Legislator Case Law & Legislation
1206/2016 AI generated

1206/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1206/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη-Εισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1206/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό, έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1300/2009, 444/2009, 263/2009, 1094/2006, 1139/2003, Π.

Keywords

AI generated
pecuniary penalties overpaid insurance benefits lack of prosecutorial standing capacity to incur bill liability revision in criminal matters fiscal policy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1206 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1206/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη-Εισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντα Μ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., που παρέστη στο Συμβούλιο χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2447-2448/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1162/2015.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα με αριθμό 25/12-2-2016, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 29-9-2015 αίτηση του Μ.

Κ. του Μ., κατοίκου ..., με την οποία ζητεί την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αρ. 2447-2448/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε.

Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος.

Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

Αν τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό, έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1300/2009, 444/2009, 263/2009, 1094/2006, 1139/2003, Π.

Τσιρίδης "H επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος " Νοβ. 44. 778 και επ.,Θ.Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπέρ. 1995. 673 επομ, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν άρθρω 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ ΙΓ 1).

Δεν συνιστούν "νέα γεγονότα" και τυχόν δικονομικά σφάλματα που επικαλείται ο αιτών, αφορώντα την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας, όταν μάλιστα, τα επικαλούμενα, δικονομικά σφάλματα που έλαβαν χώρα κατά την προδικασία ή την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση ή σφάλματα σε σχέση με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των επιμέρους δικονομικών πράξεων ή γενικότερα σε σχέση με την εφαρμογή των υπόλοιπων δικονομικών διατάξεων, τέθηκαν υπόψη στη κρίση του δικαστηρίου (Ολ..ΑΠ 66/1991, ΑΠ149/13, ΑΠ 56/1985, Θ..Δαλακούρας, Η επανάληψη διαδικασίας σελ 188).

Τούτο συμπορεύεται και με τον χαρακτήρα της επαναλήψεως της διαδικασίας ως έκτακτης διαδικασίας αλλά και με το σκοπό της με τον οποίο δεν συνάδει η αναγνώριση, στη διαδικασία αυτή, της διενέργειας, ενός ανάλογου των ενδίκων μέσων, ελέγχου της νομικής και ουσιαστικής ορθότητας της δικαστικής αποφάσεως.

Εξάλλου, σύμφωνα μετά άρθρα 528 παρ.1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠΔ, αρμόδιο ν' αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση περί επαναλήψεως, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αρ. 2447-2448/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αιτών καταδικάσθηκε αμετάκλητα για μη απόδοση στο Δημόσιο ΦΠΑ, παραδεκτά εισάγεται, ενώπιον του Δικαστηρίου σας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Το Εφετείο κατέληξε στην καταδικαστική του απόφαση αφού δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Επειδή η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου ασκήθηκε παραδεκτά δεδομένου ότι είχε παρέλθει η προθεσμία άσκησης προσφυγής με την επίδοση των οικείων φορολογικών πράξεων στο Δήμο Καλαμαριάς, όπου είχε ως δηλωμένη διεύθυνση επαγγελματικής κατοικίας ο κατηγορούμενος δεδομένου ότι δεν βρέθηκε τέτοια και ούτε αστική κατοικία, πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός.

Επίσης, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της υπόθεσης μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί των εκπροθέσμως ασκηθεισών ανακοπών ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου δεδομένου ότι υπάρχει κίνδυνος παραγραφής των αποδιδόμενων σε αυτόν πράξεων. Επειδή, από τις ένορκες καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας και υπερασπίσεως, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και προσκομίστηκαν στο ακροατήριο και βρίσκονται στη δικογραφία, καθώς και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής:

Ο κατηγορούμενος στη …, ενώ διατηρούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών μηχανογράφησης και έδρα τη …(...), στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, τέλεσε το έγκλημα της παράβασης άρθρ. 18 παρ.1α', β', 21 του Ν. 2523/1997, και συγκεκριμένα:

