Legislator Case Law & Legislation
1206/2019 AI generated

Supreme Court dismisses bank and state appeals as inadmissible, ruling on standing and procedural requirements.

Case Number 1206/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by a bank and the Greek State as inadmissible regarding specific defendants while rejecting the appeals on the merits against others. The appellants argued for the annulment of a lower court decision, but the Court found the bank lacked standing for certain parties and the State failed to meet procedural thresholds. Consequently, the Court ordered the appellants to bear the legal costs of the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 242 and 243 of the Code of Civil Procedure; The Court of Appeal's decision is subject to appeal only if the appellant has a direct legal interest in the outcome, and appeals lacking this standing or failing to comply with procedural prerequisites are inadmissible.

Keywords

AI generated
standing for appeal inadmissible appeal legal interest requirement procedural prerequisites costs allocation annulment of judgment civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 242 of the Code of Civil Procedure
Article 243 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1206 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1206/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Γ. Σ. του Λ., συζύγου Α. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 3) Α. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργούση και κατέθεσε προτάσεις, 4) Δ. Φ. του Χ., κατοίκου ..., 5) Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 6) Γ.

Τ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Γ. Δ. του Ν., 8) Γ. - Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 9) Ι. - Λ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεράσιμο Απέργη και Νικόλαο Ντέσκα και κατέθεσε προτάσεις, 10) Π. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Τσουρούλη και κατέθεσε προτάσεις, 11) Β.

Σ. του Γ., κατοίκου ..., 12) Λ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 13) Ε. συζύγου Π. Γ., το γένος Κ. Η., κατοίκου ..., 14) Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., 15) Χ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Σπυρίδωνα Λάλα και Ευανθία Κατσίγιαννη και κατέθεσαν προτάσεις, 16) Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...

ΑΕ"), που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεράσιμο Απέργη και Νικόλαο Ντέσκα και κατέθεσε προτάσεις, 17) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Λάλα και Ευανθία Κατσίγιαννη και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στέργιο Σπυρόπουλο και Ζωγραφιά Ευαγγελίδου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Γ. Σ. του Λ., συζύγου Α. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 3) Α. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργούση και κατέθεσε προτάσεις, 4) Δ. Φ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5) Γ.

Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μιχαλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 6) Γ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Γ. Δ. του Ν., 8) Γ. - Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 9) Ι. - Λ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεράσιμο Απέργη και Νικόλαο Ντέσκα και κατέθεσε προτάσεις, 10) Π.

Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Τσουρούλη και κατέθεσε προτάσεις, 11) Β. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 12) Λ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Τατάκη και κατέθεσε προτάσεις, 13) Ε.

συζύγου Π. Γ., το γένος Κ. Η., κατοίκου ..., 14) Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., 15) Χ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Σπυρίδωνα Λάλα και Ευανθία Κατσίγιαννη και κατέθεσαν προτάσεις, 16) Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "... ΑΕ"), που εδρεύει στην ….

και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεράσιμο Απέργη και Νικόλαο Ντέσκα και κατέθεσε προτάσεις, 17) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Λάλα και Ευανθία Κατσίγιαννη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2005 αγωγή και την από 24/10/2005 προσεπίκληση-ανακοίνωση της υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας και την από 8/6/2012 αγωγή του υπό στοιχείο 9 των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4911/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1038/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχείο Α αναιρεσείον με την από 13/6/2016 αίτησή του και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 10/6/2016 αίτησή της και τους από 30/6/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων υπό στοιχείο Α αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της από 13/6/2016 αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας την παραδοχή της από 10/6/2016 αιτήσεως και των από 30/6/2017 πρόσθετων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτων την απορριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις α) από 10-6-2016 και τον από 30-6-2017 πρόσθετο λόγο της αυτής, της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... A.E." και β) από 13-6-2016 του Ελληνικού Δημοσίου, ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 1038/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επομένως οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος της πρώτης αυτών, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων και να ερευνηθούν περαιτέρω (ΚΠολΔ 246 και 573).

Α. Επί του από 30-6-2017 προσθέτου λόγου αναιρέσεως, της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... A.E.".- Κατά την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 3 του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αντίγραφο αυτού του δικογράφου κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή.

Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως χρόνος συζητήσεως της αναιρέσεως, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη δικάσιμος, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι η τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από, για οποιονδήποτε λόγο, ματαίωση ή αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως κατ' άρθρο 575 ΚΠολΔ και επομένως η άσκηση των προσθέτων λόγων μετά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο συνεπάγεται το απαράδεκτο των προσθέτων λόγων (ΟλΑΠ 654/1984, ΑΠ 1132/2017, ΑΠ 939/2011, ΑΠ 890/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, η από 10-6-2016 αίτηση της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1038/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προσδιορίσθηκε αρμοδίως να συζητηθεί αρχικώς στη δικάσιμο της 22-5-2017 και μετ' αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 6-11-2017.

Η αναιρεσείουσα, με το από 30-6-2017 αυτοτελές δικόγραφο, που κατέθεσε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού στις 4-7-2017, άσκησε πρόσθετο λόγο αναιρέσεως. Επομένως ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού δεν ασκήθηκε εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών, πριν από την πρώτη χρονολογικώς προσδιορισμένη δικάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως (22-5-2017), αλλά μεταγενέστερα και, συγκεκριμένα, στις 4-7-2017 και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέος και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).- Β.

Επί της από 10-6-2016 αιτήσεως αναιρέσεως της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... A.E.".- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανισθεί ή δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή μετά ή διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως.

Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο, που εμφανίστηκε και δεν εμφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ. β' του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν απαιτείται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά την αναβληθείσα δικάσιμο διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.

Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, που λαμβάνει χώρα με θυροκόλληση του υπό επίδοση εγγράφου, λόγω απουσίας από την κατοικία του παραλήπτη και των αναφερομένων στην παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου προσώπων, απαιτείται, επίσης α) το αργότερο, εντός της επομένης από τη θυροκόλληση εργάσιμης ημέρας, επίδοση αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου - "στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος της περιφέρειας της κατοικίας του παραλήπτη" και σε περίπτωση απουσίας αυτού, η οποία όμως πρέπει να βεβαιώνεται στη σχετική έκθεση επίδοσης, στον αξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος και β) το αργότερο, εντός της επόμενης ημέρας από την παράδοση, να ταχυδρομηθεί στη διεύθυνση της κατοικίας εκείνου, προς τον οποίο απευθύνεται, έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία πρέπει να αναφέρεται το είδος του εγγράφου που επιδόθηκε, η διεύθυνση της κατοικίας όπου έγινε η θυροκόλλησή του, η ημερομηνία της θυροκόλλησης, η αρχή στην οποία παραδόθηκε το αντίγραφο, καθώς και η ημερομηνία της παράδοσης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 135 ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 ΚΠολΔ και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην …. και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην …., ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα, στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε.

Κατά δε το άρθρο 134 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.

Επομένως, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως για συζήτηση, για αγνώστου διαμονής αναιρεσίβλητο, γίνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1873/2017, ΑΠ 1815/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την επισπεύδουσα την προκειμένη συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρεσείουσα "...

ΑΕ", εκθέσεις επιδόσεως: 1) υπ' αριθμ. ...23/21-12-2016, της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Κ. Χ., 2) υπ' αριθμ. …51/21-12-2016, του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Π. Α., 3) υπ' αριθμ. ….05/21-12-2016, του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Γ. Τ., στην οποίαν επισυνάπτονται η από 22-12-2016 απόδειξη παραδόσεως αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου στα ...

και η από 21-12-2016 όμοια απόδειξη στο Αστυνομικό Τμήμα ..., 4) υπ' αριθμ. ….06/21-12-2016, του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Γ. Τ., στην οποίαν επισυνάπτονται η από 22-12-2016 απόδειξη παραδόσεως αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου στα ... και η από 21-12-2016 όμοια απόδειξη στο Αστυνομικό Τμήμα ..., 5) υπ' αριθμ. ….84/21-12-2016 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Χ.

Α. Σ., περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στα υπ' αριθμ. …..36/18-1-2017 και ….690/18-1-2017 φύλλα των εκδιδομένων στην …. ημερησίων εφημερίδων αντιστοίχως "..." και "...", 6) υπ' αριθμ. ….84/21-12-2016 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Λ. Δ. Γ., στην οποίαν επισυνάπτονται η από 22-12-2016 απόδειξη παραδόσεως αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου στα ...

και η από 21-12-2016 όμοια απόδειξη στο Αστυνομικό Τμήμα ... και 7) υπ' αριθμ. ….05/21-12-2016 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Γ. Τ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 22-5-2017, κατά την οποία η συζήτηση ανεβλήθη για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, από την επισπεύδουσα την συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρεσείουσα, με δοθείσα προς τούτο παραγγελία από τον πληρεξούσιο αυτής δικηγόρο, αντιστοίχως, σε καθένα από τους αναιρεσιβλήτους: 1) Σ.

Σ. του Ε., 2) Γ. Σ. του Λ., 3) Δ. Φ. του Χ., 4) Γ. Τ. του Ι., 5) Γ. Δ. του Ν., ως όντα αγνώστου διαμονής, 6) Γ. - Δ. Κ. του Ν. και 7) Β. Σ. του Γ.. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1β, 577, 309 εδ.1, 321, 495 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ. 2 ΚΠολΔ εξηκονθήμερη προθεσμία, προκειμένου περί αγνώστου διαμονής ερημοδικασθέντα διάδικο, από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.2 ΚΠολΔ.

Κι' αυτό, γιατί η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως ενεργοποιεί αυτόματα την δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (αρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 557 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.

β περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Το έννομο συμφέρον, εξ άλλου, του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της αποφάσεως, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και την βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001).

Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 4 και 558 εδαφ. β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, κατά την οποία η θέση κάθε διαδίκου είναι ανεξάρτητη έναντι των υπολοίπων, η οριστική απόφαση, που εκδίδεται για κάποιον από τους διαδίκους, περατώνει τη δίκη ως προς αυτόν και καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς, με συνέπεια να μπορεί να προσβληθεί κατά το μέρος τούτο με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως (ΑΠ 896/2002), ενώ αν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους απλούς ομοδίκους δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο, η κατ' αυτού ασκηθείσα αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία είτε με την προσκομιδή αποδεικτικών επιδόσεως είτε με την παραίτηση από την ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 645/2002).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, επί απλής παθητικής ομοδικίας, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων απ' αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτής (ΑΠ 1475/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθησαν οι εξής αιτήσεις παροχής εννόμου προστασίας: Α) η από 24-10-2005 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 9553/2005) αγωγή αποζημιώσεως κυρίως από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 71, 297, 298, 299, 330, 340, 341, 345, 246, 914, 919, 922, 926, 932 και 933 ΑΚ, άλλως κατά τις διατάξεις των άρθρων 652, 714 επ ΑΚ και 22α κ.ν.2190/1920, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία στην συνέχεια απορροφήθηκε δια συγχωνεύσεως από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", ήδη αναιρεσείουσα, στρεφομένη κατά των: 1) Σ.

Σ. του Ε., 2) Γ. Σ. του Λ., 3) Α. Χ. του Γ., 4) Δ. Φ. του Χ., 5) Γ. Κ. του Δ., 6) Γ. Τ. του Ι., 7) Γ. Δ. του Ν., 8) Γ. - Δ. Κ. του Ν., 9) Ί. - Λ. Κ. του Μ., 10) Π. Μ. του Β., 11) Β. Σ. του Γ., 12) Λ. Ζ. του Α., 13) Ε. Γ. του Κ., 14) Ι. Α. του Γ., 15) Χ. Ν. του Γ., 16) της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "...", πρώην "... Α.Ε." και, 17) της εδρεύουσας στην ….ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", Β) η από 06-09-2010 (υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 9167/2010) προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης, που άσκησε η ανωτέρω ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", ως δι' απορροφήσεως συγχωνεύσασα την αρχικώς ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." και με την οποία, επικαλούμενη το περιεχόμενο της ως άνω αγωγής, ανακοίνωσε την δίκη στο Ελληνικό Δημόσιο και προσεπικάλεσε αυτό να παρέμβει προσθέτως υπέρ της προς υποστήριξή της, ως έχον αναλάβει, δυνάμει σχετικής μεταξύ τους συμβάσεως, την υποχρέωση να καλύψει ισομερώς την επίδικη ζημία της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και Γ) η από 08-06-2012 (υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 3810/2012) αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914 επ., 932 ΑΚ 363 ΠΚ, που άσκησε ο Ί. - Λ. Κ. του Μ., στρεφομένη κατά της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της αρχικώς εναγούσης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...".

Επί των αιτήσεων αυτών παροχής εννόμου προστασίας, το ανωτέρω δικαστήριο, αφού τις συνεκδίκασε, εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του εβδόμου των εναγομένων, στην πρώτη αυτών (από 24-10-2005 αγωγή), Γ. Δ. του Ν. και του προσεπικληθέντος Ελληνικού Δημοσίου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων την υπ' αριθμ. 4911/2013 οριστική απόφασή του, με την οποίαν:

Ι) απέρριψε την ανωτέρω από 24-10-2005 αγωγή, ως προς τους εναγομένους, τρίτο (Α. Χ. του Γ.), πέμπτο (Γ. Κ. του Δ.), ενδέκατο (Β. Σ. του Γ.) και δωδέκατο (Λ. Ζ. του Α.), ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς τον έκτο (Γ. Τ. του Ι.) εν μέρει ως νόμω αβάσιμη και εν μέρει ως αόριστη, ως προς την δεκάτη εβδόμη εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", ως εν μέρει αόριστη.

ΙΙ) δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την ως άνω από 24-10-2005 αγωγή, ως προς τους εναγομένους: πρώτο (Σ. Σ. του Ε.), δεύτερη (Γ. Σ. του Λ.), τέταρτο (Δ. Φ. του Χ.), έβδομο (Γ. Δ. του Ν.), όγδοο (Γ. - Δ. Κ. του Ν.), ένατο (Ί. - Λ. Κ. του Μ.), δεκάτη (Π. Μ. του Β.), δεκάτη τρίτη (Ε. Γ. του Κ.), δέκατο τέταρτο (Ι. Α. του Γ.), δέκατο πέμπτο (Χ. Ν. του Γ.), δεκάτη έκτη (εδρεύουσα στην …ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "...", πρώην "... Α.Ε.") και δεκάτη εβδόμη (εδρεύουσα στην … ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..."), αφ' ενός μεν αναγνωρίζοντας την υποχρέωσή τους να καταβάλουν στην ενάγουσα τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά, αφ' ετέρου δε υποχρεώνοντας αυτούς να καταβάλουν στην αντίδικό τους αυτή και με προσωπική τους κράτηση, τα επίσης αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά, γι' αποζημίωσή της (ενάγουσας) και για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που της προξένησαν με τις επίδικες άδικες και υπαίτιες πράξεις τους.

ΙΙΙ) δέχθηκε, ως νόμιμη κατά το άρθρο 88 ΚΠολΔ, την από 6-09-2010 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 9167/2010) ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση, που άσκησε η ανωτέρω ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", με την οποία, επικαλούμενη το περιεχόμενο της ως άνω αγωγής, ανακοίνωσε την δίκη στο Ελληνικό Δημόσιο και προσεπικάλεσε αυτό να παρέμβει υπέρ της στην επί της άνω αγωγής της δίκη, στην οποίαν (δίκη), όμως, το προσεπικληθέν Ελληνικό Δημόσιο απλώς παρέστη χωρίς να ασκήσει πρόσθεση παρέμβαση. Και

ΙV) απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 08-06-2012 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 3810/2012) αγωγή αποζημιώσεως, που άσκησε ο Ί. - Λ. Κ. του Μ., κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", υπό την ιδιότητα της τελευταίας ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της αρχικώς εναγούσης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...".

Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως οι ανωτέρω διάδικοι άσκησαν, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, τις εξής εφέσεις: 1) η ενάγουσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." την από 27/2/2014 (υπ' αρ. εκθ. κατ. 346/28-2-2014), την οποίαν απηύθυνε καθ' όλων των πρωτοδίκως αντιδίκων της, 2) οι εναγόμενοι α) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε", β) Ε. Γ., γ) Ι. Α. και δ) Χ. Ν., την από 28/2/2014 (υπ' αριθμ. καταθ. 1389/28-2-2014) και τους από 5/12/2014 (υπ' αριθμ. καταθ. ΒΑΒ 587/14) και 25/8/2015 (υπ' αριθμ. καταθ. ΒΑΒ 385/15) προσθέτους λόγους αυτής, 3) η εναγομένη Γ. Σ. την από 24/2/2014 (υπ' αρ. εκθ. κατ.1275/26.2.2014), 4) ο εναγόμενος Σ. Σ. την από 25/2/2014 (υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 1304/27-2-2014), 5) οι εναγόμενοι, α) Ι.

Κ. και β) ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "..." (πρώην ... Α.Ε.), την από 21/2/2014 (υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 1224/25-2-2014), 6) η εναγομένη Π. Μ. την από 21/2/2014 (υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 1213/25-2-14), 7) ο εναγόμενος Δ. Φ. την από 26/2/2014 (υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 1366/28-2-2014) και 8) ο εναγόμενος Γ.-Δ. Κ. την από 26/2/14 (υπ' αριθμ.κατ.1305/27-2-2014). Τις εφέσεις τους αυτές πάντες οι ανωτέρω εκκαλούντες - εναγόμενοι απηύθυναν κατά της πρωτοδίκως αντιδίκου τους "...

Α.Ε.". Στα πλαίσια δε της δίκης που ανοίχθηκε με την ανωτέρω έφεση της "... Α.Ε.", το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 23-4-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. ΒΑΒ 390/23-6-2014) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ως άνω εκκαλούσας, ζητώντας να αποβεί υπέρ αυτής η ασκηθείσα υπ' αυτής έφεση. Το Εφετείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω εφέσεις και την πρόσθετη παρέμβαση, εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του, εκ των εφεσιβλήτων της εφέσεως της "...", Γ.

Δ. του Ν. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, την υπ' αριθμ. 1038/2016 αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, με την οποίαν: α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των Γ. Σ., Σ. Σ., Γ. Δ. Κ. και Ί. - Λ. Κ., του τελευταίου καθ' ο μέρος αφορούσε την απόρριψη της από 8-6-2012 αγωγής του, β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις των: 1) Ί. - Λ.

Κ. και ανώνυμης εταιρείας "..." (πρώην ... Α.Ε.), καθ' ο μέρος αφορούσε την από 24-10-2005 αγωγή της "..." και 2) Π. Μ., αφού δε κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την από 24-10-2005 αγωγή της "...", απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή αυτή, γ) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις από 27-2-2014 και 28-2-2014 εφέσεις αντιστοίχως της "..." και των "...

Α.Ε", Ε. Γ. του Κ., Ι. Α. του Γ. και Χ. Ν. του Γ. και την πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τους διαδίκους αυτούς και επί πλέον ως προς τους εναγομένους Α. Χ., Γ. Κ., Γ. Τ. και Λ. Ζ. και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την από 24-10-2005 αγωγή της "..." κατά των αμέσως προαναφερομένων εναγομένων και δέχθηκε την αγωγή αυτή, ως προς τους εκ των εναγομένων Σ.

Σ., Γ. Σ., Δ. Φ., Γ. Δ. και Γ. - Δ. Κ., αφ' ενός μεν υποχρεώνοντας αυτούς να καταβάλουν, νομιμοτόκως, στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 11.451.868 ευρώ και με προσωπική τους κράτηση και αφ' ετέρου αναγνωρίζοντας την υποχρέωσή τους να καταβάλουν, νομιμοτόκως, στην αντίδικό τους αυτή το ποσό των 22.303.736 ευρώ. Κατ' αυτής της αποφάσεως η μεν ενάγουσα και εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε." άσκησε την κρινομένη από 10-6-2016 αίτησή της και τον από 30-6-2017 πρόσθετο λόγο αυτής, που απηύθυνε καθ' όλων των ως άνω εναγομένων και εφεσιβλήτων, με την οποία ζητεί την αναίρεσή της. Το δε προσθέτως παρεμβάν υπέρ της άνω εναγούσης "..." στην δίκη στο Εφετείο, Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την κρινομένη από 13-6-2016 αίτησή του, περί της οποίας κατωτέρω θέλει εκτεθεί.- Υπό τα προαναφερόμενα και δεδομένου, ότι η κρινομένη αίτηση της κυρίως εναγούσης "..." καθ' ο μέρος απευθύνεται κατά των εκ των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Α.

Χ. του Γ., Γ. Κ. του Δ. και Γ. Τ. του Ι., όντων απλών ομοδίκων μεταξύ τους και μετά των λοιπών συνεναγομένων τους και αναιρεσιβλήτων, δεν διαλαμβάνει, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, πλημμέλειες που να τους αφορούν και να συνεπάγονται την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς αυτούς, είναι, κατά τις σχετικώς προαναφερθείσες διατάξεις, απαράδεκτη και απορριπτέα.

Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά τον εκ των αναιρεσιβλήτων, ως άνω, απολειπόμενο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Γ. Δ. του Ν., ο οποίος, με βάση τα προεκτεθέντα, συνδέεται με τους λοιπούς αυτών (αναιρεσιβλήτων) με απλή ομοδικία και δικάσθηκε στο Εφετείο ερήμην, ως ων αγνώστου διαμονής, δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και ως εκ τούτου, ή κατ' άλλο νόμιμο τρόπο, επελθούσα, τελεσιδικία αυτής ως προς τον διάδικο αυτόν.

Επομένως, η κρινομένη αίτηση και ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν είναι, επίσης κατά τις προαναφερθείσες σχετικές διατάξεις, απαράδεκτη. Ως προς τους λοιπούς των αναιρεσιβλήτων, η αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), εφ' όσον η αναιρεσείουσα, κατά τα προαναφερόμενα, επέσπευσε τη συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 22-5-2017, για την οποία είχε κλητεύσει νομίμως τους ανωτέρω απολειπομένους αναιρεσιβλήτους και η μετ' αναβολή εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ισχύει ως κλήτευσή τους για τη παρούσα δικάσιμο, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), σημειουμένου ενταύθα, ότι (η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως) έχει κοινοποιηθεί, συμφώνως προς τα άρθρα 74, 80 και 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο προσθέτως υπέρ της αναιρεσειούσης παρεμβάν στην δίκη στο Εφετείο Ελληνικό Δημόσιο (βλ.

υπ' αριθμ. ...51/21-12-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Κ. Χ.), ενώ η από 30-5-2017 βεβαίωση του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου περί αναβολής της συζητήσεώς της (κρινομένης αναιρέσεως) από την ως άνω αρχική δικάσιμο για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης, έχει επιδοθεί σ' αυτό (Ελληνικό Δημόσιο, βλ.

υπ' αριθμ. 4875/11-7-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Χ. Α. Σ.). Κατά το άρθρο 517 ΚΠολΔ, ή έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήσαν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων τους, επί δε αναγκαστικής ομοδικίας πρέπει να απευθύνεται καθ' όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Αντιθέτως, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η έφεση δεν είναι απαραίτητο να απευθύνεται καθ' όλων των ομοδίκων του αντιδίκου του εκκαλούντος, αλλά μόνον κατ' εκείνων, ως προς τους οποίους ο εκκαλών θέλει να εξαφανισθεί η απόφαση. Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, που επιβάλλει, επί ποινή απαραδέκτου, η έφεση να απευθύνεται καθ' όλων των αναγκαίων ομοδίκων του αντιδίκου του εκκαλούντος δημιουργείται, κατά το άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β ΚΠολΔ, και στην περίπτωση, που η ισχύς της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους. Στην περίπτωση αυτή, κατά το άρθρο 86 εδ. α' ΚΠολΔ, ο ενάγων - αναγκαίος ομόδικος μπορεί να προσεπικαλέσει, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, με δικόγραφο, που κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο και έχει τα αποτελέσματα, που έχει και η άσκηση της αγωγής (άρθρο 89 του ίδιου Κώδικα), τον αναγκαίο ομόδικό του, που δεν θέλει να συμπράξει μαζί του.

Ο προσεπικληθείς αναγκαίος ομόδικος, στην περίπτωση αυτή, που εμμέσως, πλην σαφώς, εξαναγκάζεται σε παρέμβαση με την επίδοση της προσεπικλήσεως, καθίσταται αναγκαίος ομόδικος του προσεπικαλούντος και, συνεπώς, αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν ακόμα δεν ασκήσει παρέμβαση, ενώ δεσμεύεται από το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 20/1995).

Συνεπώς, για το παραδεκτό της εφέσεως, που ασκεί ο εναγόμενος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως επί της αγωγής του αντιδίκου του (ενάγοντος), πρέπει να απευθύνεται και κατά του προσεπικληθέντος από τον εναγόμενο αναγκαίου, κατά την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, ομοδίκου του τελευταίου (ενάγοντος).

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται δια του λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008).

Δια του ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικού λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 2081/2018).

Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο να επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από τον αναιρεσείοντα και όχι από τον αναιρεσίβλητο, ή να επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν από τον αναιρεσείοντα και τέλος να άφησε αίτηση αδίκαστη του αναιρεσείοντος (ΑΠ 795/2004).

Στην κρινόμενη υπόθεση, αναφορικά με τον εν προκειμένω εξεταζόμενο πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 6-9-2010 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 9167/2010) προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση - ανακοίνωση δίκης, που άσκησε με ίδιο δικόγραφο ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κοινοποίησε στους εναγομένους, με την ως άνω αγωγή της αρχικώς εναγούσης τραπεζικής εταιρείας "...", η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ..., ως οιονεί καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της αρχικής αυτής ενάγουσας, επικαλουμένη το περιεχόμενο της αγωγής αυτής και ισχυριζομένη ότι έχει άμεσο προς τούτο έννομο συμφέρον, ανεκοίνωσε την δίκη στο Ελληνικό Δημόσιο και προσεπικάλεσε αυτό να παρέμβει υπέρ της στην δίκη που ανοίχθηκε με την προαναφερομένη αγωγή της, προς υποστήριξη της, ισχυριζομένη ότι με την από 18-12-2001 σύμβαση, μεταξύ αυτής και του προσεπικαλουμένου Ελληνικού Δημοσίου, απέκτησε εκατό εκατομμύρια κοινές ονομαστικές μετοχές του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με την επωνυμία ...

Α.Ε. ...), ότι ολίγον μετά την απόκτηση των μετοχών αυτών, απεκαλύφθησαν σημαντικές ατασθαλίες στην ως άνω αρχική ενάγουσα, που ανήκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και ενεργούσε στο πλαίσιο του ν. 1982/1990 εκκαθαρίσεις προβληματικών εταιριών. Ότι, ένεκα του τελευταίου αυτού γεγονότος, η ως άνω αρχική σύμβαση τροποποιήθηκε με την από 20-3-2002 πρώτη τροποποιητική πράξη και συγκεκριμένα το μέρος Γ αυτής (άρθρο 12) και συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής (ενάγουσας προσεπικαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας), ότι η ζημία της αρχικής ενάγουσας ...

επιβαρύνει ισομερώς το προσεπικαλούμενο Ελληνικό Δημόσιο και την ίδια (...), καθώς και ότι τα καταβαλλόμενα ποσά προς αποζημίωση της ... θα κατανεμηθούν επίσης ισομερώς στο Ελληνικό Δημόσιο και σ' αυτήν (...). Ότι, με το άρθρο 12 (όρος 6.3.) της ανωτέρω πρώτης τροποποιητικής πράξης, συμφωνήθηκαν μεταξύ του προσεπικαλουμένου Ελληνικού Δημοσίου, ως Πωλητή, και της προσεπικαλούσας ..., ως Αγοράστριας Εταιρείας, ειδικώς, τα εξής: "Σε σχέση με την αποκαλυφθείσα υπόθεση οικονομικών ατασθαλιών στην εταιρεία ...

και τις συναφείς με αυτή ποινικές και διοικητικές διαδικασίες, ο Πωλητής δηλώνει ότι η ζημία της ... από την άνω αιτία ανέρχεται καταρχήν στο ποσό των 33.455.612 Ευρώ και δηλώνει επίσης την υποχρέωση να εξοφλήσει απαιτήσεις τρίτων ... μέχρι του 50% της ως άνω ζημίας, ήτοι μέχρι ποσού 16.727.806 Ευρώ. Προς τον σκοπό αυτό, ο Πωλητής θα αφήσει εις χείρας του Αγοραστή ποσό 16.727.806 € εκ της καταβληθείσης πρώτης δόσεως του τιμήματος ...

Προς αποφυγή κάθε αμφιβολίας, το ποσό της τελικής ζημίας ... θα επιβαρύνει ισομερώς τον Πωλητή και την Εταιρεία, εντός του ανωτέρω ορίου των 33.455.612 Ευρώ, με ανάλογη εκκαθάριση του λογαριασμού μεσεγγύησης ... Ο Αγοραστής θα μεριμνήσει ώστε η ... να επιδιώξει με κάθε νόμιμο δικαστικό ή εξώδικο μέσο, την ανάκτηση των χρηματικών ποσών κατά τα οποία ζημιώθηκε από τα φυσικό και νομικά πρόσωπα που ενέχονται στην παραπάνω υπόθεση οικονομικών ατασθαλιών.

Σε περίπτωση που τρίτοι υποχρεωθούν, λόγω άμεσης ή έμμεσης συμμετοχής ή πάσης φύσεως σύμπραξης στην ως άνω υπόθεση, να καταβάλουν χρήματα στην ..., τα καταβαλλόμενα ποσό μέχρι το ύψος της αρχικής ζημίας (33.455.612 Ευρώ) θα κατανέμονται κατ' ισομοιρία μεταξύ Πωλητή (Δηλαδή Ελληνικού Δημοσίου) και Εταιρείας προς κάλυψή τους λόγω ανάληψης ευθύνης εξόφλησης απαιτήσεων ζημιωθέντων".

Ότι, στο πλαίσιο της ανωτέρω εσωτερικής συμφωνίας της με το Ελληνικό Δημόσιο, από τον υπ' αριθμ. ...12-771 λογαριασμό μεσεγγύησης, που δημιουργήθηκε με κοινά διαθέσιμα (του Ελληνικού Δημοσίου και δικά μας) έχει καταβληθεί στους δικαιούχους το υπεξαιρεθέν ποσό κατά το ήμισυ από την ίδια (αναιρεσείουσα) και κατά το ήμισυ από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο κατά τον τρόπο αυτόν έχει καλύψει ισομερώς την ζημία της αρχικής ενάγουσας "..." και επομένως δικαιούται να λάβει ισομερώς την επιδικασθησομένη αποζημίωση.

Ότι κατά τον τρόπο αυτόν ανέλαβε έναντι του προσεπικαλουμένου Ελληνικού Δημοσίου, την υποχρέωση να διεξαγάγει την δίκη και να του αποδώσει το ήμισυ των ποσών που θα της επιδικασθούν. Ότι, επομένως, το προσεπικαλούμενο τυγχάνει αναγκαίος, κατά το άρθρο 76 παρ. 1 περ. β του ΚΠολΔ, ομόδικός της δικαιούμενο σε πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών), με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 4911/2013 οριστική απόφασή του, έκρινε ότι η ανωτέρω προσεπίκληση είναι νόμιμη, ως τοιαύτη του δικονομικού εγγυητή, κατά το άρθρο 88 του ΚΠολΔ, και, όπως προαναφέρεται, αφού την συνεκδίκασε με την κύρια αγωγή της αναιρεσείουσας, ερήμην του προσεπικαλουμένου και μη ασκήσαντος πρόσθετη παρέμβαση Ελληνικού Δημοσίου, την δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη, όπως επίσης δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη και την αγωγή.

Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως άσκησαν εφέσεις, εκτός των άλλων διαδίκων και οι εκ των εναγομένων: 1) οι Σ. Σ. του Ε. (την από 25-2-2014, υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 1304/2014), Γ. Σ. του Λ. (την από 24-2-2014, υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 1275/2014), Δ. Φ. του Χ. (την από 26-2-2014, υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 1366/2014), Γ. - Δ. Κ. του Ν. (την από 26-2-2014, υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 1305/2014), Π. Μ. του Β. (την από 21-2-2014, υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 1213/2014), 2) οι α) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε", β) Ε. Γ., γ) Ι. Α. και δ) Χ. Ν., (την από 28-2-2014, υπ' αριθμ. καταθ. 1389/28-2-2014 και τους από 5-12-2014, υπ' αριθμ. καταθ. ΒΑΒ 587/14 και 25-8-2015 υπ' αριθμ. καταθ. ΒΑΒ 385/15 προσθέτους λόγους αυτής) και 3) οι α) Ί. - Λ.

Κ. και β) ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "..." (πρώην ... Α.Ε.), (την από 21/2/2014 (υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 1224/25-2-2014), τις οποίες, πάντες οι ανωτέρω εκκαλούντες, δεν απηύθυναν και κατά του προσεπικληθέντος και μη παρεμβάντος Ελληνικού Δημοσίου. Ως προς τις εφέσεις αυτές, αφού τις συνεκδίκασε με εκείνες, που άσκησαν οι λοιποί διάδικοι, το Εφετείο, δέχθηκε τα εξής, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, σχετικά με τον εν προκειμένω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο: "Στην προκειμένη περίπτωση η "..." με την από 8/9/2013 (αρ.

κατ. 9167/2010) ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση, επικαλέσθηκε ότι κατόπιν συμμετοχής της σε δημόσιο διαγωνισμό, συνήψε με το "Ελληνικό Δημόσιο" την από 18/12/2001 σύμβαση με την οποία απέκτησε μετοχές (100.000.000, ποσοστό 57,8%) με τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο συμμετείχε, ως βασικός πλειοψηφών μέτοχος (ποσοστό 65,6%), στην τότε κρατική "...

ΑΕ", η οποία μέχρι τότε είχε μερικά ιδιωτικοποιηθεί. Ότι θυγατρική της "... ΑΕ" ήταν η "...", η οποία συμμετείχε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και ενεργούσε στο πλαίσιο του ν.1982/1990 εκκαθαρίσεις προβληματικών επιχειρήσεων. Ότι μετά την ανωτέρω σύμβαση, ανακαλύφθηκαν από τις δημόσιες αρχές οικονομικές ατασθαλίες στην "...", οπότε υπεγράφη, στις 20/3/2002, μεταξύ της "..." (Αγοραστής) και του "Ελληνικού Δημοσίου" (Πωλητής), η Πρώτη Τροποποιητική Πράξη της από 18/12/2001 σύμβασης και συγκεκριμένα στο Μέρος Γ ("Τροποποιήσεις που αφορούν στην ...") της Πράξης αυτής ορίσθηκε ότι: "α) σε σχέση με την αποκαλυφθείσα υπόθεση οικονομικών ατασθαλιών στην εταιρεία "..." και τις συναφείς με αυτή ποινικές και διοικητικές διαδικασίες, ο Πωλητής (Ελλ.

Δημόσιο) δηλώνει ότι η ζημία της "..." από την ως άνω αιτία ανέρχεται καταρχήν στο ποσό των 33.455.612 ευρώ και δηλώνει επίσης ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξοφλήσει απαιτήσεις τρίτων κατά της ... -πλην απαιτήσεων της Εταιρίας ... ΑΕ)-μέχρι του ποσού 50% της ως άνω ζημίας, ήτοι μέχρι ποσού 16.727.806 β) ο αγοραστής συμφωνεί να αναλάβει η Εταιρία ...

ΑΕ) την κάλυψη του υπολοίπου 50% της άνω ζημίας γ) ο Αγοραστής θα μεριμνήσει ώστε η "..." να επιδιώξει με κάθε νόμιμο δικαστική ή εξώδικο μέσο, την ανάκτηση των χρηματικών ποσών, κατά τα οποία ζημιώθηκε από τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που ενέχονται στην παραπάνω υπόθεση οικονομικών ατασθαλιών. Σε περίπτωση που τυχόν τρίτοι υποχρεωθούν, λόγω άμεσης ή έμμεσης συμμετοχής ή πόσης φύσεως σύμπραξης στην ως άνω υπόθεση, να καταβάλουν χρήματα στην "...", τα καταβαλλόμενα ποσά μέχρι το ύψος της αρχικής ζημίας (33.455.612 ευρώ) θα κατανέμονται κατ' ισομοιρία μεταξύ Πωλητή (δηλ.

Ελληνικού Δημοσίου) και της Εταιρίας (δηλ. ... ΑΕ), προς κάλυψή τους λόγω ανάληψης ευθύνης εξόφλησης απαιτήσεων ζημιωθέντων". Με βάση αυτό το ιστορικό η "...", υπό την ιδιότητα της καθολικής διαδόχου της "...", "προσεπικάλεσε το Ελληνικό Δημόσιο, ως αναγκαίο ομόδικό της κατ' άρθρο 76 παρ.1 περ. β, να παρέμβει στην ανοιγείσα με την ένδικη αγωγή δίκη άλλως ανακοίνωσε σε αυτό τη εν λόγω δίκη".

Το Ελληνικό Δημόσιο δεν άσκησε πρόσθετη παρέμβαση στην ανοιγείσα δίκη, παρά μόνο ζήτησε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναβολή της δίκης, αίτημα που απορρίφθηκε. Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα η ως άνω σύμβαση μεταξύ Δημοσίου (ΠΩΛΗΤΗ) και ... (Αγοράστριας της ... ΑΕ), είναι μια ανεξάρτητη σύμβαση (εσωτερική συμφωνία) στην οποία σημειωτέον δεν συμμετείχε η παθούσα "...", αφενός μεν για να καλύψουν ισομερώς τις αξιώσεις τρίτων κατά της "..." και αφετέρου όσον αφορά τα χρήματα που τρίτοι (οι ζημιώσαντες) υποχρεωθούν να καταβάλουν στην "...", να τα διανείμουν ισομερώς μεταξύ Πωλητή (Ελλ.

Δημοσίου) και της Εταιρίας ... ΑΕ) και οποιαδήποτε ποσά εφόσον και καθόσον δεν χρησιμοποιηθούν προς εξόφληση απαιτήσεων ζημιωθέντων να τα επιστρέφουν στην "...". Ενόψει των ανωτέρω οι παραπάνω (1) και (6) εφέσεις, παραδεκτά απευθύνονται κατά της αντιδίκου των εκκαλούντων στην πρωτόδικο δίκη "...", μη απαιτουμένου να απευθύνονται, επί ποινή απαραδέκτου, και κατά του προσεπικληθέντος από την ... "Ελληνικού Δημοσίου", όπως αβασίμως επικαλείται η τελευταία, αφού το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε διάδικος κατέστη, με μόνη την προσεπίκλησή του, στην πρωτόδικη δίκη ούτε ήταν αναγκαίος ομόδικος της "..." (αντιδίκου των εκκαλούντων), (οπότε οι εφέσεις κατ' άρθρο 517 παρ. 2 ΚΠολΔ έπρεπε να στραφούν και κατ' αυτού).

Το Ελληνικό Δημόσιο, δεν τελεί σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας με την "...", κατά την έννοια του άρθρου 76 ΚΠολΔ που απαιτεί πλήρη ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης για κάθε ομόδικο, αφού αντικείμενο της ένδικης δίκης είναι η αξίωση της "..." (ήδη ... λόγω απορροφήσεως της "...") κατά των ζημιωσάντων αυτήν εναγομένων από φερόμενη αδικοπραξία τους (και όχι αξιώσεις τρίτων κατά της "..." ήδη "..." για αποκατάσταση της ζημίας τους) η δε συνδέουσα την "..." με το Ελληνικό Δημόσιο έννομη σχέση, στηρίζεται σε μεταξύ τους ιδιαίτερη σύμβαση (εσωτερική συμφωνία), εκ της οποίας απορρέει, κατά τα ιστορούμενα στην προσεπίκληση, υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να αποζημιώσει κατά το 50% τρίτους παθόντες, στρεφόμενους κατά της "...

FINAN (ήδη μετά την απορρόφηση "...") καθώς επίσης και αξίωση αυτού να διανεμηθούν ισομερώς μεταξύ Ελλ. Δημοσίου και "... ΑΕ" οι τυχόν επιδικασθείσες στην "..." αποζημιώσεις, αντικείμενα δίκης που δεν ταυτίζονται μεταξύ τους και έχουν ως βάση άλλη αιτία. Ήτοι οι τρίτοι προς την παθούσα "...", "Ελληνικό Δημόσιο" και "...", στα πλαίσια εσωτερικής ταμειακής διευκόλυνσης (όπως και η ίδια η "..." αναφέρει) συμφώνησαν αφενός να καλύψουν ισομερώς τη ζημία της ανωτέρω παθούσας και αφετέρου από τις αποζημιώσεις που θα επιδικασθούν σε αυτήν (την επιδίωξη των οποίων αυτή μόνο ανέλαβε να διεκδικήσει) όσα δεν διατεθούν για τις αξιώσεις των τρίτων, να κατανεμηθούν ισομερώς μεταξύ του Ελ.

Δημοσίου και της "... ΑΕ" (δεδομένου ότι το Ελ. Δημόσιο υπό την ιδιότητα του μετόχου και πωλητή των μετοχών της "... ΑΕ" κάλυψε το 50% της φερομένης ζημίας της "..." και η τελευταία ως αμέσως ζημιωθείσα ανέλαβε να επιδιώξει την αποκατάσταση της ζημίας της από τους ζημιώσαντες). Το "Ελλ. Δημόσιο" δε νομιμοποιείται με βάση την ανωτέρω συμφωνία να ασκήσει σε βάρος των φερομένων ως ζημιωσάντων την "...", αξίωση αποζημίωσης, αλλά αντιθέτως τη δικαστική επιδίωξη της αποζημίωσης ανέλαβε η αμέσως ζημιωθείσα ("..."), ήτοι το Ελληνικό Δημόσιο δεν ζημιώθηκε άμεσα από την αξιόποινη συμπεριφορά των εναγομένων, από την οποία ζημιωθείσα είναι μόνον η εταιρεία "...", η δε ζημία του Ελλ.

Δημοσίου, πηγάζουσα το πρώτον από την προαναφερόμενη σύμβαση δεν θεμελιώνει αξίωσή του κατά των εναγομένων με βάση την 914 ΑΚ. Για το λόγο αυτό άλλωστε το Ελληνικό Δημόσιο αποβλήθηκε και από το ποινικό δικαστήριο όταν δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής διότι "το Ελληνικό Δημόσιο δεν ζημιώθηκε άμεσα από την αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, ούτε στο βούλευμα περιγράφεται δική του ζημία παρά μόνον της εταιρίας ....

Οποιαδήποτε ζημία αυτού γεννιέται το πρώτον από την αναφερόμενη στη δήλωσή του πρώτη τροποποιητική πράξη της από 18-2-2001 συμβάσεως πωλήσεως της ... ΑΕ. Όμως η από αυτή τη σύμβαση ζημία δεν θεμελιώνει αξίωση κατά των κατηγορουμένων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914επ. ΑΚ". Η "..." (και κατ' επέκταση η καθολική της διάδοχος "...") από αυτή τη σύμβαση δεν μπορεί να αξιώσει από το "Ελ.

