Legislator Case Law & Legislation
1206/2017 AI generated

1206/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1206/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1206/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 13-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 20-6-2011 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2011 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1400/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1206 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1206/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Θ., 2) Σ. Μ. του Χ., 3) Ν. Δ. του Α., 4) Σ. Ε. του Α., 5) Ι. Ε. του Α., 6) Μ. Ε. του Α. (...) και 7) Α. Π. του Λ. (...), κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43049/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1400/2008 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-6-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 13-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 20-6-2011 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2011 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1400/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι αν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Στην περίπτωση που η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, και συντρέχει περίπτωση απλής ομοδικίας, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση για εκείνους από τους διαδίκους που δεν έχουν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο ή δεν έχουν κληθεί νομίμως και προχωρεί στην συζήτηση για τους λοιπούς των διαδίκων (Κ.Πολ.Δικ. 576 παρ. 3 εδ. 2).

Σε κάθε περίπτωση επί των υποθέσεων της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτων η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί (άρθρο 22 ν. 2882/2001). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ.

ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους.

Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο.

Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις" (βλ. και άρθρο 22 παρ. 4 του ν. 2882/2001, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012 και εφαρμόζεται, κατ’ άρθρο 146 παρ. 10 του ίδιου νόμου, και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του, αιτήσεις αναιρέσεως).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ’ αριθμ. ... /23-2-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Κ. Κ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, που επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21.10.2016, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς και ακριβές αντίγραφο της με αριθμό πρωτ. ...1.2017 βεβαιώσεως του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία κλήθηκαν να παραστούν, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Θ.

Κ., Παρέδρου του Ν.Σ.Κ., προς την, θεωρούμενη, κατά τα ανωτέρω, ως αντίκλητο των μη εμφανισθέντων, πρώτου (Ε. Κ.), δευτέρου (Σ. Μ.), τρίτου (Ν. Δ.), τετάρτης (Σ. Ε.) και εβδόμου (Α. Π.) των αναιρεσιβλήτων, Έ. Ζ. Ε., δικηγόρο Θεσσαλονίκης, η οποία τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υποθέσεως, ήτοι στην δίκη ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 1400/2008 απόφασή του περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως.

Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. δήλωση, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στην συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους. Εξ άλλου, από τα υπάρχοντα στην δικογραφία στοιχεία δεν προκύπτει ότι οι επίσης μη εμφανισθέντες, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, πέμπτος (Ι.

Ε.) και έκτη (Μ. Ε.) αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως από το εγκύρως επισπεύδον την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, το οποίο δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει σχετικές εκθέσεις επιδόσεως. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους μη κλητευθέντες ως άνω (πέμπτο και έκτη) αναιρεσιβλήτους και να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών διά την διάνοιξιν εθνικών οδών κ.λπ.", οι οποίες κατά το άρθρο 62 παρ. 9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρα 14 παρ. 1 του ν. 1349/1983 και 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), διά συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)...

Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται διά την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως διά την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)...".

Έτσι, εισάγεται με την διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με την διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ’ αυτήν. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά μεν ως αμάχητο, ήδη δε ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από την διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, με το οποίο ορίζονται περαιτέρω και τα ακόλουθα: "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί, με αίτησή του, να ζητήσει από το φορέα του έργου την διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κηρύξεως της απαλλοτριώσεως, η υποβολή δε της αιτήσεως δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτριώσεως (παρ. 2).

Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και παραπέμπεται μετά την λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή... (παρ. 3)... Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτριώσεως αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο..., το οποίο οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υποθέσεως... (παρ. 6)...".

Εξάλλου, με το άρθρο 37 εδάφ. α’ του αυτού ν. 2971/2001, που περιέχει κανόνα διαχρονικού δικαίου, ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του ως άνω άρθρου 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζονται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί, στις δε περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού έχει παρέλθει η προθεσμία της τρίτης παραγράφου του, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη της ισχύος του.

Σύμφωνα με το σαφές γλωσσικό νόημα του άρθρου 37 εδάφ. α’ του ν. 2971/2001 καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για την διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση των εθνικών οδών της Χώρας, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, αφού άλλωστε κατά το άρθρο 2 του Α.Κ. "ο νόμος ορίζει για το μέλλον (και) δεν έχει αναδρομική ισχύ...".

