκείνο (αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας), 5) τα βλαβέντα σημεία των δύο οχημάτων και δη για μεν το αυτοκίνητο το εμπρόσθιο μέρος (προφυλακτήρας, μάσκα), εμπρόσθιο παρμπρίζ και αερόσακοι, για δε τη μοτοσικλέτα το εμπρόσθιο μέρος και η δεξιά πλευρά της, 6) ο, ενόψει όλων των προεκτεθέντων, αποκλεισμός της περίπτωσης να έχει συμβεί το ατύχημα στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας, καθόσον τότε δεν θα υπήρχαν όλα τα ανωτέρω ευρήματα στο αντίθετο από το ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας, ενώ το σώμα του οδηγού της μοτοσικλέτας θα είχε ανατραπεί προς τα πίσω κατά την πορεία του αυτοκινήτου και θα κατέληγε στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας και όχι στο μέσον περίπου του ρεύματος κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, όπου ανευρέθησαν οι κηλίδες αίματος.
Οι παραδοχές αυτές καθιστούν την προσβαλλόμενη πλήρως αιτιολογημένη και οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί ελλιπούς αιτιολογίας είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Δεν συντρέχει δε ούτε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παράθεσης αντιφατικής αιτιολογίας, επειδή, όπως αυτοί διατείνονται, το Εφετείο, παρότι δέχεται:
α') ότι η μοτοσικλέτα εισήλθε πλαγιολισθαίνοντας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αντιφάσκει με την έτερη παραδοχή της, ότι τα ίχνη της πλαγιολίσθησης αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, σύμφωνα όμως με το οποίο τα ίχνη πλαγιολίσθησης βρίσκονταν εξ ολοκλήρου μέσα στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας, β') ότι η μοτοσικλέτα ανατράπηκε εντός του αντίθετου σε σχέση με το ρεύμα πορείας της και ότι ανατραπείσα σύρθηκε στο οδόστρωμα του ρεύματος αυτού, αφήνοντας χαραγές επί του οδοστρώματος, αντιφατικά συμπληρώνει, ότι οι χαραγές ξεκινούν από το ύψος της διπλής διαχωριστικής γραμμής, γ') ότι οι αποτυπωθείσες στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας χαραγές στο οδόστρωμα είναι εν μέρει παράλληλες με τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης, διαγώνια και αριστερά αυτών σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας και ανήκουν στη μοτοσικλέτα, αντιφάσκει με την παραδοχή, ότι η μοτοσικλέτα φέρει ζημίες μόνο στο εμπρόσθιο μέρος και στη δεξιά πλευρά της και δ') ότι η μοτοσικλέτα συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο, αφού προηγουμένως είχε ανατραπεί και συρθεί στο οδόστρωμα και χωρίς να βρίσκεται επ' αυτής ο οδηγός της, αντιφάσκει με την παραδοχή, ότι οι ζημίες στο εμπρόσθιο παρμπρίζ του αυτοκινήτου προκλήθηκαν από την ένδικη σύγκρουση.
Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες αντιφάσεις, δεν συνιστούν τέτοιες, αλλά αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο (πόρισμα) είναι διαφορετικό από εκείνο, που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Επιπρόσθετα, οι ίδιες αιτιάσεις, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστούν αντιφάσεις και ως εκ τούτου είναι και αβάσιμες, καθόσον, ως προς την α' αιτίαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ότι η μοτοσικλέτα εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πλαγιολισθαίνοντας και αμέσως μετά ανατράπηκε, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και όχι μόνο το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, ως προς τη β' αιτίαση, από τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ευχερώς συνάγεται, ότι αποτυπώθηκαν χαραγές από την ανατραπείσα και συρθείσα μηχανή μόνο στο ρεύμα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, ως προς τη γ' αιτίαση, στην προσβαλλόμενη εκτίθενται μόνο τα βλαβέντα μέρη των οχημάτων από τη σύγκρουση και όχι και οι ζημίες της μοτοσικλέτας από το σύρσιμό της στο οδόστρωμα ενώ, ως προς τη δ' αιτίαση, ουδόλως εκτίθεται στην προσβαλλόμενη, ότι η ζημία στο εμπρόσθιο παρμπρίζ του αυτοκινήτου προκλήθηκε από την επαφή σ' αυτό της μοτοσικλέτας ή του σώματος του οδηγού της.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο 2ος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον 2ο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, υποστηρίζουν, ότι οι ανωτέρω επικαλούμενες αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αντίκεινται στα διδάγματα της κοινής πείρας. Οι αιτιάσεις αυτές για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ανάγονται στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και πρέπει ο 2ος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στην ξεχωριστή δικαστική δαπάνη των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και της τρίτης, αφού αυτοί είχαν διαφορετική νομική εκπροσώπηση (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ - ΑΠ 1022/2013, ΑΠ 609/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04-12-2019 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 1184/13-12-2019) για αναίρεση της 366/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους και σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για την τρίτη από αυτούς. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