Δημόσιο" αποζημίωση, (το οποίο ενοχική υποχρέωση έχει έναντι της αντισυμβαλλομένης του "..." να αποκαταστήσει το ήμισυ της ζημίας) ούτε το Ελ. Δημόσιο μπορεί να αξιώσει από τους ζημιώσαντες το ήμισυ της ζημίας, αλλά μπορεί απλώς ως τρίτος, έχων έννομο συμφέρον, να παρέμβει στη δίκη υπέρ της παθούσας, καθώς σε περίπτωση νίκης της τελευταίας και μετέπειτα είσπραξης αποζημίωσης από τους ζημιώσαντες θα γεννηθεί η αξίωσή του κατά της αντισυμβαλλομένης του "..." για την καταβολή του 50% της εισπραχθείσας αποζημίωσης".

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, και ειδικότερα, ότι με βάση μόνο τις ανωτέρω εκτιθέμενες στο δικόγραφο της προσεπικλήσεως συμφωνίες της αναιρεσείουσας και του Ελληνικού Δημοσίου, και όχι με βάση την εκτίμηση αποδείξεων, όπως εσφαλμένως διατείνεται η αναιρεσείουσα, η αμέσως ζημιωθείσα "...", την οποία διεδέχθη η πρώτη (αναιρεσείουσα), ανέλαβε μόνη αυτή την δικαστική επιδίωξη της αποζημιώσεώς της από τις επίδικες αδικοπραξίες, ως ούσα έτσι η μόνη αμέσως ζημιωθείσα, ότι η ως άνω υπό της προσεπικαλούσης "..." επικαλούμενη συμφωνία καλύψεως της ζημίας του προσεπικαλουμένου Ελληνικού Δημοσίου, δεν πηγάζει από αδικοπραξία κατά τα άρθρα 914 επ.

ΑΚ, που αποτελεί την βάση της κυρίας αγωγής, αλλά από σύμβαση μεταξύ του τελευταίου και της αναιρεσειούσης, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της κυρίας δίκης, και στις οποίες (παραδοχές αυτές) στήριξε την ανωτέρω κρίση του, ότι με την υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο προσεπίκληση αυτή το προσεπικληθέν Ελληνικό Δημόσιο δεν τυγχάνει αναγκαίος ομόδικος της αναιρεσειούσης, κατά τις ειρημένες διατάξεις, ουδέ κατέστη απλός ομόδικος αυτής με μόνη την προσεπίκλησή του, αφού δεν άσκησε πρόσθετη παρέμβαση και επομένως δεν ήταν αναγκαίο οι εφέσεις των ανωτέρω εναγομένων - εκκαλούντων αντιδίκων της αναιρεσειούσης να απευθυνθούν και κατά του προσεπικληθέντος Ελληνικού Δημοσίου, ουδέ οι άνω εκκαλούντες σε αυτές να καλέσουν το τελευταίο, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτες τις εφέσεις και τους προσθέτους λόγους αυτών, των ανωτέρω εναγομένων - εκκαλούντων, για τον λόγο, όπως προέβαλε η εκκαλούσα με τις ενώπιόν του (Εφετείου) προτάσεις της επί των εφέσεων αυτών, ότι δεν απευθύνονταν, ουδέ κοινοποιήθηκαν στο προσεπικληθέν Ελληνικό Δημόσιο.

Συνεπώς, τα αντίθετα, που υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 14(β) ΚΠολΔ, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το πρώτο μέρος, του πρώτου λόγου, της αιτήσεώς της είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Με το δεύτερο μέρος του αυτού, υπό το ανωτέρω περιεχόμενο, πρώτου λόγου της αιτήσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, ότι με την ανωτέρω κρίση της υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 9(α) ΚΠολΔ, συνισταμένη, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, στο ότι το Εφετείο προκειμένου να αχθεί το προαναφερόμενο πόρισμά της, προέβη σε έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας της υπ' αυτής επικαλούμενης ως άνω συμφωνίας μεταξύ αυτής και του προσεπικαλουμένου Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς αυτό να έχει ζητηθεί από τους ανωτέρω εκκαλούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, επιδικάζοντας έτσι κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού, όπως προαναφέρεται, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από τον αναιρεσείοντα και όχι, όπως εν προκειμένω επικαλείται η αναιρεσείουσα, από τους ως άνω αναιρεσιβλήτους.

Κατά την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παρανόμως και υπαιτίως έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος (ζημίας).

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνος δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητος περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος. Εφ' όσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής.

Εξ άλλου, κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διατάξεως, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Αμέλεια υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Από την διάταξη του άρθρου 298 εδ β' ΑΚ εξ άλλου προκύπτει, ότι η απαραίτητη, για τη θεμελίωση της αξιώσεως αποζημιώσεως, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν η ανωτέρω συμπεριφορά (από δόλο ή αμέλεια), κατά την κοινή και την συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, κατατείνει αντικειμενικά στην παραγωγή της ζημίας.

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξεως ή την επαγωγή της ζημίας, αδιαφόρως από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτοχρόνως, παραλλήλως ή διαδοχικώς.

Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 345/2017, ΑΠ 299/2007).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, γιατί είναι κρίση νομική, αναγομένη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, μη υποκείμενη στον ακυρωτικό έλεγχο. Έτι περαιτέρω, με τις διατάξεις των παρ. 1 έως 12 του άρθρου 4 του ν.2331/1995, όπως ίσχυαν κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο (23-2-2000 έως 25-9-2001) ορίζονταν τα εξής: "1.

Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί οφείλουν κατά τη σύναψη συμβάσεων, στα πλαίσια οποιασδήποτε επιχειρηματικής σχέσης και ιδίως κατά το άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων οποιασδήποτε φύσεως, κατά τη σύναψη συμβάσεως παροχής υπηρεσιών φυλάξεως περιουσιακών στοιχείων και κατά τη μίσθωση θυρίδας θησαυροφυλακίου, καθώς και κατά τη σύναψη συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου, να απαιτούν την απόδειξη της ταυτότητας του συναλλασσομένου.

Η απόδειξη γίνεται με την επίδειξη του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ή του διαβατηρίου ή άλλου δημοσίου εγγράφου. Από τα στοιχεία πρέπει πάντως να προκύπτουν η παρούσα διεύθυνση κατοικίας, το ήδη ασκούμενο από το συμβαλλόμενο ή συναλλασσόμενο επάγγελμα και η επαγγελματική του διεύθυνση. Εκτός από τις αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο συναλλαγές, η υποχρέωση αυτή υπάρχει και για κάθε συναλλαγή, το ποσό της οποίας είναι ισότιμο σε δραχμές με δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρωπαϊκές νομισματικές μονάδες (ΕΝΜ/ΕCU) τουλάχιστον, είτε γίνεται με μια πράξη είτε με περισσότερες που γίνονται την ίδια ημέρα ή ανάγονται στην ίδια έννομη σχέση.

Αν το ποσό δεν είναι γνωστό κατά το χρόνο της συναλλαγής, το πιστωτικό ίδρυμα ή ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός εξακριβώνει την ταυτότητα μόλις πληροφορηθεί το ποσό ή διαπιστώσει ότι αυτό ανέρχεται στο ισότιμο των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ΕΝΜ/ECU τουλάχιστον. 2. Όταν ο συμβαλλόμενος ή συναλλασσόμενος ενεργεί για λογαριασμό άλλου, εκτός από την απόδειξη της δικής του ταυτότητας κατά την παράγραφο 1, οφείλει να αποδείξει και τα στοιχεία του τρίτου, φυσικού ή νομικού προσώπου, για λογαριασμό του οποίου ενεργεί.

Το πιστωτικό ίδρυμα ή ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός οφείλει να εξακριβώσει την αλήθεια και των στοιχείων αυτών και όταν ο συμβαλλόμενος ή συναλλασσόμενος δεν προβεί στην πιο πάνω δήλωση, αλλά υπάρχει βάσιμη αμφιβολία για το αν ενεργεί για δικό του λογαριασμό ή βεβαιότητα ότι ενεργεί για λογαριασμό άλλου. 3.

Σε περίπτωση που υπάρχει αμφιβολία, για το αν οι συμβαλλόμενοι ή συναλλασσόμενοι, που αναφέρουν οι προηγούμενες παράγραφοι, ενεργούν για ίδιο λογαριασμό ή σε περίπτωση βεβαιότητας για το ότι δεν ενεργούν για ίδιο λογαριασμό, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί λαμβάνουν τα ευλόγως απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συλλέξουν πληροφορίες για την πραγματική ταυτότητα των προσώπων για λογαριασμό των οποίων αυτοί ενεργούν. 4.

Κατά παρέκκλιση από τα αναφερόμενα στις προηγούμενες παραγράφους, δεν απαιτείται εξακρίβωση της ταυτότητας: α) Στις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται από ασφαλιστικές εταιρίες, οι οποίες υπάγονται κατά το άρθρο 1 στις διατάξεις του νόμιμου αυτού, αν το, ποσό του ασφαλίστρου ή των περιοδικών ασφαλίστρων, που πρόκειται να καταβληθούν κατά τη διάρκεια ενός έτους, δεν υπερβαίνει το ισάξιο χιλίων (1.000) ΕΝΜ/ΕCU ή στην περίπτωση εφάπαξ καταβολής το ισάξιο δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ΕΝΜ/ECU.

Αν το ασφάλιστρο ή τα περιοδικά ασφάλιστρα που πρόκειται να καταβληθούν κατά τη διάρκεια ενός έτους αυξηθούν έτσι ώστε να υπερβούν το κατώτατο όριο των χιλίων (1.000) ΕΝΜ/ΕCU, απαιτείται η εξακρίβωση ταυτότητας. β) Στις συμβάσεις συνταξιοδοτικής ασφάλισης που συνάπτονται βάσει συμβάσεων εργασίας ή επαγγελματικής δραστηριότητας του ασφαλισμένου, υπό τον όρο ότι οι συμβάσεις αυτές δεν περιλαμβάνουν ρήτρα εξαγοράς ούτε μπορεί να χρησιμεύσουν ως εγγύηση δανείου. 5.

Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί έχουν την ευχέρεια κατά την κρίση των, αλλά δεν υποχρεούνται να προβαίνουν στην κατά το άρθρο αυτά εξακρίβωση ταυτότητας, όταν ο συναλλασσόμενος είναι πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοπιστωτικός οργανισμός, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή οργανισμός που ανήκει κατά 51% τουλάχιστον στο Δημόσιο. 6.

Εξακρίβωση της ταυτότητας γίνεται και σε κάθε περίπτωση που υπάρχει σοβαρή υπόνοια ότι πρόκειται για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. 7. Τα στοιχεία, τα σχετικά με τις παραπάνω συμβάσεις και συναλλαγές, και τα νομιμοποιητικά έγγραφα φυλάσσονται από το πιστωτικό ίδρυμα ή τον χρηματοπιστωτικό οργανισμό για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών:

α) όσον αφορά τις συμβάσεις, μετά τη λήξη των σχέσεών τους με τους πελάτες τους, β) όσον αφορά τις συναλλαγές, από τη διενέργεια της τελευταίας συναλλαγής, εκτός αν και στις δύο περιπτώσεις, επιβάλλεται από άλλη διάταξη νόμου η φύλαξή τους επί μακρότερο χρονικό διάστημα. 8. Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των κατά τις προηγούμενες παραγράφους υποχρεώσεών του, μπορεί να επιβληθεί σε βάρος του πιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοπιστωτικού οργανισμού, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση της αρμόδιας Αρχής ή της Επιτροπής του άρθρου 7 του παρόντος νόμου, πρόστιμο πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) έως πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών 9.

Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί οφείλουν: α) να εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή κάθε συναλλαγή που από τη φύση της μπορεί να συνδεθεί με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, β) να θεσπίζουν διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και επικοινωνίας, ώστε να προλαμβάνουν και να εμποδίζουν τη διενέργεια συναλλαγών που συνδέονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, γ) να μεριμνούν ώστε οι διαδικασίες της παραγράφου αυτής να εφαρμόζονται και στα υποκαταστήματά τους του εξωτερικού, εκτός αν αυτό απαγορεύεται από τη σχετική αλλοδαπή νομοθεσία, οπότε ενημερώνουν την αρμόδια εισαγγελική αρχή.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, μπορεί να προσδιορίζονται ενδεικτικώς ειδικότερα κριτήρια ή στοιχεία των συναλλαγών αυτών, καθώς και ο τρόπος, τα όργανα και οι λεπτομέρειες ασκήσεως σχετικού ελέγχου. 10. Κάθε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός οφείλει να ορίσει ένα διευθυντικό στέλεχος, στο οποίο τα άλλα διευθυντικά στελέχη και οι υπάλληλοι θα αναφέρουν κάθε συναλλαγή που θεωρούν ύποπτη νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και κάθε γεγονός του οποίου λαμβάνουν γνώση λόγω της υπηρεσίας τους και το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει ένδειξη εγκληματικής δραστηριότητας.

Στα υποκαταστήματα η αναφορά αυτή γίνεται κατευθείαν στο διευθυντή του υποκαταστήματος, ο οποίος αναφέρεται αμέσως στο αρμόδιο διευθυντικό στέλεχος αν συμμερίζεται τις υπόνοιες. Αν ο διευθυντής του υποκαταστήματος ή ο αναπληρωτής του κωλύεται ή αρνείται ή αμελεί ή δεν συμμερίζεται τις υπόνοιες του αναφέροντος υπαλλήλου, τότε ο υπάλληλος αναφέρεται στο αρμόδιο διευθυντικό στέλεχος.

Ο τελευταίος ενημερώνει σχετικά, τηλεφωνικώς και με εμπιστευτικό έγγραφο, τον Αρμόδιο Φορέα παρέχοντάς του συγχρόνως κάθε χρήσιμη πληροφορία ή στοιχείο, αν μετά από την εξέταση που πραγματοποιεί κρίνει ότι οι πληροφορίες και τα υπάρχοντα στοιχεία αποτελούν ένδειξη εγκληματικής δραστηριότητας. 11. Την κατά την προηγούμενη παράγραφο υποχρέωση ενημερώσεως του Φορέα έχει και κάθε υπάλληλος της Αρμόδιας Αρχής, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο επιφορτισμένο με τη διενέργεια ελέγχου σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, αν κατά την άσκηση των καθηκόντων του υποπέσουν στην αντίληψή του γεγονότα τα οποία ενδέχεται να αποτελούν ένδειξη νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. 12.

Τα πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί οφείλουν να μην πραγματοποιούν συναλλαγές για τις οποίες γνωρίζουν ή βάσιμα υποπτεύονται ότι συνδέονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, εκτός αν για την άμεση πραγματοποίηση της συναλλαγής συντρέχει επείγουσα περίπτωση ή αυτά επιβάλλεται από τη φύση της, καθώς και όταν η μη πραγματοποίηση της συναλλαγής ενδέχεται να δυσχεράνει την αποκάλυψη αποδεικτικών στοιχείων ή προσώπων που πιθανόν ενέχονται σε νομιμοποίηση εσόδων.

Στην περίπτωση αυτή η αναφορά υποβάλλεται αμέσως μετά τη συναλλαγή". Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1(α) ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 825/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνον αν αυτά εφαρμόζονται για την ερμηνεία κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών. Λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνος του δικαίου ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό και όχι όταν τα χρησιμοποιεί για την εκτίμηση των αποδείξεων.

Για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να εκτίθεται αφενός ποια έννοια προσέδωσε η απόφαση στον κανόνα που εφάρμοσε, την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί εσφαλμένη και ποια, κατά τη γνώμη του, είναι η ορθή έννοια που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ή δεν χρησιμοποίησε η απόφαση ή τα χρησιμοποίησε πλημμελώς (ΑΠ 221/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε", ιδρύθηκε το έτος 1971 με την επωνυμία "... Α.Ε" από την εταιρεία "... Α.Ε", η οποία ανήκε μέχρι τον Μάρτιο του 2002 στο Ελληνικό Δημόσιο.

Η εταιρεία "..." είχε αρχικά αντικείμενο εργασιών της τη χρηματοδότηση εξαγωγικών επιχειρήσεων, από το έτος όμως 1992 ασχολήθηκε με την διεκπεραίωση ειδικών εκκαθαρίσεων προβληματικών επιχειρήσεων, που τέθηκαν κατά καιρούς στο νομικό καθεστώς των άρθρων 46 και 46α ν.1893/1990 ως προστ. με άρθρ. 14 ν.2000/1991 και η απασχόληση αυτή αποτέλεσε το αποκλειστικό αντικείμενο των εργασιών της.

Για τούτο, μεταγενέστερα (έτος 1996) κατόπιν τροποποίησης του Καταστατικού της μετέβαλε την επωνυμία της σε "... Ανώνυμη Εταιρεία Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών" και διορίσθηκε με δικαστικές αποφάσεις εκκαθαρίστρια διαφόρων εταιρειών οι οποίες τέθηκαν υπό το καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης. Τα ποσά που συγκεντρώνονταν από την εκκαθάριση των ανωτέρω εταιρειών, εισέρχονταν στο ταμείο της "..." (στο οποίο υπήρχαν και διαθέσιμα της ιδίας) από αυτά δε, θα γινόταν η καταβολή του παθητικού των προαναφερομένων εταιρειών και αν υπήρχε πλεόνασμα θα αποδίδετο στους δικαιούχους.

Καθόλο το διάστημα από την ίδρυσή της η "..." ήταν "θυγατρική" της "... Α.Ε". Με την υπ' αριθμ.708/19.12.2000 απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων (ΔΕΑ) αποφασίσθηκε η πώληση του συνόλου των μετοχών της "... ΑΕ" που κατείχε τότε το Δημόσιο ήτοι το 65,6,% του μετοχικού κεφαλαίου (μέχρι τότε είχε μερικά ιδιωτικοποιηθεί).

Ως προτιμώμενη πλειοδότης για το 57,8% του μετοχικού κεφαλαίου επελέγη η Τράπεζα …. και αποφασίσθηκε η πώληση σε αυτήν των ως άνω μετοχών. Έτσι συνήφθη η από 18/12/2001 ενοχική σύμβαση για την αγοραπωλησία 100.000.000 μετοχών της "... ΑΕ", στη συνέχεια η από 20/3/2002 τροποποιητική πράξη και τελικώς η από 21/3/2002 εκποιητική.

Πριν όμως από την παραπάνω ημερομηνία της αγοράς των μετοχών της "... ΑΕ" από την Τράπεζα …. και ειδικότερα στις 25/1/2002 αποκαλύφθηκε σειρά οικονομικών ατασθαλιών σε βάρος της "... ΑΕ" (απορροφηθείσας μετέπειτα, όπως προεκτέθηκε από την "Τράπεζα ….."), τελεσθείσες από τον Ιανουάριο 1997 έως τον Οκτώβριο 2001. Ο 1ος εναγόμενος, Σ.

Σ., υπηρετούσε ως γενικός Διευθυντής στην εν λόγω εταιρεία από 20/11/1997, ενώ από 19/3/1998 ανέλαβε τα καθήκοντα του Διευθύνοντος Συμβούλου, η 2η εναγομένη, Γ. Σ., υπηρετούσε ως Διευθύντρια της Υποδιεύθυνσης Οικονομικών και Διοικητικού ενώ ο 4ος εναγόμενος, Δ. Φ., ως προϊστάμενος λογιστηρίου. Ο απολιπόμενος 7° εναγόμενος, Γ.

Δ. αρχικά ήταν τραπεζικός υπάλληλος στην "..." και στη συνέχεια συνεργάτης τη χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΧΕ", στην οποία πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου ήταν ο 9ος εναγόμενος Ί.-Λ. Κ., και διευθύνων σύμβουλος ο Ν. Κ., από δε 23-2-2000 ήταν η 10η εναγομένη Π. Μ.. Το έτος 1998 ο Γ. Δ. ίδρυσε την εταιρία με την επωνυμία "....", με έδρα την οδό ..., στην οποία ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, με δραστηριότητα την, έναντι καταβολής προμήθειας, λήψη εντολών από πελάτες του να αγοράζει και να πωλεί για λογαριασμό τους μετοχές εισηγμένες στο ΧΑΑ, δια μέσου ανωνύμων χρηματιστηριακών εταιριών, μελών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών.

Η εν λόγω Α.Ε.Λ.Δ.Ε. του Γ. Δ. συνεργαζόταν με την 16η εναγομένη "... ΑΧΕ", διατηρούσε δε και ειδικό γραφείο στις εγκαταστάσεις της τελευταίας. Ο Γ. Δ. γνώριζε πολύ καλά και είχε καλές σχέσεις με τους τρεις πρώτους εναγόμενους. Όλοι είχαν κωδικούς στην "... ΑΧΕ" και χειριστής αυτών ήταν ο Γ. Δ.. Υπήρχαν επισκέψεις αυτού στην ενάγουσα αλλά και των ως άνω τριών εναγομένων στα γραφεία της εταιρίας του Γ.

Δ.. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 46α παρ.8, του ν.1892/1990, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να καταθέτει αμελλητί εντόκως το εισπραττόμενο πλειστηρίασμα σε τράπεζα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα. Ως πλειστηρίασμα νοείται (όπως προκύπτει από τις λοιπές διατάξεις της ίδιας παραγράφου και του όλου άρθρου) και το εκάστοτε εισπραττόμενο τίμημα, το οποίο προέρχεται από την πώληση του ενεργητικού της υπό ειδική εκκαθάριση επιχειρήσεως ως συνόλου με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό ή με ελεύθερες διαπραγματεύσεις, που διενεργούνται σύμφωνα επίσης με τους ορισμούς των προηγούμενων παραγράφων του παραπάνω άρθρου και του νόμου.

Το πλειστηρίασμα (κατά κεφάλαιο και τόκους) αποτελεί το διανεμητέο ποσό με βάση τον πίνακα κατάταξης, που συντάσσει ακολούθως ο εκκαθαριστής, (άρθρο 46α παρ. 10) , ή άλλως το ποσό της εκκαθάρισης. Η σύνταξη του πίνακα και η διανομή του προϊόντος της εκκαθαρίσεως στους πιστωτές των υπό εκκαθάριση επιχειρήσεων ενεργείται με βάση τις διατάξεις του ΚΠολΔ.

Επομένως, αποκλείεται από το Νόμο, οποιαδήποτε άλλη τοποθέτηση και σε οποιοδήποτε άλλο νομικό πρόσωπο, από μέρους του εκκαθαριστή του τιμήματος πωλήσεως ή γενικότερα, του προϊόντος ρευστοποιήσεως περιουσιακών στοιχείων της υπό ειδική εκκαθάριση επιχειρήσεως, εκτός από την έντοκη κατάθεση (προθεσμιακή ή μη) ή τοποθέτηση με τη μορφή τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου ή REPOS με σίγουρη απόδοση σε τράπεζα που νόμιμα λειτουργεί στην Ελλάδα.

Αυτά δε, διότι προφανώς ο νομοθέτης θέλησε για λόγους πλήρους εξασφαλίσεως του σχετικού ποσού (μέχρις ότου συνταχθεί αλλά και περαιτέρω καταστεί τελεσίδικος και εκτελεστός ο πίνακας κατάταξης) και της διανομής του ακολούθως στους δικαιούχους από τον πίνακα πιστωτές αφενός ο υπόχρεος της επιστροφής του να είναι αποκλειστικά "τράπεζα" (όχι, συνεπώς, οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο) και, αφετέρου, να είναι δυνατή η άμεση ή σε προκαθορισμένο χρόνο ανάληψή του (δυνατότητα που εξασφαλίζει η τήρηση του εν λόγω ποσού σε τραπεζική κατάθεση, όψεως ή υπό προθεσμία αντιστοίχως).

Η ενάγουσα, που ως εκκαθαρίστρια διαφόρων υπό ειδική εκκαθάριση επιχειρήσεων, είχε από το νόμο την ανωτέρω υποχρέωση, δηλαδή να καταθέτει αμελλητί σε τράπεζες, που νόμιμα λειτουργούν στην Ελλάδα, τα ποσά, που εισέπραττε και είχε στα χέρια της κάθε φορά από την εκποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων και να τα διατηρεί κατατεθειμένα, μέχρι να συνταχθούν και καταστούν τελεσίδικοι οι σχετικοί πίνακες κατατάξεως, ώστε να διανείμει και αποδώσει ακολούθως το προϊόν της εκκαθαρίσεως στους δικαιούχους δανειστές, περαιτέρω δε και την αυτονόητη υποχρέωση οι εν λόγω καταθέσεις να είναι κατά το δυνατόν αποδοτικότερες, αρχικά προέβαινε σε αυτές χωρίς την τήρηση κάποιας ιδιαίτερης εσωτερικής διαδικασίας.

Το αυτό έπραττε και για τα "ίδια" διαθέσιμά της. Στις 17/11/1997 όμως, για λόγους αφενός επιτεύξεως του μέγιστου δυνατού οφέλους και αφετέρου, πλήρους διαφάνειας, το Διοικητικό της Συμβούλιο αποφάσισε ότι τα "ίδια διαθέσιμα" της εταιρείας όπως και εκείνα των υπό ειδική εκκαθάριση επιχειρήσεων, των οποίων η εταιρεία είχε διορισθεί εκκαθαρίστρια, ευθύς μόλις περιέρχονταν στην εταιρεία, να κατατίθενται σε τράπεζα προς σύσταση προθεσμιακών καταθέσεων υπό μορφή repos, μετά τη λήψη κάθε φορά προσφορών από τις διάφορες τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης και της "...

ΑΕ". Το σύστημα αυτό προέβλεπε εισήγηση των Υπευθύνων του Λογιστηρίου και των οικονομικών υπηρεσιών, δηλαδή των Δ. Φ. και Γ. Σ. αντίστοιχα, προς τον τότε Διευθυντή της εταιρείας Γ. Κ.. Ακολουθούσε κοινή εισήγηση στο Γενικό Διευθυντή της εταιρείας (Σ. Σ., μετέπειτα Διευθύνοντα Σύμβουλο) και λαμβανόταν απόφαση για την κατάθεση στην τράπεζα, που πρόσφερε το υψηλότερο επιτόκιο.

Στη συνέχεια, στις 1/7/1998, αποφασίσθηκε με "Πράξη της Διοικήσεως" της εταιρείας, που υπογράφεται από τον Σ. Σ. με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου και από τον Η. Ν. με την ιδιότητα του εντεταλμένου συμβούλου, η συγκρότηση τριμελούς "Επιτροπής Διαχείρισης Διαθεσίμων", προεδρευόμενης από τον ίδιο (Σ. Σ.), και ορίσθηκε περαιτέρω με την Πράξη αυτή ότι η εν λόγω Επιτροπή θα είχε ως έργο την αξιολόγηση των προσφορών των τραπεζών, για την αποδοτικότερη και ασφαλέστερη τοποθέτηση των διαθεσίμων της ενάγουσας αλλά και αυτών των υπό εκκαθάριση επιχειρήσεων, και ότι, για τον σκοπό αυτό θα υποβάλλεται στην Επιτροπή από την αρμόδια Υποδιεύθυνση Διοικητικού και Οικονομικών Υπηρεσιών (προϊσταμένη:

Γ. Σ.) "εισηγητικό σημείωμα", στο οποίο θα αναγράφονται οι λαμβανόμενες κάθε φορά προσφορές των τραπεζών με τα αντίστοιχα επιτόκια τους, καθώς και η σύμφωνη γνώμη της Νομικής Υπηρεσίας, όσον αφορά την προθεσμία καταθέσεως των ποσών των τιμημάτων με βάση τις υφιστάμενες από τους σχετικούς πίνακες κατατάξεως υποχρεώσεις για διανομή.

Ακολούθως, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, η ως άνω Επιτροπή αναδιαρθρώθηκε και εκτός άλλων τοποθετήθηκε στις 7/5/2001, ως τακτικό μέλος της και αναπληρωτής του προέδρου της, ο Γ. Κ.. Ο Γ. Δ. γνώριζε τη δραστηριότητα της ενάγουσας, που αφορούσε στη διαχείριση των χρηματικών διαθεσίμων από τις εκποιήσεις των περιουσιακών στοιχείων των προβληματικών επιχειρήσεων, καθώς επίσης και τον ως άνω νόμιμο τρόπο επενδύσεως αυτών, στον οποίο, βέβαια, γνώριζε ότι δεν συμπεριλαμβανόταν η αγοραπωλησία με τα διαθέσιμα αυτά, δια μέσου χρηματιστηριακών εταιριών μελών του ΧΑΑ, μετοχών εταιριών εισηγμένων στο ΧΑΑ.

Έτσι συναποφάσισε, μεθόδευσε και πραγματοποίησε από κοινού με τους Γ. Σ. και Δ. Φ., υπαλλήλους της ενάγουσας εταιρείας, το σχέδιο να περιέλθουν τα παραπάνω διαθέσιμα στην κατοχή τους και να τα ιδιοποιηθούν παράνομα εκμεταλλευόμενοι και το γεγονός ότι η "..." διέθετε κωδικό στην "...-ΑΧΕ", αφού τότε είχε δικαίωμα για τα ίδια αυτής διαθέσιμα να επενδύει στη αγορά του χρηματιστηρίου.

Με το πρόσχημα λοιπόν αυτό το χρονικό διάστημα 1996 και 1997 τα διαθέσιμα των υπό εκκαθάριση εταιριών κατά τα πιο κάτω ειδικότερα αναφερόμενα κατατίθεντο απευθείας σε λογαριασμό της "...-ΑΧΕ" που διατηρούσε η τελευταία στην Τράπεζα "..." (μετέπειτα ...). Η επιλογή της τελευταίας Τράπεζας δεν ήταν τυχαία, καθόσον η "..." δεν είχε καμία συναλλαγή με τη συγκεκριμένη Τράπεζα (...).

Τα ποσά αυτά οι ανωτέρω είχαν αποφασίσει να τα επενδύσουν για δικό τους λογαριασμό στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μέσω των κωδικών "off shore" εταιριών που θα σύστηνε ο Γ. Δ. και θα άνοιγαν (οι κωδικοί) στην εταιρία "... ΑΧΕ", με την οποία συνεργαζόταν η δική του εταιρία "...". Για την αποφυγή αποκαλύψεως του σχεδίου αποφάσισαν να αποδίδουν κατά καιρούς στη μηνύτρια το ποσό που θα αντιστοιχούσε στους τόκους που θα εισέπραττε, εάν τα διαθέσιμα είχαν τοποθετηθεί σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ή repos, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Επιτροπής.

Ειδικότερα για την υλοποίηση του σχεδίου, με τρόπο που να παραπλανήσει το Δ.Σ της ενάγουσας εταιρείας και να συγκαλύψουν τις δραστηριότητές τους, συναποφάσισαν και ενήργησαν ως εξής: Κατά τις παρακάτω ημερομηνίες που η εταιρία επρόκειτο να καταθέσει σε τράπεζα διάφορα χρηματικά ποσά από τα διαθέσιμό της, για να τοποθετηθούν με τη μορφή Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ή REPOS, κατά τη διαδικασία λήψης προσφορών από τις τράπεζες, εμφανιζόταν ο κατηγορούμενος Γ.

Δ., ως δήθεν υπάλληλος και εκπρόσωπος της τράπεζας ... και πρόσφερε τηλεφωνικώς επιτόκιο για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας "...", το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνο που πρόσφεραν οι άλλες τράπεζες από τις οποίες ελάμβαναν προσφορές, προδήλως, μετά από ενημέρωση που δεχόταν για τις προσφορές των άλλων τραπεζών.

Τις περισσότερες φορές σε επικοινωνία με τον Γ. Δ. για τα επιτόκια, ερχόταν ο Δ. Φ., υποδεικνύοντας στους λοιπούς υπαλλήλους του λογιστηρίου να μην επικοινωνήσουν με την "..." καθόσον τούτο θα το επιχειρούσε ο ίδιος όπως και έπραττε. Επίσης οι ως άνω υπάλληλοι της ενάγουσας, αν και γνώριζαν την αλήθεια, δηλαδή ότι ο Γ.

Δ. δεν ήταν υπάλληλος της τράπεζας "...", δεν ενεργούσε ως εκπρόσωπος αυτής, ούτε υπέβαλλε προσφορές για λογαριασμό της καθώς και ότι το επιτόκιο που πρόσφερε στην ενάγουσα για δήθεν λογαριασμό της ως άνω τράπεζας δεν ήταν αληθινό, παρασιωπούσαν την αλήθεια αυτή από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας.

Έτσι, η δήθεν προσφορά της τράπεζας "..." εμφανιζόταν ως η πλέον συμφέρουσα για την ενάγουσα από τις προσφορές όλων των άλλων τραπεζών και έτσι η ως άνω τριμελής επιτροπή διαθεσίμων αποφάσιζε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας ... με το επιτόκιο που πρόσφερε ο Γ. Δ., για την κατάθεση του ποσού των διαθεσίμων, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το οποίο όριζαν ανάλογα με την προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού, που καθόριζε η Νομική Υπηρεσία της ενάγουσας, της οποίας προϊστάμενος ήταν ο 3ος εναγόμενος Α.

Χ. (δικηγόρος). Στη συνέχεια με εντολή των παραπάνω υπαλλήλων της ενάγουσας, οι οποίοι αναλάμβαναν την εκτέλεση της ως άνω απόφασης του Γενικού Διευθυντή, εξέδιδε το λογιστήριο επιταγή εκδόσεως της "... Α.Ε" την οποία υπέγραφαν στη θέση του εκδότη τις περισσότερες φορές Γ. Κ. ή όποιος άλλος τον αντικαθιστούσε και η εναγομένη Γ.

Σ., οι οποίοι είχαν δικαίωμα πρώτης υπογραφής, εν γνώσει και του Δ. Φ., με το ποσό των διαθεσίμων που καθόριζε η παραπάνω απόφαση. Οι επιταγές εκδίδονταν πάντοτε σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ" και όχι σε διαταγή της τράπεζας "..." που δήθεν πλειοδοτούσε. Στη συνέχεια, αφού οι παραπάνω ή οι νόμιμοι αναπληρωτές τους οπισθογραφούσαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης τις επιταγές, η Γ.

Σ. και ο Δ. Φ., τις παρέδιδαν σε ένα από τους δύο κλητήρες της ενάγουσας, δηλαδή σε έναν από τους Ι. Μ. και Ι. Χ., δύο δε φορές τουλάχιστον και στην υπάλληλο Α., με την εντολή να τις παραδώσουν στο Γ. Δ., στο γραφείο του στην παραπάνω εταιρία του στην οδό .... Ο τελευταίος στη συνέχεια κατέθετε τις επιταγές στο λογαριασμό ...147, που η χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΧΕ" διατηρούσε στην τράπεζα .... Μετά την αποχώρηση του Γ. Α. στις 20-11-1997, στη θέση του τοποθετήθηκε ο 1ος εναγόμενος Σ. Σ., ο οποίος από την 19-3-1998 ανέλαβε ως Διευθύνων Σύμβουλος. Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τα καθήκοντα του, αυτός κατέστη κοινωνός από τους λοιπούς (Γ. Σ., Δ. Φ.) του συγκεκριμένου τρόπου διαχειρίσεως των διαθεσίμων των υπό εκκαθάριση εταιριών και τον σκοπό που επεδίωκαν και όχι μόνο δεν αντέδρασε και δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να το αποτρέψει, αλλά από τότε έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο (κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα πιο κάτω), από κοινού με τους λοιπούς ως άνω εναγόμενους, καθιστάμενος συναυτουργός τους.

Ο Σ. Σ. συνέχισε την μέχρι τότε διαδικασία προσφορών επιτοκίων από τις τράπεζες και με την από 1-7-1998 έγγραφη "ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ" που υπογράφεται από τον ίδιο, με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου και από τον Η. Ν., με την ιδιότητα του εντεταλμένου Συμβούλου, συγκρότησε τριμελή "Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων" από τον ίδιο ως Πρόεδρο, με αναπληρωτή τον Η.

Ν. και μέλη τη Γ. Γ. (Υποδιευθύντρια) και το Ν. Σ. (Αναπληρωτή Υποδιευθυντή). Η επιτροπή αυτή είχε ως έργο την αξιολόγηση προσφορών των τραπεζών για την αποδοτικότερη και ασφαλέστερη τοποθέτηση του προϊόντος των εισπραττόμενων τιμημάτων από πωλούμενα περιουσιακά στοιχεία των υπό εκκαθάριση εταιριών καθώς και των ιδίων διαθεσίμων.

Προς το σκοπό αυτό υποβαλλόταν στην Επιτροπή από την αρμόδια Υποδιεύθυνση Διοικητικού και Οικονομικών Υπηρεσιών Εισηγητικό Σημείωμα, στο οποίο αναγράφονταν οι ληφθείσες προσφορές των τραπεζών με τα αντίστοιχα επιτόκια, με τη σύμφωνη γνώμη της Νομικής Υπηρεσίας όσον αφορά τη προθεσμία κατάθεσης των τιμημάτων, με βάση τις "εκ του πίνακα κατάταξης υποχρεώσεις", όπως αναφέρεται στην απόφαση.

Κατά το πρώτο χρονικό διάστημα από 10-1-1997 μέχρι 2-9-1998 τις επιταγές τις κατέθετε στον ως άνω λογαριασμό της "... ΑΧΕ" στην τράπεζα "..." ο ίδιος ο Γ. Δ. και στο "Δελτίο Κατάθεσης" που εξέδιδε η τράπεζα ... με την κατάθεση κάθε επιταγής, αναγραφόταν ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία "...

ΑΧΕ" και ως καταθέτης αυτών η ενάγουσα εταιρία. Στη συνέχεια παραλάμβανε το αντίγραφο του Δελτίου Κατάθεσης για τον πελάτη, το οποίο παρέδιδε στον κλητήρα που τον ανέμενε στο γραφείο του, και αυτός με τη σειρά του το παρέδιδε στην Γ. Σ. ή τον Δ. Φ.. Με εντολή δε αυτών καταχωρείτο στα λογιστικά βιβλία της μηνύτριας, ως επίσημο παραστατικό κατάθεσης των χρημάτων στην τράπεζα "...".

Μερικές ημέρες μετά την κατάθεση κάθε χρηματικού ποσού και πριν από τη λήξη της προθεσμίας δέσμευσης των χρημάτων που είχε καθορίσει η Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων, έφθανε στη μηνύτρια FAX, χωρίς υπογραφή με φερόμενη αποστολέα την εταιρία "... ΑΧΕ" (στην πραγματικότητα αποστολέας ήταν ο Γ. Δ.) με περιεχόμενο "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα", που την πληροφορούσε ότι το συγκεκριμένο κεφάλαιο αυτής (...

Α.Ε.) που δήθεν είχε επενδυθεί σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ή REPOS για το χρονικό διάστημα που είχε καθορίσει η Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων και με το επιτόκιο, που είχε δήθεν προσφέρει η τράπεζα ... μέσω του Γ. Δ., θα αποδώσει το ποσό των τόκων που αναγραφόταν στους πίνακες αυτούς. Με βάση τους πίνακες αυτούς το λογιστήριο της ενάγουσας πραγματοποιούσε στη συνέχεια την κατανομή του ανωτέρω ποσού των τόκων στους δικαιούχους και πίστωνε με τα αντίστοιχα ποσά τους λογαριασμούς αυτών (δικαιούχων), δηλαδή το λογαριασμό της ενάγουσας και τους λογαριασμούς των δικαιούχων προβληματικών επιχειρήσεων.

Συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 10-1-1997 και μέχρι 2-9-1998, παραδόθηκαν από τους κατηγορουμένους υπαλλήλους της μηνύτριας με τον προαναφερόμενο τρόπο στο Γ. Δ. (25) επιταγές συνολικού ποσού 9.997.245.352 δρχ. Τις παραπάνω επιταγές ο Γ. Δ. κατέθεσε στο λογαριασμό όψεως που διατηρούσε η "... ΑΧΕ" στην τράπεζα ...

και στη συνέχεια ο ίδιος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, συνεργαζόταν με την "... ΑΧΕ" έδινε εντολή στην τελευταία και πιστώνονταν με τα χρήματα της ενάγουσας που είχαν κατατεθεί στο λογαριασμό της οι κωδικοί που είχαν ανοιχτεί στην ως άνω χρηματιστηριακή εταιρεία και ανήκαν μεταξύ άλλων και σε τέσσερις υπεράκτιες εταιρείες τη σύσταση των οποίων είχε επιμεληθεί ο Γ.

Δ.. Όταν η ενάγουσα είχε ανάγκη μετρητών ο Γ. Δ. έδινε εντολή στην "... ΑΧΕ" να καταθέσει το ποσό που ζητούσε η ενάγουσα σε έναν από τους λογαριασμούς που αυτή διατηρούσε στις τράπεζες "….", "Εγνατία" και "Εργασίας" και να χρεώσει τον κωδικό μίας από τις off shore εταιρείες. Έτσι κατά το χρονικό διάστημα από 11/3/1997 μέχρι 30/6/1999 επεστράφη τμηματικά από την "...

ΑΧΕ" στην ενάγουσα, με κατάθεση επιταγών, εκδόσεως ... ΑΧΕ, σε λογαριασμούς που η ενάγουσα τηρούσε σε τράπεζες το συνολικό ποσό των 13.208.600.426 δρχ., το οποίο υπερβαίνει, εκτός από το κεφάλαιο και το ποσό των τόκων που θα κέρδιζε, αν το κεφάλαιο είχε πράγματι επενδυθεί με βάση τα επιτόκια που προσέφερε δήθεν η τράπεζα ...

διαμέσου του Γ. Δ., με συνέπεια η ενάγουσα να μην έχει υποστεί καμία ζημία από την προπεριγραφείσα δράση των ανωτέρω εναγομένων. (ΕΠΙΔΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ): Η ως άνω δραστηριότητα των προαναφερομένων, διακόπηκε τον Σεπτέμβριο του 1998, και άρχισε εκ νέου την 23/2/2000 και διήρκεσε μέχρι τον Οκτώβριο του 2001. Έτσι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα οι παραπάνω εναγόμενοι συνέχισαν την εφαρμογή της ίδιας διαδικασίας που απέβλεπε στο να περιέλθουν τα κατωτέρω διαθέσιμα της "...

Α.Ε" στην κατοχή τους μέσω της "..." του Γ. Δ., ο οποίος συνεργαζόταν με την "... ΑΧΕ", να τα τοποθετήσουν σε μετοχές εταιρειών εισηγμένων στο ΧΑΑ εν αγνοία και χωρίς την έγκριση του ΔΣ της ενάγουσας εταιρείας και έτσι να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Για την επιτυχία του σχεδίου τους εφάρμοσαν την ίδια ακριβώς διαδικασία όπως και κατά το χρονικό διάστημα 1997-1999.

Η διαφορά του σχεδίου κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα ήταν η χρησιμοποίηση και παρένθετων προσώπων, με τον παρακάτω αναφερόμενο αναλυτικά τρόπο, όπως κυρίως η Δ. Μ., Θ. Μ. και Δ. Κ.. Ο Γ. Δ., ζήτησε από τον εναγόμενο Δ. Κ., τον οποίο γνώριζε από το στάδιο της πρώτης φάσης και συνεργαζόταν με αυτόν να βρει κάποιο πρόσωπο προκειμένου μέσω αυτού να διακινούνται οι επιταγές που θα του παρέδιδαν οι εναγόμενοι Σ.