Καταλαμβάνονται επίσης αναδρομικά οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί, αφού το άρθρο 2 του Α.Κ. δεν έχει αυξημένη τυπική δύναμη και συνεπώς ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, εφόσον δεν προσβάλλονται έτσι συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα (Ολ.ΑΠ 6/2007).

Αντίθετα, το άρθρο 37 εδάφ. α’ του ν. 2971/2001 δεν περιέχει ρύθμιση για τις συντελεσμένες ήδη κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ίδιου νόμου αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες και αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού άρθρου, όπως αυτό εμφατικά προκύπτει από το σύνδεσμο "και" που χρησιμοποιείται στο κείμενο του ως άνω άρθρου 37, για να καταδειχθεί ακριβώς, ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 33, που αφορούν κατ’ αρχήν τις μελλοντικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, επεκτείνονται μεν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, μόνον όμως αν αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες.

Ως προς τις απαλλοτριώσεις ωστόσο αυτές η περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 37 εδάφ. α’ του ν. 2971/2001 δεν καταλείπει κενό στην εφαρμογή του δικαίου, προκειμένου να ανατραπεί δικαστικά το νόμιμο, κατά τα ανωτέρω, τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών ακινήτων που απέκτησαν με την διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού πρόσωπο σ’ αυτήν, αφού ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιδιώξει την δικαστική ανατροπή του τεκμηρίου με τον τρόπο που μπορούσε και πριν από το ν. 2971/ 2001, δηλαδή είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλόμενης για την απαλλοτρίωση αποζημιώσεως, είτε και εκτός της δίκης αυτής (Ολ.ΑΠ 10 και 11/2004).

Επομένως, ως προς τις άνω αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δεν τίθεται ζήτημα ανάλογης εφαρμογής των άρθρων 33 και 37 εδάφ. α’ του ν. 2971/2001, αφού η αναλογία προϋποθέτει αποχή του θετικού δικαίου από οποιαδήποτε ρύθμιση της κρίσιμης βιοτικής περιπτώσεως, μολονότι η ρύθμισή της αξιώνεται από την έννομη τάξη. Έτσι, ειδικότερα, οι διατάξεις του άρθρ. 37 εδάφ.

α’ του ν. 2971/2001, με τις οποίες οι ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου επεκτάθηκαν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον όμως αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες, σκοπό είχαν να συμβάλλουν στην γρήγορη εκκαθάριση των σχετικών με το τεκμήριο ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών εκκρεμοτήτων, ορίζοντας προς τον σκοπό αυτό, αμέσως ή κατά παραπομπή, ιδιαίτερα σύντομες προθεσμίες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανατροπής του τεκμηρίου και, κατ’ επέκταση, για την συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, αφού η έννοια της πλήρους αποζημιώσεως, από την οποία εξαρτάται η συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως για την διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού, διαφοροποιείται ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι αντίστοιχης ωφέλειας για τους παρόδιους ιδιοκτήτες, δηλαδή ανάλογα με την ανατροπή ή όχι του σχετικού τεκμηρίου.

Εξυπηρετείται έτσι τόσο το συμφέρον του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου αυτός να έχει σε εύλογο χρόνο σαφή και οριστική αντίληψη του μεγέθους των υποχρεώσεών του όσο και το δημόσιο συμφέρον, προκειμένου με την συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του έργου που αυτή αφορά.

Ο παραπάνω όμως σκοπός δεν συντρέχει για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν ήδη συντελεσθεί κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/ 2001, αφού ως προς αυτές ήταν πλέον δυνατή χωρίς άλλο η κατάληψη των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, η δε ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας μέσα στις εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες των άρθρων 33 και 37 εδάφ.

α’ του ως άνω νόμου δεν εξυπηρετεί στην περίπτωση αυτή άξιο λόγου συμφέρον οποιασδήποτε πλευράς. Αντίθετα υπερακοντίζει το σκοπό του νόμου η άποψη ότι καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 και οι συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, αφού καταλήγει σε δυσανάλογη επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημιώσεως, αξιώνοντας απ’ αυτόν, παρόλο που η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως είχε τότε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, να ήταν σε ετοιμότητα, προκειμένου έγκαιρα να αντιλαμβανόταν την σχετική νομοθετική μεταβολή και να ενεργούσε σύμφωνα με αυτή για την ανατροπή του νόμιμου σε βάρος του τεκμηρίου ωφέλειας, με στόχο την είσπραξη τελικά πλήρους της αποζημιώσεώς του.

