1206/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1206/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για την ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Full text
Απόφαση 1206 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1206/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ζ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαρνέζη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Γιαβή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξυλοκάστρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-5-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της υποπαρ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14.8. 2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαρ.
Α4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για την ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Εξ άλλου, με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου, συνοδευόμενη από τα έγγραφα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Η αίτηση του οφειλέτη πρέπει να αναφέρει:
α) την περιουσιακή κατάσταση του ιδίου και της συζύγου του και τα πάσης φύσεως εισοδήματά τους, β) τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, αναλυόμενες σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 4 και 4α του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, γ) τυχόν μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων, στις οποίες ο οφειλέτης προέβη την τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, δ) τυχόν αίτημα για διαγραφή των χρεών του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5ο του παρόντος νόμου ή σχέδιο για την διευθέτηση των οφειλών του, που λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα των πιστωτών, την περιουσία, τα εισοδήματα και τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του και την προστασία της κύριας κατοικίας του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εισοδήματα του οφειλέτη που πρέπει να αναφέρονται στην αίτηση είναι τα αναμενόμενα εισοδήματα τόσον του αιτούντος οφειλέτη, όσον και της συζύγου του, κατά τον χρόνο καταθέσεως της αιτήσεως. Σύμφωνα δε με την διάταξη της παρ. 2 εδάφ. β' του ως άνω άρθρου 4 του νόμου 3869/2010, που δεν έχει θιγεί, κατά το σημείο τούτο, από τα άρθρα 12 παρ. 1 του ν. 4161/ 2013 και 1 παρ. 4 της υποπαρ.
Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση, για την οποία ισχύει η παράγραφος 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997, για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στην περιπτώσεις α' και β' της προηγούμενης παραγράφου που αφορούν, μεταξύ άλλων, τόσο την κατάσταση της περιουσίας του, όσο και τα εισοδήματα από κάθε πηγή του ιδίου και της συζύγου του.
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδάφ. α' και β' του ίδιου νόμου, ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά την διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αιτήσεως της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών.
Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει ως συνέπεια, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από την ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί και μέχρι 2 έτη μετά την επέλευσή της, ενώ νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο 2 ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αιτήσεως ή την τελεσιδικία της αποφάσεως για την έκπτωση.
Την παράβαση αυτή μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε πιστωτής μέσα σε ένα έτος από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη διάσταση της πραγματικής καταστάσεως του οφειλέτη σε σχέση με εκείνη που δηλώθηκε. Μολονότι ο νόμος κάνει λόγο για "αίτηση" του πιστωτή, είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ' ένσταση μέχρι την περάτωση της συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 745 Κ.Πολ.Δικ.).
Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να πετύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης, όπως θα εκτεθεί παρακάτω.
Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά που την καθιστούν παράνομη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση, που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη.
Η κρίση για το χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολογήσεως των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν σε βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στο νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις δεν απαιτείται με την συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών.
Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν, όμως, οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν στο βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αιτήσεως, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν πάψει να αποτελούν περιουσία του.
Ο οφειλέτης, πάντως, πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά την δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποιήσεως ή εισπράξεως, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι' αυτά και να τα αξιολογήσει είναι ο δικαστής. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο αυτόν αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπληρώσεως των οφειλών του.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση - εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχειρήσεως του νόμου. Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Έτσι, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 1416/2012, Α.Π. 1208/2011, Α.Π. 44/ 2003, Α.Π. 1702/2001).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/ 1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (Α.Π. 681/2014).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 271/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττομένη 117/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010, 741 επ. Κ.Πολ.Δικ.), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εφεσίβλητος 55 ετών σήμερα (γεννηθείς το έτος 1962), είναι έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων (16 και 14 ετών) και κατοικεί με την οικογένειά του σε ιδιόκτητη οικία στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας.
Κατά το παρελθόν ο εφεσίβλητος εργαζόταν ως ηλεκτροτεχνίτης με κύρια δραστηριότητα "καλωδιώσεις και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις" και δευτερεύουσα "άλλες ηλεκτρολογικές εργασίες κτιριακών εγκαταστάσεων" (βλ. την από 09/04/2008 βεβαίωση έναρξης εργασιών), ενώ την 14/06/2010 προέβη σε παύση της ανωτέρω δραστηριότητας και σε διαγραφή από τα μητρώα του ΟΑΕΕ (βλ.