Σ.ς, Γ. Σ. και Δ. Φ.. Ο Δ. Κ. πρότεινε καταρχήν στον Γ. Δ. να χρησιμοποιήσει τον δικό του χρηματιστηριακό κωδικό, πρόταση που ο Δ. απέρριψε, οπότε ο Δ. Κ. αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ως τέτοιο πρόσωπο την εκ μητρός γιαγιά του Δ. Μ., η οποία είχε γεννηθεί το έτος 1912, είχε τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο στην ... και τη Σχολή Μαιών και κατοικούσε από ετών στο ....

Έτσι την έπεισε και υπέγραψε σύμβαση και την από 1-2-2000 "Εξουσιοδότηση", με την οποία εξουσιοδοτούσε την εταιρία "..." του Γ. Δ., όπως ενεργώντας για λογαριασμό της, διαβιβάζει στο όνομά της με ευθύνη της, είτε προφορικώς και μέσω τηλεφώνου είτε γραπτώς και με ΦΑΞ, τις εντολές αγοράς και πώλησης κινητών αξιών εισηγμένων στο ΧΑΑ ή σε άλλη χρηματιστηριακή αγορά ή χρηματαγορά ή μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και εν γένει οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες.

Υπέγραψε ακόμη, με τη χρηματιστηριακή εταιρία "... ΑΧΕ" "Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" και την από 17-2-2000 "Εξουσιοδότηση", με την οποία παρείχε στην εταιρεία ... ΑΧΕ την εξουσιοδότηση να οπισθογράφει μέσω των αρμοδίων οργάνων της και ιδίως μέσω των χρηματιστηριακών εκπροσώπων ή αντικριστών αυτής για λογαριασμό της (Δ.

Μ.) κάθε πράξη και έγγραφο που είναι αναγκαία για την πώληση και μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών της ή των σχετικών αποθετηρίων εγγράφων. Έτσι η Δ. Μ. απέκτησε στην "... ΑΧΕ" χρηματιστηριακή καρτέλα πελάτη με τον κωδικό αριθμό 13759, τον οποίο οι ως άνω εναγόμενοι (Σ., Σ., Φ., Δ.) χρησιμοποίησαν από 23- 2-2000 έως και Οκτώβριο 2001, για να μεταφέρουν σε αυτόν, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί αναλυτικά, το χρηματικό ποσό των 12.700.051.864 δραχμών, το οποίο αποτελούσε περιουσία εταιριών την οποία διαχειριζόταν η ενάγουσα "...".

Για την κίνηση του κωδικού της Δ. Μ. ο Δ. Κ. άνοιξε αρχικά στο όνομα της ένα νέο λογαριασμό στην "..." με αριθμό ...2490, και στη συνέχεια για να μπορεί να κάνει αναλήψεις μετρητών ο ίδιος χωρίς τη συμμετοχή της Δ. Μ., άνοιξε έναν κοινό με αυτήν λογαριασμό στην "Τράπεζα ..." με αριθμό ...83393. Στην τράπεζα ... ο Δ. Κ.ς τηρούσε και έναν άλλο (ατομικό) λογαριασμό στο όνομά του με αριθμό ...01834.

Μέσω των λογαριασμών αυτών οι εναγόμενοι Γ. Δ. και Δ. Κ.ς, διακινούσαν τα χρήματα της "... Α.Ε" από τον κωδικό της Δ. Μ. σε τραπεζικούς λογαριασμούς τρίτων ή τα τοποθετούσαν προσωρινά σε REPOS. Επίσης ο Δ. Κ., τον Μάιο του έτους 2000 άνοιξε έναν κωδικό στο όνομα της Δ. Μ., στη χρηματιστηριακή εταιρεία "...", προκειμένου να διενεργούν μέσω αυτού πράξεις σε παράγωγα, γιατί η εναγομένη "...

ΑΧΕ" δεν διέθετε την εποχή εκείνη τμήμα παραγώγων. Έτσι η Δ. Μ. υπέγραψε την από 18-5-2000 "Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", την από 18-5-2000 "Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών στο Χρηματιστήριο Παραγώγων Αθηνών (ΧΠΑ)" και την από 18-5-2000 "Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Εκκαθάρισης στο Πλαίσιο του Χρηματιστηρίου Παραγώγων Αθηνών και της εταιρίας Εκκαθάρισης Συναλλαγών επί Παραγώγων", και ανοίχτηκε, όπως ήταν υποχρεωτικό, στο όνομά της, τραπεζικός λογαριασμός όψεως-περιθωρίου στην Τράπεζα ...

με αριθμό 5029001611719. Μάλιστα ο Δ. Κ. από 21-11-2000 άνοιξε και αυτός κωδικό παραγώγων στην ίδια εταιρία, καθώς και όμοιο τραπεζικό λογαριασμό όψεως - περιθωρίου στην Τράπεζα … με αριθμό ...8634, προκειμένου να διαχέεται ο μεγάλος όγκος των συναλλαγών που γίνονταν στο όνομα της Δ. Μ., με μεταφορά χρημάτων μεταξύ των δύο λογαριασμών.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τις επιταγές που οι κλητήρες της ενάγουσας παρέδιδαν στον Γ. Δ. στο γραφείο του, ο τελευταίος τις κατέθετε στο λογαριασμό της "... ΑΧΕ" στην τράπεζα ..., χρησιμοποιώντας τη Δ. Μ., τον Δ. Κ. και άτομο εμφανιζόμενο με τα στοιχεία Θ. Μ., οι οποίοι με τη σειρά τους τις προσκόμιζαν στην τράπεζα ...

και τις κατέθεταν στον παραπάνω ...147 λογαριασμό όψεως που η εταιρία "... ΑΧΕ" διατηρούσε στην τράπεζα αυτή. Η τελευταία (...) εξέδιδε "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο ανέγραφε ως δικαιούχο των χρημάτων τη χρηματιστηριακή εταιρία "... ΑΧΕ" και ως καταθέτη αυτών το πρόσωπο που την κατέθετε. Ακολούθως τα αντίγραφα για τον πελάτη των Δελτίων Κατάθεσης που οι παραπάνω καταθέτες παραλάμβαναν από την τράπεζα τα παρέδιδαν στο Γ.

Δ. ο οποίος, αφού τα πλαστογραφούσε (νόθευε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "... ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε" τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ... FIN", τα παρέδιδε στον κλητήρα της ενάγουσας και ο τελευταίος τα παρέδιδε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικά κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στη τράπεζα "..." για αγορά Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας, με εντολή δε αυτών καταχωρούνταν στα λογιστικά βιβλία ως επίσημα παραστατικά κατάθεσης των χρημάτων και επένδυσή τους σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου.

Μερικές ημέρες μετά την κατάθεση κάθε χρηματικού ποσού και πριν από τη λήξη της προθεσμίας δέσμευσης των χρημάτων που είχε καθορίσει η Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων, έφθανε στην ενάγουσα FAX, χωρίς υπογραφή και σφραγίδες με φερόμενη αποστολέα την "... ΑΧΕ", (στην πραγματικότητα αποστολέας ήταν ο Γ. Δ.) "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα", με το οποίο την πληροφορούσε ότι το συγκεκριμένο κεφάλαιο αυτής που δήθεν είχε επενδυθεί σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ή REPOS για το χρονικό διάστημα που είχε καθορίσει η Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων και με το επιτόκιο που είχε δήθεν προσφέρει η τράπεζα ...

μέσω του Γ. Δ., θα αποδώσει το ποσό των τόκων που αναγραφόταν στους πίνακες αυτούς. Με βάση τους πίνακες αυτούς το λογιστήριο της "... ΑΕ" προέβαινε στη συνέχεια σε κατανομή του παραπάνω ποσού των τόκων στους δικαιούχους και πίστωνε, πραγματοποιώντας αντίστοιχες λογιστικές εγγραφές, τους λογαριασμούς αυτών (δικαιούχων), δηλαδή το λογαριασμό της ενάγουσας και τους λογαριασμούς των δικαιούχων προβληματικών επιχειρήσεων με τα αντίστοιχα ποσά.

Στη συνέχεια κατά το χρονικό διάστημα από 23-2-2000 έως 15-9-2001, με τον προαναφερόμενο τρόπο, οι εναγόμενοι Σ. Σ.ς, Γ. Σ. και Δ. Φ. παρέδωσαν στον Γ. Δ. (20) επιταγές συνολικού ποσού 12.700.051.864 δραχμών, και συγκεκριμένα τις εξής: 1) Στις 23/2/2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση, σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 1.052.287.220 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος προβληματικών εταιριών.

Η Νομική Υπηρεσία της ενάγουσας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 28-3-2000. Την ίδια ημέρα ο εναγόμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας ... και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 9,10%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες επτά τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ...

πρόσφερε επιτόκιο 8,92%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον εναγόμενο Σ. Σ., αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας ... με επιτόκιο 9,10% και για το χρονικό διάστημα από 23-2-2000 μέχρι 28-3-2000. Ακολούθως με εντολή των Σ. και Σ. και σε γνώση του Φ., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...82-3 επιταγή, έκδοσης της "...

Α.Ε", που υπογράφεται από τους δύο πρώτους, με ημερομηνία έκδοσης 23-2-2000, ποσού 1.052.287.220 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ... σε διαταγή ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω την παρέδωσαν, μέσω του κλητήρα Μ., στον Γ. Δ. και αυτός στη συνέχεια στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα ...

και την κατέθεσε στον ...147 λογαριασμό όψεως που η εταιρία "... ΑΧΕ" διατηρούσε στην τράπεζα αυτή.

Εκδόθηκε δε από την τράπεζα ... το από 23-2-2000 "Δελτίο Κατάθεσης", στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των χρημάτων, που κατατέθηκαν, η χρηματιστηριακή εταιρία ... ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "...

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε" τη φράση "ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ .... ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ" το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Σ. και Φ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα ... για αγορά Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας. Στις 24-2-2000 η ενάγουσα έλαβε FAX, "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με αποστολέα την ...

ΑΧΕ, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 1.052.287.220 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 22-2-2000 μέχρι 28-3-2000, ήτοι για 35 ημέρες με επιτόκιο 9,10% θα αποδώσει τόκους ύψους 9.182 287 δραχμών. Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της ενάγουσας προέβη στη συνέχεια σε κατανομή του παραπάνω ποσού των τόκων, ανάλογα με τα πιο πάνω κεφάλαια που αντιστοιχούσαν στις ανωτέρω προβληματικές επιχειρήσεις, και πίστωσε με το αντίστοιχο ποσό των τόκων το λογαριασμό κάθε δικαιούχου προβληματικής επιχείρησης.

Όμως οι προαναφερθέντες εναγόμενοι δεν επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, και δεν απέδωσαν στην ενάγουσα στις 28-3-2000, ούτε έχουν αποδώσει μέχρι σήμερα σ' αυτήν το ποσό του κεφαλαίου ούτε τους τόκους αυτού, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Με τις παραπάνω αθέμιτες ενέργειές τους οι κατηγορούμενοι απέκρυψαν από το Δ.Σ της μηνύτριας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι δηλαδή ότι δεν είχαν επενδύσει τα παραπάνω διαθέσιμα αυτής στην τράπεζα ..., στο όνομά της σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου που έληγαν στις 28-3-2000 οπότε και θα εισέπρατταν εκτός του κεφαλαίου και ποσό των τόκων με αποτέλεσμα να υποστεί η ενάγουσα ζημία ανερχόμενη στα ποσά που θα αναφερθούν κατωτέρω. 2) Στις 22-3-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 1.043.147.451 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος προβληματικών εταιριών.

Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 4-5-2000. Την ίδια ημέρα ο Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού πρόσφερε, τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας ... και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 9,00%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες επτά τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά Ε.Τ.Ε.

πρόσφερε επιτόκιο 8,75%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον Σ. Σ., αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας ... με επιτόκιο 9,00% και για το χρονικό διάστημα από 22-3-2000 μέχρι 4-5-2000. Ακολούθως με εντολή των Σ. και Σ. και σε γνώση του Φ., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...86-0 επιταγή έκδοσης της ...

Α.Ε., που υπογράφεται από τους Σ. Σ. και Γ. Σ., με ημερομηνία έκδοσης 22-3-2000, ποσού 1.043.147.451 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την "..." σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα Ι. Μ. στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ..

Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα ... και την κατέθεσε στον παραπάνω υπ' αριθμ. ...147 λογαριασμό όψεως που η εταιρία ... ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή.

Εκδόθηκε δε από την τράπεζα ... το από 22-3-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ... ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "...

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε" τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ... FIN." το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Σ. και Φ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα ... για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας. Στις 31-3-2000 έφθασε στη μηνύτρια με FAX από την ...

ΑΧΕ, "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με το οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 1.043.147.451 δρχ για το χρονικό διάστημα από 22-3-2000 μέχρι 4-5- 2000, ήτοι για 43 ημέρες με επιτόκιο 9,00% θα αποδώσει τόκους ύψους 11.060.221 δρχ. Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της "...

Α.Ε" προέβη στη συνέχεια σε κατανομή του παραπάνω ποσού των τόκων, ανάλογα με τα πιο πάνω κεφάλαια που αντιστοιχούσαν στις ανωτέρω προβληματικές επιχειρήσεις, και πίστωσε με το αντίστοιχο ποσό των τόκων το λογαριασμό κάθε δικαιούχου προβληματικής επιχείρησης. Όμως οι εναγόμενοι δεν επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, και δεν απέδωσαν στη μηνύτρια το ποσό του κεφαλαίου ούτε το ποσό των τόκων τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα.

Με τις παραπάνω αθέμιτες ενέργειές τους οι κατηγορούμενοι απέκρυψαν από το Δ.Σ της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι δηλαδή δεν είχαν επενδύσει τα παραπάνω διαθέσιμα αυτής στην τράπεζα ..., στο όνομά της σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου που έληγαν στις 28-3-2000 οπότε και θα εισέπρατταν εκτός του κεφαλαίου και το ποσό των τόκων 9.182 με αποτέλεσμα να υποστεί η ενάγουσα ζημία ανερχόμενη στο ποσά που θα εκτεθούν κατωτέρω. 3) Στις 18/4/2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 1.170.327.163 δρχ, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος προβληματικών εταιριών.

Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 26/6/2000. Την ίδια ημέρα ο Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας ... και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 8,9%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες επτά τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ....

πρόσφερε επιτόκιο 8,60%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον Σ. Σ., αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας ... με επιτόκιο 8,90% και για το χρονικό διάστημα από 18/4/2000 μέχρι 26/6/2000. Ακολούθως με εντολή των Σ. και Σ. και σε γνώση του Φ., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 54891 επιταγή έκδοσης της "...

Α.Ε", σε διαταγή "... ΑΕ", με ημερομηνία έκδοσης 8/4/2000, ποσού 1.104.407.637 δρχ. και η υπ' αριθ. 6577019-9 επιταγής έκδοσης της ... ΑΒΕΕ, με ημερομηνία έκδοσης 18/4/2000 ποσού 65.919.526 δρχ. που ήταν πληρωτέα από την ΑΤΕ σε διαταγή της ενάγουσας, οι οποίες αφού οπισθογράφησαν οι Σ. και Σ. ως εκπρόσωποι και για λογαριασμό της ενάγουσας, τις παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στον Γ.

Δ. και αυτός ακολούθως στη Δ. Μ.. Η τελευταία τις προσκόμισε στην τράπεζα ... και τις κατέθεσε στον ...14 λογαριασμό όψεως της εταιρείας ... ΑΧΕ. Εκδόθηκαν από την τράπεζα ... τα από 18-4-2000 "Δελτία Κατάθεσης" στα οποία αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία "... ΑΧΕ" και ως καταθέτρια αυτών η Δ.

Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "... ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ... FIN." το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Σ.

και Φ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα ... για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας. Στις 9-4-2000 έφθασε στην ενάγουσα με FAX από την ... ΑΧΕ, "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με το οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 1.170.327.163 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 18-4-2000 μέχρι 26-6-2000, ήτοι για 69 ημέρες με επιτόκιο 8,90% θα αποδώσει τόκους ύψους 19.690.354 δρχ.

Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της "... Α.Ε" προέβη στη συνέχεια σε κατανομή του παραπάνω ποσού των τόκων, ανάλογα με τα πιο πάνω κεφάλαια που αντιστοιχούσαν στις ανωτέρω προβληματικές επιχειρήσεις, και πίστωσε με το αντίστοιχο ποσό των τόκων το λογαριασμό κάθε δικαιούχου προβληματικής επιχείρησης.

Όμως οι εναγόμενοι δεν επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, και δεν απέδωσαν στην ενάγουσα στις 26-6-2000, ούτε το ποσό του κεφαλαίου ούτε το ποσό των τόκων, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Με τις παραπάνω αθέμιτες ενέργειές τους οι κατηγορούμενοι απέκρυψαν από το Δ.Σ της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι δηλαδή δεν είχαν επενδύσει τα παραπάνω διαθέσιμα αυτής στην τράπεζα ..., στο όνομά της σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου που έληγαν στις 26~6-2000οπότε και θα εισέπρατταν εκτός του κεφαλαίου και το ανωτέρω ποσό των τόκων, με αποτέλεσμα να υποστεί η ενάγουσα ζημία που θα εκτεθεί κατωτέρω. 4) Στις 07-06-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 225.576.430 δρχ, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής εταιρείας "...

Α.Ε.". Η νομική υπηρεσία της ενάγουσας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 11η-09-2000. Την ίδια ημέρα, ο 7ος εναγόμενος προσέφερε τηλεφωνικά ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας "..." και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής καθαρό επιτόκιο 8,45%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που προσέφεραν οι άλλες έξι τράπεζες, από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές και η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον 1° εναγόμενο, αποφάσισε την κατακύρωση υπέρ της δήθεν προσφοράς της "...", με επιτόκιο 8,45% και για το χρονικό διάστημα από 07-06-2000 μέχρι 11-09-2000.

Με εντολή του 1ου και της 2ης των εναγομένων και εν γνώσει του 4ου εξ αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 56760 επιταγή, έκδοσης της "... Α.Ε", που υπογράφεται από τους δύο πρώτους, με ημερομηνία έκδοσης 07-06-2000, ποσού 225.576.430 δρχ, πληρωτέα από την "... Α.Ε." σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία, αφού οπισθογράφησαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα της εταιρείας στον 7° εναγόμενο και αυτός, με τη σειρά του, στην Μ.η.

Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα "..." και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης στην τράπεζα αυτή, εκδόθηκε, δε, το από 08-06-2000 δελτίο κατάθεσης, στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης η Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του δελτίου κατάθεσης, που η τελευταία παρέλαβε από την τράπεζα, το παρέδωσε στον 7ο εναγόμενο, ο οποίος, αφού το νόθευσε, προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "...

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." την φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ....", το παρέδωσε στον κλητήρα και αυτός με τη σειρά του το έδωσε στους 2η και 4° των εναγομένων, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των ανωτέρω διαθεσίμων στην τράπεζα "..." για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας.

Στις 09-06-2000 η τελευταία έλαβε τηλεομοιοτυπία "Αναλυτικού Πίνακα Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" με αποστολέα την 16η εναγόμενη, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 225.576.430 δρχ, για το χρονικό διάστημα από 07-06-2000 μέχρι 11-09-2000, με επιτόκιο 8,45 %, θ' αποδώσει τόκους ποσού 5.013.359 δρχ και με βάση τα αναγραφόμενα στον πίνακα αυτό το λογιστήριο της ενάγουσας κατένειμε το ποσό των τόκων στους δικαιούχους, πιστώνοντας με τα αντίστοιχα ποσά τους λογαριασμούς τους.

Όμως, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε απέδωσαν στην ενάγουσα, ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν, δε, από το δ.σ. της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που έληγαν στις 11-09-2000, οπότε και θα εισέπρατταν, πέρα από το κεφάλαιο και ποσό τόκων, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω. 5) Στις 13-06-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 376.208.984 δρχ, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής εταιρείας "...

Α.Ε." και ίδια κεφάλαια της "... Α.Ε.". Η νομική υπηρεσία της ενάγουσας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 02α-10-2000. Την ίδια ημέρα, ο 7ος εναγόμενος προσέφερε τηλεφωνικά ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας "..." και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής καθαρό επιτόκιο 8,35%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που προσέφεραν οι άλλες πέντε τράπεζες, από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές και η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον 1° εναγόμενο, αποφάσισε την κατακύρωση υπέρ της δήθεν προσφοράς της "...", με επιτόκιο 8,35 % και για το χρονικό διάστημα από 13-6-2000 μέχρι 2-10-2000.

Οι δύο πρώτοι των εναγομένων εν γνώσει του 4ου εξ αυτών , παρέλαβαν από το ταμείο της εταιρείας την με αριθμό ...869-6 τραπεζική επιταγή, έκδοσης της ..., με ημερομηνία έκδοσης 13-6-2000 , ποσού 376.208.984 δρχ. που ήταν πληρωτέα από την τράπεζα αυτή σε διαταγή της ενάγουσας, την οποία αφού οπισθογράφησαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, ως εκπρόσωποι και για λογαριασμό της τελευταίας, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα της εταιρείας στον 7ο εναγόμενο και αυτός με τη σειρά του σε πρόσωπο το οποίο εμφανίσθηκε υπό τα στοιχεία Θ.

Μ.. Ο τελευταίος την προσκόμισε στην τράπεζα ... και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης στην τράπεζα αυτή, εκδόθηκε, δε, το από 14-06-2000 δελτίο κατάθεσης, στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης ο Θ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του δελτίου κατάθεσης, που ο τελευταίος παρέλαβε από την τράπεζα, το παρέδωσε στον 7° εναγόμενο, ο οποίος, αφού το νόθευσε, προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "...

Α.Ε" τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ....", το παρέδωσε στον κλητήρα και αυτός με τη σειρά του το έδωσε στους 2η και 4° των εναγομένων, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των ανωτέρω διαθεσίμων στην τράπεζα "..." για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας. Στις 22-06-2000 η τελευταία έλαβε τηλεομοιοτυπία "Αναλυτικού Πίνακα Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" με αποστολέα την 16η εναγόμενη, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 376.208.907 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 13-06-2000 μέχρι 02-10-2000, με επιτόκιο 8,35 %, θ' αποδώσει τόκους ποσού 9.553.129 δρχ και, με βάση τα αναγραφόμενα στον πίνακα αυτόν, το λογιστήριο της ενάγουσας κατένειμε το ποσό των τόκων στους δικαιούχους, πιστώνοντας με τα αντίστοιχα ποσά τους λογαριασμούς τους.

Όμως, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε απέδωσαν στην ενάγουσα, ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν δε, από το δ.σ. της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι δηλαδή ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που έληγαν στις 02-10-2000, οπότε και θα εισέπρατταν, πέρα από το κεφάλαιο και ποσό τόκων, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω. 6) Στις 06-07-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 1.531.058.336 δρχ, που αποτελούσε διαθέσιμα της ενάγουσας.

Την ίδια ημέρα οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, εν γνώσει του 4ου παρέλαβαν από το λογιστήριο της εταιρείας την με αριθμό ...66 τραπεζική επιταγή, έκδοσης της "... Α.Ε.", με ημερομηνία έκδοσης 06-07-2000, ποσού 1.531.058.336 δρχ, που ήταν πληρωτέα από την τράπεζα αυτή σε διαταγή της ενάγουσας, την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι ως άνω εναγόμενοι στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, ως εκπρόσωποι και για λογαριασμό της τελευταίας, την παρέδωσαν με κλητήρα της εταιρείας στον 7° εναγόμενο και αυτός, με τη σειρά του, στη Δ.

Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα "..." και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης στην τράπεζα αυτή, δίχως, εντούτοις, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε να επενδύσουν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε να αποδώσουν στην ενάγουσα, ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν, δε, από το δ.σ.

της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω. 7) Στις 24-07-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 755.200.000 δρχ, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής εταιρείας "...

Α.Ε." και ίδια κεφάλαια της "... Α.Ε.". Η νομική υπηρεσία της ενάγουσας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 31η-08-2000. Την ίδια ημέρα, ο 7ος εναγόμενος προσέφερε τηλεφωνικά ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας "..." και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής καθαρό επιτόκιο 8,40 %, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που προσέφεραν οι άλλες έξι τράπεζες, από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές και η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον 1° εναγόμενο, αποφάσισε την κατακύρωση υπέρ της δήθεν προσφοράς της "...", με επιτόκιο 8,40 % και για το χρονικό διάστημα από 24-07-2000 μέχρι 31-08-2000.

Με εντολή του 1ου και της 2ης των εναγομένων και εν γνώσει του 4ου εξ αυτών εκδόθηκε η με αριθμό ...89-7 επιταγή, έκδοσης της "... Α.Ε.", που υπογράφεται από τους δύο πρώτους, με ημερομηνία έκδοσης 24-07-2000, ποσού 755.200.000 δρχ, πληρωτέα από την "..." σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία, αφού οπισθογράφησαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στον 7° εναγόμενο και αυτός, με τη σειρά του, στην Μ..

Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα "..." και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης στην εν λόγω τράπεζα, εκδόθηκε, δε, το από 24-07-2000 δελτίο κατάθεσης, στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης η Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του δελτίου κατάθεσης που η τελευταία παρέλαβε από την τράπεζα, το παρέδωσε στον 7° εναγόμενο, ο οποίος, αφού το νόθευσε, προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "...

Α.Ε." την φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ....", το παρέδωσε στον κλητήρα και αυτός με τη σειρά του το έδωσε στους 2η και 4ο των εναγομένων, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των ανωτέρω διαθεσίμων στην τράπεζα "..." για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας. Στις 26-07-2000 η τελευταία έλαβε τηλεομοιοτυπία "Αναλυτικού Πίνακα Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" με αποστολέα τη 16η εναγόμενη, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 755.200.000 δρχ, για το χρονικό διάστημα από 24-07-2000 μέχρι 31-08-2000, με επιτόκιο 8,40 %, θ' αποδώσει τόκους ποσού 6.604.379 δρχ και, με βάση τα αναγραφόμενα στον πίνακα αυτόν, το λογιστήριο της ενάγουσας κατένειμε το ποσό των τόκων στους δικαιούχους, πιστώνοντας με τα αντίστοιχα ποσά τους λογαριασμούς τους.

Όμως, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε απέδωσαν στην ενάγουσα, ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν δε, από το δ.σ. της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι δηλαδή ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που έληγαν στις 31-08-2000, οπότε και θα εισέπρατταν, πέρα από το κεφάλαιο και ποσό τόκων, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί. 8) Στις 31-08-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 377.080.000 δρχ, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής εταιρείας "...

Α.Ε.". Η νομική υπηρεσία της ενάγουσας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 20η-10-2000. Την ίδια ημέρα, ο 7ος εναγόμενος προσέφερε τηλεφωνικά ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας "..." και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής καθαρό επιτόκιο 8,30 %, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που προσέφεραν οι άλλες επτά τράπεζες, από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές και η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον 1° εναγόμενο, αποφάσισε την κατακύρωση υπέρ της δήθεν προσφοράς της "...", με επιτόκιο 8,30% και για το χρονικό διάστημα από 31-08-2000 μέχρι 20-10-2000.

Με εντολή του 1ου και της 2ης των εναγομένων και εν γνώσει του 4ου εξ αυτών εκδόθηκε η με αριθμό ...40 επιταγή, έκδοσης της "... Α.Ε.", που υπογράφεται από τους δύο πρώτους, με ημερομηνία έκδοσης 31-08-2000 ποσού 377.080.000 δρχ, πληρωτέα από την "..." σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία, αφού οπισθογράφησαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν στον 7° εναγόμενο και αυτός, με τη σειρά του, στην Μ..

Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα "..." και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης στην εν λόγω τράπεζα, εκδόθηκε, δε, το από 31-08-2000 δελτίο κατάθεσης, στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης η Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του δελτίου κατάθεσης, που η τελευταία παρέλαβε από την τράπεζα, το παρέδωσε στον 7° εναγόμενο, ο οποίος, αφού το νόθευσε, προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "...

Α.Ε" την φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ....", το παρέδωσε στον κλητήρα και αυτός με τη σειρά του το έδωσε στους 2η και 4ο των εναγομένων, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των ανωτέρω διαθεσίμων στην τράπεζα "..." για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας. Στις 13-09-2000 η τελευταία έλαβε τηλεομοιοτυπία "Αναλυτικού Πίνακα Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" με αποστολέα την 16η εναγόμενη, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 377.080.000 δρχ, για το χρονικό διάστημα από 31-08-2000 μέχρι 20-10-2000, με επιτόκιο 8,30 %, θ' αποδώσει τόκους ποσού 4.287.348 δρχ και, με βάση τα αναγραφόμενα στον πίνακα αυτόν, το λογιστήριο της ενάγουσας κατένειμε το ποσό των τόκων στους δικαιούχους, πιστώνοντας με τα αντίστοιχα ποσά τους λογαριασμούς τους.

Όμως, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε απέδωσαν στην ενάγουσα, ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν, δε, από το δ.σ. της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που έληγαν στις 20- 10-2000, οπότε και θα εισέπρατταν, πέρα από το κεφάλαιο και ποσό τόκων, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω. 9)Στις 06-10-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 891.742.346 δρχ, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης "...

Α.Ε" και ίδια κεφάλαια της "... Α.Ε.". Η νομική υπηρεσία της ενάγουσας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 20η-12-2000. Την ίδια ημέρα, ο 7ος εναγόμενος προσέφερε τηλεφωνικά ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας "..." και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής καθαρό επιτόκιο 7,30 %, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που προσέφεραν οι άλλες έξι τράπεζες, από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές και η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον 1° εναγόμενο, αποφάσισε την κατακύρωση υπέρ της δήθεν προσφοράς της "...", με επιτόκιο 7,30 % και για το χρονικό διάστημα από 06-10-2000 μέχρι 20-12-2000.

Με εντολή του 1ου και της 2ης των εναγομένων και εν γνώσει του 4ου εξ αυτών εκδόθηκε η με αριθμό ...92-4 επιταγή, έκδοσης της "... Α.Ε.", που υπογράφεται από τους δύο πρώτους, με ημερομηνία έκδοσης 06-10-2000, ποσού 891.742.346 δρχ, πληρωτέα από την "..." σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία, αφού οπισθογράφησαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν με τον κλητήρα στον 7° εναγόμενο και αυτός στην Μ..

Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα "..." και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης στην εν λόγω τράπεζα, εκδόθηκε, δε, το από 09-10-2000 δελτίο κατάθεσης, στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης η Μ.. Το αντίγραφο για το πελάτη του δελτίου κατάθεσης, που η τελευταία παρέλαβε από την τράπεζα, το παρέδωσε στον 7° εναγόμενο, ο οποίος, αφού το νόθευσε, προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "...

Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ....", το παρέδωσε στον κλητήρα και αυτός με τη σειρά του το έδωσε στους 2η και 4ο των εναγομένων, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των ανωτέρω διαθεσίμων στην τράπεζα "..." για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας. Στις 19-10-2000 η τελευταία έλαβε τηλεομοιοτυπία "Αναλυτικού Πίνακα Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" με αποστολέα τη 16η εναγόμενη, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 891.742.346 δρχ, για το χρονικό διάστημα από 09-10-2000 μέχρι 20-12-2000, με επιτόκιο 7,30 %, θ' αποδώσει τόκους ποσού 12.841.090 δρχ και, με βάση τα αναγραφόμενα στον πίνακα αυτόν, το λογιστήριο της ενάγουσας κατένειμε το ποσό των τόκων στους δικαιούχους, πιστώνοντας με τα αντίστοιχα ποσά τους λογαριασμούς τους.

Όμως, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε απέδωσαν στην ενάγουσα, ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν, δε, από το δ.σ. της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι δηλαδή ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που έληγαν στις 20- 12-2000, οπότε και θα εισέπρατταν, πέρα από το κεφάλαιο και ποσό τόκων, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω. 10) Στις 14-11-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 440.506.221 δρχ, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης "...

Α.Ε." και ίδια κεφάλαια της "... Α.Ε.".. Η νομική υπηρεσία της ενάγουσας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 12η-02-2001. Την ίδια ημέρα, ο 7ος εναγόμενος προσέφερε τηλεφωνικά ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας "..." και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής καθαρό επιτόκιο 6,30 %, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που προσέφεραν οι άλλες έξι τράπεζες, από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές και η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον 1° εναγόμενο, αποφάσισε την κατακύρωση υπέρ της δήθεν προσφοράς της "...", με επιτόκιο 6,30 % και για το χρονικό διάστημα από 14-11-2000 μέχρι 12-02-2001.

Με εντολή του 1ου και της 2ης των εναγομένων και εν γνώσει του 4ου εξ αυτών εκδόθηκε επιταγή, έκδοσης της "... Α.Ε.", που υπογράφεται-από "τους δύο πρώτους, με ημερομηνία έκδοσης 14-11-2000, ποσού 440.506.221 δρχ, πληρωτέα από την "..." σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία, αφού οπισθογράφησαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν με τον κλητήρα στον 7° εναγόμενο και αυτός στην Μ..

Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα "..." και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης στην εν λόγω τράπεζα, εκδόθηκε, δε, το από 14-11-2000 δελτίο κατάθεσης, στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης η Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του δελτίου κατάθεσης, που η τελευταία παρέλαβε από την τράπεζα, το παρέδωσε στον 7° εναγόμενο, ο οποίος, αφού το νόθευσε, προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "...

Α.Ε" τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ....", το παρέδωσε στον κλητήρα και αυτός με τη σειρά του το έδωσε στους 2η και 4ο των εναγομένων, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των ανωτέρω διαθεσίμων στην τράπεζα "..." για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας. Στις 23-11-2000 η τελευταία έλαβε τηλεομοιοτυπία "Αναλυτικού Πίνακα Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" με αποστολέα τη 16η εναγόμενη, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 440.506.221 δρχ, για το χρονικό διάστημα από 14-11-2000 μέχρι 12-02-2001, με επιτόκιο 6,30 %, θ' αποδώσει τόκους ποσού 6.842.932 δρχ και, με βάση τα αναγραφόμενα στον πίνακα αυτόν, το λογιστήριο της ενάγουσας κατένειμε το ποσό των τόκων στους δικαιούχους, πιστώνοντας με τα αντίστοιχα ποσά τους λογαριασμούς τους.

Όμως, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε απέδωσαν στην ενάγουσα, ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν, δε, από το δ.σ. της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που έληγαν στις 12-02-2001, οπότε και θα εισέπρατταν, πέρα από το κεφάλαιο και ποσό τόκων, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω. 11) Στις 22-11-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 285.000.000 δρχ, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης "...

Α.Ε". Η νομική υπηρεσία της ενάγουσας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 12η-02-2001. Την ίδια ημέρα, ο 7ος εναγόμενος προσέφερε τηλεφωνικά ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας "..." και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής καθαρό επιτόκιο 6,35 %, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που προσέφεραν οι άλλες πέντε τράπεζες, από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές και η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον 1° εναγόμενο, αποφάσισε την κατακύρωση υπέρ της δήθεν προσφοράς της "...", με επιτόκιο 6,35% και για το χρονικό διάστημα από 22-11-2000 μέχρι 12-02-2001.

Με εντολή του 1ου και της 2ης των εναγομένων και εν γνώσει του 4ου εξ αυτών εκδόθηκε η με αριθμό ...84-7 επιταγή, έκδοσης της "... Α.Ε.", που υπογράφεται από τους δύο πρώτους, με ημερομηνία έκδοσης 22-11-2000, ποσού 285.000.000 δρχ, πληρωτέα από την "..." σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία, αφού οπισθογράφησαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν με τον κλητήρα στον 7° εναγόμενο και αυτός στην Μ..

Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα "..." και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης στη εν λόγω τράπεζα, εκδόθηκε, δε, το από 22-11-2000 δελτίο κατάθεσης, στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης η Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του δελτίου κατάθεσης, που η τελευταία παρέλαβε από την τράπεζα, το παρέδωσε στον 7° εναγόμενο, ο οποίος, αφού το νόθευσε, προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "...

Α.Ε" τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ....", το παρέδωσε στον κλητήρα και αυτός με τη σειρά του το έδωσε στους 2η και 4ο των εναγομένων, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των ανωτέρω διαθεσίμων στην τράπεζα "..." για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας. Στις 04-01-2001 η τελευταία έλαβε τηλεομοιοτυπία "Αναλυτικού Πίνακα Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" με αποστολέα τη 16η εναγόμενη, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 285.000.000 δρχ, για το χρονικό διάστημα από 22-11-2000 μέχρι 12-02-2001, με επιτόκιο 6,35 %, θ' αποδώσει τόκους ποσού 4.065.740 δρχ.

και, με βάση τα αναγραφόμενα στον πίνακα αυτόν, το λογιστήριο της ενάγουσας κατένειμε το ποσό των τόκων στους δικαιούχους, πιστώνοντας με τα αντίστοιχα ποσά τους λογαριασμούς τους. Όμως, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε απέδωσαν στην ενάγουσα, ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν δε από το δ.σ.

της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που έληγαν στις 12- 02-2001, οπότε και θα εισέπρατταν, πέρα από το κεφάλαιο και ποσό τόκων, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω. 12) Στις 30-11-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακά λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 2.929.247.434 δρχ, το οποίο ανήκε στα διαθέσιμα της "...

Α.Ε.". Με εντολή του 1ου και της 2ης των εναγομένων και εν γνώσει του 4ου εξ αυτών εκδόθηκε από το λογιστήριο η με αριθμό ...847 επιταγή, έκδοσης της "... Α.Ε.", που υπογράφεται από τους δύο πρώτους, με ημερομηνία έκδοσης 30-11-2000, ποσού 2.929.247.434 δρχ, πληρωτέα από την "..." σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία, αφού οπισθογράφησαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν με τον κλητήρα στον 7° εναγόμενο και αυτός στην Μ..

Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα "..." και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης στην εν λόγω τράπεζα, εκδόθηκε, δε, το από 30-11-2000 δελτίο κατάθεσης, στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης η Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του δελτίου κατάθεσης, που η τελευταία παρέλαβε από την τράπεζα, το παρέδωσε στον 7° εναγόμενο, ο οποίος, αφού το νόθευσε, προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "...

Α.Ε." την φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ....", το παρέδωσε στον κλητήρα και αυτός με τη σειρά του το έδωσε στους 2η και 4° των εναγομένων, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των ανωτέρω διαθεσίμων στην τράπεζα "..." για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας. Όμως, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε απέδωσαν στην ενάγουσα, ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν, δε, από το δ.σ.

της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω. 13) Στις 19-04-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 58.000.000 δρχ, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος προβληματικών επιχειρήσεων και ίδια κεφάλαια της "...

Α.Ε.". Η νομική υπηρεσία της ενάγουσας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 28η-06-2001. Την ίδια ημέρα, ο 7ος εναγόμενος προσέφερε τηλεφωνικά ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας "..." και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής καθαρό επιτόκιο 4,85 %, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που προσέφεραν οι άλλες έξι τράπεζες, από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές και η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον 1° εναγόμενο, αποφάσισε την κατακύρωση υπέρ της δήθεν προσφοράς της "...", με επιτόκιο 4,85% και για το χρονικό διάστημα από 19-04-2001 μέχρι 28-06-2001.

Με εντολή του 1ου και της 2ης των εναγομένων και εν γνώσει του 4ου εξ αυτών εκδόθηκε επιταγή, έκδοσης της "... Α.Ε.", που υπογράφεται από τους δύο πρώτους, με ημερομηνία έκδοσης 19-04-2001, ποσού 58.000.000 δρχ, σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία, αφού οπισθογράφησαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν με κλητήρα στον 7° εναγόμενο και αυτός στον όγδοο των εναγομένων.

Ο τελευταίος την προσκόμισε στην τράπεζα "..." και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης στην εν λόγω τράπεζα, εκδόθηκε, δε, το από 19-04-2001 δελτίο κατάθεσης, στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης ο 8ος εναγόμενος. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ελτίου κατάθεσης, που ο τελευταίος παρέλαβε από την τράπεζα, το παρέδωσε στον 7° εναγόμενο, ο οποίος, αφού το νόθευσε, προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "...

Α.Ε." την φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ....", το παρέδωσε στον κλητήρα και αυτός με τη σειρά του το έδωσε στους 2η και 4° των εναγομένων, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των ανωτέρω διαθεσίμων στην τράπεζα "..." για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας. Στις 10-05-2001 η τελευταία έλαβε τηλεομοιοτυπία "Αναλυτικού Πίνακα Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" με αποστολέα τη 16η εναγόμενη, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι κεφάλαιο ποσού 549.427.514 δρχ, μέρος του οποίου αποτελούσε και αυτό των 58.000.000 δρχ, για το χρονικό διάστημα από 19-04-2001 μέχρι 28-06-2001, με επιτόκιο 4,85 %, θ' αποδώσει τόκους ποσού 539.479 δρχ και, με βάση τα αναγραφόμενα στον πίνακα αυτόν, το λογιστήριο της ενάγουσας κατένειμε το ποσό των τόκων στους δικαιούχους, πιστώνοντας με τα αντίστοιχα ποσά τους λογαριασμούς τους.

Όμως, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε απέδωσαν στην ενάγουσα ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν, δε, από το δ.σ. της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που έληγαν στις 28-06-2001, οπότε και θα εισέπρατταν, πέρα από το κεφάλαιο και ποσό τόκων, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω. 14) Στις 29-06-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 302.200.000 δρχ, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης "...".

Η νομική υπηρεσία της ενάγουσας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 29η-08-2001. Την ίδια ημέρα, ο 7ος εναγόμενος προσέφερε τηλεφωνικά ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας "..." και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής καθαρό επιτόκιο 4,59%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που προσέφεραν οι άλλες έξι τράπεζες, από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές και η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον 1° εναγόμενο, αποφάσισε την κατακύρωση υπέρ της δήθεν προσφοράς της "...", με επιτόκιο 4,59 % και για το χρονικό διάστημα από 29-06-2001 μέχρι 29-08-2001.

Με εντολή του 1ου και της 2ης των εναγομένων και εν γνώσει του 4ου εξ αυτών εκδόθηκε από το λογιστήριο η με αριθμό ...84-5 επιταγή, έκδοσης της "... Α.Ε.", που υπογράφεται από τους δύο πρώτους, με ημερομηνία έκδοσης 29-06-2001, ποσού 302.200.000 δρχ, πληρωτέα από την "..." σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία, αφού οπισθογράφησαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν με τον κλητήρα στον 7° εναγόμενο και αυτός στον 8ο των εναγομένων, ο οποίος την προσκόμισε στην τράπεζα "..." και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης στην εν λόγω τράπεζα, εκδόθηκε, δε, το από 29-06-2001 δελτίο κατάθεσης, στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης ο 8ος εναγόμενος.

Το αντίγραφο για τον πελάτη του δελτίου κατάθεσης, που ο τελευταίος παρέλαβε από την τράπεζα, το παρέδωσε στον 7° εναγόμενο, ο οποίος, αφού το νόθευσε, προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "... Α.Ε" τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ....", το παρέδωσε στον κλητήρα και αυτός με τη σειρά του το έδωσε στους 2η και 4° των εναγομένων, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των ανωτέρω διαθεσίμων στην τράπεζα "..." για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας.