Συνεπώς οι παραπάνω τελολογικές εκτιμήσεις δεν δικαιολογούν τη διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 37 του ν. 2971/2001, ώστε οι διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου να επεκταθούν και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και αντίθετα πρέπει και εξ αντιδιαστολής να αποκλεισθεί στις αναγκαστικές αυτές απαλλοτριώσεις η επέκτασή τους (Ολ.ΑΠ 7/2013, Ολ.ΑΠ 11, Ολ.ΑΠ 12/2011, ΑΠ 455/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 11.10.2004 (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως .../15-12-2004) αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στρεφόμενοι κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ιστορούσαν ότι με την υπ’ αριθμ. .../ 29.8.1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος - Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα [ΦΕΚ 925/τ.Δ’ /7.9.1994], κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου Θεσσαλονίκης -... [ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ - Τμήμα ..., υποτμήμα ...] των ακινήτων τους που περιγράφονται στην αγωγή.

Ότι με την 23533/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδος αυτών, η οποία παρακατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στις 29.12.1997 και έλαβε χώρα σχετική δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ότι με την 611/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος, όπως αυτή αναφέρεται για κάθε ακίνητο.

Ότι αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημιώσεως της ένδικης απαλλοτριώσεως και συγκεκριμένα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου με στοιχεία ... οι έξι πρώτοι ενάγοντες με την 28531/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τα αναφερόμενα σ’ αυτήν (αγωγή) ποσοστά και του απαλλοτριωθέντος ακινήτου με στοιχεία ...

ο έβδομος ενάγων με την 6892/2000 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Ότι α) από το ακίνητο ..., ενώ απαλλοτριώθηκε τμήμα, εμβαδού 1.605 τ.μ., οι ως άνω ενάγοντες αποζημιώθηκαν μόνο για 538 τ.μ., β) από το ακίνητο ..., ενώ απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 1.530 τ.μ. ο έβδομος ενάγων αποζημιώθηκε μόνο για 423 τ.μ. Ότι για τις υπόλοιπες απαλλοτριωθείσες εκτάσεις των ακινήτων τους επιφανείας 1.067 και 1.107 τ.μ.

αντιστοίχως (... και ...), δεν αποζημιώθηκαν ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1 ν. 653/1971 και ότι στην πραγματικότητα δεν ωφελούνται οι εναπομείνασες ιδιοκτησίες τους από την διάνοιξη της οδού, αλλά αντίθετα βλάπτονται κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα σ’ αυτήν (αγωγή). Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε καθένα απ’ αυτούς το αναφερόμενο στο αιτητικό ποσό, που αντιστοιχεί στις απαλλοτριωθείσες και μη αποζημιωθείσες εκτάσεις, υπολογιζόμενο με βάση την καθορισθείσα με την ως άνω απόφαση οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως, λόγω μη συνδρομής του τεκμηρίου ωφέλειας, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως.

Επί της αγωγής αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 43049/2006 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και το διατακτικό της προαναφερόμενης αποφάσεώς του ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως.

Κατά της αποφάσεως αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την από 6.6.2007 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου .../6.6.2007 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1.400/2008 (προσβαλλομένη) απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση μόνον ως προς την διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα της προκειμένης αναιρετικής δίκης, πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ’ αριθμ. .../29.8.1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος - Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα [ΦΕΚ 925/τ.Δ’ / 7.9.1994], κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου Θεσσαλονίκης - ..., τμήμα ..., υποτμήμα ......

έκτασης συνολικού εμβαδού 940.158,50 τ.μ., που βρίσκεται στους Νομούς Θεσσαλονίκης και Σερρών και εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στο από Οκτώβριο 1993 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Δ/νσης Μελετών Έργων Οδοποιίας, Δ/νση Συγκοινωνιακών Έργων του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., τα οποία έχει συντάξει η "...

Α.Ε." και έχουν θεωρηθεί νόμιμα. Η απαλλοτρίωση αυτή, [που είχε συντελεστεί το έτος 1997, δηλαδή προ της ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 (βλ. σελ. 7 και 9 της προσβαλλομένης αποφάσεως)], κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνη που θα αντιμετωπισθεί από το ίδιο και από τους ωφελούμενους παρόδιους ιδιοκτήτες. Ο αυτοκινητόδρομος, για τη διάνοιξη του οποίου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, αποτελεί τμήμα του οδικού άξονα της Εγνατίας Οδού, η οποία διέρχεται από τις κτηματικές περιοχές των κοινοτήτων ...