την από 14/06/2010 βεβαίωση διακοπής εργασιών και την με αριθ. πρωτ. 4402/14.07.2010 απόφαση του ΟΑΕΕ). Έκτοτε, περιστασιακά εκτελεί μερεμέτια ως ηλεκτρολόγος και απασχολείται σε διάφορες αγροτικές εποχικές εργασίες αποκομίζοντας περίπου το ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα, ενώ από την 10/05/2012 είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ (βλ.
την προσκομιζόμενη βεβαίωση του ΟΑΕΔ). Η σύζυγος του εφεσίβλητου απασχολούνταν ως ιδιωτική υπάλληλος μέχρι τον Αύγουστο του 2013 οπότε και απολύθηκε, ενώ από την 23/08/2013 είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ (βλ. την προσκομιζόμενη βεβαίωση ΟΑΕΔ) και για ένα χρόνο λάμβανε το προβλεπόμενο επίδομα ανεργίας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος με την οικογένειά του ζουν σε ιδιόκτητη κατοικία και επομένως δεν επιβαρύνονται με καταβολή μηνιαίου μισθώματος και κοινοχρήστων, ενώ πλέον τους συνδράμει οικονομικά ο πεθερός του με το ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα. Ενόψει των ανωτέρω, οι μηνιαίες βιοτικές δαπάνες του εφεσίβλητου και της οικογένειάς του περιορίζονται κατά την κρίση του δικαστηρίου μόνο στην κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών, οι οποίες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ανέρχονται στο ποσό των 800 ευρώ.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος προς την εκκαλούσα έχει οφειλές συνολικού ύψους 220.966,45 ευρώ από στεγαστικά δάνεια που έλαβε από αυτήν το έτος 2006 και 2009 (βλ. την από 19/05/2014 βεβαίωση οφειλών της εκκαλούσας τράπεζας), ενώ προς την "...", η οποία συμμετείχε στην δίκη που έγινε στον πρώτο βαθμό, έχει οφειλές συνολικού ύψους 51.647,88 ευρώ (βλ.
την από 30/05/2014 κατάσταση οφειλών της "...").
Συνεπώς, οι προς ρύθμιση οφειλές του εφεσίβλητου προς τις ως άνω πιστώτριες ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 272.614,33 ευρώ με υποχρέωση συνολικής καταβολής μηνιαίων δόσεων ύψους 1.520,20 ευρώ. Τα πάγια μηνιαία έξοδα, επομένως, του εφεσίβλητου και της οικογένειάς του, μετά το άθροισμα των μηνιαίων βιοτικών τους αναγκών και των μηνιαίων δόσεων προς την εκκαλούσα και την "...", ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 2.320 (800 + 1520) ευρώ.
Ενώ, όμως, ο εφεσίβλητος στην αίτησή του αναφέρει ότι μέχρι και το έτος 2013, οπότε και η σύζυγός του έμεινε άνεργη, εξυπηρετούντο κανονικά τα προαναφερθέντα δάνεια, από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2009 έως 2014, προκύπτουν τα εξής: 1) τα μηνιαία έσοδα του ιδίου και της συζύγου ήταν συνολικού ύψους 1.484,65 ευρώ το οικονομικό έτος 2009, 2) τα μηναία έσοδα του ιδίου ήταν συνολικού ύψους 763,295 ευρώ το οικονομικό έτος 2010 (στο συγκεκριμένο εκκαθαριστικό η σύζυγός του δεν είχε δηλώσει εισοδήματα), 3) τα μηνιαία έσοδα του ιδίου και της συζύγου του ήταν συνολικού ύψους 1.749,80 ευρώ το οικονομικό έτος 2011, 4) τα μηνιαία έσοδα του ιδίου και της συζύγου του ήταν συνολικού ύψους 1.374,965 ευρώ το οικονομικό έτος 2012, 5) τα μηνιαία έσοδα του ιδίου και της συζύγου του ήταν συνολικού ύψους 1.380,62 ευρώ το οικονομικό έτος 2013 και 6) τα μηνιαία έσοδα του ιδίου και της συζύγου του ήταν συνολικού ύψους 776,10 ευρώ το οικονομικό έτος 2014.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, τα μηνιαία έσοδα που παρουσιάζει ο εφεσίβλητος δεν μπορούσαν να καλύψουν τα πάγια μηνιαία έξοδα της οικογένειάς του, τα οποία όπως προαναφέρθηκε ανέρχονταν στο ποσό των 2.320 ευρώ. Ακόμη, κι αν προστεθεί στο οικονομικό έτος 2012 (το οποίο αναφέρεται στα εισοδήματα του έτους 2011) και εντεύθεν (αφού ο εφεσίβλητος έκανε διακοπή εργασιών στα μέσα του έτους 2010) το ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως, που ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος ότι αποκερδαίνει από μερεμέτια ως ηλεκτρολόγος και από αγροτικές εργασίες και το οποίο δεν εμφανίζεται στην φορολογική δήλωση, και πάλι τα μηνιαία έσοδα δεν είναι αρκετά για την κάλυψη των εξόδων.