Στις 03-08-2001 η τελευταία έλαβε τηλεομοιοτυπία "Αναλυτικού Πίνακα Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" με αποστολέα τη 16η εναγόμενη, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι κεφάλαιο ποσού 302.200.000 δρχ, για το χρονικό διάστημα από 29-06-2001 μέχρι 29-08-2001, με επιτόκιο 4,59 %, θ' αποδώσει τόκους ποσού 2.318.164 δρχ και, με βάση τα αναγραφόμενα στον πίνακα αυτόν, το λογιστήριο της ενάγουσας κατένειμε το ποσό των τόκων στους δικαιούχους, πιστώνοντας με τα αντίστοιχα ποσά τους λογαριασμούς τους.

Όμως, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε απέδωσαν στην ενάγουσα ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν δε, από το δ.σ. της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που έληγαν στις 29-8-2001, οπότε και θα εισέπρατταν, πέρα από το κεφάλαιο και ποσό τόκων, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω. 15) Στις 10-07-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 42.853.356 δρχ, το οποίο ανήκε στα διαθέσιμα της "...

Α.Ε.". Με εντολή του 1ου και της 2ης των εναγομένων και εν γνώσει του 4ου εξ αυτών εκδόθηκε από το λογιστήριο η με αριθμό ..286 επιταγή, έκδοσης της "... Α.Ε.", που υπογράφεται από τους δύο πρώτους, με ημερομηνία έκδοσης 10-07-2001, ποσού 42.853.356 δρχ, πληρωτέα από την "..." σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία, αφού οπισθογράφησαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν με τον κλητήρα στον 7° εναγόμενο και αυτός, εν συνεχεία, σε άτομο αγνώστων, μέχρι σήμερα, στοιχείων.

Το τελευταίο αυτό άγνωστο άτομο την προσκόμισε στην τράπεζα "..." και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης στην εν λόγω τράπεζα, εκδόθηκε, δε, το από 10-07-2001 δελτίο κατάθεσης, στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και στη θέση του καταθέτη υπάρχει η δυσανάγνωστη υπογραφή του πιο πάνω αγνώστου, που πραγματοποίησε την κατάθεση.

Το αντίγραφο για τον πελάτη του δελτίου κατάθεσης, που ο άγνωστος παρέλαβε από την τράπεζα, το παρέδωσε στον 7° εναγόμενο, ο οποίος, αφού το νόθευσε, προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "... Α.Ε" την φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ....", το παρέδωσε στον κλητήρα και αυτός με τη σειρά του το έδωσε στους 2η και 4° των εναγόμενων, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των ανωτέρω διαθεσίμων στην τράπεζα "..." για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας.

Όμως, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε απέδωσαν στην ενάγουσα, ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν, δε, από το δ.σ. της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω. 16) Στις 30-07-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 81.500.000 δρχ, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης "...

Α.Ε.". Η νομική υπηρεσία της ενάγουσας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 17η-09-2001. Την ίδια ημέρα, ο 7ος εναγόμενος προσέφερε τηλεφωνικά ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας "..." και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής καθαρό επιτόκιο 4,66%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που προσέφεραν οι άλλες οκτώ τράπεζες, από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές και η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων με πρόεδρο τον 1° εναγόμενο, αποφάσισε την κατακύρωση υπέρ της δήθεν προσφοράς της "...", με επιτόκιο 4,66% και για το χρονικό διάστημα από 30-07-2001 μέχρι 17-09-2001.

Ακολούθως, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, εν γνώσει του 4ου εξ αυτών, παρέλαβαν από το ταμείο της εταιρείας την με αριθμό ...836-9 επιταγή, έκδοσης της "...", με ημερομηνία έκδοσης 27-07- 2001, ποσού 81.500.000 δρχ, πληρωτέα από την τράπεζα αυτή σε διαταγή "... Α.Ε.", την οποία, αφού οπισθογράφησαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, ως εκπρόσωποι και για λογαριασμό της τελευταίας, την παρέδωσαν με τον κλητήρα στον 7° εναγόμενο και αυτός στον 8ο των εναγομένων, ο οποίος την προσκόμισε στην τράπεζα "..." και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης στην εν λόγω τράπεζα, εκδόθηκε, δε, το από 30-07-2001 δελτίο κατάθεσης, στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης ο 8ος εναγόμενος.

Το αντίγραφο για τον πελάτη του δελτίου κατάθεσης, που ο τελευταίος παρέλαβε από την τράπεζα, το παρέδωσε στον 7° εναγόμενο, ο οποίος, αφού το νόθευσε, προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "... Α.Ε" τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ....", το παρέδωσε στον κλητήρα και αυτός με τη σειρά του το έδωσε στους 2η και 4ο των εναγομένων, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των ανωτέρω διαθεσίμων στην τράπεζα "..." για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας.

Στις 03-08-2001 η τελευταία έλαβε τηλεομοιοτυπία "Αναλυτικού Πίνακα Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε χρεόγραφα" με αποστολέα τη 16η εναγόμενη, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι κεφάλαιο ποσού 81.500.000 δρχ, για το χρονικό διάστημα από 27-07-2001 μέχρι 17-09-2001, με επιτόκιο 4,66 %, θ' αποδώσει τόκους ποσού 541.071 δρχ και, με βάση τα αναγραφόμενα στον πίνακα αυτόν, το λογιστήριο της ενάγουσας κατένειμε το ποσό των τόκων στους δικαιούχους, πιστώνοντας με τα αντίστοιχα ποσά του λογαριασμού τους.

Όμως, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε απέδωσαν στην ενάγουσα, ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν, δε, από το δ.σ. της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που έληγαν στις 17-9-2001, οπότε και θα εισέπρατταν, πέρα από το κεφάλαιο και ποσό τόκων, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω. 17) Στις 6-08-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 999.095.000 δρχ, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος προβληματικών επιχειρήσεων.

Η νομική υπηρεσία της ενάγουσας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 2-10-2001. Την ίδια ημέρα, ο 7ος εναγόμενος προσέφερε τηλεφωνικά ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας "..." και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής καθαρό επιτόκιο 4,72%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που προσέφεραν οι άλλες έξι τράπεζες, από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές και η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον 1° εναγόμενο, αποφάσισε την κατακύρωση υπέρ της δήθεν προσφοράς της "...", με επιτόκιο 4,72% και για το χρονικό διάστημα από 06-08-2001 μέχρι 02-10- 2001.

Με εντολή του 1ου και της 2ης των εναγόμενων και εν γνώσει του 4ου εξ αυτών εκδόθηκε από το λογιστήριο η με αριθμό ...287 επιταγή, έκδοσης της "... Α.Ε."; που υπογράφεται από τους δύο πρώτους, με ημερομηνία έκδοσης 06-08-2001, ποσού 999.095.000 δρχ, πληρωτέα από την "..." σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία, αφού οπισθογράφησαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν με τον κλητήρα στον 7° εναγόμενο και αυτός στον 8ο των εναγομένων, ο οποίος την προσκόμισε στην τράπεζα "..." και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης στην εν λόγω τράπεζα, εκδόθηκε, δε, το από 06-08-2001 δελτίο κατάθεσης, στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης ο 8ος εναγόμενος.

Το αντίγραφο για τον πελάτη του δελτίου κατάθεσης, που ο τελευταίος παρέλαβε από την τράπεζα, το παρέδωσε στον 7° εναγόμενο, ο οποίος, αφού το νόθευσε, προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "... Α.Ε" τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓIA ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ....", το παρέδωσε στον κλητήρα και αυτός με τη σειρά του το έδωσε στους 2η και 4° των εναγομένων, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των ανωτέρω διαθεσίμων στην τράπεζα "..." για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας.

Στις 10-08-2001 η τελευταία έλαβε τηλεομοιοτυπία "Αναλυτικού Πίνακα Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" με αποστολέα τη 16η εναγόμενη, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι κεφάλαιο ποσού 999.095.000 δρχ, για το χρονικό διάστημα από 06-08-2001 μέχρι 02-10-2001, με επιτόκιο 4,72 %, θ' αποδώσει τόκους ποσού 7.364.288 δρχ και, με βάση τα αναγραφόμενα στον πίνακα αυτόν, το λογιστήριο της ενάγουσας κατένειμε το ποσό των τόκων στους δικαιούχους, πιστώνοντας με τα αντίστοιχα ποσά τους λογαριασμούς τους.

Όμως, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε απέδωσαν στην ενάγουσα, ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν, δε, από το δ.σ. της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που έληγαν στις 02-10-2001, οπότε και θα εισέπρατταν, πέρα από το κεφάλαιο και ποσό τόκων, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω. 18) Στις 17-09-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 60.000.000 δρχ, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης "...".

Η νομική υπηρεσία της ενάγουσας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 25η-10-2001. Την ίδια ημέρα, ο 7ος εναγόμενος προσέφερε τηλεφωνικά ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας "..." και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής καθαρό επιτόκιο 4,39%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που προσέφεραν οι άλλες επτά τράπεζες, από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές και η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον 1° εναγόμενο, αποφάσισε την κατακύρωση υπέρ της δήθεν προσφοράς της "...", με επιτόκιο 4,39% και για το χρονικό διάστημα από 17-09-2001 μέχρι 25-10-2001.

Με εντολή του 1ου και της 2ης των εναγομένων και εν γνώσει του 4ου εξ αυτών εκδόθηκε από το λογιστήριο η με αριθμό ...05-2 επιταγή, έκδοσης της "... Α.Ε.", που υπογράφεται από τους δυο πρώτους, με ημερομηνία έκδοσης 17-09-2001, ποσού 60.000.000 δρχ, πληρωτέα από την "..." σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία, αφού οπισθογράφησαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν με τον κλητήρα στον 7° εναγόμενο και αυτός στον 8ο των εναγομένων, ο οποίος την προσκόμισε στην τράπεζα "..." και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης στην εν λόγω τράπεζα, εκδόθηκε, δε, το από 17-09-2001 δελτίο κατάθεσης, στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης ο 8ος εναγόμενος.

Το αντίγραφο για τον πελάτη του δελτίου κατάθεσης, που ο τελευταίος παρέλαβε από την τράπεζα, το παρέδωσε στον 7° εναγόμενο, ο οποίος, αφού το νόθευσε, προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "... Α.Ε" τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ....", το παρέδωσε στον κλητήρα και αυτός με τη σειρά του το έδωσε στους 2η και 4° των εναγομένων, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των ανωτέρω διαθεσίμων στην τράπεζα "..." για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας.

Στις 03-10-2001 η τελευταία έλαβε τηλεομοιοτυπία "Αναλυτικού Πίνακα Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" με αποστολέα τη 16η εναγόμενη, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι κεφάλαιο ποσού 60.000.000 δρχ, για το χρονικό διάστημα από 17-09-2001 μέχρι 25-10-200με επιτόκιο 4,39%, θ' αποδώσει τόκους ποσού 274.225 δρχ και, με βάση τα αναγραφόμενα στον πίνακα αυτόν, το λογιστήριο της ενάγουσας κατένειμε το ποσό των τόκων στους δικαιούχους, πιστώνοντας με τα αντίστοιχα ποσά τους λογαριασμούς τους.

Όμως, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε απέδωσαν στην ενάγουσα ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν, δε, από το δ.σ. της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που έληγαν στις 25-10-2001, οπότε και θα εισέπρατταν, πέρα από το κεφάλαιο και ποσό τόκων, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω. 19) Στις 25-9-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ποσού 79.022.000 δρχ, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος προβληματικών επιχειρήσεων και ίδια κεφάλαια της ενάγουσας.

Η νομική υπηρεσία καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 6-11-2001. Την ίδια ημέρα, ο 7ος εναγόμενος προσέφερε τηλεφωνικά ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας "..." και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής καθαρό επιτόκιο 4,04%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που προσέφεραν οι άλλες επτά τράπεζες, από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές και η επιτροπή διαχείρισης με πρόεδρο τον πρώτο εναγόμενο Σ.

αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας "..." με επιτόκιο 4,04% και για το χρονικό διάστημα από 25/9/2001 έως 6/11/2001. Ακολούθως με εντολή των ανωτέρω εναγομένων και με γνώση του 4ου εναγομένου Φ. εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ....07-0 και ...08-0 επιταγές έκδοσης της ... ΑΕ που υπογράφονται από τους δύο πρώτους εναγόμενους με ημερομηνία έκδοσης 25/9/2001 ποσού 40.000.000 δρχ.

και 39.022.000 δρχ. αντίστοιχα, που ήταν πληρωτέες από την "...", σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", τις οποίες αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, τις παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στον Γ. Δ. και αυτός ακολούθως στον 8ο εναγόμενο Δ. -Γ. Κ., ο οποίος την προσκόμισε στην τράπεζα "..." και την κατέθεσε στον με αριθμό ...147 λογαριασμό όψεως της 16ης εναγόμενης ...

ΑΧΕ στην εν λόγω τράπεζα, εκδόθηκε, δε, το από 17-09- 2001 δελτίο κατάθεσης, στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης ο 8ος εναγόμενος. Το αντίγραφο για τον πελάτη του δελτίου κατάθεσης, που ο τελευταίος παρέλαβε από την τράπεζα, το παρέδωσε στον 7° εναγόμενο Γ.

Δ., ο οποίος, αφού το νόθευσε, προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "... Α.Ε" τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ....", το παρέδωσε στον κλητήρα και αυτός με τη σειρά του το παρέδωσε στους εναγόμενους Γ. Σ. και Δ. Φ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των ανωτέρω διαθεσίμων στην τράπεζα "..." για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της ενάγουσας.

Στις 03-10-2001 η τελευταία έλαβε τηλεομοιοτυπία "Αναλυτικού Πίνακα Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" με αποστολέα την ... ΑΧΕ (16η εναγόμενη), με τον οποίο την πληροφορούσε ότι κεφάλαιο ποσού 60.000.000 δρχ, για το χρονικό διάστημα από 17-09-2001 μέχρι 25-10-200με επιτόκιο 4,39%, θ' αποδώσει τόκους ποσού 274.225 δρχ και, με βάση τα αναγραφόμενα στον πίνακα αυτόν, το λογιστήριο της ενάγουσας κατένειμε το ποσό των τόκων στους δικαιούχους, πιστώνοντας με τα αντίστοιχα ποσά τους λογαριασμούς τους.

Όμως, οι προαναφερθέντες εναγόμενοι ουδέποτε επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και ουδέποτε απέδωσαν στην ενάγουσα ούτε το κεφάλαιο, ούτε τους τόκους αυτού, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, απέκρυψαν, δε από το ΔΣ της ενάγουσας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ουδέποτε επένδυσαν τα διαθέσιμα στην τράπεζα "...", στο όνομά της, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που έληγαν στις 25-10-2001, οπότε και θα εισέπρατταν, πέρα από το κεφάλαιο και ποσό τόκων, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί τη ζημία που θα εκτεθεί αναλυτικό παρακάτω.

Με βάση όλα τα προαναφερθέντα, αποδεικνύεται ότι οι 1ος, 2η και 4ος εναγόμενοι, Σ. Σ.ς, Γ. Σ. και Δ. Φ.ς, ενεργώντας από κοινού και έχοντας κοινό δόλο, δεν τοποθέτησαν τα παραπάνω διαθέσιμα κεφάλαια της ενάγουσας, συνολικού ποσού 12.700.051.864 δρχ ή 37.270.878,54 ευρώ, σε λογαριασμό στο όνομα της ενάγουσας, στην τράπεζα "...", ή σε Ομόλογα ελληνικού δημοσίου, με το επιτόκιο και με την χρονική διάρκεια, που καθόριζε κάθε φορά με τις ως άνω αποφάσεις της η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων της "...

A.E.", αλλά σε συνεργασία και με τη σύμπραξη του άμεσου συνεργού τους, Γ. Δ. 7ου εναγομένου), κατόπιν εντολής του προς την 16η εναγομένη "... ΑΧΕ", που συνεργαζόταν με την εταιρεία του, "... Α.Ε.Λ.Δ.Ε.", πίστωσαν με ολόκληρο το ποσό αυτό την χρηματική καρτέλα πελάτη με τον κωδικό αριθμό 13759, που ο 8ος εναγόμενος Δ. Καμπανέλλης είχε ανοίξει, στο όνομα της Δ.

Μ., στην 16η εναγόμενη. Από το ποσό αυτό, που περιήλθε στην κατοχή τους, επέστρεψαν τμηματικά στην ενάγουσα, με κατάθεση επιταγών έκδοσης της 16ης εναγόμενης, σε διαταγή "ημών των ιδίων" και οπισθογράφηση από αυτήν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, σε λογαριασμό της ενάγουσας στην "...", με αντίστοιχη χρέωση της ανωτέρω καρτέλας της Δ.

Μ., το συνολικό ποσό των 1.938.574.976 δρχ ή 5.689.141,53 ευρώ. Έτσι, παρέμεινε στην κατοχή των πιο πάνω εναγομένων το ποσό των 10.761.476.888 (12.700.051.864 - 1.938.574.976) δρχ. ήτοι 31.581.729 ευρώ, το οποίο δεν απέδωσαν στην ενάγουσα αλλά το ιδιοποιήθηκαν παράνομα, τελώντας σε βάρος της τις αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της κακουργηματικής απάτης.

Εκτός από την ανωτέρω θετική της ζημία η ενάγουσα υπέστη και αποθετική ζημία, η οποία συνίσταται στην απώλεια των τόκων που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με βεβαιότητα θα αποκόμιζε εάν τα ανωτέρω ποσά είχαν επενδυθεί ,κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα σε τραπεζικά ιδρύματα με επιτόκιο 4,26 %, και συγκεκριμένα απώλεσε:

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕΡΕΣ ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΤΟΚΟΣ

1 23.2.2000-25.1.2002 1.052.287.220 702 4,26 86.216.054

2 23.3.2000-4.12.2000 1.043.147.451 195 4,26 23.740.893

3 18.4.2000-25.1.2002 1.170.327.163 647 4,26 88.374.771

4 7.6.2000-25.1.2002 225.576.340 598 4,26 15.743.869

5 13.6.2000-25.1.2002 376.208.984 592 4,26 25.993.670

6 6.7.2000-25.1.2002 1.531.058.336 568 4,26 101.497.842

7 24.7.2000-25.1.2002 755.200.000 550 4,26 48.477.633

8 31.8.2000-25.1.2002 377.080.000 512 4,26 22.533.061

9 6.10.2000-25.1.2002 891.742.346 476 4,26 49.540.807

10 14.11.2000-25.1.2002 440.506.221 437 4,26 22.467.266

11 22.11.2000-25.1.2002 285.000.000 429 4,26 14.269.833

12 30.11.2000-25.1.2002 2.929.247.434 421 4,26 144.187.574

13 19.4.20001-25.1.2002 58.000.000 281 4,26 1.902.178

14 29.6.2001-25.1.2002 302.200.000 211 4,26 7.442.068

15 10.7.2001-25.1.2002 42.853.356 199 4,26 995.301

16 30.7.2001-25.1.2002 81.500.000 179 4,26 1.702.658

17 6.8.2001-25.1.2002 999.095.000 173 4,26 20.172.960

18 17.9.2001-25.1.2002 60.000.000 131 4,26 917.359

19 25.9.2001-25.1.2002 79.022.000 123 4,26 1.134.410

ΣΥΝΟΛΟ 12.700.051.851 677.310.206

ΜΕΙΟΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

1 4.12.2000 -1.019 347.517 0 0

2 20.12.2000 -250.000.000 401 4,26 -11.700.411 10. 1. 2001 -73.000.000 380 4,26 -3.237.600

4 29.1.2001 -146.406.67 361 4,26 -6.168.575

5 12.2.2001 -249.820.782 347 4,26 -10.117.536

6 7.3.2001 -200.000.000 324 4,26 -7.562.959

ΣΥΝΟΛΟ ΕΠΙΣΤΡΟΦΩΝ -1.938.574.976 -38.787.081

ΤΕΛΙΚΟ ΠΟΣΟ 10.761.476.875 638.523.125 δρχ = 1.873.875,64 Ευρώ.

Η παραπάνω συμπεριφορά των προαναφερόμενων εναγομένων είναι παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ, γιατί αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 375, 386 ΠΚ, που προστατεύουν το προσβαλλόμενο δικαίωμα της ενάγουσας. Με την έκδοση καθεμιάς από τις παραπάνω επιταγές σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ" από την "..." για τα διαθέσιμα των υπό εκκαθάριση εταιρειών, την οπισθογράφησή τους και την κατάθεση των αναφερόμενων σε αυτές ποσών με τον τρόπο που περιγράφηκε (παράδοση αυτών κατ εντολή τους από τους κλητήρες στον Γ.

Δ. και στη συνέχεια η από αυτόν χρησιμοποίηση άλλων προσώπων όπως Δ. Μ., Δ. Κ., για την εμφάνισή τους στην τράπεζα) στο λογαριασμό της ... ΑΧΕ, η ενάγουσα αποξενωνόταν από την κατοχή τους και εκδηλωνόταν η πρόθεση ιδιοποιήσεώς τους. Η πρόθεσή τους αυτή καταδεικνύεται εκτός των άλλων και από την μετέπειτα διαχείριση των χρημάτων αυτών με τη διάθεσή τους, μέσω του παρένθετου προσώπου της Δ.

Μ., στην αγορά μετοχών και παραγώγων κατά παράβαση του νόμου και των εντολών της διαχειρίστριας των χρημάτων αυτών (ενάγουσας), ενέργειες που προσήκουν μόνο στον κύριο και τον έχοντα εκ του νόμου τη διαχείριση αυτών. Η πρόθεσή τους αυτή επιβεβαιώνεται και από τα τεχνάσματα που χρησιμοποίησαν για τη συγκάλυψη της υπεξαίρεσης και ειδικότερα: 1) Η επιλογή της τράπεζας ...

ως αποδέκτη των χρημάτων δεν ήταν τυχαία αλλά εξυπηρετούσε την εκτέλεση και την μη αποκάλυψη του σχεδίου τους, διότι ήταν η μοναδική τράπεζα στην …. με την οποία η ενάγουσα δεν είχε συναλλαγές 2) Η χρήση των πλαστών καταθετηρίων ως δικαιολογητικών για τη λογιστική εγγραφή στα σχετικά βιβλία της ενάγουσας για το ότι τα χρήματα βρίσκονταν στα ταμεία της ... 3) Η έλλειψη οποιουδήποτε επιβεβαιωτικού εγγράφου εκ μέρους της τράπεζας αυτής για την τοποθέτηση των χρημάτων σε repos και αντί αυτών η χρήση ως δικαιολογητικών για την κατανομή των επιμέρους ποσών στους λογαριασμούς των υπό εκκαθάριση εταιρειών, ανυπόγραφων φαξ, που φέρονταν να αποστέλλονται από συσκευές με τηλεφωνικούς αριθμούς που είχαν καταργηθεί από διετία 4) Η σύνταξη από την εναγόμενη Γ.

Σ., σημειωμάτων με τα οποία ενημέρωνε το ΔΣ της ενάγουσας για το πού βρίσκονται τα διαθέσιμα εκάστης των υπό εκκαθάριση εταιρειών, τα οποία σημειώματα χρησιμοποιούνταν και για τη σύνταξη του ισολογισμού, που ανέγραφε ότι βρίσκονται στα ταμεία της ..., αν και γνώριζε ότι τούτο ήταν ψευδές 5) Η μη αποστολή επιστολών στη ..., όπως έπρατταν με τις λοιπές τράπεζες, για την επιβεβαίωση των διαθεσίμων στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω εναγόμενοι (10ς, 2η και 4ος ) εξαρχής γνώριζαν ότι ο Γ. Δ.ς (7ος) δεν ήταν ποτέ υπάλληλος ή καθ' οιονδήποτε τρόπο συνεργάτης της τράπεζας "..." και ότι ουδέποτε πλειοδοτούσε για λογαριασμό της, προκειμένου να κατατεθούν τα διαθέσιμα της ενάγουσας σε προθεσμιακές καταθέσεις ή σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, και από κοινού σχεδίασαν και εκτέλεσαν την παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων της ενάγουσας.

Τούτο συνάγεται, ιδίως, από τα ακόλουθα: 1) Οι ανωτέρω εναγόμενοι είχαν επισκεφθεί τον Γ. Δ. πολλές φορές στον χώρο της εταιρείας του, "... Α.Ε.Λ.Δ.Ε" και ουδέποτε σε τράπεζα, χωρίς να συντρέχει λόγος επισκέψεώς τους στην εταιρεία του ανωτέρω με τον οποίο μάλιστα είχαν αναπτύξει σχέσεις ιδιαίτερης οικειότητας που δεν δικαιολογούνται 2) Δεν υπάρχει κανένα έγγραφο που να συνδέει τον Γ.

Δ. με την τράπεζα ..., οι δε εναγόμενοι ουδέποτε είχαν επισκεφθεί την εν λόγω τράπεζα παρόλο που επένδυαν σε αυτήν τόσο μεγάλα χρηματικά ποσά 3) Ουδέποτε έκαναν επιβεβαίωση της προσφοράς της εν λόγω τράπεζας με κάποιο στέλεχος αυτής ούτε υπάρχει τέτοια προσφορά επιτοκίου από την εν λόγω τράπεζα προς την ενάγουσα, 4) Όλες οι προσφορές επιτοκίων που απαιτούσε η ενάγουσα ήταν προφορικές με βάση πρόχειρο σημείωμα τηλεφώνων, στα οποία περιλαμβανόταν και αυτό του Γ.

Δ., χωρίς ποτέ να γίνει έλεγχος της ταυτότητας αυτών που έκαναν τις προσφορές επιτοκίων 5) Με εντολή των ανωτέρω εναγομένων, η αποστολή και η παράδοση των προαναφερομένων επιταγών από τους κλητήρες της ενάγουσας ή από τυχόν άλλο πρόσωπο, ακόμη δε και από τον ίδιο τον εναγόμενο Δ. Φ. δεν γινόταν σε τραπεζικό χώρο αλλά είτε στην έδρα της "ΑΕΑΔΕ" είτε στον Γ.

Δ. όταν βρισκόταν στα γραφεία της ... ΑΧΕ 6) Οι επιταγές εκδίδονταν από αυτούς σε διαταγή "ημών των ιδίων" ενώ η έκδοση αυτών σε διαταγή της πλειοδοτούσας τράπεζας θα απέκλειε κάθε παράνομη διακίνηση της επιταγής και θα διασφάλιζε τα χρήματα 7) Οι εναγόμενοι δεν αντέδρασαν στις παρατηρήσεις των υπαλλήλων του λογιστηρίου ότι τα καταθετήρια των επιταγών που επέστρεφαν εκεί ανέγραφαν ως δικαιούχο την ...

ή ως καταθέτη την Δ. Μ. και δικαιούχο την ..., πρόσωπα δηλαδή που δεν είχαν καμία σχέση με το σκοπό των καταθέσεων, αλλά αντίθετα τους καθησύχαζαν λέγοντας ότι η ... συνεργάζεται με την ..., 8) Ο 10ς εναγόμενος Σ. Σ.ς περιόρισε το γενικό έλεγχο της ενάγουσας, που είχε αποφασίσει το δ.σ αυτής, μόνο σε έλεγχο δαπανών, όταν δε ο ελεγκτής Γ.

Γεωργής του ζήτησε διευκρινίσεις του απάντησε ότι δε συντρέχει λόγος ανησυχίας για τα κεφάλαια της εταιρείας και του αρνήθηκε κάθε ενημέρωση για το ζήτημα αυτό 9) Ουδέποτε ζήτησαν από την τράπεζα ... έγγραφη πιστοποίηση του ύψους των καταθέσεων της ενάγουσας σε αυτήν ενόψει συντάξεως των ισολογισμών, παρά το γεγονός ότι στα υπηρεσιακά σημειώματα της 2ης εναγομένης πιστοποιείτο η ύπαρξη χρηματικών καταθέσεων στην τράπεζα αυτή και 9) Χρησιμοποίησαν παρένθετα πρόσωπα (Δ.

Μ., Δ. Κ.) για τη διακίνηση των χρημάτων της ενάγουσας. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος Δ. Φ.ς, δεν υπέγραψε σε αντίθεση με τους 1° και 2η εναγόμενους καμία από τις επιταγές με τις οποίες εκταμιεύθηκαν τα διαθέσιμα, δεν αίρει τη συμμετοχική του δράση διότι οι συναυτουργοί δεν είναι αναγκαίο να επιτελούν από κοινού τις επιμέρους πράξεις της πραγματώσεως του εγκλήματος, αλλά μπορεί καθένας να πραγματώνει μόνος του και μία μόνο επιμέρους πράξη και αρκεί για την κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος ο κοινός δόλος αυτών ο οποίος εν προκειμένω, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, συντρέχει.

Άλλωστε, όλη η διαδικασία για την κατάρτιση των παραστατικών , με βάση τα οποία εκδίδονταν οι επιταγές, η παραλαβή των καταθετηρίων, των FAX και η καταχώρησή τους στα βιβλία γινόταν από υπαλλήλους του λογιστηρίου κατ' εντολήν του ανωτέρω εναγομένου, με γνώση του 1ου και 2ης εξ αυτών. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, επιταγές παραλάμβανε και ο ανωτέρω εναγόμενος και τις παρέδιδε στους κλητήρες της ενάγουσας για τη μεταφορά τους στον Γ.

Δ., γνωρίζοντας και το λόγο για τον οποίο οι επιταγές δίνονταν σε αυτόν και όχι στην Τράπεζα. Περαιτέρω ο 4ος εναγόμενος Δ.-Γ. Κ., αποφάσισε, όπως προαναφέρθηκε να χρησιμοποιήσει για την υλοποίηση της υπεξαίρεσης των χρημάτων της ενάγουσας την υπερήλικη εκ μητρός γιαγιά του Δ. Μ. στην χρηματική καρτέλα της οποίας έλαβαν χώρα, οι προεκτεθείσες (20) πιστώσεις συνολικού ποσού 12.700.051.864 δρχ.

Εκτός από τις πιστώσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν και οι κατωτέρω χρεώσεις οι αποδέκτες των οποίων ήσαν κάθε φορά διαφορετικά πρόσωπα και συγκεκριμένα: 1) Στις 09-06-2000 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ. από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...486-8 επιταγή της τράπεζας "...", ποσού 230.000.000 δρχ, εις διαταγή της ίδιας.

Στην με αριθμό ...65/09-06-2000 απόδειξη πληρωμής αναγράφεται ότι το ποσό αυτό εισέπραξε η Μ. έναντι λογαριασμού, πλην, όμως, αυτό δεν είναι αληθές, γιατί η επιταγή αυτή κατατέθηκε σε λογαριασμό του Κ. Δ. στην τράπεζα "...", ο οποίος τύγχανε εξάδελφος του 8ου εναγόμενου και πελάτης της 16ης εναγόμενης. Μέρος του ποσού αυτού περιήλθε εκ νέου στην τελευταία, καθόσον αυτή εισέπραξε την με αριθμό ...46 επιταγή της "...", ποσού 92.000.000 δρχ, έκδοσης του Κ.

Δ. σε διαταγή "εμού του ιδίου", με πρώτου οπισθογράφηση αυτού, δεύτερη του 7ου εναγόμενου και τρίτη του 9ου και του 11ου των εναγομένων, εν συνεχεία, δε, το ποσό της επιταγής πιστώθηκε σε κωδικού του 7ου εναγόμενου στην 16η εξ αυτών. 2) Στις 29-09-2000, εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ. από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...177 επιταγή της "...", ποσού 145.000.000 δρχ, εις διαταγή "ημών των ιδίων".

Στην με αριθμό ...83/29-09-2000 απόδειξη πληρωμής αναγράφεται ότι η επιταγή αυτή παραλήφθηκε από την Μ., πλην, όμως, τούτο δεν είναι αληθές, γιατί η επιταγή αυτή, που φέρει οπισθογράφηση μόνο από τη 16η εναγόμενη, κατατέθηκε εκ νέου στον λογαριασμό της και τα χρήματα κατατέθηκαν την ίδια ημέρα σε πίστωση κωδικών πελατών της τελευταίας (...

ΑΧΕ). 3) Στις 10-11-2000 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ. από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...261-3 επιταγή της "....", ποσού 500.000.000 δρχ, εις διαταγή "ημών των ιδίων". Στην με αριθμό 254380/10-11-2000 απόδειξη πληρωμής που εξέδωσε η 16η εναγόμενη αναγράφεται ότι η επιταγή αυτή παραλήφθηκε από την Μ., πλην, όμως, τούτο δεν είναι αληθές, γιατί η επιταγή αυτή παραλήφθηκε από τον 8° εναγόμενο, ο οποίος την κατέθεσε στον με αριθμό ...1834 λογαριασμό του στην "...". 4) Στις 01-12-2000, εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...641-1 επιταγή της "...", ποσού 137.500.000 δρχ, εις διαταγή "ημών των ιδίων". Στην με αριθμό ...92/01-12-2000 απόδειξη πληρωμής που εξέδωσε η 16η εναγόμενη αναγράφεται ότι η επιταγή αυτή παραλήφθηκε από την Μ.. Αυτό δεν είναι αληθές, γιατί η επιταγή αυτή παραδόθηκε οπισθογραφημένη με εντολή του 12ου εναγόμενου, προϊσταμένου του τμήματος εκκαθάρισης της 16ης εναγόμενης, σε υπάλληλο για τις εξωτερικές εργασίες, ο οποίος την κατέθεσε στην τράπεζα στον λογαριασμό της τελευταίας ως αξία ληφθείσα τοις μετρητοίς και με τα χρήματα της επιταγής προέβη σε πίστωση των κωδικών πελατών της. 5) Στις 20-12-2000 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...531-0 επιταγή της "....", ποσού 230.000.000 δρχ, εις διαταγή της τελευταίας. Στην με αριθμό ...926/20-12-2000 απόδειξη πληρωμής που εξέδωσε η 16η εναγόμενη αναγράφεται ότι η επιταγή αυτή παραλήφθηκε από την Μ., πλην, όμως, τούτο δεν είναι αληθές, γιατί η επιταγή αυτή παραλήφθηκε από τον 8ο εναγόμενο, ο οποίος την κατέθεσε στον με αριθμό ...1834 λογαριασμό του στην "...". 6) Στις 20-12-2000 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...530-9 επιταγή της "....", ποσού 350.000.000 δρχ, εις διαταγή της τελευταίας. Στην με αριθμό ...927/20-12-2000 απόδειξη πληρωμής, που εξέδωσε η 16η εναγόμενη αναγράφεται ότι η επιταγή αυτή παραλήφθηκε από την Μ., πλην, όμως, τούτο δεν είναι αληθές, γιατί η επιταγή αυτή παραλήφθηκε από τον 8° εναγόμενο, ο οποίος την κατέθεσε στον με αριθμό ...1834 λογαριασμό του στην "...". 7) Στις 29-12-2000, εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...644-0 επιταγή της "...", ποσού 145.000.000 δρχ, εις διαταγή "ημών των ιδίων". Στην με αριθμό ...89/29-12-2000 απόδειξη πληρωμής που εξέδωσε η 16η εναγόμενη αναγράφεται ότι η επιταγή αυτή παραλήφθηκε από την Μ.. Αυτό δεν είναι αληθές, γιατί η επιταγή αυτή δεν παραλήφθηκε, ούτε εισπράχθηκε από την τελευταία, αλλά εμφανίστηκε στην "Εθνική Τράπεζα" από υπάλληλο της 16ης εναγόμενης και με το προϊόν της εξόφλησής της πιστώθηκαν κωδικοί πελατών της, που εκπροσωπούνταν από την εταιρεία "...

Α.Ε.Λ.Δ.Ε.". 8) Στις 10-01-2001 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ. από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...646-2 επιταγή της "....", ποσού 200.000.000 δρχ, εις διαταγή "ημών των ιδίων", οπισθογραφήθηκε από τη 16η εναγόμενη στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και την παρέλαβε ο 8ος εναγόμενος, ο οποίος την κατέθεσε στον με αριθμό ...11719 λογαριασμό της Μ.

στην "...". 9) Στις 12-02- 2001 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ. από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...664-9 επιταγή της "....", ποσού 200.000.000 δρχ, εις διαταγή "ημών των ιδίων", οπισθογραφήθηκε από τη 16η εναγόμενη στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και την παρέλαβε ο 8ος εναγόμενος, ο οποίος την κατέθεσε στον με αριθμό ...1834 λογαριασμό του στην "...". 10) Στις 07-05-2001 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...73-8 επιταγή της "....", ποσού 200.000.000 δρχ, εις διαταγή "ημών των ιδίων", οπισθογραφήθηκε από τη 16η εναγόμενη στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και την παρέλαβε ο 8ος εναγόμενος, ο οποίος την κατέθεσε τον με αριθμό ...1834 λογαριασμό του στην "...". 11) Στις 29-06-2001, εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...96-9 επιταγή της "....", ποσού 60.556.188 δρχ, εις διαταγή "ημών των ιδίων". Στην με αριθμό ...64/29-06-2001 απόδειξη πληρωμής που εξέδωσε η 16η εναγόμενη αναγράφεται ότι η επιταγή αυτή παραλήφθηκε από την Μ.. Αυτό δεν είναι αληθές, γιατί η επιταγή αυτή παραδόθηκε οπισθογραφημένη με εντολή του 12ου εναγόμενου, προϊσταμένου του τμήματος εκκαθάρισης της 16ης εναγόμενης, σε υπάλληλο για τις εξωτερικές εργασίες, ο οποίος την εισέπραξε και με τα χρήματα αυτής προέβη σε πίστωση χρεωστικών κωδικών πελατών της τελευταίας. 12) Στις 10-07-2001 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...0350-1 επιταγή της "....", εις διαταγή της, ποσού 150.000.000 δρχ, οπισθογραφήθηκε από τη 16η εναγόμενη στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και την παρέλαβε αγνώστων στοιχείων άτομο, το οποίο την κατέθεσε στον με αριθμό ...11719 λογαριασμό της Μ. στην "...". 13) Στις 31-07-2001 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...196 επιταγή της τράπεζας "...", εις διαταγή "ημών των ιδίων", ποσού 130.800.000 δρχ, οπισθογραφήθηκε από τη 16η εναγόμενη στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και την παρέλαβε ο εναγόμενος, ο οποίος την εισέπραξε σε μετρητά. 14) Στις 31-07-2001 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...379-9 επιταγή της τράπεζας "....", εις διαταγή "ημών των ιδίων", ποσού 205.500.000 δρχ, οπισθογραφήθηκε από τη 16η εναγόμενη στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και την παρέλαβε ο 8ος εναγόμενος, ο οποίος την εισέπραξε σε μετρητά. 15) Στις 03-08-2001 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...382-1 επιταγή της τράπεζας "....", εις διαταγή "ημών των ιδίων", ποσού 298.800.000 δρχ, οπισθογραφήθηκε από τη 16η εναγόμενη στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και την παρέλαβε ο 8ος εναγόμενος, ο οποίος την εισέπραξε σε μετρητά. 16) Στις 03-08-2001 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...89-9 επιταγή της τράπεζας "...", εις διαταγή "ημών των ιδίων", ποσού 199-500.000 δρχ, οπισθογραφήθηκε από τη 16η εναγόμενη στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και την παρέλαβε ο 8ος εναγόμενος, ο οποίος την εισέπραξε σε μετρητά. 17) Στις 08-08-2001 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...0343-5 επιταγή της τράπεζας "....", εις διαταγή της, ποσού 350.000.000 δρχ, οπισθογραφήθηκε από αυτήν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και την παρέλαβε ο 8ος εναγόμενος, ο οποίος την εισέπραξε σε μετρητά. 18) Στις 09-08-2001 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ. από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...90-8 επιταγή της τράπεζας "...", εις διαταγή "ημών των ιδίων", ποσού 100.000.000 δρχ, οπισθογραφήθηκε από τη 16η εναγόμενη στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και την παρέλαβε ο 8ος εναγόμενος, ο οποίος την εισέπραξε σε μετρητά. 19) Στις 31-08-2001 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...96-2 επιταγή της τράπεζας "...", εις διαταγή "ημών των ιδίων", ποσού 170.000.000 δρχ, οπισθογραφήθηκε από τη 16η εναγόμενη στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και την παρέλαβε ο 8ος εναγόμενος, ο οποίος την εισέπραξε σε μετρητά. 20) Στις 05-09-2001 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...198-0 επιταγή της τράπεζας "...", εις διαταγή "ημών των ιδίων", ποσού 85.580.000 δρχ, οπισθογραφήθηκε από τη 16η εναγόμενη στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης καν την παρέλαβε ο 8ος εναγόμενος, ο οποίος την εισέπραξε σ μετρητά. 21) Στις 05-09-2001 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...394-2 επιταγή της τράπεζας "....", εις διαταγή "ημών των ιδίων", ποσού 72.000.000 δρχ, οπισθογραφήθηκε από τη 16η εναγόμενη στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και την παρέλαβε ο 8ος εναγόμενος, ο οποίος την εισέπραξε σε μετρητά. 22) Στις 12-09- 2001 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...395-3 επιταγή της τράπεζας "....", εις διαταγή "ημών των ιδίων", ποσού 45.000.000 δρχ, οπισθογραφήθηκε από τη 16η εναγόμενη στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και την παρέλαβε ο 8ος εναγόμενος, ο οποίος την εισέπραξε σε μετρητά. 23) Στις 13-09-2001 εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ.

από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...170-1 επιταγή της τράπεζας "...", εις διαταγή της, ποσού 150.000.000 δρχ, οπισθογραφήθηκε από αυτήν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και την παρέλαβε ο 8ος εναγόμενος, ο οποίος την εισέπραξε σε μετρητά. 24) Στις 28-09-2001, εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ. από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...55-8 επιταγή της "...", ποσού 8.500.000 δρχ, εις διαταγή "ημών των ιδίων", η οποία, αφού οπισθογραφήθηκε από αυτήν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, παραδόθηκε με εντολή του 12ου εναγόμενου, προϊσταμένου του τμήματος εκκαθάρισης της 16ης εναγόμενης, στον υπάλληλο της, Β.

Π., ο οποίος την εισέπραξε και με τα χρήματα προέβη σε πίστωση χρεωστικών κωδικών πελατών της τελευταίας. 25) Στις 28-09-2001, εκδόθηκε σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Μ. από τη 16η εναγόμενη η με αριθμό ...56-7 επιταγή της "...", ποσού 4.700.000 δρχ, εις διαταγή "ημών των ιδίων", η οποία, αφού οπισθογραφήθηκε από την πρώτη στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, παραδόθηκε με εντολή του 12ου εναγόμενου, προϊσταμένου του τμήματος εκκαθάρισης, στον 8° εναγόμενο, ο οποίος την εισέπραξε και με τα χρήματα προέβη σε πίστωση χρεωστικών κωδικών πελατών της 16ης εναγόμενης. 26) στις 2-5-2000 η εταιρεία ...