του Νομού Θεσσαλονίκης που αποτελούν ενιαίο γεωμορφολογικό και αναπτυξιακό σύνολο. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνονται και τα ακίνητα των εναγόντων με αριθμούς ... και .... Τα ακίνητα αυτά βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλης στην ευρύτερη κτηματική περιοχή της ..., σε ορεινή περιοχή, πολύ κοντά στα όρια του ρυμοτομικού σχεδίου ..., που είναι παραθεριστικός τόπος παραθαλάσσιος και απέχουν περίπου 80 μέτρα από την παραθαλάσσια ζώνη.

Οι ιδιοκτήτες των επιδίκων ακινήτων που ήταν μεν αγροτεμάχια απέβλεπαν στην αξιοποίησή τους για παραθεριστικούς σκοπούς. Ειδικότερα, από το ακίνητο με αριθμό ..., συνολικού εμβαδού 5.121 τετραγωνικών μέτρων, απαλλοτριώθηκε έκταση 1.605 τετραγωνικών μέτρων, από την έκταση δε αυτή θεωρήθηκαν ως αυτοαποζημιούμενα δύο τμήματα, το πρώτο 448 τ.μ.

και το δεύτερο 619 τ.μ., ενώ απέμειναν εκτός απαλλοτριώσεως δύο τεμάχια του παραπάνω ακινήτου, εκτάσεως το πρώτο 896 τετραγωνικών μέτρων και το δεύτερο 2.620 τετραγωνικών μέτρων, όπως αυτά εμφαίνονται στο προαναφερόμενο κτηματολογικό διάγραμμα, αντίστοιχα, με τα περιμετρικά στοιχεία .... Με την με αριθμό 611/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για το ακίνητο αυτό σε 11.500 δραχμές ή 33,74 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ καθορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση μόνο όμως εξαιτίας της απότμησης για το πρώτο τμήμα των 896 τ.μ.

σε 50% της αρχικής του αξίας. Επίσης, με την με αριθμό 28531/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίστηκαν οι έξι πρώτοι ενάγοντες δικαιούχοι της αναλογούσας στο παραπάνω ακίνητο με αριθμό ... αποζημιώσεως, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους (α), (β) και (γ) και κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους (δ), (ε) και (στ) από αυτούς (ενάγοντες).

Οι άνω έξι ενάγοντες αποζημιώθηκαν μόνο για τα 538 τετραγωνικά μέτρα του παραπάνω απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, ενώ για τα υπόλοιπα δύο απαλλοτριωθέντα τμήματα αυτού, ειδικότερα δε για το τμήμα με τα περιμετρικά στοιχεία ..., εμβαδού 448 τετραγωνικών μέτρων, και ..., εμβαδού 619 τετραγωνικών μέτρων, όπως αυτά απεικονίζονται στο παραπάνω κτηματολογικό διάγραμμα, δεν αποζημιώθηκαν, γιατί θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενοι, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, σύμφωνα με τις ενδείξεις του οικείου κτηματολογικού πίνακα.

Από το ακίνητο με αριθμό ..., συνολικού εμβαδού 11.244 τετραγωνικών μέτρων, απαλλοτριώθηκε έκταση 1.530 τετραγωνικών μέτρων, από την έκταση δε αυτή θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενη έκταση 1.107 τετραγωνικών μέτρων, ενώ απέμεινε εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 9.714 τετραγωνικών μέτρων. Με την με αριθμό 611/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως σε 10.500 δραχμές ή 30,81 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και με την με αριθμό 6892/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίστηκε ο έβδομος ενάγων δικαιούχος της αναλογούσας στο παραπάνω ακίνητο αποζημιώσεως.