Σημειώνεται, ότι ο εφεσίβλητος στο δικόγραφο της αίτησής τους αναφέρει ότι μέχρι τα μέσα του έτους 2010 τα εισοδήματα της οικογένειάς του ξεπερνούσαν το ποσό των 2.000 ευρώ, γεγονός που τους επέτρεπε να έχουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης και να αποπληρώνουν τα δάνειά τους με σχετική ευκολία. Ωστόσο, αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα ανωτέρω, αφού, αφενός μεν, όπως αποδείχθηκε, την συγκεκριμένη περίοδο τα έσοδά τους δεν ξεπερνούσαν το ποσό των 2.000 ευρώ και αφετέρου, το ποσό των 2.000 ευρώ δεν επαρκούσε για την κάλυψη όλων των εξόδων τους με "σχετική ευκολία".
Είναι άξιο απορίας δε, πώς ο εφεσίβλητος μέχρι και το 2013 αποπλήρωνε τις δόσεις των δανείων του, όταν το μηνιαίο εισόδημα εκείνου και τις συζύγου του, ήδη από το έτος 2008, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα, ήταν μικρότερο από το σύνολο των πάγιων μηνιαίων αναγκών της οικογένειάς του (δαπάνες διαβίωσης και σύνολο δόσεων δανείων), ενώ ορισμένες χρονιές ήταν μικρότερο και από το σύνολο των καταβαλλόμενων δόσεων προς τις πιστώτριες τράπεζες.
Από τα ανωτέρω, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι ο εφεσίβλητος, πλην των εισοδημάτων που αναφέρει στην αίτησή του, έχει και άλλα εισοδήματα τόσο από την εργασία του ως ηλεκτρολόγος όσο και από τις αγροτικές εργασίες με τις οποίες ο ίδιος συνομολογεί στην αίτησή του ότι ασχολούνταν. Η άποψη αυτή του παρόντος Δικαστηρίου περί ανειλικρίνειας του εφεσίβλητου ενισχύεται και από το γεγονός ότι αυτός με την σύζυγό του διαθέτουν τρία IX αυτοκίνητα και συγκεκριμένα τα υπ' αριθ. ... (βλ.
εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2015), εκ των οποίων αποδείχθηκε ότι μόνο το τελευταίο είναι ακινητοποιημένο (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 261Β/31. 12.2013 δήλωση ακινησίας αυτοκινήτου). Ως εκ τούτου γεννάται το ερώτημα πώς μπορούν και συντηρούν τα υπόλοιπα δύο IX αυτοκίνητα, ενώ ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε δηλώνει ότι αποκερδαίνει το ποσό των 700 ευρώ το μήνα από μερεμέτια ως ηλεκτρολόγος και από αγροτικές εργασίες, ενώ η σύζυγός του είναι ήδη από το έτος 2013 άνεργη.
Συνεπώς, ο εφεσίβλητος δεν προσδιορίζει ποιο είναι το πραγματικό εισόδημά του, παρόλο που ήταν υποχρεωμένος, ενώ η ανειλικρίνεια της δήλωσής του κρίνεται ουσιώδης διότι η απόκρυψη των πραγματικών εισοδημάτων του, διαφοροποιεί την πραγματική κατάσταση από τη δηλωθείσα. Ο εφεσίβλητος επέδειξε βαριά αμέλεια και παραβίασε την υποχρέωση ειλικρίνειας σύμφωνα με τα άρθρο 10 Ν. 3869/2010, αφού η ατελής δήλωσή του όσον αφορά τα εισοδήματά του, ήταν πρόσφορη να μειώσει (ζημιώσει) την ικανοποίηση των πιστωτών του.