ΑΧΕ κατέθεσε σε μετρητά, το ποσό των 7.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., στον υπ' αριθμ. ...2490 λογαριασμό που ο κατηγορούμενος Δ. Κ. είχε ανοίξει στο όνομά της στην .... 27) στις 7-6-2000 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέθεσε σε μετρητά, το ποσό των 80.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., στον υπ' αριθμ. ...2490 λογαριασμό που ο κατηγορούμενος Δ.

Κ. είχε ανοίξει στο όνομά της στην .... 28) στις 22-6-2000 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέβαλε στη Δ. Μ. σε μετρητά, το ποσό των 10.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της, εκδοθείσης από την ... ΑΧΕ της υπ' αριθμ. ...71/22-6-2000 απόδειξης πληρωμής, φέρουσα την υπογραφή της Δ. Μ.. 29) στις 9-8-2000 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 5.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ.

Μ., στον υπ' αριθμ. ...2490 λογαριασμό που ο κατηγορούμενος Δ. Κ. είχε ανοίξει στο όνομά της στην .... 30) στις 11-8-2000 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 50.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., στον υπ' αριθμ. ...11719 λογαριασμό που ο κατηγορούμενος Δ. Κ. είχε ανοίξει στο όνομά της στην .... 31) στις 8-9-2000 η εταιρεία ...

ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 200.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., στον υπ' αριθμ. ...11719 λογαριασμό που ο κατηγορούμενος Δ. Κ. είχε ανοίξει στο όνομά της στην .... 32) στις 13-9-2000 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 100.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., στον υπ' αριθμ. ...2490 λογαριασμό που ο κατηγορούμενος Δ.

Κ. είχε ανοίξει στο όνομά της στην .... 33) στις 5-10-2000 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 200.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., στον υπ' αριθμ. ...11719 λογαριασμό που ο κατηγορούμενος Δ. Κ. είχε ανοίξει στο όνομα της στην .... 34) στις 11-10-2000 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 45.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ.

Μ., στον υπ' αριθμ. ...2490 λογαριασμό που ο κατηγορούμενος Δ. Κ. είχε ανοίξει στο όνομά της στην .... 35) στις 2-4-2001 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέβαλε στη Δ. Μ. σε μετρητά, το ποσό των 5.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της, εκδοθείσης από την ... ΑΧΕ της υπ' αριθμ. ...28/2-10-2001 απόδειξης πληρωμής, φέρουσα την υπογραφή της Δ.

Μ.. 36) στις 12-7-2001 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 450.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., στον υπ' αριθμ. ...83393 λογαριασμό που ο κατηγορούμενος Δ. Κ. είχε ανοίξει κοινό στο όνομά του και στο όνομα της Δ. Μ.. 37) στις 30-7-2001 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 122.670 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ.

Μ., στο λογαριασμό ... (παραγώγων) στην .... 38) στις 31-7-2001 η εταιρεία- ....ΑΧΕ κατέβαλε στη Δ., Μ. σε μετρητά, το ποσό των 10.342.001 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της, εκδοθείσης από την ... ΑΧΕ της υπ' αριθμ. ...64/31-7-2001 απόδειξης πληρωμής, φέρουσα την υπογραφή της Δ. Μ.. 39) στις 31-7-2001 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 30.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ.

Μ., στο λογαριασμό ... (παραγώγων) στην τράπεζας Πίστεως. 40) στις 20-8-2001 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 250.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., στον υπ' αριθμ. ...83393 λογαριασμό που ο κατηγορούμενος Δ. Κ. είχε ανοίξει κοινό στο όνομά του και στο όνομα της Δ. Μ.. 41) στις 28-8-2001 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 350.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ.

Μ., στον υπ' αριθμ. ...83393 λογαριασμό που ο κατηγορούμενος Δ. Κ. είχε ανοίξει κοινό στο όνομά του και στο όνομα της Δ. Μ.. 42) στις 5-9-2001 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 100.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., στον υπ' αριθμ. ...83393 λογαριασμό που ο κατηγορούμενος Δ. Κ. είχε ανοίξει κοινό στο όνομά του και στο όνομα της Δ.

Μ.. 43) στις 7-9-2001 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 36.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., στο λογαριασμό ... (παραγώγων) στην τράπεζας Πίστεως. 44) στις 12-9-2001 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 150.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., στον υπ' αριθμ. ...83393 λογαριασμό που ο κατηγορούμενος Δ.

Κ. είχε ανοίξει κοινό στο όνομά του και στο όνομα της Δ. Μ.. 45) στις 18-9-2001 η εταιρεία ... ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 200.000.000 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., στον υπ' αριθμ. ...83393 λογαριασμό που ο κατηγορούμενος Δ. Κ. είχε ανοίξει κοινό στο όνομά του και στο όνομα της Δ. Μ.. 46) στις 2-10-2001 η εταιρεία ...

ΑΧΕ κατέθεσε το ποσό των 427.089.215 δραχμών, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., στον υπ' αριθμ. ...83393 λογαριασμό που ο κατηγορούμενος Δ. Κ. είχε ανοίξει κοινό στο όνομά του και στο όνομα της Δ. Μ.. 47) στις 5-4-2000 εκδόθηκε, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., από την ... ΑΧΕ η υπ' αριθμ. ...00-9 επιταγή της ..., σε διαταγή της Δ.

Μ., ποσού 10.000.000 δραχμών, οπισθογραφήθηκε από τη Δ. Μ. στη θέση της πρώτη οπισθογράφησης και αυτή με τη σειρά της την παρέδωσε σε άγνωστο άτομο που εμφανίστηκε με τα στοιχεία Θεοχάρης Μιχαλόπουλος, και με δελτίο αστυνομικής ταυτότητας Κ 043687/77, για το οποίο είχε δηλωθεί απώλεια το από 19-6-2003 έγγραφο του Διευθυντή του Τμήματος Ταυτοτήτων "α Αρχείων της Ελληνικής Αστυνομίας), και την κατέθεσε στο λογαριασμό 0047636427 του εναγομένου Δημητρίου Φραγκοδημητρόπουλου. 48) Στις 23-5-2000 εκδόθηκε, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ.

Μ., από την ... ΑΧΕ η υπ'. αριθμ. ...66-2 επιταγή της ..., σε διαταγή της Δ. Μ., ποσού 50.000.000 δραχμών. Η επιταγή αυτή οπισθογραφήθηκε στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης από τη Δ. Μ., και ακολούθως διακινήθηκε μέσω ΔΗΣΣΕ από την ... (κατάστημα Κολωνακίου). 49) στις 17-7-2000 εκδόθηκε, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., από την ...

ΑΧΕ η υπ' αριθμ. ...962-0 επιταγή της ..., σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", ποσού 83.321.923 δραχμών. Η επιταγή αυτή οπισθογραφήθηκε στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης από την ... ΑΧΕ και στη συνέχεια παραδόθηκε στη Δ. Μ., η οποία με τη σειρά της τη διακίνησε μέσω ΔΗΣΣΕ από την Τράπεζα ΕΤΒΑ (κατάστημα 016) και την κατέθεσε την ίδια ημέρα (17-7-2000) στο λογαριασμό όψεως 0162287 της ...

Α.Ε. (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 3263/1-7-2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Δικτύου και Εργασιών της ΕΤΒΑ BANK). 50) στις 31-7-2001 εκδόθηκε, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ.. Μ., από την ... ΑΧΕ η υπ' αριθμ.._...87-0. επιταγή, της ..., σε διαταγή ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", ποσού 93.700.000 δραχμών, οπισθογραφήθηκε από την ... ΑΧΕ στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και παραδόθηκε στον κατηγορούμενο Δημήτριο Κ., ο οποίος και την εισέπραξε μετρητά. 51) στις 5-9-2001 εκδόθηκε, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ.

Μ., από την ... ΑΧΕ η υπ' αριθμ. ...97-1 επιταγή της ..., σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", ποσού 30.550.000 δραχμών, οπισθογραφήθηκε από την ... ΑΧΕ στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και παραδόθηκε στον εναγόμενο Δ. Κ., ο οποίος και την εισέπραξε μετρητά. 52) στις 12-9-2001 εκδόθηκε, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., από την ..., η υπ' αριθμ. 2...9121150760058 τραπεζική επιταγή, σε διαταγή "...

ΑΧΕ", ποσού 70.000.000 δραχμών, οπισθογραφήθηκε από την ... ΑΧΕ στη θέση της οπισθογράφησης και παραδόθηκε στον εναγόμενο Δ. Κ., ο οποίος και την εισέπραξε μετρητά. 53) στις 14-9-2001 εκδόθηκε, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., από την ..., η υπ' αριθμ. 381475/381475 τραπεζική επιταγή, σε διαταγή "... ΑΧΕ", ποσού 45.000.000 δραχμών, οπισθογραφήθηκε από την ...

ΑΧΕ στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και παραδόθηκε στον εναγόμενο Δ. Κ., ο οποίος και την εισέπραξε μετρητά. 54) στις 14-9-2001 εκδόθηκε, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., από την ..., η υπ' αριθμ. ...50790058 τραπεζική επιταγή, σε διαταγή "... ΑΧΕ", ποσού 70.000.000 δραχμών, οπισθογραφήθηκε από την ... ΑΧΕ στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και παραδόθηκε στον εναγόμενο Δ.

Κ., ο οποίος και την εισέπραξε μετρητά. 55) στις 14-9-2001 εκδόθηκε, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ. Μ., από την ..., η υπ' αριθμ. ...442-8 τραπεζική επιταγή, σε διαταγή "... ΑΧΕ", ποσού 60.000.000 δραχμών, οπισθογραφήθηκε από την ... ΑΧΕ στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και παραδόθηκε στον εναγόμενο Δ. Κ., ο οποίος και την εισέπραξε μετρητά, 56) στις 7-8-2001 εκδόθηκε, σε χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ.

Μ., από την ..., η υπ' αριθμ. ...8342-4 τραπεζική επιταγή, σε διαταγή "... ΑΧΕ", ποσού 500.000.000 δραχμών, οπισθογραφήθηκε από την ... ΑΧΕ στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και παραδόθηκε στην εταιρεία "...", που ήταν πελάτης της ... ΑΧΕ. Η επιταγή αυτή εξοφλήθη συμψηφιστικώς από την ... στην ως άνω εταιρεία. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εκταμιεύσεις των μετρητών που αναφέρονται πιο πάνω (στοιχ. 12 έως 26 και 51 έως και 56), τις επιταγές που κατέθεσε σε δικούς τους λογαριασμούς ο Δ.

Γ. Κ.ς και για την κάλυψη των "κόκκινων" κωδικών πελατών της ΑΕΛΔΕ του Γ. Δ., αποδεικνύονται τα εξής: Το θέρος του 2001 η Δ. Μ. βρισκόταν σε διακοπές στη .... Προκειμένου η "...-ΑΧΕ" να εκδώσει μετά από υπόδειξη του Γ. Δ. επιταγές σε χρέωση του κωδικού της Δ. Μ. και να τις παραδώσει στον Δ. Γ. Κ. για τον ως άνω σκοπό, απαίτησε να υπογραφούν αποδείξεις παραλαβής (αναληπτήρια) των επιταγών από την Δ.

Μ.. Τότε με υπόδειξη του Γ. Δ. οι υπεύθυνοι της "...- ΑΧΕ" παρέδωσαν στον Δ.Γ. Κ. σειρά λευκών αποδείξεων (αναληπτηρίων). Ο τελευταίος μετέβη στη ..., όπου η Δ. Μ. υπέγραψε αυτά "εν λευκώ". Όταν λοιπόν ο Γ. Δ.ς γνωστοποιούσε στην ...-ΑΧΕ ότι η φερομένη ως δικαιούχος (Δ. Μ.) είχε ανάγκη μετρητών, οι υπεύθυνοι της εν λόγω χρηματιστηριακής εξέδιδαν την αντίστοιχη επιταγή.

Την παρέδιδαν στον ΔΓ. Κ., αφού προηγουμένως ο τελευταίος τους είχε παραδώσει την απόδειξη παραλαβής, την οποία συμπλήρωναν κατά τα ελλείποντα στοιχεία (ημερομηνία, αριθμό επιταγής κλπ). Στη συνέχεια, όταν επρόκειτο να γίνει ανάληψη μετρητών, ο ΔΓ. Κ., συνοδευόμενος πάντοτε από τον υπάλληλο της χρηματιστηριακής Λ.

Ζ., μετέβαινε στις πληρώτριες Τράπεζες και αναλάμβανε τα μετρητά. Μάλιστα οι Τράπεζες είχαν ειδοποιηθεί από την προηγούμενη για τις αναλήψεις αυτές από τους υπεύθυνους της ...-ΑΧΕ. Περαιτέρω, όταν ο Γ. Δ.ς οχλήθηκε από την εν λόγω χρηματιστηριακή ότι υπήρχαν "κόκκινοι" κωδικοί πελατών του, τους γνωστοποίησε ότι αυτοί θα καλυφθούν με χρήματα της Δ.

Μ.. Εκείνοι το αποδέχθηκαν και στη συνέχεια εκδόθηκαν από τους υπευθύνους της "...- ΑΧΕ" επιταγές που αναφέρονται πιο πάνω με στοιχεία 2, 4, 7, 11, 25 και 26. Οι αποδείξεις παραλαβής αυτών φέρονται να έχουν υπογράφει από τη Δ. Μ.. Καμιά όμως απ' αυτές δεν παραδόθηκε στην τελευταία. Η πρώτη παραδόθηκε στον Γ. Δ. και χωρίς οπισθογράφηση επεστράφη στην χρηματιστηριακή και κατ' εντολήν του παραδόθηκε σε κλητήρα της τελευταίας, ο οποίος την εμφάνισε, αφού την οπισθογράφησε στην πληρώτρια τράπεζα και με συμψηφιστικές εγγραφές πιστώθηκαν οι "κόκκινοι" κωδικοί πελατών του Γ.

Δ., που είχε υποδείξει αυτός. Από τις λοιπές, κατ' εντολή του Γ. Δ. οι τέσσερεις δόθηκαν από τους υπεύθυνους της ...-ΑΧΕ στους κλητήρες αυτής Ε. Κ., Η. Κ. και Β. Π. και οι τελευταίοι τις διακίνησαν με τον ως άνω αναφερόμενο τρόπο και κάλυψαν κωδικούς πελατών του Γ. Δ.. Η τελευταία από αυτές παραδόθηκε στον Δ. Γ. Κ.

και χρησιμοποιήθηκε για τον ίδιο σκοπό. Από τις παραπάνω συναλλαγές, που έγιναν από την χρηματική καρτέλα της Δ. Μ. αποδεικνύεται ότι: α) ο χειρισμός του κωδικού της γινόταν από τους Γ. Δ. και Δ. Γ. Κ., β) αυτοί τοποθετούσαν και επένδυαν κατά τη βούλησή τους τα χρήματα (περιουσία) της μηνύτριας, που είχαν περιέλθει στην κατοχή τους, από την προαναφερόμενη, εν γνώσει τους, εγκληματική δραστηριότητα των συγκατηγορουμένων τους Σ.

Σ., Γ. Σ. και Δ. Φ., σε αγορά μετοχών, ποσό δε 511.598.282 δραχμών ο Γ. Δ.ς το διέθεσε για την πίστωση χρεωστικών υπολοίπων άλλων πελατών της ... ΑΧΕ και δικών του, γ) στο χρηματιστήριο παραγώγων επένδυσαν και έχασαν σε διάστημα εννέα μηνών το χρηματικό ποσό των 1.523.397.355 δρχ. Ακόμη από τον Ιούλιο 2001, ο Γ. Δ.ς από κοινού με τον Δ.

Κ. αρχίζουν την ανάληψη των χρημάτων από τον κωδικό της Δ. Μ. και έως τον Οκτώβριο 2001 εκταμιεύουν όλο το χρηματικό ποσό, με μηδενισμό πλέον του κωδικού της, το οποίο και ιδιοποιήθηκαν παράνομα μετά των λοιπών συνεργών τους. Τα χρηματικά ποσά αναλάμβανε από τις τράπεζες ο Δ. Κ.ς, ο οποίος τα μετέφερε στα γραφεία της "...

ΑΕΛΔΕ", όπου τον περίμενε ο Γ. Δ.ς για την παραλαβή και διανομή τους. Έτσι ο 8ος εναγόμενος Δ. Γ. Κ.ς, αν και σαφώς γνώριζε την προέλευση των χρημάτων και ότι τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα οι προαναφερόμενοι 1ος, 2η, 4ος εναγόμενοι, με τις παραπάνω ενέργειές του απέκρυψε την αλήθεια για την προέλευση των χρημάτων αυτών και τα δέχθηκε στην κατοχή του, δια της Δ.

Μ. που αγνοούσε τα πάντα, με σκοπό να συγκαλύψει την πραγματική τους προέλευση και να συνδράμει τους ως άνω εναγομένους και το Γ. Δ., πραγματοποιώντας, με την χρησιμοποίηση πάντα της Δ. Μ., όλες τις συναλλαγές μέσω της ... ΑΧΕ, που προαναφέρθηκαν. Η γνώση του αποδεικνύεται από το ότι: α) Δέχεται και χρησιμοποιεί υπέργηρο στενό συγγενικό του πρόσωπο για "επενδύσεις τρίτων", γεγονός που δεν είναι σύνηθες σε νόμιμες συναλλαγές β) Ήταν συνεργάτης του Γ.

Δ. από το έτος τουλάχιστον 1997, όταν εισέπραξε και κατέθεσε στο λογαριασμό του ποσό συνολικά 168.000.000 δραχμών, με τις προαναφερόμενες επιταγές επιστροφής ποσών από τους τρεις προαναφερόμενους εναγόμενους, που εισπράχθηκαν "από λάθος", γ) Οι επιταγές τις οποίες παραλάμβανε και κατέθετε, δια της Δ. Μ., δεν είχαν εκδοθεί από φυσικά πρόσωπα αλλά από την ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, δ) Οι επιστροφές χρηματικών ποσών ομοίως γίνονταν σε λογαριασμό της ενάγουσας, ε) Ο ίδιος πραγματοποιούσε αναλήψεις χρημάτων από τους προαναφερόμενους κοινούς λογαριασμούς με τη Δ.

Μ., ως μη έδει αν επρόκειτο για επενδύσεις τρίτων, στ) Πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά τα αναλάμβανε από τις τράπεζες και τα μετέφερε όχι στην ενάγουσα αλλά στα γραφεία της εταιρίας του Γ. Δ.. Ο ισχυρισμός του εναγομένου αυτού ότι δε γνώριζε ότι τα χρήματα που ενσωματώνονταν στις επιταγές ήταν προϊόντα αξιόποινης πράξης διότι πείστηκε στις διαβεβαιώσεις του Γ.

Δ. που είχε αναφέρει ότι "σοβαροί πελάτες του με συμφέροντα σε μεγάλες εισηγμένες στο ΧΑΑ εταιρείες (ιδιοκτήτες - μέτοχοι) επιθυμούσαν να διενεργούν συναλλαγές στο ΧΑΑ όχι επ' ονόματι τους, ενόψει των ορίων που ισχύουν για τους ίδιους, αλλά μέσω κάποιου άλλου κωδικού που ανήκει σε άσχετο τρίτο πρόσωπο" πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενόψει όλων όσων προαναφέρεται ότι αποδείχθηκαν ως προς αυτόν.

Επομένως ο εν λόγω εναγόμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων, από εγκληματική δραστηριότητα και η παραπάνω συμπεριφορά του είναι παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., γιατί αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 1 ν.2331/1995, όπως ίσχυε, που προστατεύουν το προσβαλλόμενο δικαίωμα της ενάγουσας, καθόσον τα έννομα αγαθά που προστατεύονται με τις διατάξεις του νόμου 2331/1995 είναι αυτά που προσβάλλονται, με, την κύρια εγκληματική πράξη, εν προκειμένω την κακουργηματική υπεξαίρεση στην υπηρεσία και την κακουργηματική απάτη σε βάρος της ενάγουσας. ......

Όσον αφορά τον 11ο εναγόμενο Β. Σοφό ο οποίος ήταν οικονομικός διευθυντής της "... ΑΧΕ" έως 4/6/2001, η αδικοπρακτική του συμπεριφορά, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, συνίσταται στην αποδιδόμενη με το βούλευμα αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα διότι "όφειλε ως εκ της θέσης του να αναφέρει στην αρμόδια Αρχή, σύμφωνα με τον Ν.2331/1995, κάθε συναλλαγή ύποπτη για εγκληματική δραστηριότητα αλλά δεν το έπραξε και παραταύτα συνέτασσε ανά δίμηνο -τρίμηνο πανομοιότυπες εκθέσεις στις οποίες βεβαίωνε ότι έγινε έλεγχος για νομιμοποίηση και απέβη αρνητικός".

Η ως άνω όμως αδικοπρακτική συμπεριφορά του εν λόγω εναγομένου δεν αποδείχθηκε ούτε και οποιαδήποτε άλλη παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτού . Ειδικότερα ο 11ος εναγόμενος προσελήφθη από την "... ΑΧΕ", η οποία ήταν μέλος του ομίλου εταιρειών της "...", στις 4-5-1998 και αποχώρησε, με παραίτηση, στις 4-6-2001.

Αρχικά ασκούσε καθήκοντα Οικονομικού και Διοικητικού Διευθυντή της ανωτέρω χρηματιστηριακής εταιρείας αλλά και όλων των εταιρειών του Ομίλου , στα οποία καθήκοντα περιλαμβάνονταν η εύρυθμη λειτουργία των λογιστηρίων των εταιρειών αυτών, η διεκπεραίωση των φορολογικών θεμάτων, η συνεργασία με τους νομικούς συμβούλους, η σύνταξη προϋπολογισμού, η επικοινωνία με τους αλλοδαπούς μετόχους των εταιρειών του Ομίλου, οι αγορές παγίων και αναλώσιμων, οι μηνιαίες αναφορές στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για το δείκτη φερεγγυότητας της ΑΧΕ κλπ.

Ως οικονομικός και διοικητικός διευθυντής δεν είχε αρμοδιότητα να λαμβάνει γνώση των καθημερινών συναλλαγών με πελάτες και του εκάστοτε υπολοίπου του Κωδικού τους, δεν συναντούσε πελάτες, δεν τους κατέβαλε χρήματα, ούτε εισέπραττε χρήματα από αυτούς, δεν εκτελούσε χρηματιστηριακές εντολές, δεν εξέταζε το προφίλ των πελατών και δεν τους παρείχε οποιουδήποτε είδους υπηρεσίες.

Από 8-9-1998 ο εναγόμενος ορίστηκε υπεύθυνος εσωτερικού ελέγχου της εταιρείας, και ήταν επιφορτισμένος ιδίως με την ύπαρξη επαρκών εσωτερικών διαδικασιών που θα διασφάλιζαν την αποτελεσματική, ασφαλή και σύννομη λειτουργία της εταιρείας και με τη διενέργεια τακτικών ελέγχων για τη διαπίστωση της τήρησης των διαδικασιών αυτών από τα αρμόδια τμήματα.

Το έτος 1999 ορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 10 του Ν. 2331/1995, αρμόδιο διευθυντικό στέλεχος επιφορτισμένο με την εφαρμογή της νομοθεσίας για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και την επικοινωνία με τον Φορέα του άρθρου 7 του Ν.2331/1995. Σύμφωνα με το νόμο (4 παρ.10 ν.2331/95) ο εναγόμενος, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, δεν υποχρεούτο σε αυτοπρόσωπο έλεγχο των συναλλαγών αλλά οι ύποπτες συναλλαγές έπρεπε να αναφέρονται σε αυτόν (ως διευθυντικό στέλεχος) από τον υπάλληλο εκείνον που τις πραγματοποιεί ήτοι τα άλλα διευθυντικά στελέχη και οι υπάλληλοι της εταιρείας έπρεπε να αναφέρουν κάθε συναλλαγή που θεωρούσαν ύποπτη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και κάθε γεγονός του οποίου ελάμβαναν γνώση λόγω της υπηρεσίας τους και το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει ένδειξη εγκληματικής δραστηριότητας, ο δε εναγόμενος θα ενημέρωνε σχετικά, τηλεφωνικώς και με εμπιστευτικό έγγραφο, τον Αρμόδιο Φορέα του άρθρου 7 του ν, 2331/1995.

Ο εναγόμενος, όπως προαναφέρθηκε, δεν ερχόταν σε επαφή με τους συναλλασσομένους με την "... ΑΧΕ", ούτε κατά το άνοιγμα των κωδικών τους, αφού κάτι τέτοιο δεν αναγόταν στα καθήκοντα του και έτσι δεν ήλθε σε καμία επαγγελματική επαφή και με την Δ. Μ., ούτε εξέτασε την προέλευση των εισοδημάτων της. Αλλά ακόμα κι αν διενεργούσε ενδελεχείς τακτικούς ελέγχους και ακόμα κι αν είχε πληροφορηθεί έγκαιρα τις κινήσεις του κωδικού της Δ.

Μ. δεν θα ήταν δυνατή η διαπίστωση κάποιας παρατυπίας, ούτε θα ήταν δυνατόν να λάβει γνώση της προέλευσης των κεφαλαίων αφού η "... ΑΧΕ" δεν ελάμβανε από την τράπεζα αντίγραφα των επιταγών που κατατίθεντο στους λογαριασμούς της και επομένως δε γνώριζε την προέλευση των κεφαλαίων της Δ. Μ. και δεν μπορούσαν να εγερθούν υποψίες εκ των καταθέσεων αυτών.

Επιπροσθέτως οι καταβολές των μεγάλων χρηματικών ποσών από τη Δ. Μ. προς την "... ΑΧΕ" δεν αποτελούσαν παραβάσεις οποιοσδήποτε διαδικασίας και αντίστροφα οι καταβολές της "... ΑΧΕ" προς την Δ. Μ. δεν μπορούσαν να εγείρουν οποιεσδήποτε υποψίες. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν έλαβε καμία αναφορά από κάποιο στέλεχος της εταιρείας, που ερχόταν σε επαφή με το ταμείο της "...

ΑΧΕ", για κάποια ύποπτη συναλλαγή, και ειδικά για τη Δ. Μ., έτσι ώστε αυτός (εναγόμενος) να κινητοποιηθεί να την ερευνήσει και να την αναφέρει στον αρμόδιο φορέα του άρθρου 7 του Ν.2331/1995. Οι αναφορές που ελάμβανε αφορούσαν σε τρέχοντα θέματα και δεν είχαν σχέση με κωδικούς πελατών της εταιρείας και τα χρηματικά ποσά καθενός από αυτούς.

Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω εναγόμενος γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει, λαμβάνοντας ακόμη και μέτρα άκρας επιμέλειας ότι τα χρηματικά ποσά, που υπήρχαν στον κωδικό της Δ. Μ. ανήκαν στην ενάγουσα και ότι προέρχονταν από εγκληματικές δραστηριότητες της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950, που τελέστηκαν κατ' εξακολούθηση σε βάρος της.

Σημειωτέον ότι οι τελεσθείσες σε βάρος της ενάγουσας αξιόποινες πράξεις (απάτη, υπεξαίρεση) δεν κατέστη δυνατόν να γίνουν αντιληπτές ούτε από τον εσωτερικό έλεγχο και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της ενάγουσας, επί σειρά ετών, πολλώ δε μάλλον δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές από τον εναγόμενο, ο οποίος ούτε γνώριζε ούτε ήταν δυνατόν να γνωρίζει ότι τα ποσά που εισέρρεαν στους λογαριασμούς της "...

ΑΧΕ" ήταν αντικείμενο ξεπλύματος και επομένως δεν ήταν δυνατόν να προβεί στην ενημέρωση του αρμόδιου Φορέα του ν.233/1995. Ο εναγόμενος, όπως ήδη προαναφέρθηκε όφειλε να θεσπίσει εσωτερικές διαδικασίες και ελέγχους τήρησης από τα διάφορα τμήματα, πράγμα που έπραξε, χωρίς να υποχρεούται σε έλεγχο των κινήσεων των πελατών και χωρίς να έχει υποχρέωση να γνωρίζει τα υπόλοιπα και τις κινήσεις τους ενώ ως υπεύθυνος κατά τον ν.2331/1995 όφειλε απλώς να αναφέρει ύποπτες συναλλαγές που θα του αναφέρονταν από υπαλλήλους επιφορτισμένους με τις συναλλαγές των πελατών της "...

ΑΧΕ", τέτοια δε ενημέρωση ουδέποτε έλαβε ώστε να παραλείψει να την αναφέρει. Ενόψει των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε η αποδιδόμενη με την αγωγή (σελ.15, 69) στον ανωτέρω εναγόμενο παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αλλά ούτε και οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του. Λεκτέον ότι ο ανωτέρω κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας της άμεσης συνέργειας σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα με την υπ' αριθμ.803/08 Απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Ενόψει των ανωτέρω η ένδικη αγωγή ,ως προς τον παραπάνω εναγόμενο τυγχάνει αβάσιμη κατ' ουσίαν, όπως κατ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο περί του αντιθέτου 5ος λόγος της υπό στοιχείο (2) έφεσης της "..." με τον οποίο η εκκαλούσα διατείνεται ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τον ανωτέρω εναγόμενο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Όσον αφορά τον 12ο εναγόμενο Λ. Ζ. η αδικοπρακτική του συμπεριφορά, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, συνίσταται στην τέλεση της αξιόποινης πράξης της άμεσης συνδρομής στους Κ. και Μ. στη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Ο ανωτέρω εναγόμενος προσελήφθη τον Απρίλιο 2000 ως Προϊστάμενος του Τμήματος Εκκαθάρισης (Back Office) της ...

ΑΧΕ, το οποίο (τμήμα) είχε την ευθύνη για την διεκπεραίωση των εντολών, που ελάμβανε και εκτελούσε η εταιρεία για λογαριασμό των πελατών της. Όταν ανέλαβε τα καθήκοντα του, υπήρχε ήδη από τον Φεβρουάριο χρηματιστηριακός κωδικός της Δ. Μ., με ποσά καταθέσεων άνω των δύο δισεκατομμυρίων δραχμών και με συναλλαγές στο δικό του τμήμα.

Στα πλαίσια των καθηκόντων του εκτελούσε και τις εντολές για την πελάτισσα Δ. Μ., που του διαβίβαζε ο Γ. Δ., μέσω δε αυτού γνώρισε και τον κατηγορούμενο Δημήτριο Κ.. Εξέδωσε δε και παρέδωσε στον τελευταίο ή στη Δ. Μ. τις προαναφερόμενες με αύξοντες αριθμούς 2-13, 25, 26, 51-56 επιταγές της "... ΑΧΕ" σε διαταγή ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ, οι οποίες διακινήθηκαν κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα ανωτέρω.

Μάλιστα μερικές φορές συνόδευσε τον Δ. Κ. στην Τράπεζα, προκειμένου να βοηθήσει στην πληρωμή της ενόψει των μεγάλων ποσών. Όμως όλες οι παραπάνω ενέργειες αυτού του εναγομένου έγιναν κατ' εντολή των προϊσταμένων του και κυρίως της εναγομένης Π. Μ.. Από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε γνώση αυτού ότι α) τα χρήματα που υπήρχαν στον χρηματικό κωδικό της Δ.

Μ. ανήκαν στην ενάγουσα και ότι προέρχονταν από εγκληματικές δραστηριότητες της παραγράφου 1 του άρθρου 1 Ν.1608/ 1950, που τελέστηκαν κατ' εξακολούθηση σε βάρος αυτής και β) ότι οι Κ.ς και Μ. τα δέχθηκαν στην κατοχή τους, ώστε να χαθεί η παράνομη προέλευσή τους και συγκεκριμένα συνολικό ποσό 2.605.553.886 δρχ. καταβάλλοντας αυτά είτε σε μετρητό είτε με έκδοση επιταγών της ...

ΑΧΕ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ". Συνακόλουθα δεν αποδείχθηκε ότι με την έκδοση των επιταγών και την πληρωμή μετρητών ενήργησε, εν γνώσει και των Κ. και Μ. με σκοπό να συγκαλύψει την προέλευση των χρημάτων και να παράσχει συνδρομή σε αυτούς στην αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.

Ούτε όμως και αμελής συμπεριφορά μπορεί να αποδοθεί στον ανωτέρω εναγόμενο αφού όταν προσλήφθηκε στην "... ΑΧΕ" η Δ. Μ. ήταν ήδη πελάτισσα της εταιρείας με καταθέσεις και χρηματιστηριακές πράξεις πολλών δισεκατομμυρίων δραχμών. Με τα δεδομένα αυτά λοιπόν δεν μπορούσε ούτε να γνωρίζει την παράνομη προέλευση των χρημάτων, ούτε να ελέγξει το προφίλ της Δ.

Μ. ούτε και είχε λόγους να υποψιαστεί έστω, πολλώ δε μάλλον την δυνατότητα να ελέγξει την προέλευση των χρημάτων της, τα οποία βρήκε δεδομένα στην εταιρεία. Ανεξαρτήτως όμως τούτων, σε κάθε περίπτωση δεν είχε ούτε την αρμοδιότητα να ελέγξει το προφίλ της Δ. Μ. ή την προέλευση των χρημάτων της, αφού αυτός ήταν υπεύθυνος του "back office" (πίσω γραφείο) του γραφείου δηλαδή διεκπεραίωσης χρηματιστηριακών συναλλαγών", ενώ αρμόδιοι για τη γνωριμία και τον έλεγχο του πελάτη ήταν οι υπεύθυνοι του front office ("μπροστά γραφείο"), και δη κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης της εταιρείας με τον πελάτη.

Το γραφείο αυτό ήταν εκείνο που ερχόταν σε επαφή με τους πελάτες, γνώριζε τους πελάτες, συνήπτε τις συμβάσεις μαζί τους, λάμβανε και εκτελούσε τις εντολές τους. Δεν μπορούσε επομένως ο εναγόμενος να γνωρίζει ή να ελέγξει την οικονομικό και επενδυτικό προφίλ της Μ. ή οποιοσδήποτε άλλης πελάτισσας της εταιρίας ,πολύ δε περισσότερο, που η Μ.

ήταν ήδη δεδομένη πελάτισσα της εταιρίας, με ήδη δεδομένες και ελεγμένες καταθέσεις και κινήσεις δισεκατομμυρίων όταν αυτός προσελήφθη. Εξάλλου ο εναγόμενος δεν είχε και τέτοια αρμοδιότητα, ούτε γνώριζε ο,τιδήποτε που ενδεχόμενα θα μπορούσε να του γεννήσει υποψίες ότι τα χρήματα της Μ. ήταν προϊόν παράνομης δραστηριότητας, σε βάρος της ενάγουσας.

Ο εναγόμενος ακόμα κι αν επεδείκνυε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, δηλαδή την επιμέλεια ενός μέσου και συνετού ανθρώπου - την οποία και επέδειξε - δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ούτε καν να υποψιαστεί ή έστω να θεωρήσει ως ενδεχόμενο ότι τα χρήματα δεν ήταν της Δ. Μ. αλλά αποτελούσαν προϊόν παράνομης δραστηριότητας σε βάρος της ενάγουσας.

Ακολούθως η ανωτέρω χρηματιστηριακή είχε το τμήμα front office, το οποίο ήταν αρμόδιο για τη σύνταξη του προφίλ της κάθε πελάτισσας και την σύναψη της αντίστοιχης χρηματιστηριακής σύμβασης με κάθε πελάτη επενδυτή και το οποίο ελάμβανε την ενημέρωση από την τράπεζα για τα ποσά που κάθε φορά κατατίθεντο στον χρηματιστηριακό κωδικό του κάθε πελάτη.

Επιπλέον τούτων πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω χρηματιστηριακή είχε αρμόδιο εσωτερικό ελεγκτή, τον Β. Σ., ο οποίος είχε μάλιστα ελέγξει και διάφορες από τις επιταγές εκδόσεως εις διαταγήν "ημών των ιδίων" που παραδόθηκαν στη Δ. Μ.. Αφού λοιπόν ούτε η Τράπεζα που ελάμβανε τις καταθέσεις από τη Δ. Μ., ούτε το front office, ούτε ο κατά νόμο αρμόδιος εσωτερικός ελεγκτής γνώριζαν ή αντιλήφθηκαν ή υποψιάστηκαν ο,τιδήποτε, ούτε ο εναγόμενος που υπηρετούσε στο back office θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι τα χρήματα δεν ήταν της Δ.

Μ., αλλά προϊόν παράνομης δραστηριότητας σε βάρος της ενάγουσας, πολύ δε περισσότερο που, όταν προσελήφθη, η Δ. Μ. ήταν δεδομένη πελάτισσα στην εταιρεία με ήδη δεδομένες και άρα ελεγμένες καταθέσεις και κινήσεις δισεκατομμυρίων. Επομένως, ο εναγόμενος, με τα ως άνω δεδομένα, δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει ή έστω να μπορεί να γνωρίζει ή να υποπτευθεί, ότι τα επίδικα χρήματα περιήλθαν υπεξαιρεθέντα στην εταιρεία ...

και ακολούθως μέσω αυτής στον Δ. ή δια του Δ. περαιτέρω σε άλλα πρόσωπα για δικό τους αποκλειστικά όφελος, με αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας. Δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι με τις συγκεκριμένες πράξεις, που εκτελούσε πάντοτε κατ' εντολήν των Κ. και Μ. θα προκαλούσε ή θα μπορούσε να προκαλέσει οιαδήποτε ζημία σε βάρος της ενάγουσας.

Σημειωτέον ότι κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, ο εναγόμενος ευθύνεται διότι "επειδή γνώριζε την προέλευση των τεράστιων ποσών χρημάτων, που προέρχονταν από την ενάγουσα και εισέρρεαν στην ... μέσω του Δ., όφειλε ενεργώντας με στοιχειώδη επιμέλεια να ερευνήσει και να εξακριβώσει ποια σχέση μπορούσε και επιτρεπόταν να υπάρχει μεταξύ του Δ.

και της ενάγουσας που ανήκε στον ευρύτερο Δημόσιο τομέα και διαχειριζόταν τα χρήματα των υπό ειδική εκκαθάριση εταιρειών". Με τα δεδομένα αυτά, όμως, ακόμα και η ίδια η ενάγουσα θέτει ως προϋπόθεση για την απόδοση σε βάρος του εναγομένου ευθύνης, έστω και από αμέλεια, τη γνώση της προέλευσης των χρημάτων ήτοι, κατά τους ισχυρισμούς της ίδιας ενάγουσας, η εφαρμογή του κανόνα επιμέλειας που αυτή επικαλείται και που επέτασσε τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ Δ.

και ενάγουσας, προϋποθέτει γνώση της παράνομης προέλευσης των χρημάτων ως προϊόντος υπεξαίρεσης. Όπως όμως αποδείχθηκε ο εναγόμενος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει την αληθή προέλευση των χρημάτων της Μ.. Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφερθεί ότι οι καταβολές στη Μ. γίνονταν πάντα με εντολή του front office, είτε με καταθέσεις απευθείας στον τραπεζικό της λογαριασμό είτε με έκδοση και παράδοση επιταγών στην ίδια, με τις επιταγές δε αυτές δεν παραδίδονταν χρήματα άσχετα με την Δ.

Μ. αλλά τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα, σύμφωνα με τα ανωτέρω στον προσωπικό της κωδικό και τα οποία εφόσον υπήρχε η αντίστοιχη εντολή έπρεπε να της παραδοθούν. Ενόψει τούτων, η έκδοση και η παράδοση επιταγών στην Δ. Μ. ή στον πληρεξούσιό της Δ. Κ. (εγγονό της) προκειμένου να της επιστραφούν χρήματα με τα οποία ήταν πιστωμένος ο προσωπικός της κωδικός, δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει στον εναγόμενο την υπόνοια ότι πρόκειται για χρήματα που προέρχονται από παράνομη δραστηριότητα σε βάρος της ενάγουσας.

Το αν τα χρήματα αυτά κατέληγαν στη συνέχεια σε τρίτα πρόσωπα ο εναγόμενος δεν το ήξερε ούτε μπορούσε να το ξέρει. Άλλωστε πριν από την έκδοση των επίμαχων επιταγών είχαν προηγηθεί και εξακολουθούσαν παράλληλα και με την έκδοση επιταγών να γίνονται καταβολές πολλών δισεκατομμυρίων απευθείας στον τραπεζικό λογαριασμό της ανωτέρω.

Περαιτέρω ορισμένες φορές ο ως άνω εναγόμενος πράγματι συνόδευσε τον 8ο εναγόμενο, ΔΓ. Κ., εγγονό της Μ. προκειμένου να παραλάβει την επιταγή που είχε εκδώσει η "... ΑΧΕ" για την Μ., έτσι ώστε η τελευταία να αναλάβει το προϊόν ρευστοποίησης των μετοχών της. Στα πλαίσια αυτά ελάμβανε χώρα ο έλεγχος νομιμοποίησης του Δ.

Κ., ο οποίος προσκόμιζε αποδείξεις ανάληψης υπογεγραμμένες από την Μ. και στη συνέχεια ο εναγόμενος αναχωρούσε από την Τράπεζα και επέστρεφε στην εταιρεία και βεβαίως δε γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει εάν ο Κ.ς θα έδινε μετά τις επιταγές στον Δ.. Όσον αφορά την πίστωση των λεγάμενων "κόκκινων κωδικών" (κωδικοί χρεωστικοί προς την εταιρεία) που επικαλείται η εκκαλούσα, ως στοιχείο αμελούς συμπεριφοράς του εναγομένου, ο εναγόμενος δεν ήταν αρμόδιος για την πίστωση αυτών, αλλά αρμόδιο ήταν το front office της εταιρείας που αποφάσιζε σε συνεργασία με την εκάστοτε ΕΛΔΕ ποιοι χρεωστικοί κωδικοί θα πιστωθούν.

Η πίστωση των κόκκινων κωδικών που έγινε με τις επιταγές που έστειλε ο Γ. Δ.ς, έλαβε χώρα με εντολή της Διοίκησης της εταιρείας χωρίς ο εναγόμενος να γνωρίζει εάν οι επιταγές αυτές ήταν της Δ. Μ.. Τέλος, όσον αφορά τα επικαλούμενα από την εκκαλούσα "λευκά αναληπτήρια", το καλοκαίρι του 2000 μερικές επιταγές παραδόθηκαν στον προαναφερόμενο πληρεξούσιο της Μ., (Δ.

Κ.) με την προσκόμιση από αυτόν προϋπογεγραμμένων από την ίδια την Δ. Μ., αποδείξεων, κατόπιν ρητής εντολής της Διοίκησης, η οποία γνωστοποίησε στον εναγόμενο ότι τις επιταγές θα παραλάβει ο εγγονός της Μ., με αποδείξεις της τελευταίας, η οποία διατηρούσε με αυτόν κοινό λογαριασμό στον οποίο εμβάζονταν χρήματα από τον χρηματιστηριακό κωδικό της.

Ο δε εναγόμενος, ως υπάλληλος της εταιρείας, όπως και οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος αυτής, όταν υπάρχουν χρήματα στον κωδικό ενός πελάτη και ο πελάτης τα ζητήσει, δεν μπορούσε να αρνηθεί να του τα παραδώσει. Συνακόλουθα των ανωτέρω δεν προέκυψε αδικοπρακτική συμπεριφορά του ανωτέρω 12ου εναγόμενου, Λ. Ζ.υ, και η ένδικη αγωγή τυγχάνει ως προς αυτόν απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, όπως ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου 5ου λόγου της υπό στοιχείο (2) έφεσης της εκκαλούσας ...