Ο άνω ενάγων αποζημιώθηκε μόνο για τα 423 τετραγωνικά μέτρα του παραπάνω απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, ενώ για το τμήμα των 1.107 τετραγωνικών μέτρων, με περιμετρικά στοιχεία ..., όπως αυτό απεικονίζεται στο παραπάνω κτηματολογικό διάγραμμα, δεν αποζημιώθηκε, γιατί θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, σύμφωνα με τις ενδείξεις του οικείου κτηματολογικού πίνακα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα άνω εναπομείναντα, μετά την απαλλοτρίωση, τμήματα των ακινήτων των εναγόντων, δεν ωφελούνται από την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, για τους κατωτέρω λόγους. Η Εγνατία Οδός κατά μήκος των ακινήτων αυτών είναι περίκλειστη με μεταλλικά στηθαία (μπάρες), μεταξύ δε των δυο κυκλοφοριακών κατευθύνσεων υπάρχει νησίδα πλάτους 1μ., υπερυψωμένη από το οδόστρωμα κατά 0,80 μ.

και η άμεση πρόσβαση των ακινήτων στην άνω οδό είναι αδύνατη. Ειδικότερα, το ακίνητο με αριθμό ... πριν την κήρυξη της απαλλοτρίωσης είχε από το νότιο τμήμα αυτού πρόσωπο και άμεση προσπέλαση στην Εθνική Οδό ..., η οποία δεν είναι χαρακτηρισμένη "κλειστή οδός ταχείας κυκλοφορίας", ήταν δε άρτιο και οικοδομήσιμο.

Μετά την κήρυξη και την συντέλεση της απαλλοτρίωσης, το απομένον ακίνητο, όπως προαναφέρθηκε, χωρίστηκε σε δύο τμήματα, αυτοτελή και ανεξάρτητα μεταξύ τους και συγκεκριμένα σε ένα τμήμα βορείως της νέας οδού (Εγνατία) εκτάσεως 896 τ.μ. και σε ένα τμήμα νοτίως αυτής εκτάσεως 2.620 τ.μ. Το πρώτο τμήμα των 896 τ.μ., καθίσταται μη οικοδομήσιμο, διότι ως παρόδιο πλέον της Εγνατίας οδού, εμπίπτει εξ ολοκλήρου στις απαγορευτικές για δόμηση ζώνες των 60 μ.

από τον άξονα και των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης (Εγνατίας οδού). Επιπλέον, το τμήμα αυτό, ενώ πριν την απαλλοτρίωση, ως τμήμα του αρχικού ακινήτου, γειτνίαζε με την παραλιακή ζώνη της ..., τώρα απομονώνεται, παρά του ότι απέχει μόνο 80 μ. περίπου από αυτήν, αφού μεσολαβεί η Εγνατία οδός. Επίσης, η πρόσβασή του στην άνω οδό είναι αδύνατη και εξ αιτίας της κατασκευής περίφραξης με τσιμεντοπασσάλους και συρματόπλεγμα, ύψους 2 μ., στην νότια πλευρά του.

Περαιτέρω, το δεύτερο τμήμα των 2.620 τ.μ., καθίσταται μη οικοδομήσιμο, διότι ως παρόδιο πλέον της Εγνατίας οδού εμπίπτει εξ ολοκλήρου στις απαγορευτικές για δόμηση ζώνες των 60 μ. από τον άξονα και των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης (Εγνατίας οδού).

Συνεπώς και τα δύο ως άνω εναπομένοντα τμήματα του με αριθμό ... ακινήτου, δεν ωφελούνται από τη διάνοιξη της Εγνατίας οδού. Περαιτέρω, το ακίνητο με αριθμό ..., πριν από την απαλλοτρίωση είχε στο νότιο όριο αυτού, πρόσωπο και άμεση προσπέλαση στην Εθνική οδό ... και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο. Μετά την απαλλοτρίωση και την διάνοιξη της Εγνατίας οδού, μεταξύ του βορείου ορίου του εναπομείναντος ακινήτου και της άνω οδού μεσολαβεί υψομετρική διαφορά 50 μ.

περίπου, αφού στο σημείο εκείνο κατασκευάστηκε κοιλαδογέφυρα επί της οποίας είναι η νέα οδός. Επομένως, είναι αδύνατον και εάν ακόμη δεν υπήρχαν τα μεταλλικά στηθαία, να είναι αυτό προσπελάσιμο από την Εγνατία οδό. Επιπλέον, λόγω της άνω υψομετρικής διαφοράς, δεν υπάρχει ούτε καν οπτική επαφή του από την άνω οδό, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να αξιοποιηθεί αυτό ούτε για την τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων.

Μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης το ακίνητο, παραμένει μεν άρτιο και οικοδομήσιμο, μειώθηκε όμως το εμβαδόν του κατά 1.530 τ.μ., και, επομένως, μειώνονται και τα τετραγωνικά μέτρα δόμησης. Επίσης, λόγω της υποχρεωτικής τήρησης αποστάσεων 60 μέτρων από τον άξονα της οδού και 40 μέτρων από το όριο της απαλλοτρίωσης, σε συνδυασμό με την υποχρεωτική τήρηση 15 μέτρων πλαγίων αποστάσεων των οικοδομικών γραμμών από τα όρια του ακινήτου, περιορίζεται ο χώρος εντός του οποίου επιτρέπεται η δόμηση και καθίσταται αυτή οικονομικά και εμπορικά ασύμφορη.

Περαιτέρω, η έμμεση γειτνίαση όλων αυτών των ακινήτων με την Εγνατία Οδό που είναι ταχείας κυκλοφορίας δημιουργεί επιπτώσεις στην αξιοποίησή τους ως χώρων παραθεριστικής οικίας για την οποία κυρίως προορίζονταν, αφού δημιουργείται από την κυκλοφορία των οχημάτων ηχορύπανση, αλλά και ρύπανση του περιβάλλοντος με χημικά και μηχανικά κατάλοιπα και γενικά αλλοιώνεται το φυσικό κάλλος της περιοχής με την κατασκευή και λειτουργία της άνω οδού αλλά και με την κατασκευή τοιχίων αντιστήριξης, μεταλλικών στηθαίων, περιφράξεων, κοιλαδογέφυρας και λοιπών σχετικών έργων.

Το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι η κατασκευή της Εγνατίας Οδού θα συμβάλλει στην ταχύτερη μεταφορά των αγαθών και των εμπορευμάτων των παραπάνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων και με τον τρόπο αυτό θα αναβαθμιστεί η οικονομική φυσιογνωμία της περιοχής. Το γεγονός όμως αυτό δεν συνιστά ωφέλεια εκ της παροδιότητας των ακινήτων, αλλά αποτελεί ωφέλεια εκ της κατασκευής του έργου της απαλλοτριώσεως όλων των γύρω ακινήτων και συνεπώς δεν επιτρέπεται από το Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ την ωφέλεια αυτή των πολλών να την "πληρώνουν" τα ακίνητα των εναγόντων με συμμετοχή στις δαπάνες απαλλοτριώσεως του ...

με 36.000,58 ευρώ (= 1.067 τ.μ. χ 33,74 ευρώ) και του ... με 34.106,67 ευρώ (= 1.107 τ.μ. χ 30,81 ευρώ), ως ωφελούμενα παρόδια. Επίσης, το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι στα εναπομείναντα τμήματα μπορούν, κατά το άρθρο 2 του Π.Δ. της 24/31.5.1985, να κτισθούν κτίρια προοριζόμενα για γεωργοκτηνοτροφικές ή γεωργοπτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, καθώς και για αποθήκευση λιπασμάτων, φαρμάκων, γεωργικών εφοδίων και γεωργικών προϊόντων, στέγαστρα σφαγής ζώων και δεξαμενές από οποιοδήποτε υλικό, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 1 του ιδίου διατάγματος.

Η δυνατότητα όμως αυτή που ισχύει και για μη παρόδια ακίνητα, δεν προέκυψε συνεπεία της απαλλοτριώσεως και της κατασκευής του έργου της απαλλοτριώσεως, ήτοι της ..., αλλά προϋπήρχε πριν από την απαλλοτρίωση και συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ωφέλεια που προέκυψε από την απαλλοτρίωση και συγκεκριμένα από την παροδιότητα των ακινήτων αυτών.

Ενόψει αυτών, αποδεικνύεται ότι τα εναπομείναντα τμήματα απαλλοτριωθέντων ακινήτων των εναγόντων από την παροδιότητα αυτών με την άνω κατασκευασθείσα Εγνατία οδό ουδεμία ωφέλεια απέκτησαν, αλλά, όπως αναφέρεται παραπάνω, ζημιώθηκαν. Η δε ωφέλεια που απέκτησαν από την κατασκευή του έργου της απαλλοτριώσεως είναι αυτή που απέκτησαν όλα γενικά τα ακίνητα της περιοχής και το ευρύτερο κοινό αυτής.