Επομένως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου υπάρχει παράβαση εκ μέρους του εφεσίβλητου, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, του επιβαλλομένου καθήκοντος αληθείας κατ' άρθρο 10 Ν. 3869/2010, γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου έφεσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 8.7.2015 έφεση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...
A.E." κατά της πρωτόδικης 37/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου, που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε και, στην συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη από 2.10.2014 αίτηση του αναιρεσείοντος, λόγω παραβάσεως του επιβαλλομένου καθήκοντος αληθείας, κατ' άρθρο 10 ν. 3869/2010, κατά παραδοχήν ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της σχετικής ενστάσεως της τότε εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης.
Κρίνοντας όμως έτσι το εν λόγω Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της ανειλικρίνειας της δηλώσεως του αιτούντος, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1, 4 και 10 παρ. 1 του ν. 3869/2010, που προπαρατέθηκαν, τις οποίες, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές, στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται μεν (και ορθώς) ότι απαιτείται ειλικρινής δήλωση των ενεστώτων, κατά τον χρόνο υποβολής της ένδικης αιτήσεως, εισοδημάτων του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος και της συζύγου του και όχι εκείνων (εισοδημάτων) των παρελθόντων ετών, που διαλαμβάνονται σ' αυτήν, τα οποία, σημειωτέον, απλώς έλαβε υπόψη του για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, περί του ότι, εφόσον κατά το παρελθόν υπήρξε αναντιστοιχία μεταξύ των δηλωθέντων εισοδημάτων και των παγίων μηνιαίων εξόδων του αιτούντος και της οικογένειάς του, υπάρχει τέτοια ανάλογη αναντιστοιχία και κατά τον χρόνο υποβολής της ένδικης αιτήσεως, στην συνέχεια όμως, και χωρίς προηγουμένως να προβεί στον προσδιορισμό των πραγματικών εισοδημάτων του αιτούντος και της συζύγου του, κατά τον προεκτεθέντα χρόνο (υποβολής της ένδικης αιτήσεως), αξιολογώντας το, εισφερθέν στην δίκη και αφορών στο κρίσιμο χρονικό σημείο εκτιμήσεως της ειλικρίνειας ή μη της ένδικης αιτήσεως, αποδεικτικό υλικό και χωρίς να διαλάβει παραδοχές στην προσβαλλομένη απόφασή του σχετικώς με το ύψος των πραγματικών εισοδημάτων του αιτούντος και της συζύγου του, κατά τον προεκτεθέντα κρίσιμο χρόνο, δέχθηκε ότι ο αιτών "πλην των εισοδημάτων που αναφέρει στην αίτησή του, έχει και άλλα εισοδήματα τόσο από την εργασία του ως ηλεκτρολόγος, όσο και από τις αγροτικές εργασίες, με τις οποίες ο ίδιος συνομολογεί στην αίτησή του ότι ασχολούνταν" και κατέληξε στην κρίση ότι (ο αιτών) δεν προσδιορίζει ποια είναι τα πραγματικά εισοδήματά του, τα οποία και αποκρύπτει, χωρίς όμως περαιτέρω να προσδιορίζει, όπως έπρεπε, το ύψος των "άλλων εισοδημάτων", αλλά και χωρίς να διευκρινίζει αν η εντοπισθείσα διαφορά ανάμεσα στα δηλωθέντα, κατά το παρελθόν, εισοδήματα και τα πάγια μηνιαία έξοδα του αιτούντος και της οικογενείας του οφείλεται στην ύπαρξη κρυφών και αφανών εισοδημάτων και όχι σε τυχόν ανάλωση κεφαλαίου παρελθόντων ετών ή σε δανεισμό ή σε μη επαναλαμβανόμενες παροχές συγγενικών ή φιλικών προσώπων.
Κατά συνέπειαν, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδ. α' και β' και 5 του Κ.Πολ.Δικ., λόγων (πρώτου και δευτέρου, αντίστοιχα, λόγων), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο της πληττομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους, και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δικ.). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 636/2017, ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 117/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Και Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