ως ουσία αβάσιμου. Περαιτέρω όσον αφορά τους 9ο και 10η εναγόμενους Ί.-Λ. Κ. και Π. Μ., η θεμελίωση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, κατά την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, συνίσταται στα ακόλουθα: Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 23-2-2000 μέχρι τον Οκτώβριο 2001, υπό την ιδιότητά του Προέδρου της "... ΑΧΕ" ο πρώτος και η δεύτερη ως Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ενεργώντας κατ' επάγγελμα, με σκοπό πορισμό εισοδήματος, με σκοπό να παράσχουν συνδρομή σε πρόσωπα με προσόδους από εγκληματικές δραστηριότητες, δέχτηκαν στην κατοχή τους και μεταβίβασαν περαιτέρω περιουσία προερχόμενη από εγκληματική δραστηριότητα των Γ.

Δ., Σ. Σ.υ, Γ. Σ., Δ. Φ.υ που υπεξαίρεσαν χρήματα που ανήκαν σε υπό εκκαθάριση επιχειρήσεις, τα οποία διαχειριζόταν η "... ΑΕ", θυγατρική εταιρία της ΕΤΒΑ τράπεζας, που εδρεύει στην ημεδαπή. Ειδικότερα ότι στις ημερομηνίες που αναφέρθηκαν πιο πάνω σημειούμενες στις επιμέρους πράξεις της υπεξαίρεσης των τριών πρώτων εναγομένων, δέχτηκαν με επιμέρους καταθέσεις που έγιναν επί του με αριθμό 3286010147 λογαριασμό όψεως που η εν λόγω εταιρία τους διατηρούσε στην τράπεζα "...", συνολικό ποσό 12.700.051.864 δρχ., το οποίο γνώριζαν ότι αποτελούσε περιουσία των προαναφερομένων προσώπων και είχε υπεξαιρεθεί από τους τρεις πρώτους κατηγορούμενους και τον φυγόδικο Γ.

Δ. και με τη χρησιμοποίηση από τους τελευταίους παρένθετων προσώπων, όπως τη Δ. Μ., τον Δ.Γ. Κ., Θ. Μ. και άλλα άγνωστα πρόσωπα, για την κατάθεση των επιταγών έτσι ώστε να εμφανίζονται ότι τα κατατιθέμενα χρήματα προέρχονταν απ' αυτούς. Με την κατάθεση των επιταγών αυτών στο λογαριασμό της ... ΑΧΕ, τα χρήματα αυτών αναμιγνύονταν με τα λοιπά που υπήρχαν εκεί και επερχόταν σύγχυση για την προέλευση αυτών.

Στη συνέχεια πίστωναν με τα ποσό αυτά το κωδικό 13759, κωδικό που είχε ανοίξει στην πιο πάνω χρηματιστηριακή εταιρία η Δ. Μ. με τις παροτρύνσεις και υποδείξεις των Γ. Δ. και Γ.-Δ. Κ.. Ακολούθως οι ίδιοι ως άνω εναγόμενοι, ενεργώντας ως εκπρόσωποι της εν λόγω εταιρίας (... ΑΧΕ), μεταβίβασαν προκειμένου να εμφανίσουν ότι τα χρήματα αυτά ήταν προϊόν νόμιμης συναλλαγής, με χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ.

Μ., τα χρήματα αυτά με τελικούς αποδέκτες τους Γ. Δ. και Γ.Δ. Κ. είτε τρίτους οι οποίοι τα εισέπρατταν και για λογαριασμό των τριών πρώτων κατηγορουμένων. Τα ποσά κατέβαλαν είτε εκδίδοντας επιταγές τις οποίες παρέδιδαν στους ως άνω που εκταμίευαν τα χρήματα είτε σε μετρητά, ενώ ως δικαιολογητικά πληρωμής η εταιρία των κατηγορουμένων συμπλήρωνε αποδείξεις πληρωμής υπογεγραμμένες εκ των προτέρων από τη Δ.

Μ.. Από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά μέσα όμως δεν προέκυψε γνώση των ανωτέρω εναγόμενων όσον αφορά την προέλευση των χρημάτων της Δ. Μ. και ειδικότερα ότι τα χρήματα αυτά προήρχοντο από τα υπεξαιρεθέντα κεφάλαια της "...". Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι στον κωδικό της Δ. Μ. που αυτή είχε ανοίξει στην "... ΑΧΕ" το Φεβρουάριο του 2000 τα χρήματα εισήρχοντο μέσω της τράπεζας "...", στην οποία από τους αρμόδιους υπαλλήλους είχε γίνει έλεγχος των στοιχείων της Δ.

Μ. (ταυτότητα και ΑΦΜ). Όπως αποδείχθηκε τα ενημερωτικά σημειώματα (extre) της τράπεζας ... που οι παραπάνω εναγόμενοι λάμβαναν και ήταν η μόνη πηγή γνώσεώς της δεν ανέφεραν ποιος ήταν ο εκδότης των επιταγών αλλά μόνο ο καταθέτης, οι δε ως άνω εναγόμενοι δεν είχαν άλλη πηγή πληροφόρησης ως προς την προέλευση των χρημάτων.

Επίσης ο έλεγχος των στοιχείων της Δ. Μ. από την "... ΑΧΕ" ήταν σύμφωνος με τα κρατούντα στην χρηματιστηριακή αγορά και τις οδηγίες που είχαν δοθεί από τους αρμόδιους φορείς. Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο αρμόδιος προς τούτο κατ' άρθρο 7 Ν. 2331/2005 Β. Σ., υπεύθυνος για τις αναφορές προς το φορέα του άρθρου 7 Ν. 2331/2005 ελεγκτής, προέβη σε έλεγχο των στοιχείων της και δεν διαπίστωσε καμία παρατυπία για να αναφερθεί στην αρμόδια αρχή.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ταυτότητα της Δ. Μ. εξακριβώθηκε από τους εναγομένους, αφενός με την επίδειξη του δελτίου ταυτότητάς της και αφετέρου με τη θεώρηση της υπογραφής της από το αρμόδιο AT, επιπλέον δε, οι εναγόμενοι συναντήθηκαν μαζί της επιβεβαιώνοντας την ταυτοπροσωπία, τη διαύγεια του πνεύματός της και τη δυνατότητα πλήρους αντίληψης των πραγμάτων εκ μέρους της.

Εξάλλου, η Δ. Μ., προέβη στο άνοιγμα κωδικού για λογαριασμό της και όχι για λογαριασμό τρίτου και ως εκ τούτου δεν απαιτείτο η απόδειξη και εξακρίβωση των στοιχείων του τρίτου. Ουδεμία υπόνοια ή έστω ένδειξη υπήρχε για την προέλευση των χρημάτων των επενδύσεων της Δ. Μ. ή ότι αυτή ενεργούσε για λογαριασμό τρίτων ώστε να προβούν οι εναγόμενοι σε συλλογή περισσότερων πληροφοριών.

Μάλιστα οι εναγόμενοι, εκ περισσού, ζήτησαν από τη Μ. να συμπληρώσει ερωτηματολόγια ώστε να έχουν μία πιο πλήρη εικόνα του επενδυτικού της προφίλ και της οικονομικής της κατάστασης. Όταν δε, ζητήθηκε από τον αρμόδιο φορέα να παράσχουν πληροφορίες για τους διακινούντες σημαντικά ποσά πελάτες τους, μεταξύ των οποίων και η Δ.

Μ., οι εναγόμενοι χορήγησαν αμέσως τα στοιχεία αυτά χωρίς να ανακύψει κανένα πρόβλημα. Περαιτέρω, η διαχείριση του χαρτοφυλακίου της Δ. Μ. όπως πιο πάνω περιγράφηκε έγινε κατά την εκφρασθείσα κατ' επανάληψη επιθυμία αυτής και την απεριόριστη εμπιστοσύνη με την οποία εμφανιζόταν στους υπαλλήλους της "...

ΑΧΕ" να περιβάλλει τον Γ. Δ.. Η παράδοση των επιταγών στον κατηγορούμενο εγγονό της Δ. Κ. (με αποδείξεις που είχε υπογράψει προγενέστερα) και με τον οποίο διατηρούσε κοινό τραπεζικό λογαριασμό έγινε εν γνώσει της. Άλλωστε στο τέλος κάθε μήνα ελάμβανε ενημερωτικό σημείωμα από την "... ΑΧΕ" και καμία αντίρρηση δεν προέβαλε για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου της και την εκταμίευση χρημάτων από τον εγγονό της.

Όσον αφορά τη συνοδεία Ζιούτου στον Κ. στην Τράπεζα κάποιες φορές, ήταν μία από τις συνήθεις πρακτικές της εταιρείας των εναγομένων προς τους καλούς πελάτες και όχι μόνο στη Μ. και τον Κ.. Το ότι δεν πιστώνονταν απευθείας οι κωδικοί της Δ. Μ. αλλά εκδίδονταν επιταγές εις διαταγήν "ημών των ιδίων" δεν καταδεικνύει γνώση και συμμετοχή των εναγομένων σε επιλήψιμο "σχέδιο" αλλά γινόταν κατόπιν επιθυμίας της ίδιας της Μ.

και εξάλλου αποτελούσε ιδιαίτερα συνήθη πρακτική στις συναλλαγές με τις χρηματιστηριακές εταιρείες. Η ανωτέρω πρακτική (έκδοση επιταγών) δεν απαγορευόταν από την υπ' αριθμ. 123/2-1-1998 απόφαση του ΔΣ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αφού η απόφαση αυτή αφορούσε τις σχέσεις μεταξύ χρηματιστηριακών εταιρειών και όχι μεταξύ χρηματιστηριακών εταιρειών και πελατών-φυσικών προσώπων, τέτοιοι δε περιορισμοί για την κατάργηση των πληρωμών με επιταγές τέθηκαν το πρώτον με αποφάσεις τη Επιτροπής τα έτη 2005 και 2006 ενώ έως τότε δεν υπήρχαν φραγμοί στον τρόπο διακίνησης των χρημάτων.

Περαιτέρω όσον αφορά τις επιταγές για την κάλυψη των κόκκινων κωδικών αποδείχθηκε ότι τις αποδείξεις αυτές υπέγραψε η ίδια η Δ. Μ. στο ταμείο της "... ΑΧΕ" και άλλες από αυτές παρέδωσε ή ίδια στον Γ. Δ. ενώ για τις λοιπές έδωσε εντολή να διατεθούν, όπως επιθυμεί ο τελευταίος, γνωρίζοντας το σκοπό για τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν.

Η διακίνηση των επιταγών αυτών με την παράδοσή τους από τον κομιστή τους χωρίς οπισθογράφηση από αυτόν (κομιστή) δεν είναι παράνομη και δεν ενέχει υποψίες προς την κατεύθυνση αυτή, αφού τούτο προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 Ν.5960/1933. Εξάλλου από τον Ιούνιο του 2000 η Δ. Μ. μετά από σχετική σύμβαση που υπέγραψε με την "...

ΑΧΕ" άνοιξε κωδικό στην εταιρία αυτή για να συμμετάσχει στην παράλληλη αγορά παραγώγων, επειδή η "... ΑΧΕ" δεν δραστηριοποιούνταν στο εν λόγω αντικείμενο. Από τότε άνοιξε λογαριασμό περιθωρίου στην ... όπου αφενός διακινούσε μεγάλα χρηματικά ποσά και τίτλους από την "... ΑΧΕ" για τη συμμετοχή της στην αγορά αυτή, αφετέρου διακινούσε χρήματα από τα παράγωγα προς την "...

ΑΧΕ". Με βάση τα παραπάνω δεν μπορούσαν οι εν λόγω εναγόμενοι να γνωρίζουν και μετά το διάστημα αυτό την πηγή προέλευσης των χρημάτων της Δ. Μ.. Τέλος όσον αφορά την ύπαρξη χρηματικών αδιαθέτων που εμφανίσθηκαν κατά καιρούς στην καρτέλα της, αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί στους εναγόμενους, αφού έχει σχέση με την εκ μέρους της ανωτέρω εκφρασθείσα θέλησή της να μη διοχετευθούν χρήματα, το χρονικό αυτό διάστημα, στη χρηματιστηριακή αγορά.

Να σημειωθεί δε ότι για τα χρήματα αυτά (αδιάθετα) η "... ΑΧΕ" δια των εναγόμενων δέχθηκε και κατέβαλε στη Δ. Μ. τόκους ύψους περίπου 30.000.000 δραχμών, διότι κατ' αυτήν (Δ. Μ.) και τον Γ. Δ. έπρεπε να είχαν τοποθετηθεί σε repos, παράλειψη την οποία δέχθηκαν οι εναγόμενοι ότι τους βάρυνε αν και δεν είχαν δεχθεί σχετική εντολή, ενώ αν οι εναγόμενοι γνώριζαν την προέλευση των χρημάτων δεν υπήρχε λόγος να καταβάλουν το παραπάνω ποσό.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο Γ. Δ.ς επέλεξε την εταιρεία των εναγομένων δεν αποτελεί στοιχείο ενδεικτικό της γνώσης αυτών για την παράνομη δραστηριότητα του τελευταίου, αφού ο Γ. Δ.ς, είχε πολλούς πελάτες στην "... ΑΧΕ" οι οποίοι διακινούσαν μεγάλα ποσά. Σε αυτήν δε την εταιρεία ήταν επίσης πελάτες επί μακρό χρονικό διάστημα, τόσο η κόρη της Δ.

Μ., Μ. Κ. όσο και οι δύο εγγονοί της Δ. Γ. Κ. και Θ. Κ. και επομένως το γεγονός ότι άνοιγε κωδικό άλλο ένα μέλος της οικογένειας ήταν απολύτως φυσικό και δεν μπορούσε να κινήσει οποιεσδήποτε υποψίες. Εξάλλου η επιστροφή του ποσού των 1.938.574.976 δρχ. προς την ενάγουσα δεν ήταν δυνατόν να υποπέσει στην αντίληψη των εναγομένων, αφού αυτό έγινε με επιταγές που κατατέθηκαν από την Μ.

και τον Κ. στην ... και στην .... Το αν οι επιταγές αυτές είχαν οπισθογραφηθεί από τη Μ. ή τον Κ. δεν ήταν δυνατόν να το γνωρίζουν οι εναγόμενοι, αφού από το χρονικό σημείο της παραδόσεως των επιταγών από την εταιρεία στη Μ. ή στον Κ. δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν την τύχη αυτών και πώς αυτές χρησιμοποιήθηκαν.

Ενόψει των ανωτέρω, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, δεν προέκυψε γνώση των εναγομένων σχετικά με την προέλευση των χρημάτων της Δ. Μ. από τα υπεξαιρεθέντα κεφάλαια της ... ούτε ο αποδιδόμενος σ' αυτούς σκοπός της συνδρομής στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα. Ομοίως κρίθηκε και με την υπ' αριθμ. 2043/2009 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία οι εναγόμενοι κηρύχθηκαν αθώοι της ως άνω κατηγορίας.

Η πράξη δε αυτή ταυτίζεται κατά την υποκειμενική και αντικειμενική της υπόσταση με την αποδιδόμενη στους εναγόμενους παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής τους ευθύνης.... Περαιτέρω, στην ένδικη αγωγή αναφέρονται επί λέξει και τα εξής (σελ.14 15) "οι εναγόμενοι άλλως και επικουρικότερα ευθύνονται βάσει του 914 ΑΚ, κι αν ακόμη υποτεθεί ότι δε γνώριζαν ή δε γνώριζαν πλήρως τα ανωτέρω γεγονότα , και στην περίπτωση αυτή ευθύνονται από αμέλεια, διότι όφειλαν να προβλέψουν και να αποτρέψουν το επιζήμιο την ενάγουσα αποτέλεσμα επιδεικνύοντας την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια ιδίως όφειλαν ενεργώντας και με στοιχειώδη ακόμη επιμέλεια....

οι 9ος, 10ης εναγόμενοι επειδή γνώριζαν την προέλευση των τεράστιων ποσών χρημάτων που προέρχονταν από την ... και εισέρρεαν στη δική τους εταιρείας ... ΑΧΕ, μέσω του Δ., τον οποίο επίσης γνώριζαν καλά όπως γνώριζαν καλά και την ενάγουσα εταιρεία να ερευνήσουν και να εξακριβώσουν, ποια σχέση μπορούσε και επιτρεπόταν να υπάρχει μεταξύ αυτού και της ενάγουσας, που διαχειριζόταν χρήματα επιχειρήσεων υπό ειδική εκκαθάριση, που μόνο σε τράπεζες μπορούσαν να βρίσκονται κατατεθειμένα.

Η ειδικότερη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων αυτών αναλύεται διεξοδικά στο βούλευμα". Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα είναι σαφές ότι η ενάγουσα για τη θεμελίωση της αποδιδόμενης στους εναγόμενους αδικοπραξίας επικαλείται ως βάση του παρανόμου της πράξης των εναγομένων την αποδιδόμενη στο βούλευμα συμπεριφορά αυτών, ήτοι την άμεση συνέργεια σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και η ίδια η ενάγουσα θέτει ως προϋπόθεση της αμελούς συμπεριφοράς των εναγομένων τη γνώση τους για την προέλευση των χρημάτων που εισέρρεαν στην εταιρεία τους.

Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα όμως δεν διαλαμβάνεται στην αγωγή βάση στηριζόμενη σε αμελή αδικοπρακτική συμπεριφορά των ανωτέρω εναγομένων αφού η περιγραφόμενη και αποδιδόμενη σε αυτούς συμπεριφορά τελείται μόνο εκ δόλου και όχι από αμέλεια. Περαιτέρω, όσον αφορά τους 13η, 14ο και 15ο εναγόμενους, Ε. Γ., Ι. Α.

και Χ. Ν. αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η 13η εναγομένη Ε. Γ. κατά το χρονικό διάστημα από 22-3-2000 μέχρι 24-7-2000, υπηρετούσε ως υπάλληλος της Τράπεζας ... και συγκεκριμένα ως Διευθύντρια του καταστήματος υντάγματος, στην οδό ... Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, στο ως άνω κατάστημα Συντάγματος της τράπεζας ..., κατατέθηκαν πέντε επιταγές συνολικού ποσού 4.499.732.950 δρχ.

και ειδικότερα οι εξής:

1) την 22-3-2000 κατατέθηκε η υπ' αριθμ. ...986-0 επιταγή, έκδοσης της ... Α.Ε., με ημερομηνία έκδοσης 22-3-2000, ποσού 1.043.147.451 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ... σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία προσκόμισε στο κατάστημα Συντάγματος της τράπεζας ... και την κατέθεσε στον παραπάνω υπ1 αριθμ. ...0147 λογαριασμό όψεως της εταιρείας ...

ΑΧΕ η Δ. Μ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ενεργούσε για λογαριασμό των κατηγορουμένων Γ. Δ. και Δ. Γ. Κ., εκδοθέντος από την τράπεζα ... του από 22-3-2000 "Δελτίου Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρεία ... ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. 2) την 18-4-2000 κατατέθηκαν:

α) η υπ' αριθμ. 54891 τραπεζική επιταγή, έκδοσης της ... Α.Ε, με ημερομηνία έκδοσης 18-4-2000, ποσού 1.104.407.637 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την Τράπεζα αυτή σε διαταγή της ... Α.Ε. και β) η υπ' αριθμ. ...19-9 επιταγή, έκδοσης της ανώνυμης εταιρείας "... ΑΒΕΕ", με ημερομηνία έκδοσης 18-4-2000, ποσού 65.919.526 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την Αγροτική Τράπεζα σε διαταγή της ...

Α.Ε., τις οποίες προσκόμισε στο κατάστημα Συντάγματος της τράπεζας ... και τις κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ...0147 λογαριασμό όψεως της εταιρείας ... ΑΧΕ η παραπάνω Δ. Μ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ενεργούσε για λογαριασμό των κατηγορουμένων Γ. Δ. και Δ. - Γ. Κ., εκδοθέντων από την τράπεζα ... των από 18-4-2000 και 18-4-2000 δελτίων Κατάθεσης" στα οποία αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρεία ...

ΑΧΕ και καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. 3) την 6-7-2000 η υπ' αριθμ. ...66 τραπεζική επιταγή, έκδοσης της ... Α.Ε., με ημερομηνία έκδοσης 6-7-2000, ποσού 1.531.058.336 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την Τράπεζα αυτή σε διαταγή της ... Α.Ε., την οποία κατέθεσε η τελευταία στο λογαριασμό του ... και έτσι τα χρήματα μεταφέρθηκαν στον παραπάνω υπ' αριθμ. ...0147 λογαριασμό όψεως που η εταιρεία ...

ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή, και 4) την 24-7-2000 κατατέθηκε η υπ' αριθμ. ...989-7 επιταγή, έκδοσης της ... Α.Ε., με ημερομηνία έκδοσης 24-7-2000, ποσού 755.200.000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ... σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία προσκόμισε στο κατάστημα Συντάγματος της τράπεζας ... και την κατέθεσε στον παραπάνω υπ' αριθμ. ...0147 λογαριασμό όψεως της εταιρείας ...

ΑΧΕ η παραπάνω Δ. Μ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ενεργούσε για λογαριασμό των κατηγορουμένων Γ. Δ. και Δ. Γ. Κ., εκδοθέντος από την τράπεζα ... του από 24-7-2000 "Δελτίου Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρεία ... ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Ο 14ος εναγόμενος Δ.

Α. κατά το χρονικό διάστημα από 23-2-2000 μέχρι 19-4-2001, υπηρετούσε ως Διευθυντής του καταστήματος ... της τράπεζας ..., που βρίσκεται στην οδό .... Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα στο ανωτέρω Υπ/μα του οποίου ήταν Διευθυντής κατατέθηκαν έξι επιταγές συνολικού ποσού 5.141.249.859 δρχ. και ειδικότερα οι εξής: 1) την 23-2-2000 κατατέθηκε η υπ' αριθμ. ...982-3 επιταγή, έκδοσης της ...

Α.Ε., με ημερομηνία έκδοσης 23-2-2000, ποσού 1.052.287.220 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ... σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία προσκόμισε στο κατάστημα ως άνω υπ/μα και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ...0147 λογαριασμό όψεως της εταιρείας ... ΑΧΕ, " η Δ. Μ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ενεργούσε για λογαριασμό των Γ. Δ.

και Δ. - Γ. Κ., εκδοθέντος από την τράπεζα ... του από 23-2-2000 "Δελτίου κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρεία ... ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. 2) την 13-6-2000 κατατέθηκε η υπ' αριθμ. ...869-6 τραπεζική επιταγή, έκδοσης της ..., με "ημερομηνία έκδοσης 13-6-2000, ποσού 376.208.984 δραχμών, που ήταν πληρωτέα σε διαταγή της "...

Α.Ε", την οποία προσκόμισε στο κατάστημα ... της τράπεζας ... και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ...0147 λογαριασμό όψεως της εταιρείας "... ΑΧΕ", άγνωστο άτομο, εμφανισθείς με τα στοιχεία Θ. Μ., το οποίο άγνωστο άτομο) ενεργούσε για λογαριασμό των κατηγορουμένων Γ. Δ. και Δ. - Γ. Κ., εκδοθέντος από την τράπεζα ... του από 14-6-2000 "Δελτίου Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρεία ...

ΑΧΕ και καταθέτης αυτών ο δήθεν Θ. Μ.. 3) την 14-11-2000 κατατέθηκε επιταγή, έκδοσης της ... Α.Ε., με ημερομηνία έκδοσης 14-11-2000, ποσού 440.506.221 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ..., σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία προσκόμισε στο κατάστημα ... της τράπεζας ... και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ...0147 λογαριασμό όψεως της εταιρείας ...

ΑΧΕ, η παραπάνω Δ. Μ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ενεργούσε για λογαριασμό των κατηγορουμένων Γ. Δ. και Δ. - Γ. Κ., εκδοθέντος από την τράπεζα ... του από 14-11-2000 "Δελτίου Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρεία ... ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. 4) την 22-11-2000 κατατέθηκε η υπ' αριθμ. ...84-7 επιταγή, έκδοσης της ...

Α.Ε., με ημερομηνία έκδοσης 22-11-2000, ποσού 285.000.000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ..., σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία προσκόμισε στο κατάστημα ... της τράπεζας ... και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ...0147 λογαριασμό όψεως της εταιρείας ... ΑΧΕ, η παραπάνω Δ. Μ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ενεργούσε για λογαριασμό των κατηγορουμένων Γ.

Δ. και Δ. - Γ. Κ., εκδοθέντος από την τράπεζα ... του από 22-11-2000 "Δελτίου Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρεία ... ΑΧΕ " και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. 5) την 30-11-2000 κατατέθηκε η υπ' αριθμ. 387847 επιταγή της ... Α.Ε., με ημερομηνία έκδοσης 30-11- 2000 ποσού 2.929.247.434 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ..., σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ" την οποία προσκόμισε στο ανωτέρω κατάστημα και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ...0147 λογαριασμό όψεως της εταιρείας ...

ΑΧΕ, η Δ. Μ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ενεργούσε για λογαριασμό των Γ. Δ., Γ. Κ., εκδοθέντος του από 30-11-2000 "Δελτίου κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρεία ... ΑΧΕ και καταθέτης αυτών η Δ. Μ.. 6) Την 19-4-2001 κατατέθηκε επιταγή, έκδοσης της ... ΑΕ , ημερομηνία έκδοσης 19-4-2001, ποσού 58.000.000 δρχ., που ήταν πληρωτέα σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ" την οποία προσκόμισε στο ανωτέρω κατάστημα και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ...0147 λογαριασμό όψεως της εταιρείας ...

ΑΧΕ, ο Γ. Κ., ο οποίος, ενεργούσε για λογαριασμό του, αλλά και για λογαριασμό του Γ. Δ., εκδοθέντος από την τράπεζα του από 19-4-2001 "Δελτίου Κατάθεσης" στο οποία αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων η χρηματιστηριακή εταιρεία ... ΑΧΕ και ως καταθέτης αυτών ο Δ. - Γ. Κ.. Ο 15ος εναγόμενος Χ. Ν., κατά το χρονικό διάστημα από 17-7-2001 μέχρι 25-9-2001 υπηρετούσε ως Διευθυντής του καταστήματος ...

της Τράπεζας "...". Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, στο ανωτέρω Υπ /μα του οποίου ήταν Διευθυντής κατατέθηκαν επτά επιταγές συνολικού ποσού 1.564.70.356 δρχ. και ειδικότερα οι εξής: 1) την 29-06-2001 κατατέθηκε η υπ' αριθμ....984-5 επιταγή, έκδοσης της "... Α.Ε.", με ημερομηνία έκδοσης 29-06-2001, ποσού 302.200.000 δρχ, πληρωτέα από την "..." σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία ο 8ος εναγόμενος προσκόμισε στο πιο πάνω τραπεζικό υποκατάστημα και την κατέθεσε στον ανωτέρω λογαριασμό όψεως με αριθμό ...0147, εκδοθέντος του από 29-06-2001 δελτίου κατάθεσης, στο οποίο αναγράφηκε ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης αυτών ο πρώτος, 2) την 10η-07-2001 κατατέθηκε η με αριθμό...86 επιταγή, έκδοσης της "...

Α.Ε.", με ημερομηνία έκδοσης 10- 07-2001, ποσού 42.853.356 δρχ, πληρωτέα από την "..." σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία άγνωστο άτομο προσκόμισε στο πιο πάνω τραπεζικό υποκατάστημα και την κατέθεσε στον ανωτέρω λογαριασμό όψεως με αριθμό ...0147, εκδοθέντος του από 10-07-2001 δελτίου κατάθεσης, στο οποίο αναγράφηκε ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης αυτών το προαναφερθέν άτομο αγνώστων στοιχείων, 3) την 30-07-2001 κατατέθηκε η με αριθμό ...836-9 επιταγή, έκδοσης της τράπεζας "...", με ημερομηνία έκδοσης 27-07-2001, ποσού 81.500.000 δρχ, πληρωτέα από την τράπεζα αυτή σε διαταγή της "...

Α.Ε.", την οποία ο 8ος εναγόμενος προσκόμισε στο πιο πάνω τραπεζικό υποκατάστημα και την κατέθεσε στον ανωτέρω λογαριασμό όψεως με αριθμό ...0147, εκδοθέντος του από 30-07-2001 δελτίου κατάθεσης, στο οποίο αναγράφηκε ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης αυτών ο πρώτος, 4) την 06-08-2001 κατατέθηκε η με αριθμό ...87 επιταγή, έκδοσης της "...

Α.Ε.", με ημερομηνία έκδοσης 06-08-2001, ποσού 999.095.000 δρχ, πληρωτέα από την "..." σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία ο 8ος εναγόμενος προσκόμισε στο πιο πάνω τραπεζικό υποκατάστημα και την κατέθεσε στον ανωτέρω λογαριασμό όψεως με αριθμό ...0147, εκδοθέντος του από 06-08-2001 δελτίου κατάθεσης, στο οποίο αναγράφηκε ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης αυτών ο πρώτος. 5) την 17-09-2001 κατατέθηκε η με αριθμό ...05-2 επιταγή, έκδοσης της "...

Α.Ε.", με ημερομηνία έκδοσης 17-09-2001, ποσού 60.000.000 δρχ, πληρωτέα από την "..." σε διαταγή "ημών των ιδίων", την οποία ο 8ος εναγόμενος προσκόμισε στο πιο πάνω τραπεζικό υποκατάστημα και την κατέθεσε στον ανωτέρω λογαριασμό όψεως με αριθμό ...0147, εκδοθέντος του από 17-09-2001 δελτίου κατάθεσης, στο οποίο αναγράφηκε ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγόμενη και ως καταθέτης αυτών ο πρώτος. 6) την 25-09-2001 κατατέθηκαν οι υπ'αριθμ....07-0 και ...08-0 επιταγές, έκδοσης της "...

Α.Ε.", με ημερομηνία έκδοσης 25-09-2001, ποσού 40.000.000 δρχ και 39.022.000 δρχ, αντίστοιχα, πληρωτέες από την "..." σε διαταγή "ημών των ιδίων", τις οποίες ο 8ος εναγόμενος προσκόμισε στο πιο πάνω τραπεζικό υποκατάστημα και τις κατέθεσε στον ανωτέρω λογαριασμό όψεως με αριθμό ...0147, εκδοθέντος του από 25-09-2001 δελτίου κατάθεσης, στο οποίο αναγράφηκε ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η 16η εναγομένη και ως καταθέτης αυτών ο πρώτος.

Κατά την προσκόμιση των ανωτέρω επιταγών, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας ... και οι ως άνω εναγόμενοι Διευθυντές των υποκαταστημάτων όπου προσκομίσθηκαν οι επιταγές, απαίτησαν, όπως επιβάλλει ο ν.2331/1995 (άρθρ.4 παρ. 1β και γ) την απόδειξη της ταυτότητας των συναλλασσομένων και προς τούτο ζητήθηκε και επιδείχθηκε το δελτίο ταυτότητας του εκάστοτε κομιστή των επιταγών (Μ., Κ., Μ.) και τα στοιχεία αυτών ανεγράφησαν επί του σχετικού δελτίου κατάθεσης κάθε επιταγής καθώς επίσης και στην οπίσθια όψη των επιταγών, κάτωθι της υπογραφής του κομιστή αυτών, και έτσι προέκυπτε και μπορούσε ευχερώς να εντοπιστεί το πρόσωπο που κατέθεσε τις επιταγές, όπως και πράγματι έγινε κατά τον επακολουθήσαντα έλεγχο από το ΣΔΟΕ, το οποίο με βάση τα ως άνω στοιχεία που είχαν κρατήσει οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εφεσίβλητης τράπεζας εντόπισε τα συναλλασσόμενα με την τράπεζα πρόσωπα και δεν παρακωλύθηκε ο έλεγχος των συναλλαγών αυτών.

Σημειωτέον ότι στις περιπτώσεις που εμφανίζονταν επιταγές προς κατάθεση σε λογαριασμούς όψεως χρηματιστηριακών εταιρειών, όπως στην προκειμένη περίπτωση στο λογαριασμό της "... ΑΧΕ", η τράπεζα ... που τηρούσε τον εν λόγω λογαριασμό δεν είχε την ιδιότητα της πληρώτριας τράπεζας, αλλά διαμεσολαβούσε, προκειμένου η επιταγή να εμφανιστεί προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα και όταν η τελευταία πλήρωνε την επιταγή , μέσω του γραφείου συμψηφισμού, τότε πιστωνόταν ο λογαριασμός στον οποίο κατατέθηκε η επιταγή.

Σε αυτή τη διαδικασία είναι προφανές ότι η μεσολαβούσα τράπεζα (...) έχει τις λιγότερες δυνατότητες ελέγχου της αιτίας της πληρωμής, αφού δεν διατηρεί μόνιμη σχέση με τον εκδότη και κομιστή της επιταγής, ενώ αντιθέτως η εκδότρια της επιταγής (εν προκειμένω ...) διατηρεί μόνιμη σχέση με την πληρώτρια της επιταγής τράπεζα, η οποία έχει πελάτη την πρώτη και προφανώς την ενημερώνει για τις επιταγές που πληρώνει και είναι σε θέση να ελέγξει εάν το πρόσωπο που εμφανίζει την επιταγή (εν προκειμένω Μ., Κ.) μπορεί να έχει σχέση με την εκδότρια.

Μάλιστα εν προκειμένω, οι ως άνω επίδικες επιταγές προωθήθηκαν στο γραφείο συμψηφισμού και πληρώθηκαν αμέσως από τις πληρώτριες τράπεζες, χωρίς οι τελευταίες να προβάλλουν οποιαδήποτε αντίρρηση για την πληρωμή των επιταγών και χωρίς να θεωρήσουν ύποπτες τις ως άνω συναλλαγές και να τις αναφέρουν στο φορέα του άρθρου 7 ν.2331/1995.

Περαιτέρω η κατάθεση των επίδικων επιταγών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούσε ασυνήθη συναλλαγή ώστε να κινήσει υποψίες στους εναγόμενους ότι επρόκειτο περί ύποπτης (ν.2331/95) συναλλαγής αφού στο αντικείμενο της ενάγουσας εκτός από την ειδική εκκαθάριση επιχειρήσεων συμπεριλαμβανόταν μεταξύ άλλων και η διαχείριση της περιουσίας τρίτων νομικών ή φυσικών προσώπων στην Ελλάδα ή το εξωτερικό (άθρ.4 στοιχ.6 Καταστατικού της ΦΕΚ 1413/1996 ΤΑΕ & ΕΠΕ) και επομένως δεν αποκλειόταν η καταβολή χρηματικών ποσών από την ενάγουσα προς τρίτα φυσικά πρόσωπα με την έκδοση από αυτήν αξιογράφων σε διαταγή των πελατών της ή σε διαταγή "ημών των ιδίων" και με οπισθογράφησή τους προς τους τρίτους δικαιούχους.

Επίσης, η κατάθεση των επιταγών γινόταν κάθε φορά σε λογαριασμό μεγάλης και γνωστής χρηματιστηριακής εταιρείας και είχε εμφανή οικονομικό σκοπό αφού η αγορά μετοχών από τους κομιστές των επιταγών που ήταν πελάτες της χρηματιστηριακής εταιρείας είναι σκοπός εμφανής και νόμιμος. Εξάλλου, τα ποσά των επίδικων επιταγών ήταν μεν πράγματι υψηλά πλην όμως παρόμοια ποσά, κατά τον κρίσιμο χρόνο διακινούνταν προς και από χρηματιστηριακές εταιρείες και ήταν σύνηθες τα ίδια ποσό που κατατέθηκαν στο λογαριασμό της χρηματιστηριακής (...

ΑΧΕ) να κατατίθενται από την τελευταία σε τραπεζικούς λογαριασμούς των δικαιούχων (Μ., Κ.). Περαιτέρω, οι εναγόμενοι δεν παρέλειψαν υπαιτίως να συλλέξουν πληροφορίες για την πραγματική ταυτότητα των προσώπων για λογαριασμό των οποίων ενεργούσε η Μ. και Κ., όπως τους καταλογίζει για τη στοιχειοθέτηση της αμελούς συμπεριφοράς τους η ενάγουσα, αφού δεν υπήρχαν στοιχεία ή ενδείξεις ότι αυτοί ενεργούσαν για λογαριασμού άλλου προσώπου ώστε οι εναγόμενοι να υποχρεούνται να αναζητήσουν την ταυτότητα αυτού.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να ελέγξουν με προσοχή τις ένδικες συναλλαγές, οι οποίες είχαν στοιχεία συναλλαγών ύποπτων για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα αφού, κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή, η κατάθεση επιταγών εντασσόταν στον κύκλο των συναλλαγών που δεν εγείρουν υποψίες νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.

Καταρχήν η προέλευση των επιταγών από χρηματοοικονομικό οργανισμό (...) που ελεγχόταν από την ... και μέσω αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο, παρείχε τα εχέγγυα ότι η εκδότρια είχε ελέγξει τους λόγους για τους οποίους εξέδωσε και οπισθογράφησε τις επιταγές. Ήταν δε αδύνατον, κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης των επιταγών, να θεωρήσει κανείς και να διαγνώσει, έστω και με μέτρα άκρας επιμέλειας, ότι οι εκπρόσωποι της εκδότριας υπεξαιρούσαν τα διαθέσιμό της, εκδίδοντας ή οπισθογραφώντας επιταγές, οι οποίες σύρονταν σε τράπεζες που αυτή τηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς.

Εξάλλου, οι πληρώτριες τράπεζες, οι οποίες είχαν πελάτη την εκδότρια των επιταγών (...), πλήρωναν κανονικά τις εν λόγω επιταγές, ενώ είναι προφανές ότι σε περίπτωση που οι επιταγές αυτές αποτελούσαν προϊόν υπεξαίρεσης ή άλλης αξιόποινης πράξης, πρωτίστως η εκδότρια θα είχε ανακαλέσει τις επιταγές και οι πληρώτριες τράπεζες δεν θα τις πλήρωναν, ο οποίες όμως, όπως προαναφέρθηκε, ουδέποτε θεώρησαν ύποπτες τις συναλλαγές και πλήρωναν κανονικά τις επιταγές.

Τέλος το γεγονός ότι τα χρήματα των επιταγών κατέληγαν στο λογαριασμό μιας από τις μεγαλύτερες χρηματιστηριακές εταιρείες η οποία υπέκειτο στην εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και βαρυνόταν με τις υποχρεώσεις του ν.2331/1995, καθιστούσε αυτονόητο ότι η τελευταία είχε ενδελεχώς ελέγξει την προέλευση των χρημάτων των πελατών της που κατέθεταν τα χρήματα, λαμβανομένου δε υπόψη ότι και ο εκδότης και πρώτος οπισθογράφος των επιταγών ήταν ομοίως μεγάλος χρηματοπιστωτικός οργανισμός, που υπαγόταν στη νομοθεσία περί νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, παρεμπόδιζαν τη γέννηση οποιοσδήποτε υπόνοιας ως προς την προέλευση των επιταγών από αξιόποινη πράξη, και με τα τότε δεδομένου δεν μπορούσαν οι εναγόμενοι να θεωρήσουν τις ως άνω συναλλαγές ύποπτες, ώστε να οφείλουν να τις αναφέρουν στο φορέα του άρθρου 7 ν.2331/1995.

Ενόψει των ανωτέρω, η συμπεριφορά των παραπάνω εναγομένων δεν ήταν δόλια ούτε ενήργησαν αυτοί με σκοπό να συνδράμουν και να προσπορίσουν περιουσιακό όφελος, στους προαναφερομένους 1ο, 2η, 4ο και 7ο εναγομένους, διότι δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο οποιαδήποτε σχέση αυτών με τους τελευταίους, αλλά ούτε περιέχει και τα στοιχεία αμελούς συμπεριφοράς".

Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, ακολούθως, δέχθηκε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των ανωτέρω εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Ε. Γ., Ι. Α., Χ. Ν.η και τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ...", ως προς αυτούς εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την εναντίον τους αγωγή της αναιρεσειούσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα, που ανελέγκτως το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τους αμέσως προαναφερομένους αναιρεσιβλήτους και ειδικότερα: α) ότι οι ως άνω εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, ως Διευθυντές των υποκαταστημάτων της συνεναγομένης τους τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ...", όπου προσκομίσθηκαν οι επίδικες επιταγές, απαίτησαν, όπως επέβαλε ο ν.2331/1995 (άρθρ.4 παρ. 1β και γ), την απόδειξη της ταυτότητας των συναλλασσομένων και προς τούτο ζητήθηκε και επιδείχθηκε το δελτίο ταυτότητας του εκάστοτε κομιστή των επιταγών (ως άνω Μ., Κ., Μ.) και τα στοιχεία αυτών ανεγράφησαν επί του σχετικού δελτίου καταθέσεως κάθε επιταγής καθώς επίσης και στην οπίσθια όψη των επιταγών, κάτωθι της υπογραφής του κομιστή αυτών, β) ότι ένεκα της τηρήσεως της προαναφερομένης διαδικασίας από τους εναγομένους αυτούς προέκυπτε και μπορούσε ευχερώς να εντοπιστεί το πρόσωπο που κατέθεσε τις επιταγές, όπως και πράγματι έγινε κατά τον επακολουθήσαντα έλεγχο από το ΣΔΟΕ, το οποίο με βάση τα ως άνω στοιχεία που είχαν κρατήσει οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εφεσίβλητης τράπεζας εντόπισε τα συναλλασσόμενα με την τράπεζα πρόσωπα και δεν παρακωλύθηκε ο έλεγχος των συναλλαγών αυτών, γ) ότι στις περιπτώσεις που εμφανίζονταν επιταγές προς κατάθεση σε λογαριασμούς όψεως χρηματιστηριακών εταιρειών, όπως στην προκειμένη περίπτωση στο λογαριασμό της "...

ΑΧΕ", η τράπεζα ... που τηρούσε τον εν λόγω λογαριασμό δεν είχε την ιδιότητα της πληρώτριας τράπεζας, αλλά διαμεσολαβούσε, προκειμένου η επιταγή να εμφανιστεί προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα και όταν η τελευταία πλήρωνε την επιταγή, μέσω του γραφείου συμψηφισμού, τότε πιστωνόταν ο λογαριασμός στον οποίο κατατέθηκε η επιταγή, δ) ότι στη διαδικασία αυτή είναι προφανές ότι η μεσολαβούσα εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα (...) έχει τις λιγότερες δυνατότητες ελέγχου της αιτίας της πληρωμής, αφού δεν διατηρεί μόνιμη σχέση με τον εκδότη και κομιστή της επιταγής, ενώ αντιθέτως η εκδότρια της επιταγής (εν προκειμένω ...) διατηρεί μόνιμη σχέση με την πληρώτρια της επιταγής τράπεζα, η οποία έχει πελάτη την πρώτη και προφανώς την ενημερώνει για τις επιταγές που πληρώνει και είναι σε θέση να ελέγξει εάν το πρόσωπο, που εμφανίζει την επιταγή (εν προκειμένω Δ.