Συνεπώς, οι ιδιοκτήτες των προαναφερομένων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ενάγοντες δεν δύνανται να θεωρηθούν, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 653/ 1977, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και να επιβαρυνθούν με αυτοαποζημίωση και πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ να αποζημιωθούν. Κατ’ ακολουθίαν, το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες τα χρηματικά ποσά που αναφέρθηκαν παραπάνω, τα οποία αντιστοιχούν στην υπόλοιπη απαλλοτριωθείσα και μη αποζημιωθείσα έκταση των ακινήτων τους, υπολογιζομένης της αξίας αυτής βάσει της οριστικής τιμής που καθορίστηκε για καθένα από αυτά με την υπ’ αριθμ. 611/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα παραπάνω και έκανε δεκτή την αγωγή, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος έφεσης". Με αυτά που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του ν. 2971/2001, εφόσον η απαλλοτρίωση συντελέστηκε προ της ισχύος του ως άνω νόμου και ορθώς, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων (33 και 37 του ν. 2971/ 2001), η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την κατ’ αυτού ασκηθείσα από τους ήδη αναιρεσίβλητους ένδικη αγωγή, εφόσον αυτοί (αναιρεσίβλητοι) δεν υπέβαλαν προς διάγνωση το αίτημά τους για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 37 εδ.

α’ του ν. 2971/2001, αλλά πολύ μεταγενέστερα με την άσκηση της ένδικης αγωγής τους, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η απαλλοτρίωση είχε ήδη συντελεστεί από το έτος 1997, ήτοι πριν από την ισχύ του ως άνω νόμου, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη διαλαμβάνονται. Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν, για την θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της υπάρξεως ή μη ωφέλειας για τις ιδιοκτησίες των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εφόσον παρέθεσε σε αυτήν για κάθε ακίνητο χωριστά, τους λόγους ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των επιδίκων ακινήτων.

Κατά συνέπειαν, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., εξαιτίας του ότι στερείται αιτιολογιών, αλλιώς ότι αυτές είναι ανεπαρκείς. Συγκεκριμένα, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν περιέχονται παραδοχές αναφορικά:

α) με τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, δηλαδή το ελάχιστο εμβαδόν και τις ελάχιστες διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου σε οδό) και τις θεσπισμένες δυνατότητες χρήσεως των εν λόγω ακινήτων, καθώς επίσης (δεν αναφέρονται) και οι διατάξεις βάσει των οποίων ρυθμίζεται η κατά κανόνα και κατά παρέκκλιση αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των ακινήτων της περιοχής, β) την αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των απαλλοτριουμένων ακινήτων πριν και μετά την απαλλοτρίωση, τόσο την κατά κανόνα όσο και την κατά παρέκκλιση, γ) αν είχαν οικοδομηθεί τα ένδικα ακίνητα και αν με την ανοικοδόμηση αυτών είχε καλυφθεί ο συντελεστής δομήσεως ή για άλλους λόγους αποκλειόταν η επέκταση του οικοδομήματος καθ’ ύψος ή προς οποιαδήποτε πλευρά του και δ) τις επιπτώσεις της απαλλοτριώσεως και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσεως των ενδίκων ιδιοκτησιών και συνακολούθως στην αγοραία αξία τους.

Ειδικότερα και καθ’ όσον αφορά στις πρώτη, δεύτερη και τέταρτη αιτιάσεις, στην προσβαλλομένη απόφαση περιλαμβάνονται παραδοχές για το ότι τα απαλλοτριούμενα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως, ήταν, πριν από την απαλλοτρίωση, άρτια και οικοδομήσιμα, καθώς επίσης και για τις επιπτώσεις της απαλλοτριώσεως και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσεως των ενδίκων ιδιοκτησιών, ενώ περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, το αναιρεσείον δεν είχε προβάλλει, με λόγο εφέσεως, αντίθετο ισχυρισμό και, συνεπώς, δεν απαιτείτο η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών.

Καθ’ όσον δε αφορά στο υπόλοιπο μέρος των ως άνω αιτιάσεων και στις λοιπές αιτιάσεις, απαραδέκτως προβάλλονται, για τον λόγο ότι, υπό το πρόσχημα της προαναφερομένης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.

Επομένως, το δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις και πρέπει ο σχετικός, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται υπέρ των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ερημοδικίας τους και εντεύθεν της μη υποβολής τους σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 20.6.2011 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2011 αιτήσεως αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 1400/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων, Ι. Ε. και Μ. Ε., αντίστοιχα.

Και

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