Μ., Γ. - Δ. Κ.), μπορεί να έχει σχέση με την εκδότρια, ε) ότι οι ως άνω επίδικες επιταγές προωθήθηκαν επανειλημμένως και διαδοχικώς επί ικανό χρονικό διάστημα (επίδικο) στο γραφείο συμψηφισμού και πληρώθηκαν αμέσως από τις πληρώτριες τράπεζες, χωρίς οι τελευταίες να προβάλλουν οποιαδήποτε αντίρρηση για την πληρωμή των επιταγών και χωρίς να θεωρήσουν ύποπτες τις ως άνω συναλλαγές και να τις αναφέρουν στο φορέα του άρθρου 7 ν.2331/1995, στ) ότι, ενόψει του ότι στο αντικείμενο της ενάγουσας εκτός από την ειδική εκκαθάριση επιχειρήσεων συμπεριλαμβανόταν μεταξύ άλλων και η διαχείριση της περιουσίας τρίτων νομικών ή φυσικών προσώπων στην Ελλάδα ή το εξωτερικό (άρθρ. 4 στοιχ.6 Καταστατικού της ΦΕΚ 1413/1996 ΤΑΕ & ΕΠΕ), με συνέπεια να μη αποκλείεται η καταβολή χρηματικών ποσών από την ενάγουσα προς τρίτα φυσικά πρόσωπα με την έκδοση από αυτήν αξιογράφων σε διαταγή των πελατών της ή σε διαταγή "ημών των ιδίων" και με οπισθογράφησή τους προς τους τρίτους δικαιούχους, η κατά τους ανωτέρω χρόνους, επανειλημμένη, όπως συνάγεται από τις οικείες παραδοχές της, κατάθεση των επίδικων επιταγών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούσε ασυνήθη συναλλαγή, ώστε να κινήσει υποψίες στους εναγόμενους εναγομένους αυτούς ότι επρόκειτο περί ύποπτης (ν.2331/95) συναλλαγής, ζ) ότι η κατάθεση των επιταγών γινόταν κάθε φορά σε λογαριασμό της ως άνω μεγάλης και γνωστής χρηματιστηριακής εταιρείας και είχε εμφανή οικονομικό σκοπό, αφού η αγορά μετοχών από τους κομιστές των επιταγών που ήταν πελάτες της χρηματιστηριακής εταιρείας είναι σκοπός εμφανής και νόμιμος, η) ότι τα ποσά των επίδικων επιταγών ήταν μεν πράγματι υψηλά πλην όμως παρόμοια ποσά, κατά τον κρίσιμο χρόνο διακινούνταν προς και από χρηματιστηριακές εταιρείες και ήταν σύνηθες τα ίδια ποσό που κατατέθηκαν στο λογαριασμό της χρηματιστηριακής ...

ΑΧΕ να κατατίθενται από την τελευταία σε τραπεζικούς λογαριασμούς των δικαιούχων (Μ., Κ.), θ) ότι οι εναγόμενοι δεν παρέλειψαν υπαιτίως και δη λόγω αμελούς συμπεριφοράς τους, να συλλέξουν πληροφορίες για την πραγματική ταυτότητα των προσώπων για λογαριασμό των οποίων ενεργούσε η Δ. Μ. και ο Γ. - Δ. Κ., αφού δεν υπήρχαν στοιχεία ή ενδείξεις ότι αυτοί ενεργούσαν για λογαριασμού άλλου προσώπου, ώστε οι εναγόμενοι να υποχρεούνται να αναζητήσουν την ταυτότητα αυτού, ι) ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να ελέγξουν με προσοχή τις ένδικες συναλλαγές, οι οποίες είχαν στοιχεία συναλλαγών ύποπτων για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα αφού, κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή, η κατάθεση επιταγών εντασσόταν στον κύκλο των συναλλαγών που δεν εγείρουν υποψίες νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ια) ότι η προέλευση των επιταγών από χρηματοοικονομικό οργανισμό (...) που ελεγχόταν από την ...

και μέσω αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο, παρείχε τα εχέγγυα ότι η εκδότρια είχε ελέγξει τους λόγους για τους οποίους εξέδωσε και οπισθογράφησε τις επιταγές, ήταν δε αδύνατον, κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης των επιταγών, να θεωρήσει κανείς και να διαγνώσει, έστω και με μέτρα άκρας επιμέλειας, ότι οι εκπρόσωποι της εκδότριας υπεξαιρούσαν τα διαθέσιμό της, εκδίδοντας ή οπισθογραφώντας επιταγές, οι οποίες σύρονταν σε τράπεζες που αυτή τηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς, ιβ) ότι οι πληρώτριες τράπεζες, οι οποίες είχαν πελάτη την εκδότρια των επιταγών (...), πλήρωναν κανονικά τις εν λόγω επιταγές, ενώ είναι προφανές ότι σε περίπτωση που οι επιταγές αυτές αποτελούσαν προϊόν υπεξαίρεσης ή άλλης αξιόποινης πράξης, πρωτίστως η εκδότρια θα είχε ανακαλέσει τις επιταγές και οι πληρώτριες τράπεζες δεν θα τις πλήρωναν, ενώ ουδέποτε θεώρησαν ύποπτες τις συναλλαγές και πλήρωναν κανονικά τις επιταγές και ιγ) ότι το γεγονός, ότι τα χρήματα των επιταγών κατέληγαν στο λογαριασμό μιας από τις μεγαλύτερες χρηματιστηριακές εταιρείες η οποία υπέκειτο στην εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και βαρυνόταν με τις υποχρεώσεις του ν.2331/1995, καθιστούσε αυτονόητο ότι η τελευταία είχε ενδελεχώς ελέγξει την προέλευση των χρημάτων των πελατών της που κατέθεταν τα χρήματα, λαμβανομένου υπόψη ότι και ο εκδότης και πρώτος οπισθογράφος των επιταγών ήταν ομοίως μεγάλος χρηματοπιστωτικός οργανισμός, που υπαγόταν στη νομοθεσία περί νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, παρεμπόδιζαν τη γέννηση οποιοσδήποτε υπόνοιας ως προς την προέλευση των επιταγών από αξιόποινη πράξη, και με τα τότε δεδομένα δεν μπορούσαν οι εναγόμενοι να θεωρήσουν τις ως άνω συναλλαγές ύποπτες, ώστε να οφείλουν να τις αναφέρουν στο φορέα του άρθρου 7 του ν.2331/1995, και τέλος, επί πλέον των προαναφερομένων, λαμβανομένου υπόψη ότι η, κατά περίπτωση, διακίνηση επιδίκων επιταγών αυτών με την παράδοσή τους στους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, υπαλλήλους της τράπεζας ...

AE και προστηθέντες υπ' αυτής από τους, ως και η αναιρεσείουσα επικαλείται, εξ οπισθογραφήσεως κομιστές τους Δ. Μ. και Γ. - Δ. Κ. χωρίς οπισθογράφηση από αυτούς (κομιστές) είναι νόμιμος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 19, 16 εδάφ. β` και γ` και 17 εδ. α και β περ. 3 του Ν.5960/1933 (ΑΠ 1566/2002) και όχι παράνομος τρόπος μεταβιβάσεως των επιταγών και επομένως δεν μπορεί, άνευ άλλου τινός, στην προκειμένη περίπτωση να εμβάλει σε υποψίες ότι πρόκειται περί παρανόμου συναλλαγής, ορθά εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288, 330, 914 και 4 του ν.2331/1995 και των σχετικών εφαρμοστικών αυτού διατάξεων της ΠΔΤΕ 2438/1998.

Και τούτο, διότι οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, που στηρίζονται στα, κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά, ως άνω περιστατικά, δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα συναλλακτικά ήθη, ότι η ως άνω συμπεριφορά των ως άνω τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, ως προστηθέντων της τετάρτης αυτών, ήταν υπαιτία, ως δόλια ή αμελής υπό τις εκτεθείσες έννοιες, συνιστώσα παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας, όπως τα διαγραφόμενα στις προαναφερόμενες διατάξεις, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι και συνεπώς, κατά τον τρόπο αυτόν συνιστά πρόσφορη αιτία της επίδικης ζημίας της αναιρεσειούσης, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν (ζημία).

Επομένως, τα αντίθετα, που υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1(α) ΚΠολΔ υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το πρώτο και το δεύτερο μέρος του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου της αιτήσεως η αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Οι περαιτέρω αιτιάσεις, που με το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο μέρος του αυτού, ως άνω, πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου της αιτήσεως, με τις οποίες, η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, αντιστοίχως:

α) ότι κατά παράβαση των αυτών ως διατάξεων των άρθρων 200, 281, 288, 330, 914 και 4 του ν.2331/1995, το Εφετείο δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι οι εν λόγω εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι παρέλειψαν να ελέγξουν, με προσοχή τις έχουσες στοιχεία ύποπτων συναλλαγών, για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ένδικες συναλλαγές, που αφορούσαν οι ένδικες, υπ' αριθμ. ...86 και ...869-6 επιταγές, την πρώτη των οποίων προσκόμισε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ..." άτομο αγνώστων στοιχείων, του οποίου δεν ελέγχθηκε η ταυτότητα, αφού εισέτι παραμένει άγνωστο, την δε δεύτερη άτομο που εμφανίσθηκε με τα στοιχεία Θ.

Μ., η απόδειξη της πραγματικής ταυτότητα του οποίου δεν απαιτήθηκε, παραλείποντας επί πλέον έτσι να χρησιμοποιήσει (το δικάσαν Εφετείο) το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο η μη ταυτοποίηση του κομιστή επιταγής σημαίνει έλλειψη ελέγχου των στοιχείων του, β) ότι είναι εσφαλμένη η παραδοχή του Εφετείου, ότι η εκ των ως άνω αναιρεσιβλήτων τραπεζική εταιρεία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ..." στην επίδικες περιπτώσεις, ενεργούσα ως μεσολαβούσα τράπεζα είχε τις λιγότερες δυνατότητες ελέγχου της αιτίας πληρωμής των ενδίκων επιταγών, οι οποίες και πληρώθηκαν αμέσως από τις πληρώτριες τράπεζες, χωρίς αντίρρηση και χωρίς οι τελευταίες να θεωρήσουν τις σχετικές συναλλαγές ύποπτες ώστε να τις αναφέρουν στον φορέα του άρθρου 7 του ν.2331/1995, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν αποτελούσαν προϊόν αξιόποινης πράξεως και γ) ότι εσφαλμένως, κατά παράβαση του διδάγματος της κοινής πείρας, ότι προηγείται η εμφάνιση και η κατάθεση των επιταγών στο τραπεζικό κατάστημα και ακολούθως ο υπέρ ου η κατάθεση λαμβάνει γνώση της καταθέσεως των χρημάτων στον λογαριασμό του, το Εφετείο, δέχθηκε ότι καθίστατο αυτονόητο, ότι προ της καταθέσεως των εν λόγω επιταγών στην ανωτέρω αναιρεσίβλητη τράπεζα ... ...

Α.Ε., προηγήθηκε ενδελεχής έλεγχος, της υποκειμένης στην εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς χρηματιστηριακής εταιρείας ..., της προελεύσεως των χρηματικών ποσών των επιδίκων επιταγών πριν τα ποσά αυτά κατατεθούν στον λογαριασμό της από τους πελάτες της, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες, καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και επίσης σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί πλημμέλεια, λόγω παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, καθόσον η προσβαλλόμενη αιτίαση δεν αφορά σε ερμηνεία κανόνα δικαίου, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 90/2018, ΑΠ 1652/2009). Περαιτέρω, με τις ως άνω παραδοχές του, ως προς τους αυτούς, ως άνω εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους Ε.

Γ., Ι. Α., Χ. Ν., προστηθέντες της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ...", το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της αδικοπρακτικής ευθύνης των τριών πρώτων αυτών ως προστηθέντων από την τετάρτη, προστήσασα τούτους, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των προαναφερομένων άρθρων 200, 281, 288, 330, 914 και 4 του ν.2331/1995 και των σχετικών εφαρμοστικών αυτού διατάξεων της ΠΔΤΕ 2438/1998, τις οποίες, επομένως, δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου, ότι η κατάθεση των επίδικων επιταγών στην τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ..." δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούσε ασυνήθη συναλλαγή ώστε να κινήσει υποψίες στους αυτούς ως άνω εναγόμενους και ήδη αναιρεσιβλήτους ότι επρόκειτο περί ύποπτης συναλλαγής και της παραδοχής, ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να ελέγξουν με προσοχή τις ένδικες συναλλαγές, οι οποίες είχαν στοιχεία συναλλαγών ύποπτων για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, δεν υφίσταται αντίφαση, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, σε συνδυασμό με τις λοιπές σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, η παραδοχή, περί του υπόπτου των εν λόγω συναλλαγών, δεν αναφέρεται στο χρόνο, κατά τον οποίον αυτές ελάμβαναν χώρα ενώπιον των αναιρεσιβλήτων αυτών, αλλά στον μετέπειτα του επιδίκου χρόνο, όταν το παράνομο τούτο αποκαλύφθηκε, ως τούτο σαφώς συνάγεται από την περαιτέρω παραδοχή ότι κατά "τη δεδομένη χρονική στιγμή, η κατάθεση επιταγών εντασσόταν στον κύκλο των συναλλαγών που δεν εγείρουν υποψίες νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα".

Επίσης, το γενόμενο δεκτό από το Εφετείο, ότι "...τα χρήματα των επιταγών κατέληγαν στο λογαριασμό μιας από τις μεγαλύτερες χρηματιστηριακές εταιρείες η οποία υπέκειτο στην εποπτεία της επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και βαρυνόταν με τις υποχρεώσεις του ν.2331/1995, καθιστούσε αυτονόητο ότι η τελευταία είχε ενδελεχώς ελέγξει την προέλευση των χρημάτων των πελατών της που κατέθεταν τα χρήματα, λαμβανομένου δε υπόψη ότι και ο εκδότης και πρώτος οπισθογράφος των επιταγών ήταν ομοίως μεγάλος χρηματοπιστωτικός οργανισμός, που υπαγόταν στη νομοθεσία περί νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, παρεμπόδιζαν τη γέννηση οποιοσδήποτε υπόνοιας ως προς την προέλευση των επιταγών από αξιόποινη πράξη, και με τα τότε δεδομένα δεν μπορούσαν οι εναγόμενοι να θεωρήσουν τις ως άνω συναλλαγές ύποπτες, ώστε να οφείλουν να τις αναφέρουν στο φορέα του άρθρου 7 ν.2331/1995...", δεν αντιφάσκει προς τις παραδοχές αυτού (Εφετείου), ότι εκ του ό,τι η χρηματιστηριακή ...

υπέκειτο στον έλεγχο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αυτονόητο ήταν να θεωρηθεί από τους ως άνω αναιρεσιβλήτους, ότι η τελευταία ήλεγχε την προέλευση των χρημάτων που κατατίθεντο στον λογαριασμό της, όχι βεβαίως, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, πριν από την κατάθεσή τους στην αναιρεσίβλητη τράπεζα "... ...

AE", αλλά, όπως σαφώς συνάγεται από τις σχετικές παραδοχές, μετά από την εκάστοτε κατάθεση των επιδίκων ποσών στην χρηματιστηριακή ..., ο δ' αυτονόητος επανειλημμένος αυτός έλεγχος κάθε προηγουμένης καταθέσεως, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, απέκλειε στους εναγομένους αυτούς υπαλλήλους της άνω τράπεζας να θεωρήσουν ύποπτες τις εν λόγω συναλλαγές και να τις αναφέρουν στον αρμόδιο φορέα.

Έτι περαιτέρω, μεταξύ της παραδοχής της αναιρεσιβαλλομένης, ότι οι ανωτέρω εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης τράπεζας "... ... AE" "δεν αποδείχθηκε ότι παρέλειψαν να ελέγξουν με προσοχή τις ένδικες συναλλαγές, οι οποίες είχαν στοιχεία συναλλαγών ύποπτων για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα αφού, κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή, η κατάθεση επιταγών εντασσόταν στον κύκλο των συναλλαγών που δεν εγείρουν υποψίες νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα", δεν υπάρχει αντίφαση προς εκείνη (παραδοχή) ότι οι υπ' αριθμ. ...86 και ...869-6 ένδικες επιταγές, οι οποίες προσκομίσθηκαν στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ..." η μεν πρώτη από άτομο αγνώστων εισέτι στοιχείων, η δε δεύτερη από άτομο που εμφανίσθηκε με τα στοιχεία Θ.

Μ., τα στοιχεία των οποίων δεν ταυτοποιήθησαν, ενόψει της ανωτέρω παραδοχής ότι κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή, η κατάθεση και των ανωτέρω επιταγών εντασσόταν στον κύκλο των επιδίκων συναλλαγών που δεν ήγειραν υποψίες νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ώστε να εμβάλουν σε υποψίες, αυτές και μόνον και εξ αυτού του λόγου, τους αναιρεσιβλήτους αυτούς ώστε να προβούν στον έλεγχο ταυτοποιήσεων των καταθετών αυτών.

Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τις αντίστοιχες αιτιάσεις των πρώτου, τρίτου και τέταρτου μερών του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου της αιτήσεως, με τις οποίες, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω, οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ότι η ευθύνη του εκ των λοιπών αναιρεσιβλήτων Γ. - Δ. Κ. αποδεικνύεται εκ του ότι αυτός α) δέχεται και χρησιμοποιεί υπέργηρο στενό συγγενικό του πρόσωπο για "επενδύσεις τρίτων", γεγονός που δεν είναι σύνηθες σε νόμιμες συναλλαγές και β) οι επιταγές τις οποίες παραλάμβανε και κατέθετε, δια της Δ.

Μ., δεν είχαν εκδοθεί από φυσικά πρόσωπα αλλά από την ενάγουσα ανώνυμη εταιρία και επίσης ότι δεν αποδεικνύεται ότι για τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους υφίστατο στοιχείο αμελούς συμπεριφοράς, παρά το ότι δέχονταν επιταγές από υπέργηρο άτομο οι οποίες είχαν εκδοθεί από την ..., αναφέρονται σε διαφορετικά κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως, με διαφορετικούς εναγομένους - αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι κατά τις οικείες παραδοχές δρούσαν κατά χωριστό έκαστος τρόπο και συνιστούν επιχειρήματα του Εφετείου σχετικά με την συμπεριφορά εκάστου των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων και όχι στοιχεία του αιτιολογικού της αποφάσεως ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη των δρώντων κεχωρισμένως ως άνω αναιρεσιβλήτων και επομένως τα αντίθετα, που με το δεύτερο μέρος του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου της αιτήσεως, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτα και απορριπτέα, καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11(γ) του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 1202/2008). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 13-14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11(γ) ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 493/2015).

Μεταξύ δε των αποδεικτικών μέσων, που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι και οι προσκομιζόμενες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις, η παράβαση δε της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρ. 559 αριθ. 11(γ) ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου.

Μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα, που ειδικά μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο.

Για την πληρότητα του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αρ. 11(γ) ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως που στηρίζεται στην παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, όταν πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα, ο από το άρθρο 559 αρ. 11(γ) ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των ανωτέρω και ότι κλητεύθηκε ο αντίδικος και προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας η έκθεση επιδόσεως από την οποία προκύπτει η ημερομηνία και ο χρόνος κλητεύσεως (ΑΠ 1683/2017, ΑΠ 1821/2008, ΑΠ 1316/2005).

Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας, περί νομοτύπου λήψεως της βεβαιώσεως, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ και συνεπώς κάθε ισχυρισμός διαδίκου που στρέφεται κατά της βεβαιώσεως αυτής του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτος. Παραδοχή δε πραγματικού γεγονότος από το δικαστήριο της ουσίας, μη υποκειμένη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, συνιστά επίσης και το ότι δεν έχει προσκομισθεί από τον διάδικο η έκθεση επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς τον αντίδικό του, παρά την επίκληση αυτής στις προτάσεις του, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται η νόμιμη λήψη της ένορκης βεβαιώσεως που με επίκληση προσκομίσθηκε από αυτόν.

Η επίκληση και προσκομιδή του αποδεικτικού επιδόσεως όμως δεν είναι αναγκαία για την απόδειξη της νόμιμου κλητεύσεως του αντιδίκου του επικαλουμένου την ένορκη βεβαίωση, όταν ο τελευταίος ομολογεί με τις προτάσεις του (άρθ. 352 του ΚΠολΔ) την νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του για να παραστεί κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 638/2015).

Δεν συνιστά όμως ομολογία της νομότυπου και εμπρόθεσμου κλητεύσεως του αντιδίκου του επικαλουμένου την ένορκη βεβαίωση διαδίκου, ο από τον πρώτο σχολιασμός και η αντίκρουση του περιεχομένου της ένορκου βεβαιώσεως με την προσθήκη στις προτάσεις αυτού μετά τη συζήτηση, κατά την οποία προσκομίσθηκε η ένορκη βεβαίωση (ΑΠ 1028/2013, 1352/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ. 11(γ) ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ή δεν συνεκτίμησε τα υπ' αυτής επικληθέντα και προσκομισθέντα ενώπιόν του ως αποδεικτικά μέσα: α) τα σώματα των επιδίκων επιταγών υπ' αριθμ. 1) ...40/31-8-2000 ποσού 377.080.000 δραχμών, 2) εκείνης υπό ημερομηνία εκδόσεως 14-11-2000 ποσού 440.506.221 δραχμών, 3) ...984-5/29-6-2001 ποσού 302.200.000 δραχμών, 4) ...86/10-7-2001 ποσού 42.853.356 δραχμών, 5) ...87/6-8-2001 ποσού 999.095.000 δραχμών, 6) ...05-2/17-9-2001 ποσού 60.000.000 δραχμών, 7) ...07-0/25-9-2001 ποσού 40.000.000 δραχμών, 8) ...08-0/ 25-9-2001 ποσού 39.022.000 δραχμών, που εκδόθηκαν από την ...

και 9) ...836-9/27-7-2001 ποσού 81.500.000 δραχμών εκδόσεως της ..., οι οποίες (επιταγές αυτές) προσκόμισαν και παραδόθηκαν στα καταστήματα της αναιρεσίβλητης τράπεζας "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ..." από τους κομιστές εξ οπισθογραφήσεώς τους Δ. Μ. οι πρώτη και δεύτερη, Γ. - Δ. Κ. οι τρίτη, πέμπτη, έκτη, εβδόμη, ογδόη και ενάτη, και από άγνωστο εισέτι πρόσωπο η Τετάρτη των επιταγών αυτών, χωρίς να οπισθογραφηθούν από τους κομιστές τους αυτούς, β) τα καταθετήρια των επιταγών αυτών, γ) την πορισματική, σχετικά και με τις επιταγές αυτές, αναφορά του ΣΔΟΕ, γεγονός που η ίδια (αναιρεσείουσα) επικαλέσθηκε και δ) τις επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων Κ.

και Π., από τα οποία (αποδεικτικά αυτά μέσα) αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός της ότι οι ανωτέρω κομιστές - καταθέτες των επιταγών αυτών τις κατέθεταν στην ανωτέρω τράπεζα χωρίς να τις οπισθογραφούν, ώστε να προκύπτουν τα στοιχεία τους και ότι η παράλειψη αυτή γεννούσε την υποχρέωση των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων - προστηθέντων της προαναφερομένης τραπέζης να προβούν στον έλεγχο των συναλλαγών που αυτές αφορούσαν, τον οποίον και αυτοί παρέλειψαν.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο ανωτέρω, απορριπτικό της αγωγής της αναιρεσειούσης, αποδεικτικό του πόρισμα όσον αφορά τους ανωτέρω εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους Ε. Γ., Ι. Α., Χ. Ν.

και τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ...", διαβεβαιώνει, ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, επομένως και τα ανωτέρω, από την διαβεβαίωση δε αυτή σε συνδυασμό με όλο το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης, καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα επίμαχα αυτά αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις.

Η άποψη δε της αναιρεσειούσης, ότι εάν το Εφετείο εκτιμούσε και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, θα οδηγούσε την κρίση του σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της αναιρεσιβαλλομένης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή της διάταξης του άρθρου 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, κατά το μέρος του αυτό, ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, ρητώς δεν έλαβε υπόψη του, κρίνοντας ανυπόστατο και ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, την υπ' αριθμ. 12329/010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον Συμβ/φου, του μάρτυρος Ν.

Κ., που με επίκληση προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της προσκόμισε ενώπιόν του η αναιρεσείουσα, για το λόγο, ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα εφεσίβλητη δεν επικαλέσθηκε ούτε απέδειξε ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση έλαβε χώρα ύστερα από προηγούμενη κλήτευση των αντιδίκων της αναιρεσειούσης προ δύο τουλάχιστον ημερών ή ότι οι τελευταίοι παραστάθηκαν κατά τη σύνταξη αυτής.

Η κρίση αυτή του Εφετείου ανάγεται, κατά τα σχετικώς προαναφερόμενα, στην εκτίμηση πραγμάτων και είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο. Επομένως, η αιτίαση, που υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 11(γ) ΚΠολΔ, προβάλλει η αναιρεσείουσα, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως και συνίσταται στο ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.- Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά τους εκ των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Ί.-Λ.

Κ. και Π. Μ. και επίσης την προστήσασα αυτούς συνεναγομένη τους "... ΑΧΕ", ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", ως προς τους οποίους, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την κατ' αυτών αγωγή της αναιρεσειούσης ως ουσία αβάσιμη, ενόψει των προαναφερομένων αναιρετικώς ανελέγκτως γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών, με τις στηριζόμενες σ' αυτά ως άνω παραδοχές του και ειδικότερα:

α) ότι στον κωδικό της Δ. Μ., τον οποίον αυτή είχε ανοίξει στην "... ΑΧΕ" τον Φεβρουάριο του 2000, τα χρήματα εισήρχοντο μέσω της τράπεζας "...", στην οποία από τους αρμόδιους υπαλλήλους είχε γίνει έλεγχος των στοιχείων της Δ. Μ. (ταυτότητα και ΑΦΜ), β) ότι τα ενημερωτικά σημειώματα (extrast) της τράπεζας ..., που οι εναγόμενοι αυτοί λάμβαναν και ήταν η μόνη πηγή γνώσεώς τους, δεν ανέφεραν ποιος ήταν ο εκδότης των επιταγών, αλλά μόνο ο καταθέτης, και ότι οι δε ως άνω εναγόμενοι δεν είχαν άλλη πηγή πληροφόρησης ως προς την προέλευση των χρημάτων, γ) ότι ο έλεγχος των στοιχείων της Δ.

Μ. από την "... ΑΧΕ" ήταν σύμφωνος με τα κρατούντα στην χρηματιστηριακή αγορά και τις οδηγίες που είχαν δοθεί από τους αρμόδιους φορείς, δ) ότι ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο αρμόδιος προς τούτο, κατά το άρθρο 7 Ν. 2331/2005 Β. Σ., υπεύθυνος για τις αναφορές προς το φορέα του άρθρου 7 Ν. 2331/2005 ελεγκτής, προέβη σε έλεγχο των στοιχείων της και δεν διαπίστωσε καμία παρατυπία για να αναφερθεί στην αρμόδια αρχή, ε) ότι η ταυτότητα της Δ.

Μ. εξακριβώθηκε από τους εναγομένους αυτούς, αφενός με την επίδειξη του δελτίου ταυτότητάς της και αφετέρου με τη θεώρηση της υπογραφής της από το αρμόδιο AT, επιπλέον δε, οι εναγόμενοι συναντήθηκαν μαζί της επιβεβαιώνοντας την ταυτοπροσωπία, τη διαύγεια του πνεύματός της και τη δυνατότητα πλήρους αντίληψης των πραγμάτων εκ μέρους της, ζ) ότι η Δ.

Μ., προέβη στο άνοιγμα κωδικού για λογαριασμό της και όχι για λογαριασμό τρίτου και ως εκ τούτου δεν απαιτείτο η απόδειξη και εξακρίβωση των στοιχείων του τρίτου, ε) ότι ουδεμία υπόνοια ή έστω ένδειξη υπήρχε για την προέλευση των χρημάτων των επενδύσεων της Δ. Μ. ή ότι αυτή ενεργούσε για λογαριασμό τρίτων, ώστε να προβούν οι εναγόμενοι σε συλλογή περισσότερων πληροφοριών, στ) ότι οι εναγόμενοι αυτοί, υπό τις ειρημένες ιδιότητές τους, εκ περισσού, ζήτησαν από τη Μ.

να συμπληρώσει ερωτηματολόγια, ώστε να έχουν μία πιο πλήρη εικόνα του επενδυτικού της προφίλ και της οικονομικής της κατάστασης, ζ) ότι όταν, ζητήθηκε από τον αρμόδιο φορέα να παράσχουν πληροφορίες για τους διακινούντες σημαντικά ποσά πελάτες τους, μεταξύ των οποίων και η Δ. Μ., οι εναγόμενοι χορήγησαν αμέσως τα στοιχεία αυτά, χωρίς να ανακύψει κανένα πρόβλημα, η) ότι, η διαχείριση του χαρτοφυλακίου της Δ.

Μ., όπως προπεριγράφεται, έγινε κατά την εκφρασθείσα, κατ' επανάληψη επιθυμία αυτής και την απεριόριστη εμπιστοσύνη, με την οποία εμφανιζόταν στους υπαλλήλους της "... ΑΧΕ" να περιβάλλει τον Γ. Δ., θ) ότι η παράδοση των επιταγών στον κατηγορούμενο εγγονό της (Δ. Μ.) Γ. - Δ. Κ. (με αποδείξεις που είχε υπογράψει προγενέστερα) και με τον οποίο διατηρούσε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, έγινε εν γνώσει της, ι) ότι η Δ.

Μ. στο τέλος κάθε μήνα ελάμβανε ενημερωτικό σημείωμα από την "... ΑΧΕ" και καμία αντίρρηση δεν προέβαλε για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου της και την εκταμίευση χρημάτων από τον ως άνω εγγονό της, ια) ότι η συνόδευση της ως άνω Δ. Μ. από τον ως άνω επίσης εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Λ. Ζ., προϊστάμενο από τον Απρίλιο του έτους 2000 του Τμήματος εκκαθαρίσεως της "...

Χρηματιστηριακή ΑΕ" και ήδη επίσης αναιρεσίβλητης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" στην Τράπεζα κάποιες φορές, ήταν μία από τις συνήθεις πρακτικές της εταιρείας των εναγομένων προς τους καλούς πελάτες και όχι μόνο στους ανωτέρω Δ. Μ. και τον Γ. - Δ. Κ., ιβ) ότι το ότι δεν πιστώνονταν απευθείας οι κωδικοί της Δ.

Μ. αλλά εκδίδονταν επιταγές εις διαταγήν "ημών των ιδίων" δεν καταδεικνύει γνώση και συμμετοχή των εναγομένων σε επιλήψιμο "σχέδιο" αλλά γινόταν κατόπιν επιθυμίας της ίδιας της Μ. και εξάλλου αποτελούσε ιδιαίτερα συνήθη πρακτική στις συναλλαγές με τις χρηματιστηριακές εταιρείες, ιγ) ότι η προρρηθείσα πρακτική (έκδοση επιταγών) δεν απαγορευόταν από την υπ' αριθμ. 123/2-1-1998 απόφαση του Δ.Σ.

της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αφού η απόφαση αυτή αφορούσε τις σχέσεις μεταξύ χρηματιστηριακών εταιρειών και όχι μεταξύ χρηματιστηριακών εταιρειών και πελατών - φυσικών προσώπων, τέτοιοι δε περιορισμοί για την κατάργηση των πληρωμών με επιταγές τέθηκαν το πρώτον με αποφάσεις της Επιτροπής τα έτη 2005 και 2006 ενώ έως τότε δεν υπήρχαν φραγμοί στον τρόπο διακίνησης των χρημάτων, ιδ) ότι, όσον αφορά τις επιταγές για την κάλυψη των κόκκινων κωδικών, τις αποδείξεις αυτές υπέγραψε η ίδια η Δ.

Μ. στο ταμείο της "... ΑΧΕ" και άλλες από αυτές παρέδωσε ή ίδια στον εκ των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Γ. Δ., ενώ για τις λοιπές έδωσε εντολή να διατεθούν, όπως επιθυμεί ο τελευταίος, γνωρίζοντας το σκοπό, για τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν, η δε διακίνηση των επιταγών αυτών με την παράδοσή τους από τον κομιστή τους, χωρίς οπισθογράφηση από αυτόν (κομιστή) δεν είναι παράνομη και δεν ενέχει υποψίες προς την κατεύθυνση αυτή, αφού τούτο προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 Ν.5960/1933, ιε) ότι από τον Ιούνιο του 2000 η Δ.

Μ., μετά από σχετική σύμβαση, που υπέγραψε με την "... ΑΧΕ", άνοιξε κωδικό στην εταιρία αυτή για να συμμετάσχει στην παράλληλη αγορά παραγώγων, επειδή η "... ΑΧΕ" δεν δραστηριοποιούνταν στο εν λόγω αντικείμενο, από τότε δε που άνοιξε λογαριασμό περιθωρίου στην τράπεζα ..., όπου αφενός διακινούσε μεγάλα χρηματικά ποσά και τίτλους από την "...

ΑΧΕ" για τη συμμετοχή της στην αγορά αυτή, αφετέρου διακινούσε χρήματα από τα παράγωγα προς την "... ΑΧΕ", ιστ) ότι με βάση τα προαναφερόμενα δεν μπορούσαν οι εν λόγω εναγόμενοι να γνωρίζουν και μετά το διάστημα αυτό την πηγή προελεύσεως των χρημάτων της Δ. Μ., ιζ) ότι, όσον αφορά την ύπαρξη χρηματικών αδιαθέτων που εμφανίσθηκαν κατά καιρούς στην καρτέλα της (Δ.

Μ.), αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί στους εναγόμενους, αφού έχει σχέση με την εκ μέρους της ανωτέρω εκφρασθείσα θέλησή της, να μη διοχετευθούν χρήματα, το χρονικό αυτό διάστημα, στη χρηματιστηριακή αγορά, ιη) ότι για τα χρήματα αυτά (αδιάθετα) η "... ΑΧΕ" δια των εναγόμενων δέχθηκε και κατέβαλε στη Δ. Μ. τόκους ύψους περίπου 30.000.000 δραχμών, διότι, κατ' αυτήν (Δ.

Μ.) και τον Γ. Δ., έπρεπε να είχαν τοποθετηθεί σε repos, παράλειψη την οποία δέχθηκαν οι εναγόμενοι ότι τους βάρυνε αν και δεν είχαν δεχθεί σχετική εντολή, ενώ, αν οι εναγόμενοι γνώριζαν την προέλευση των χρημάτων, δεν υπήρχε λόγος να καταβάλουν το παραπάνω ποσό, ιθ) ότι ο Γ. Δ., είχε πολλούς πελάτες στην "... ΑΧΕ", οι οποίοι διακινούσαν μεγάλα ποσά, το γεγονός δε ότι αυτός (Γ.

Δ.) επέλεξε την εταιρεία των εναγομένων, δεν αποτελεί στοιχείο ενδεικτικό της γνώσης αυτών για την παράνομη δραστηριότητα του τελευταίου, κ) ότι στην εταιρεία αυτή των εν λόγω εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ήταν επίσης πελάτες επί μακρό χρονικό διάστημα, τόσο η κόρη της Δ. Μ., Μ. Κ., όσο και οι δύο εγγονοί της Δημήτριος- Γ.

Κ. και Θ. Κ. και επομένως, το γεγονός ότι άνοιγε κωδικό άλλο ένα μέλος της οικογένειας ήταν απολύτως φυσικό και δεν μπορούσε να κινήσει οποιεσδήποτε υποψίες, κα) ότι η επιστροφή του ποσού των 1.938.574.976 δραχμών προς την ενάγουσα δεν ήταν δυνατόν να υποπέσει στην αντίληψη των εναγομένων, αφού αυτό έγινε με επιταγές, που κατατέθηκαν από τους Δ.

Μ. και Δ. - Γ. Κ. στην ... και στην ... και κβ) ότι δεν γνώριζαν και δεν μπορούσαν να γνωρίζουν οι εναγόμενοι αυτοί, αν οι επιταγές αυτές είχαν οπισθογραφηθεί από την Δ. Μ. ή τον Κ., αφού από το χρονικό σημείο της παραδόσεως των επιταγών από την εταιρεία στη Μ. ή στον Δ. - Γ. Κ., δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν την τύχη τους και πώς αυτές χρησιμοποιήθηκαν, προκύπτει, εκ του πράγματος, ότι το Εφετείο, αφ' ενός μεν ερεύνησε την υπαιτιότητα των εναγομένων αυτών, ως προστηθέντων από την συνεναγομένη τους "...

Χρηματιστηριακή ΑΕ", ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", ως προς την τέλεση της αποδιδομένης σ' αυτούς επίδικης αδικοπραξίας εξ αμελείας τους, αφ' ετέρου δε ορθά εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288, 330, 914 και 4 του ν.2331/1995 και των σχετικών εφαρμοστικών αυτού διατάξεων της ΠΔΤΕ 2438/1998, αφού, ότι υπό τα ανωτέρω, ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά περιστατικά, η συμπεριφορά τους αυτή δεν συνιστά αμελή συμπεριφορά, στοιχειοθετούσα υπό την μορφή αυτή υπαιτιότητά τους.

Και τούτο, διότι οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, που στηρίζονται στα, κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά, ως άνω περιστατικά, δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα συναλλακτικά ήθη, ότι η προαναφερομένη συμπεριφορά των ως άνω αναιρεσιβλήτων Ί.-Λ.

Κ. και Π. Μ., ως προστηθέντων της τρίτης αυτών και επίσης συνεναγομένης τους "... ΑΧΕ", ήδη δε αναιρεσίβλητης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", ήταν υπαιτία, ως αμελής υπό την εκτεθείσα αυτής έννοια, συνιστώσα παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας, όπως τα διαγραφόμενα στις προαναφερόμενες διατάξεις, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι και συνεπώς, κατά τον τρόπο αυτόν συνιστά πρόσφορη αιτία της επίδικης ζημίας της αναιρεσειούσης, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν (ζημία).

Εν όψει δε τούτων, στερείται εννόμου επιρροής το υπό του Εφετείου, εκ περισσού, διαλαμβανόμενο στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ότι δεν διαλαμβάνεται στην αγωγή βάση, στηριζόμενη σε αμελή αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων αυτών. Επομένως, τα αντίθετα, που υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ως προς τους ανωτέρω εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, η αναιρεσείουσα, με τα δύο πρώτα μέρη του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου και το σχετικό μέρος του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου της αιτήσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος αυτός τέταρτος λόγος της αιτήσεως κατά το σχετικό πρώτο μέρος του, λόγος της αιτήσεως, κατά τα ανωτέρω σκέλη του, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον αυτές ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και επίσης σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Έτι περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του αυτού ως άνω τετάρτου λόγου της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 11(γ) ΚΠολΔ, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την αιτίαση ότι, προς εξαγωγή του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος ως προς τους αυτούς ως άνω εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους (Ί.-Λ.

Κ. και Π. Μ.), δεν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ή δεν συνεκτίμησε τα υπ' αυτής επικληθέντα και προσκομισθέντα ενώπιόν του ως αποδεικτικά μέσα: α) την από 4-3-2003 ένορκη κατάθεση της προϊσταμένης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Ά. Β. ενώπιον του Ανακριτή, και επίσης την κατάθεση αυτής στο Πενταμελές Εφετείο κακουργημάτων, β) την επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρος "κας Π." και γ) την, επίσης επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατάθεση της μάρτυρος κατάθεση "κας Κ.".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο ανωτέρω, απορριπτικό της αγωγής της αναιρεσειούσης, αποδεικτικό του πόρισμα όσον αφορά τους ανωτέρω εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, διαβεβαιώνει, ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου, ...όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται ....

χωρίς να έχει παραλειφθεί κανένα για τη διάγνωση της ουσίας της διαφοράς, .... μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, τα οποία εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, επομένως και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Από την διαβεβαίωση δε αυτή, σε συνδυασμό με όλο το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης, καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα επίμαχα αυτά αποδεικτικά στοιχεία (ως άνω έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις).

Η άποψη δε της αναιρεσειούσης, ότι εάν το Εφετείο εκτιμούσε και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, θα οδηγούσε την κρίση του σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της αναιρεσιβαλλομένης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή της διάταξης του άρθρου 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, κατά το μέρος του αυτό, ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Πλέον τούτων, ενόψει των προαναφερομένων αναιρετικώς ανελέγκτως γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών, με τις στηριζόμενες σ' αυτά, ως άνω, παραδοχές του, καθ' όσον αφορά: Ι) τον εκ των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητο Β.

Σ., ως προς τον οποίον, κατά τα εκτεθέντα, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την έφεση της εναγούσης και ήδη αναιρεσειούσης, με την οποίαν η τελευταία παρεπονείτο για την κατ' ουσίαν απόρριψη πρωτοδίκως της αγωγής της ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν, και ειδικότερα: α) ότι ο εναγόμενος αυτός προσελήφθη από την "...

ΑΧΕ", η οποία ήταν μέλος του ομίλου εταιρειών της "...", στις 4-5-1998 και αποχώρησε, με παραίτηση, στις 4-6-2001, β) ότι αρχικά ασκούσε καθήκοντα Οικονομικού και Διοικητικού Διευθυντή της ανωτέρω χρηματιστηριακής εταιρείας αλλά και όλων των εταιρειών του Ομίλου, στα δε καθήκοντά του αυτά περιλαμβάνονταν η εύρυθμη λειτουργία των λογιστηρίων των εταιρειών αυτών, η διεκπεραίωση των φορολογικών θεμάτων, η συνεργασία με τους νομικούς συμβούλους, η σύνταξη προϋπολογισμού, η επικοινωνία με τους αλλοδαπούς μετόχους των εταιρειών του Ομίλου, οι αγορές παγίων και αναλώσιμων, οι μηνιαίες αναφορές στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για το δείκτη φερεγγυότητας της ΑΧΕ κλπ., γ) ότι ως οικονομικός και διοικητικός διευθυντής δεν είχε αρμοδιότητα να λαμβάνει γνώση των καθημερινών συναλλαγών με πελάτες και του εκάστοτε υπολοίπου του Κωδικού τους, δεν συναντούσε πελάτες, δεν τους κατέβαλε χρήματα, ούτε εισέπραττε χρήματα από αυτούς, δεν εκτελούσε χρηματιστηριακές εντολές, δεν εξέταζε το προφίλ των πελατών και δεν τους παρείχε οποιουδήποτε είδους υπηρεσίες, δ) ότι από 8-9-1998 ορίστηκε υπεύθυνος εσωτερικού ελέγχου της εταιρείας και ήταν επιφορτισμένος, ιδίως με την ύπαρξη επαρκών εσωτερικών διαδικασιών, που θα διασφάλιζαν την αποτελεσματική, ασφαλή και σύννομη λειτουργία της εταιρείας και με τη διενέργεια τακτικών ελέγχων για τη διαπίστωση της τήρησης των διαδικασιών αυτών από τα αρμόδια τμήματα, ε) ότι το έτος 1999 ορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 10 του Ν. 2331/1995, αρμόδιο διευθυντικό στέλεχος, επιφορτισμένο με την εφαρμογή της νομοθεσίας για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και την επικοινωνία με τον Φορέα του άρθρου 7 του Ν.2331/1995 και σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.10 ν.2331/95, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, δεν υποχρεούτο σε αυτοπρόσωπο έλεγχο των συναλλαγών, αλλά οι ύποπτες συναλλαγές έπρεπε να αναφέρονται σε αυτόν (ως διευθυντικό στέλεχος) από τον υπάλληλο εκείνον, που τις πραγματοποιεί ήτοι τα άλλα διευθυντικά στελέχη και οι υπάλληλοι της εταιρείας έπρεπε να αναφέρουν κάθε συναλλαγή, που θεωρούσαν ύποπτη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και κάθε γεγονός του οποίου ελάμβαναν γνώση λόγω της υπηρεσίας τους και το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει ένδειξη εγκληματικής δραστηριότητας, ο ίδιος δε θα ενημέρωνε σχετικά, τηλεφωνικώς και με εμπιστευτικό έγγραφο, τον Αρμόδιο Φορέα του άρθρου 7 του ν, 2331/1995, στ) ότι ο εναγόμενος αυτός δεν ερχόταν σε επαφή με τους συναλλασσομένους με την "...

ΑΧΕ", ούτε κατά το άνοιγμα των κωδικών τους, γιατί κάτι τέτοιο δεν αναγόταν στα καθήκοντα του, ζ) ότι έτσι δεν ήλθε σε καμία επαγγελματική επαφή και με την Δ. Μ., ούτε εξέτασε την προέλευση των εισοδημάτων της, η) ότι ακόμα κι αν διενεργούσε ενδελεχείς τακτικούς ελέγχους και ακόμα κι αν είχε πληροφορηθεί έγκαιρα τις κινήσεις του κωδικού της Δ.

Μ., δεν θα ήταν δυνατή η διαπίστωση κάποιας παρατυπίας, ούτε θα ήταν δυνατόν να λάβει γνώση της προέλευσης των κεφαλαίων, αφού η "... ΑΧΕ" δεν ελάμβανε από την τράπεζα αντίγραφα των επιταγών, που κατατίθεντο στους λογαριασμούς της και επομένως δε γνώριζε την προέλευση των κεφαλαίων της Δ. Μ. και δεν μπορούσαν να εγερθούν υποψίες εκ των καταθέσεων αυτών, θ) ότι οι καταβολές των μεγάλων χρηματικών ποσών από τη Δ.

Μ. προς την "... ΑΧΕ" δεν αποτελούσαν παραβάσεις οποιοσδήποτε διαδικασίας και αντίστροφα οι καταβολές της "... ΑΧΕ" προς την Δ. Μ. δεν μπορούσαν να εγείρουν οποιεσδήποτε υποψίες, ι) ότι αυτός (εν λόγω εναγόμενος) δεν έλαβε καμία αναφορά από κάποιο στέλεχος της εταιρείας, που ερχόταν σε επαφή με το ταμείο της "...

ΑΧΕ", για κάποια ύποπτη συναλλαγή, και ειδικά για τη Δ. Μ., έτσι ώστε αυτός (εναγόμενος) να κινητοποιηθεί να την ερευνήσει και να την αναφέρει στον αρμόδιο φορέα του άρθρου 7 του Ν.2331/1995, ια) ότι οι αναφορές που ελάμβανε αφορούσαν σε τρέχοντα θέματα και δεν είχαν σχέση με κωδικούς πελατών της εταιρείας και τα χρηματικά ποσά καθενός από αυτούς, ιβ) ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω εναγόμενος γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει, λαμβάνοντας ακόμη και μέτρα άκρας επιμέλειας, ότι τα χρηματικά ποσά, που υπήρχαν στον κωδικό της Δ.

Μ., ανήκαν στην ενάγουσα και ότι προέρχονταν από εγκληματικές δραστηριότητες της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950, που τελέστηκαν κατ' εξακολούθηση σε βάρος της, ιγ) ότι οι τελεσθείσες σε βάρος της ενάγουσας αξιόποινες πράξεις (απάτη, υπεξαίρεση) δεν κατέστη δυνατόν να γίνουν αντιληπτές ούτε από τον εσωτερικό έλεγχο και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της ενάγουσας, επί σειρά ετών, πολλώ δε μάλλον δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές από τον εναγόμενο, ο οποίος ούτε γνώριζε ούτε ήταν δυνατόν να γνωρίζει ότι τα ποσά, που εισέρρεαν στους λογαριασμούς της "...

ΑΧΕ", ήταν αντικείμενο ξεπλύματος και επομένως δεν ήταν δυνατόν να προβεί στην ενημέρωση του αρμόδιου Φορέα του ν.233/1995, ιδ) ότι ο εναγόμενος αυτός, όπως, κατά τα προαναφερόμενα, όφειλε, θέσπισε εσωτερικές διαδικασίες και ελέγχους τήρησης από τα διάφορα τμήματα, χωρίς όμως να υποχρεούται σε έλεγχο των κινήσεων των πελατών και χωρίς να έχει υποχρέωση να γνωρίζει τα υπόλοιπα και τις κινήσεις τους, ενώ ως υπεύθυνος κατά τον ν.2331/1995 όφειλε απλώς να αναφέρει ύποπτες συναλλαγές που θα του αναφέρονταν από υπαλλήλους επιφορτισμένους με τις συναλλαγές των πελατών της "...

ΑΧΕ" και ιε) ότι τέτοια δε ενημέρωση ουδέποτε έλαβε ώστε να παραλείψει να την αναφέρει, με βάση τις οποίες (παραδοχές αυτές), ακολούθως, έκρινε (το Εφετείο) ότι δεν αποδείχθηκε η αποδιδόμενη με την αγωγή στον ανωτέρω εναγόμενο παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αλλά ούτε και οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του, και

ΙΙ) τον εκ των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Λ. Ζ. ως προς τον οποίον, επίσης κατά τα εκτεθέντα, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την έφεση της εναγούσης και ήδη αναιρεσειούσης, με την οποίαν η τελευταία παρεπονείτο για την κατ' ουσίαν απόρριψη πρωτοδίκως της αγωγής της ως προς τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο αυτόν, και ειδικότερα:

α) ότι ο εναγόμενος αυτός προσελήφθη τον Απρίλιο 2000 ως Προϊστάμενος του Τμήματος Εκκαθαρίσεως (Back Office) της ... ΑΧΕ, το οποίο (τμήμα) είχε την ευθύνη για την διεκπεραίωση των εντολών, που ελάμβανε και εκτελούσε η εταιρεία για λογαριασμό των πελατών της, β) ότι, όταν ανέλαβε τα καθήκοντα του, υπήρχε ήδη από τον Φεβρουάριο χρηματιστηριακός κωδικός της Δ.

Μ., με ποσά καταθέσεων άνω των δύο δισεκατομμυρίων δραχμών και με συναλλαγές στο δικό του τμήμα, γ) ότι στα πλαίσια των καθηκόντων του εκτελούσε και τις εντολές για την πελάτισσα Δ. Μ., που του διαβίβαζε ο Γ. Δ., μέσω του οποίου γνώρισε και τον κατηγορούμενο Δημήτριο Κ., δ) ότι εξέδωσε και παρέδωσε στον τελευταίο ή στη Δ.

Μ. τις επίδικες με αύξοντες αριθμούς 2-13, 25, 26, 51-56 επιταγές της "... ΑΧΕ" σε διαταγή ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ, οι οποίες διακινήθηκαν κατά τα αναλυτικά προαναφερόμενα, δ) ότι μερικές φορές συνόδευσε τον Δημήτριο Κ. στην Τράπεζα, προκειμένου να βοηθήσει στην πληρωμή της ενόψει των μεγάλων ποσών που ενσωμάτωναν, ε) ότι όλες οι παραπάνω ενέργειες αυτού του εναγομένου έγιναν κατ' εντολή των προϊσταμένων του και κυρίως της εναγομένης Π.

Μ., στ) ότι δεν αποδείχθηκε γνώση αυτού ότι 1) τα χρήματα που υπήρχαν στον χρηματικό κωδικό της Δ. Μ. ανήκαν στην ενάγουσα και ότι προέρχονταν από εγκληματικές δραστηριότητες της παραγράφου 1 του άρθρου 1 Ν.1608/ 1950, που τελέστηκαν κατ' εξακολούθηση σε βάρος αυτής και 2) ότι οι Κ. και Μ. τα δέχθηκαν στην κατοχή τους, ώστε να χαθεί η παράνομη προέλευσή τους και συγκεκριμένα συνολικό ποσό 2.605.553.886 δρχ.

καταβάλλοντας αυτά είτε σε μετρητά είτε με έκδοση επιταγών της ... ΑΧΕ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", ζ) ότι δεν αποδείχθηκε ότι με την έκδοση των επιταγών και την πληρωμή μετρητών, ενήργησε, εν γνώσει και των Κ. και Μ., με σκοπό να συγκαλύψει την προέλευση των χρημάτων και να παράσχει συνδρομή σε αυτούς στην αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, η) ότι όταν προσλήφθηκε στην "...

ΑΧΕ", η Δ. Μ. ήταν ήδη πελάτισσα της εταιρείας με καταθέσεις και χρηματιστηριακές πράξεις πολλών δισεκατομμυρίων δραχμών, θ) ότι υπό τα δεδομένα αυτά, δεν μπορούσε ούτε να γνωρίζει την παράνομη προέλευση των χρημάτων, ούτε να ελέγξει το προφίλ της Δ. Μ. ούτε και είχε λόγους να υποψιαστεί έστω, πολλώ δε μάλλον την δυνατότητα να ελέγξει την προέλευση των χρημάτων της, τα οποία βρήκε δεδομένα στην εταιρεία, ι) ότι σε κάθε περίπτωση δεν είχε ούτε την αρμοδιότητα να ελέγξει το προφίλ της Δ.

Μ. ή την προέλευση των χρημάτων της, αφού αυτός ήταν υπεύθυνος του "back office" (πίσω γραφείο) του γραφείου δηλαδή διεκπεραίωσης χρηματιστηριακών συναλλαγών", ενώ αρμόδιοι για τη γνωριμία και τον έλεγχο του πελάτη ήταν οι υπεύθυνοι του front office ("μπροστά γραφείο"), και δη κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης της εταιρείας με τον πελάτη, το οποίο ήταν εκείνο που ερχόταν σε επαφή με τους πελάτες, γνώριζε τους πελάτες, συνήπτε τις συμβάσεις μαζί τους, λάμβανε και εκτελούσε τις εντολές τους, ια) ότι έτσι δεν μπορούσε ο εναγόμενος αυτός να γνωρίζει ή να ελέγξει την οικονομικό και επενδυτικό προφίλ της Μ.

ή οποιοσδήποτε άλλης πελάτισσας της εταιρίας, πολύ δε περισσότερο, που η Μ. ήταν ήδη δεδομένη πελάτισσα της εταιρίας, με ήδη δεδομένες και ελεγμένες καταθέσεις και κινήσεις δισεκατομμυρίων όταν αυτός προσελήφθη, ιβ) ότι ο ίδιος αυτός εναγόμενος δεν είχε και τέτοια αρμοδιότητα, ούτε γνώριζε ο,τιδήποτε που ενδεχόμενα θα μπορούσε να του γεννήσει υποψίες ότι τα χρήματα της Μ.

ήταν προϊόν παράνομης δραστηριότητας, σε βάρος της ενάγουσας, ιγ) ότι ο εναγόμενος ακόμα κι αν επεδείκνυε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, δηλαδή την επιμέλεια ενός μέσου και συνετού ανθρώπου - την οποία και επέδειξε - δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ούτε καν να υποψιαστεί ή έστω να θεωρήσει ως ενδεχόμενο ότι τα χρήματα δεν ήταν της Δ.

Μ. αλλά αποτελούσαν προϊόν παράνομης δραστηριότητας σε βάρος της ενάγουσας, ιδ) ότι αφού ούτε η Τράπεζα που ελάμβανε τις καταθέσεις από τη Δ. Μ., ούτε το front office, ούτε ο κατά νόμο αρμόδιος εσωτερικός ελεγκτής γνώριζαν ή αντιλήφθηκαν ή υποψιάστηκαν ο,τιδήποτε, ούτε ο εναγόμενος που υπηρετούσε στο back office θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι τα χρήματα δεν ήταν της Δ.

Μ., αλλά προϊόν παράνομης δραστηριότητας σε βάρος της ενάγουσας, πολύ δε περισσότερο που, όταν προσελήφθη, η Δ. Μ. ήταν δεδομένη πελάτισσα στην εταιρεία με ήδη δεδομένες και άρα ελεγμένες καταθέσεις και κινήσεις δισεκατομμυρίων, ιε) ότι ο εναγόμενος, με τα ως άνω δεδομένα, δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει ή έστω να μπορεί να γνωρίζει ή να υποπτευθεί, ότι τα επίδικα χρήματα περιήλθαν υπεξαιρεθέντα στην εταιρεία ...

και ακολούθως μέσω αυτής στον Δ. ή δια του Δ. περαιτέρω σε άλλα πρόσωπα για δικό τους αποκλειστικά όφελος, με αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας, ιστ) ότι δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι με τις συγκεκριμένες πράξεις, που εκτελούσε πάντοτε κατ' εντολήν των Κ. και Μ. θα προκαλούσε ή θα μπορούσε να προκαλέσει οιαδήποτε ζημία σε βάρος της ενάγουσας, ιζ) ότι αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει την αληθή προέλευση των χρημάτων της Μ., ιη) ότι ενόψει του ότι οι καταβολές στη Μ.

γίνονταν πάντα με εντολή του front office, είτε με καταθέσεις απευθείας στον τραπεζικό της λογαριασμό είτε με έκδοση και παράδοση επιταγών στην ίδια, με τις επιταγές δε αυτές δεν παραδίδονταν χρήματα άσχετα με την Δ. Μ. αλλά τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα, σύμφωνα με τα ανωτέρω στον προσωπικό της κωδικό και τα οποία εφόσον υπήρχε η αντίστοιχη εντολή έπρεπε να της παραδοθούν, ιθ) ότι ενόψει τούτων, η έκδοση και η παράδοση επιταγών στην Δ.

Μ. ή στον πληρεξούσιό της Δ. Κ. (εγγονό της) προκειμένου να της επιστραφούν χρήματα με τα οποία ήταν πιστωμένος ο προσωπικός της κωδικός, δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει στον εναγόμενο την υπόνοια ότι πρόκειται για χρήματα που προέρχονται από παράνομη δραστηριότητα σε βάρος της ενάγουσας, κ) ότι το αν τα χρήματα αυτά κατέληγαν στη συνέχεια σε τρίτα πρόσωπα ο εναγόμενος δεν το ήξερε ούτε μπορούσε να το ξέρει, δεδομένου ότι πριν από την έκδοση των επίμαχων επιταγών είχαν προηγηθεί και εξακολουθούσαν παράλληλα και με την έκδοση επιταγών να γίνονται καταβολές πολλών δισεκατομμυρίων απευθείας στον τραπεζικό λογαριασμό της ανωτέρω, κα) ότι ορισμένες φορές ο ως άνω εναγόμενος πράγματι συνόδευσε τον 8ο εναγόμενο, Δ.Γ.

Κ., εγγονό της Μ. προκειμένου να παραλάβει την επιταγή που είχε εκδώσει η "... ΑΧΕ" για την Μ., έτσι ώστε η τελευταία να αναλάβει το προϊόν ρευστοποίησης των μετοχών της, κβ) ότι στα πλαίσια αυτά ελάμβανε χώρα ο έλεγχος νομιμοποίησης του Δ. Κ., ο οποίος προσκόμιζε αποδείξεις ανάληψης υπογεγραμμένες από την Μ.

και στη συνέχεια ο εναγόμενος αναχωρούσε από την Τράπεζα και επέστρεφε στην εταιρεία και βεβαίως δε γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει εάν ο Κ.ς θα έδινε μετά τις επιταγές στον Δ., κγ) ότι ο εναγόμενος δεν ήταν αρμόδιος για την πίστωση των λεγόμενων "κόκκινων κωδικών" (κωδικοί χρεωστικοί προς την εταιρεία), αλλά αρμόδιο ήταν το front office της εταιρείας που αποφάσιζε σε συνεργασία με την εκάστοτε ….

ποιοι χρεωστικοί κωδικοί θα πιστωθούν, κδ) ότι η πίστωση των κόκκινων κωδικών που έγινε με τις επιταγές που έστειλε ο Γ. Δ.ς, έλαβε χώρα με εντολή της Διοίκησης της εταιρείας χωρίς ο εναγόμενος να γνωρίζει εάν οι επιταγές αυτές ήταν της Δ. Μ., κε) ότι, όσον αφορά τα επικαλούμενα από την εκκαλούσα "λευκά αναληπτήρια", το καλοκαίρι του 2000 μερικές επιταγές παραδόθηκαν στον προαναφερόμενο πληρεξούσιο της Μ., (Δ.

Κ.) με την προσκόμιση από αυτόν προϋπογεγραμμένων από την ίδια την Δ. Μ., αποδείξεων, κατόπιν ρητής εντολής της Διοίκησης, η οποία γνωστοποίησε στον εναγόμενο ότι τις επιταγές θα παραλάβει ο εγγονός της Μ., με αποδείξεις της τελευταίας, η οποία διατηρούσε με αυτόν κοινό λογαριασμό στον οποίο εμβάζονταν χρήματα από τον χρηματιστηριακό κωδικό της και κζ) ότι ο ίδιος αυτός εναγόμενος, ως υπάλληλος της εταιρείας, όπως και οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος αυτής, όταν υπάρχουν χρήματα στον κωδικό ενός πελάτη και ο πελάτης τα ζητήσει, δεν μπορούσε να αρνηθεί να του τα παραδώσει, το Εφετείο ως προς τους ανωτέρω εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, ορθά εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288, 330, 914 και 4 του ν.2331/1995 και των σχετικών εφαρμοστικών αυτού διατάξεων της ΠΔΤΕ 2438/1998.

Και τούτο, διότι οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, που στηρίζονται στα, κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά, ως άνω περιστατικά, δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα, να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα συναλλακτικά ήθη, ότι η ως άνω, ανελέγκτως γενομένη δεκτή ως αποδειχθείσα, συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων αυτών, ως προστηθέντων της "...

ΑΧΕ", ήταν υπαιτία, ως δόλια ή αμελής υπό τις εκτεθείσες έννοιες, συνιστώσα παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας, όπως τα διαγραφόμενα στις προαναφερόμενες διατάξεις, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι και συνεπώς, κατά τον τρόπο αυτόν συνιστά πρόσφορη αιτία της επίδικης ζημίας της αναιρεσειούσης, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν (ζημία).

Επομένως, τα αντίθετα, που υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1(α) ΚΠολΔ υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ως προς τους προαναφερομένους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου της αιτήσεως η αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Εξ άλλου, με τις ως άνω παραδοχές του, ως προς τους αυτούς, ως άνω εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους Ί.-Λ. Κ., Π. Μ., Β. Σ. και Λ. Ζ., ως προστηθέντων της τρίτης αυτών και επίσης συνεναγομένης τους "... ΑΧΕ", ήδη δε αναιρεσίβλητης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της αδικοπρακτικής ευθύνης των ως άνω προστηθέντων από την πέμπτη, προστήσασα τούτους, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των προαναφερομένων άρθρων 200, 281, 288, 330, 914 και 4 του ν.2331/1995 και των σχετικών εφαρμοστικών αυτού διατάξεων της ΠΔΤΕ 2438/1998, τις οποίες, επομένως, δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Οι παραδοχές δε του Εφετείου, α) ότι η ευθύνη του εκ των λοιπών αναιρεσιβλήτων Γ. - Δ. Κ. αποδεικνύεται εκ του ότι αυτός δέχεται και χρησιμοποιεί υπέργηρο στενό συγγενικό του πρόσωπο για "επενδύσεις τρίτων", γεγονός που δεν είναι σύνηθες σε νόμιμες συναλλαγές και ότι, με βάση τα ανωτέρω ως αποδειχθέντα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά, δεν αποδεικνύεται κανένα στοιχείο αμελούς συμπεριφοράς των αμέσως ανωτέρω εναγομένων αυτών, β) ότι στον εκ των ανωτέρω εναγομένων - αναιρεσιβλήτων Λ.

Ζ. δεν μπορεί να αποδοθεί καμιά αμελής συμπεριφορά στην επίδικη περίπτωση, κατά τα εκτεθέντα και εκείνη (παραδοχή) ότι τον έτερο των άλλων εναγομένων - αναιρεσιβλήτων Ί. - Λ. Κ., όντα πρόεδρο του Δ.Σ. της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας από του μηνός Σεπτεμβρίου 1996 έως το τέλος του μηνός Ιουνίου 1999, δεν βαρύνει υπαιτιότητα ως προς την πρόκληση της επιδίκου ζημίας της αναιρεσειούσης, γ) ότι ο εκ των ανωτέρω εναγομένων - αναιρεσιβλήτων Β.

Σ., ο οποίος ήταν ο αρμόδιος εσωτερικός ελεγκτής της "... ΑΧΕ" (ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ"), δεν επέδειξε, για τους προαναφερθέντες λόγους, αμέλεια κατά την εκτέλεση των προαναφερομένων καθηκόντων του, και εκείνη ότι δεν φέρει ούτε ευθύνη ούτε ο επίσης εκ των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων Λ.

Ζ., ως μη ων αυτός ο αρμόδιος ελεγκτής των επιδίκων συναλλαγών της Δ. Μ. και δ) ότι ο εκ των ως άνω εναγομένων - αναιρεσιβλήτων Λ. Ζ. ενεργούσε, κατά τα προαναφερόμενα, κατ' εντολή της εκ των εν λόγω εναγομένων - αναιρεσιβλήτων Π. Μ. και εκείνης, (παραδοχή) ότι η τελευταία, επιδείξασα την προεκτεθείσα συμπεριφορά, δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα και δη αμέλεια στην πρόκληση της επιδίκου ζημίας της εναγούσης - αναιρεσειούσης, δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, διότι αναφέρονται σε διαφορετικά κεφάλαια με διαφορετικούς εναγομένους - αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι, κατά τις προαναφερθείσες οικείες ανέλεγκτες παραδοχές, ενεργούσαν σε διαφορετικούς, έκαστος, τομείς και κατά χωριστό έκαστος τρόπο, η δε συμπεριφορά του ενός ως αμελής ή επιμελής, υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα περιστατικά, δεν συνεπάγεται αναγκαίως αντιστοίχως επιμελή ή αμελή συμπεριφορά του άλλου.

Επομένως, κατά το δεύτερο σκέλος του ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις, που, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον ίδιο αυτόν πέμπτο λόγο της αιτήσεως, προβάλλει η αναιρεσείουσα, είναι απαράδεκτα και απορριπτέα, καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974, "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο".

Με τις τελευταίες, αυξημένης τυπικής ισχύος, δύο διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Το τελευταίο δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Ειδικότερα, το άρθρο 6 παρ. 2 αποβλέπει στην προστασία των ατόμων που έχουν απαλλαγεί από τα ποινικά δικαστήρια ή έπαυσε η κατ' αυτών ποινική δίωξη, έτσι ώστε να μην αντιμετωπίζονται από τις δημόσιες αρχές ή άλλα όργανα σαν να ήταν στην πραγματικότητα ένοχοι για την παράβαση που τους είχε αποδοθεί. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το τεκμήριο της αθωότητας, ως δικονομικό δικαίωμα, συμβάλλει κυρίως στην τήρηση των δικαιωμάτων υπερασπίσεως και προωθεί ταυτόχρονα τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του διωκόμενου προσώπου.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, το τεκμήριο της αθωότητας έχει ήδη εμποδίσει να απαγγελθεί άδικη ποινική καταδίκη. Χωρίς προστασία που αποσκοπεί στην τήρηση, σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία, μιας αθωώσεως ή μιας αποφάσεως παύσεως της ποινικής διώξεως, οι εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης που προβλέπει το άρθρο 6 παρ. 2 θα κινδύνευαν να καταστούν θεωρητικές και απατηλές.

Αυτό που είναι κρίσιμο, επίσης, μόλις τελειώσει η ποινική διαδικασία, είναι η φήμη του ενδιαφερομένου και ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβάνεται το κοινό. Έτσι, δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του.

Επομένως, η επιδίκαση αποζημίωσης εις βάρος του πρώην κατηγορουμένου δεν είναι επιτρεπτό στα πλαίσια της ενότητας της εννόμου τάξεως να δημιουργεί αμφιβολίες όσον αφορά την προηγούμενη αθώωσή του. Γενικότερα, το τεκμήριο αυτό και κατ' επέκταση η αρχή της δίκαιης δίκης παραβιάζονται και δημιουργείται συνεπώς λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν από τη μεταγενέστερη απόφαση προκύπτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπόνοιες ή αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του κατηγορουμένου (ΑΠ 1886/2017, ΑΠ 715/2017, ΑΠ 1652/2013, ΑΠ 1364/2011), οι οποίες, εξ αντιδιαστολής, δεν δημιουργούνται όταν δεν επιδικάζεται αποζημίωση σε βάρος του αθωωθέντος πρώην κατηγορουμένου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πληττομένης αποφάσεως, το Εφετείο κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνα με το οποίο, όπως προαναφέρεται, δεν αποδείχθηκε γνώση των εναγομένων Ί. - Λ. Κ. και Π. Μ. σχετικά με την προέλευση των χρημάτων της Δ. Μ. από τα υπεξαιρεθέντα κεφάλαια της ..., ούτε ο αποδιδόμενος σ' αυτούς σκοπός της συνδρομής στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, που στοιχειοθετούσαν την, κατά την ιστορική βάση της κατ' αυτών επίδικης αγωγής της αναιρεσειούσης, την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, την συνισταμένη, κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση, στο ότι εκ δόλου: "κατά το χρονικό διάστημα από 23-2-2000 μέχρι τον Οκτώβριο 2001, υπό την ιδιότητά του Προέδρου της "...

ΑΧΕ" ο πρώτος και η δεύτερη ως Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ενεργώντας κατ' επάγγελμα, με σκοπό πορισμό εισοδήματος, με σκοπό να παράσχουν συνδρομή σε πρόσωπα με προσόδους από εγκληματικές δραστηριότητες, δέχτηκαν στην κατοχή τους και μεταβίβασαν περαιτέρω περιουσία προερχόμενη από εγκληματική δραστηριότητα των Γ.

Δ., Σ. Σ., Γ. Σ., Δ. Φ. που υπεξαίρεσαν χρήματα που ανήκαν σε υπό εκκαθάριση επιχειρήσεις, τα οποία διαχειριζόταν η "... ΑΕ", θυγατρική εταιρία της ... τράπεζας, που εδρεύει στην ημεδαπή. Ειδικότερα ότι στις ημερομηνίες που αναφέρθηκαν πιο πάνω σημειούμενες στις επιμέρους πράξεις της υπεξαίρεσης των τριών πρώτων εναγομένων, δέχτηκαν με επιμέρους καταθέσεις που έγιναν επί του με αριθμό ...0147 λογαριασμό όψεως που η εν λόγω εταιρία τους διατηρούσε στην τράπεζα "...", συνολικό ποσό 12.700.051.864 δρχ., το οποίο γνώριζαν ότι αποτελούσε περιουσία των προαναφερομένων προσώπων και είχε υπεξαιρεθεί από τους τρεις πρώτους κατηγορούμενους και τον φυγόδικο Γ.

Δ. και με τη χρησιμοποίηση από τους τελευταίους παρένθετων προσώπων, όπως τη Δ. Μ., τον Δ.Γ. Κ., Θ. Μ. και άλλα άγνωστα πρόσωπα, για την κατάθεση των επιταγών έτσι ώστε να εμφανίζονται ότι τα κατατιθέμενα χρήματα προέρχονταν απ' αυτούς. Με την κατάθεση των επιταγών αυτών στο λογαριασμό της ... ΑΧΕ, τα χρήματα αυτών αναμιγνύονταν με τα λοιπά που υπήρχαν εκεί και επερχόταν σύγχυση για την προέλευση αυτών.

Στη συνέχεια πίστωναν με τα ποσό αυτά το κωδικό 13759, κωδικό που είχε ανοίξει στην πιο πάνω χρηματιστηριακή εταιρία η Δ. Μ. με τις παροτρύνσεις και υποδείξεις των Γ. Δ. και Γ-Δ. Κ.. Ακολούθως οι ίδιοι ως άνω εναγόμενοι, ενεργώντας ως εκπρόσωποι της εν λόγω εταιρίας (... ΑΧΕ), μεταβίβασαν προκειμένου να εμφανίσουν ότι τα χρήματα αυτά ήταν προϊόν νόμιμης συναλλαγής, με χρέωση της χρηματικής καρτέλας της Δ.

Μ., τα χρήματα αυτά με τελικούς αποδέκτες τους Γ. Δ. και Γ.Δ. Κ. είτε τρίτους οι οποίοι τα εισέπρατταν και για λογαριασμό των τριών πρώτων κατηγορουμένων. Τα ποσά κατέβαλαν είτε εκδίδοντας επιταγές τις οποίες παρέδιδαν στους ως άνω που εκταμίευαν τα χρήματα είτε σε μετρητά, ενώ ως δικαιολογητικά πληρωμής η εταιρία των κατηγορουμένων συμπλήρωνε αποδείξεις πληρωμής υπογεγραμμένες εκ των προτέρων από τη Δ.

Μ.". Με τις παραδοχές αυτές και επίσης εκείνη (παραδοχή), όπως προκύπτει από τις σχετικές αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, αναφορικά με το τεκμήριο αθωότητος των εναγομένων αυτών, που προκύπτει από την υπ' αριθμ. 2043/2009 αμετάκλητη, όπως επίσης δέχεται, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία οι εναγόμενοι αυτοί κηρύχθηκαν αθώοι της ως άνω κατηγορίας για την ίδια, κατά την υποκειμενική και αντικειμενική της υπόσταση, αξιόποινη πράξη, απέρριψε την κατ' αυτών αγωγή της αναιρεσειούσης ως ουσία αβάσιμη.

Από τον συνδυασμό δε των προαναφερομένων προς τις αιτιολογίες της υπ' αριθμ. 2043/2009 αμετακλήτου, ως προς τους εναγομένους - αναιρεσιβλήτους αυτούς Ί. - Λ. Κ. και Π. Μ., αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που παραδεκτά επισκοπείται και από την οποία προκύπτει, ότι πράγματι οι εναγόμενοι αυτοί κηρύχθηκαν αθώοι για το αποδιδόμενο σε αυτούς έγκλημα της κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα τελέσεως του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα σε βάρος της αρχικώς εναγούσης εταιρείας "...

A.E.", συγκροτούμενο από τα ίδια περιστατικά, που συνθέτουν την αποδιδόμενη σε αυτούς αστική αδικοπρακτική ευθύνη και το πραγματικό της ένδικης σε βάρος των αναιρεσιβλήτων αυτών αγωγή της αναιρεσειούσης, προκύπτει σαφώς, ότι το Εφετείο, δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την ποινική αυτή απόφαση, δεσμευτικού της κρίσεώς της ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων αυτών, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά, με επάλληλη αιτιολογία, κατ' ορθήν ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, δεν δέχθηκε την κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης των ως άνω αναιρεσειόντων, που δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή τους και την αποδυναμώνει.

Επομένως, τα αντίθετα, που υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ υποστηρίζει, κατ' ορθήν εκτίμηση με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Τέλος, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η τελευταία (αναιρεσείουσα) στα δικαστικά έξοδα των εμφανισθέντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρέστησαν με διαφορετικούς δικηγόρους, πλην των πέμπτης#, έκτης, έβδομου και ογδόου εξ αυτών που εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους δικηγόρους και των τρίτου και τέταρτης, που επίσης εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους δικηγόρους, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και υπέβαλαν σχετικό αίτημα η δε συγκεκριμένη (χωριστή) εκπροσώπησή τους ήταν αναγκαία, ήτοι των: 1) Π.

Μ., 2) Α. Χ., 3) Ί. - Λ. Κ., 4) ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "... ...", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... ... Ανώνυμη Εταιρεία", 6) Ε. Γ., 7) Ι. Α., 8) Χ. Ν., 9) Γ. Κ. και 10) Λ. Ζ., λόγω της ήττας της κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ).- Γ. Επί της από 13-6-2016 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου.- Όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από το επισπεύδον την συζήτηση της κρινομένης αιτήσεις αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, εκθέσεις επιδόσεως: 1) υπ' αριθμ.

….05/14-6-2017, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Α. Μ., στην οποίαν επισυνάπτονται η από 15-6-2017 απόδειξη παραδόσεως αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου στο Ταχυδρομικό Πρακτορείο ….14-1 και η από 14-6-2017 όμοια απόδειξη στο Αστυνομικό Τμήμα ..., 2) υπ' αριθμ. ….95/9-6-2017, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ.

Α. Μ., 3) υπ' αριθμ. ….15/9-6-2017, της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Μ. Ν., 4) υπ' αριθμ. …..07/14-6-2017, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Α. Μ., στην οποίαν επισυνάπτονται η από 15-6-2017 απόδειξη παραδόσεως αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου στο Ταχυδρομικό Πρακτορείο ….. 14-1 και η από 14-6-2017 όμοια απόδειξη στο Αστυνομικό Τμήμα ….., 5) υπ' αριθμ.

….16/9-6-2017 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Μ. Ν., στην οποίαν επισυνάπτονται η από 12-6-2017 απόδειξη παραδόσεως αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου στα ….. (... και η από 9-6-2017 όμοια απόδειξη στο Αστυνομικό Τμήμα ..., 6) υπ' αριθμ. ….89/2-6-2017 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ.

Α. Μ., περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στα φύλλα της 13-7-2017 και 18-7-2017 των εκδιδομένων στην …. ημερησίων εφημερίδων αντιστοίχως "..." και "..." και 7) υπ' αριθμ. ….27/22-6-2017 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Μ. Ν., στην οποίαν επισυνάπτονται η από 23-6-2017 απόδειξη παραδόσεως αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου στα ...

και η από 22-6-2017 όμοια απόδειξη στο Αστυνομικό Τμήμα ..., 8) 1231β/11-7-2017 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ε. Χ., στην οποίαν επισυνάπτονται η από 11-7-2017 απόδειξη παραδόσεως αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου στα ... και η από 11-7-2017 όμοια απόδειξη στο Αστυνομικό Τμήμα ... και 9) ….08/14-6-2017 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ.

Α. Μ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, από το επισπεύδον την συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρεσείον, με δοθείσα προς τούτο παραγγελία από τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο, αντιστοίχως, σε καθένα από τους αναιρεσιβλήτους: 1) Σ.

Σ. του Ε., 2) Γ. Σ. του Λ., 3) Δ. Φ. του Χ., 4) Γ. Κ. του Δ., 5) Γ. Τ. του Ι., 6) Γ. Δ. του Ν., ως όντα αγνώστου διαμονής, 7) Γ. - Δ. Κ. του Νικήτα, 8) Β. Σ. του Γ.υ και 9) Λ. Ζ. του Α. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι εκείνος, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφ' όσον έχει έννομο συμφέρον (ΑΠ 395/2011, ΑΠ 1552/2010, ΑΠ 1617/2010), υφιστάμενο, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμά του (παρεμβαίνοντος) ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρεώσεως (ΟλΑΠ 28/2007), η αναίρεση, όμως, απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του, που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου, υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση (ΑΠ 395/2011, ΑΠ 1552/2010, ΑΠ 1617/2010).

Ο τελευταίος όμως, όπως απαιτείται κατά τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καλείται στην δίκη (ΑΠ 890 2015, ΑΠ 1127/1998).

Εν προκειμένω, όπως προαναφέρεται, κατά της αυτής ως άνω αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το προσθέτως παρεμβάν υπέρ της άνω εναγούσης "..." στην δίκη στο Εφετείο, Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την κρινομένη από 13-6-2016 αίτησή του, την οποίαν, ορθώς κατά τα ανωτέρω, απηύθυνε μόνον καθ' όλων των ως άνω εναγομένων και εφεσιβλήτων και όχι και κατά της οποίας παρενέβη προσθέτως εναγούσης - εκκαλούσης και με την οποίαν ζητεί την αναίρεσή της.

Όμως, καθ' ο μέρος η ένδικη αίτηση απευθύνεται κατά των, εκ των καθ' ων η παρέμβαση εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, Α. Χ. του Γ.υ, Γ. Κ. του Δ. και Γ.υ Τ. του Ι., όντων απλών ομοδίκων μεταξύ τους και μετά των λοιπών καθ' ων η παρέμβαση συνεναγομένων τους και αναιρεσιβλήτων, δεν διαλαμβάνει, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, πλημμέλειες, που να τους αφορούν και να συνεπάγονται την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς αυτούς.

Επομένως, η ένδικη αίτηση, ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς, είναι, κατά τις προαναφερθείσες σχετικές διατάξεις, απαράδεκτη και απορριπτέα. Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά τον εκ των αναιρεσιβλήτων, ως άνω, απολειπόμενο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Γ. Δ. του Ν., ο οποίος, με βάση τα προεκτεθέντα, συνδέεται με τους λοιπούς αυτών (αναιρεσιβλήτων) με απλή ομοδικία και δικάσθηκε στο Εφετείο ερήμην, ως αγνώστου διαμονής, δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, και, ως εκ τούτου, ή κατ' άλλο νόμιμο τρόπο, επελθούσα, τελεσιδικία αυτής ως προς τον διάδικο αυτόν.

Επομένως, η κρινομένη αίτηση και ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν είναι απαράδεκτη. Ως προς τους λοιπούς των αναιρεσιβλήτων, η αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, δικαζομένων των απόντων εκ των εν προκειμένω αναιρεσιβλήτων και νομίμως κλητευθέντων, κατά τα ως άνω, ως εάν και αυτοί ήσαν παρόντες (άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).

Σημειωτέον, ενταύθα, ότι η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως έχει κοινοποιηθεί, όπως απαιτείται κατά τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 890/2015, ΑΠ 1127/1998), στην κυρίως ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα ...", υπέρ της οποίας το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο παρενέβη προσθέτως στην δίκη στο Εφετείο (βλ.

υπ' αριθμ. ….12/8-6-017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Μ. Ν., στην οποίαν δεν αναφέρεται ότι επιδόθηκε και κλήση προς εμφάνιση στην "Τράπεζα ...).- Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετακλήτου αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν.

Σε αντίθεση προς την κύρια, με την πρόσθετη παρέμβαση δεν προβάλλεται καμία ιδιαίτερη και αυτοτελής αξίωση, ούτε ζητείται η αναγνώριση δικαιώματος του παρεμβαίνοντος κατά των αρχικών διαδίκων. Ο προσθέτως παρεμβαίνων προσέρχεται στη δίκη όχι για να ζητήσει δικαστική προστασία έναντι των αρχικών διαδίκων, αλλά για να υποστηρίξει τις αιτήσεις του ενός από τους δύο.

Έτσι δεν διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της εκκρεμούς δίκης και δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του κυρίου διαδίκου, εκτός αν ανέλαβε τη δίκη κατ' άρθρο 85 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η δίκη, που ανοίχθηκε με την πρόσθετη παρέμβαση, δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη, αλλά εξαρτάται από την κυρία δίκη, που έχει ανοιχθεί με την αγωγή ή το ένδικο μέσο από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί και έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα η περάτωση δε αυτής (κυρίας δίκης) επιφέρει και την περάτωση της δίκης, που ανοίχθηκε με την πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 1426/2013).

Ενόψει αυτών, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, παρέλκει η έρευνα των λόγων της ως άνω δευτέρας των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, που ασκήθηκε εκ μέρους του προσθέτως, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρεμβάντος αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ της εκκαλούσης - εναγούσης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", της οποίας η υπό στοιχείο Α αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι απορρίφθηκαν στο σύνολό τους, κατά αμέσως ανωτέρω διαλαμβανόμενα.

Τούτο διότι, ενόψει του παρακολουθητικού χαρακτήρα της προσθέτου παρεμβάσεως, όπως εκτίθεται στην μείζονα σκέψη, δεν είναι δικονομικώς δυνατή η αυτοτελής έρευνα αυτής (πρόσθετης παρέμβασης), δικονομικό αποτέλεσμα, που θα επέλθει, αν γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του προσθέτως παρεμβαίνοντος, ενώ απορρίφθηκε η αίτηση του κυρίου διαδίκου (υπέρ του οποίου η πρόσθετη παρέμβαση).

Τέλος, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των εμφανισθέντων στο ακροατήριο αναιρεσίβλητων, ήτοι των: 1) Π. Μ., 2) Α. Χ., 3) Ί. - Λ. Κ., 4) ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "... ...", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... ... Ανώνυμη Εταιρεία", 6) Ε.

Γ., 7) Ι. Α. και 8) Χ. Ν.η, που παραστάθηκαν με διαφορετικούς δικηγόρους, πλην των πέμπτης, έκτης, έβδομου και όγδοου εξ αυτών, που εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους δικηγόρους και των τρίτου και τέταρτης που επίσης εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους δικηγόρους, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και υπέβαλαν σχετικό αίτημα, η δε χωριστή εκπροσώπησή τους ήταν αναγκαία (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423 Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 10-6-2016 αίτηση αναίρεσης, τον από 30-6-2017 πρόσθετο λόγο και την από 13-6-2016 αίτηση αναίρεσης.

Α. Απορρίπτει, ως απαράδεκτη, την από 10-6-2016 αίτηση της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... A.E.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1038/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσιβλήτους Α. Χ. του Γ.υ, Γ. Κ. του Δ., Γ. Τ. του Ι. και Γ. Δ. του Ν..-

Απορρίπτει, ως απαράδεκτο, τον από 30-6-2017 πρόσθετο λόγο της αυτής ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους.

Απορρίπτει κατ' ουσίαν την αναίρεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους .- Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα ... A.E.", στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ήτοι των: 1) Π. Μ., 2) Α. Χ., 3) Ί. - Λ. Κ., 4) ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "... ...", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... ... Ανώνυμη Εταιρεία", 6) Ε. Γ., 7) Ι. Α., 8) Χ. Ν.η, 9) Γ. Κ. και 10) Λ. Ζ., τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για καθένα από τους πρώτη, δεύτερο, ένατο και δέκατο εξ αυτών, για την ομάδα των πέμπτης, έκτης, έβδομου και όγδοου και για την ομάδα των τρίτου και τέταρτης εξ αυτών.- Β.

Απορρίπτει, ως απαράδεκτη, την από 13-6-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1038/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσιβλήτους Α. Χ. του Γ.υ, Γ. Κ. του Δ., Γ. Τ. του Ι. και Γ. Δ. του Ν..

Απορρίπτει την από 13-6-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αυτής ως άνω αποφάσεως, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.-

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ., 2) Α. Χ., 3) Ί. - Λ. Κ., 4) ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "... ...", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... ... Ανώνυμη Εταιρεία", 6) Ε. Γ., 7) Ι. Α. και 8) Χ. Ν.η, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για καθένα από τους πρώτη και δεύτερο εξ αυτών για την ομάδα των πέμπτης, έκτης, έβδομου και όγδοου εξ αυτών και για την ομάδα των τρίτου και τέταρτης εξ αυτών.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