Α) Σε μη προσδιορισθείσα ημερομηνία του Μαρτίου 2001, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο παρακρατηθέντος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του οποίου το ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση για τη χρήση από 1-1-2000 μέχρι 31-12-2000 το ποσό των 25.000.000 δρχ. και των 73.000 €, παρέλειψε να καταβάλει ποσό ΦΠΑ 29.484.594 δρχ. / 86.528,52 € το οποίο αντιστοιχούσε στο διαχειριστικό έτος 2001 και στη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2000 μέχρι 31-12-2000, για την οποία υπέβαλε μεν περιοδικές δηλώσεις και συγκεντρωτική δήλωση ΦΠΑ, η οποία θεωρήθηκε όμως κατά το γενόμενο έλεγχο ανακριβής λόγω μη προσκομιδής στην φορολογική αρχή των βιβλίων και στοιχείων της επιχειρήσεώς του, το δε ανωτέρω ποσό οφειλομένου φόρου προσδιορίστηκε με υπ' αριθμ. 55/27-1-2006 οριστική πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α.

βάσει των πραγματοποιηθεισών κατά τη χρήση αυτή φορολογητέων εκροών, ύψους 181.962.272 δρχ., χωρίς να ληφθούν υπόψη οι εισροές, λόγω της κατά τα ανωτέρω ανακρίβειας της υποβληθείσας δηλώσεώς του. Β) Σε μη προσδιορισθείσα ημερομηνία του Μαρτίου 2002, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο παρακρατηθέντος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του οποίου τα ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση για τη χρήση από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2001 το ποσό των 1.000.000 δρχ, και των 3.000 €, παρέλειψε να καταβάλει ποσό ΦΠΑ 11.979.012 δρχ. /35.154.84 € το οποίο αντιστοιχούσε στο διαχειριστικό έτος 2002 και στη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2001, για την οποία υπέβαλε μεν περιοδικές δηλώσεις και συγκεντρωτική δήλωση ΦΠΑ, η οποία θεωρήθηκε όμως κατά το γενόμενο έλεγχο ανακριβής λόγω μη προσκομιδής στην φορολογική αρχή των βιβλίων και στοιχείων της επιχειρήσεώς του, το δε ανωτέρω ποσό οφειλόμενου φόρου προσδιορίστηκε με υπ' αριθμ. 54/27-1-2006 οριστική πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ βάσει των πραγματοποιηθεισών κατά τη χρήση αυτή φορολογητέων εισροών, ύψους 86.450.003 δρχ.

χωρίς να ληφθούν υπόψη οι εκροές, λόγω της κατά τα ανωτέρω ανακρίβειας της υποβληθείσας δηλώσεως του. Οι ανωτέρω πράξεις προσδιορισμού οφειλομένων φόρων επιδόθηκαν και οριστικοποιήθηκαν με την πάροδο άπρακτης προθεσμίας για άσκηση προσφυγής ή για διοικητική επίλυση της διαφοράς. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα από την κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας, υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ.

Καλαμαριάς. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος και να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.β Π.Κ. η οποία αναγνωρίσθηκε και πρωτοδίκως καθόσον αποδείχθηκε ότι προέβη στην ανωτέρω πράξη λόγω οικονομικής αδυναμίας και όχι από ταπεινά αίτια απορριπτομένου ως αβασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.

α του Π.Κ., καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός έως το χρόνο τέλεσης των ως άνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή". Ήδη, επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέο στοιχείο, τις αποφάσεις με αρ. 461/2015 και 462/2015 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες ακυρώθηκαν, αντίστοιχα, οι με αρ.55/27-1-2006 και 54/27-1-2006 πράξεις προσδιορισμού ΦΠΑ του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, που αναφέρονται, η πρώτη στη διαχειριστική περίοδο 2000 και η δεύτερη στη διαχειριστική περίοδο 2001.

Με τις αποφάσεις αυτές έγινε δεκτό ότι οι ανωτέρω πράξεις προσδιορισμού ΦΠΑ δεν κοινοποιήθηκαν νομίμως στον αιτούντα, ακολούθως δε, ακυρώθηκαν, αυτές, από το ίδιο δικαστήριο με τις ανωτέρω αποφάσεις του, και, περαιτέρω, το ίδιο δικαστήριο, με τις αυτές αποφάσεις του έκρινε ότι μετά την ακυρότητα των κοινοποιήσεων το δικαίωμα του Δημοσίου προς επιβολή του ένδικου φόρου υπέκυψε σε παραγραφή.

Αντιθέτως, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αρ. 2447-2448/2014 απόφασή του, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του, δέχθηκε ότι οι αναφερθείσες πράξεις προσδιορισμού ΦΠΑ κοινοποιήθηκαν εγκύρως στον αιτούντα, ότι αυτός προσέφυγε κατ' αυτών όχι εμπροθέσμως και συνεπώς ότι η ακολουθήσασα εναντίον του ποινική δίωξη δεν έπασχε από ακυρότητα.

Αλλά υπό τα δεδομένα αυτά είναι πρόδηλο ότι το ενδιαφέρον δικονομικό γεγονός της έγκυρης επίδοσης των αναφερομένων πράξεων προσδιορισμού ΦΠΑ, με τις εντεύθεν από τη θεώρηση αυτή προκύπτουσες συνέπειες, στην οριστικοποίηση των φορολογικών εγγραφών και στην δικονομική εξέλιξη της πορείας της ποινική υποθέσεως, αντιμετωπίστηκε από το δικαστήριο, Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεπώς δεν αποτελεί "νέο γεγονός" ούτε μπορεί και η εσφαλμένη, ακόμη αντιμετώπισή του, να οδηγήσει σε παραδοχή της αιτήσεως του.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠΔ). Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής του αιτούντος, που υποβλήθηκε, κατά το άρθρο 529 ΚΠΔ, αφού η παραδοχή αυτής προϋποθέτει αφενός να είναι βάσιμη η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και αφετέρου να εκτίεται η επιβληθείσα ποινή, περίπτωση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Προτείνεται: Ν' απορριφθεί η από 29-9-2015 αίτηση του Μ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., με την οποία ζητεί την προς το συμφέρον της επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αρ. 2447-2448/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής και Να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Ηλ. Πλιώτας".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε.

Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος.

Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

Αν τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό, έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1300/2009, 444/2009, 263/2009, 1094/2006, 1139/2003, Π.

Τσιρίδης "H επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος" Νοβ. 44. 778 και επ., Θ.Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπέρ. 1995. 673 επομ, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν άρθρω 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ ΙΓ 1).

Δεν συνιστούν "νέα γεγονότα" και τυχόν δικονομικά σφάλματα που επικαλείται ο αιτών, αφορώντα την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας, όταν μάλιστα, τα επικαλούμενα, δικονομικά σφάλματα που έλαβαν χώρα κατά την προδικασία ή την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση ή σφάλματα σε σχέση με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των επιμέρους δικονομικών πράξεων ή γενικότερα σε σχέση με την εφαρμογή των υπόλοιπων δικονομικών διατάξεων, τέθηκαν υπόψη στη κρίση του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 66/1991, ΑΠ149/13, ΑΠ 56/1985, Θ..Δαλακούρας, Η επανάληψη διαδικασίας σελ 188).

Τούτο συμπορεύεται και με τον χαρακτήρα της επαναλήψεως της διαδικασίας ως έκτακτης διαδικασίας αλλά και με το σκοπό της με τον οποίο δεν συνάδει η αναγνώριση, στη διαδικασία αυτή, της διενέργειας, ενός ανάλογου των ενδίκων μέσων, ελέγχου της νομικής και ουσιαστικής ορθότητας της δικαστικής αποφάσεως.

Εξάλλου, σύμφωνα μετά άρθρα 528 παρ.1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠΔ, αρμόδιο ν' αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση περί επαναλήψεως, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αρ. 2447-2448/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αιτών καταδικάσθηκε αμετάκλητα για μη απόδοση στο Δημόσιο ΦΠΑ, παραδεκτά εισάγεται, ενώπιον του Δικαστηρίου σας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Το Εφετείο κατέληξε στην καταδικαστική του απόφαση αφού δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Επειδή η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου ασκήθηκε παραδεκτά δεδομένου ότι είχε παρέλθει η προθεσμία άσκησης προσφυγής με την επίδοση των οικείων φορολογικών πράξεων στο Δήμο Καλαμαριάς, όπου είχε ως δηλωμένη διεύθυνση επαγγελματικής κατοικίας ο κατηγορούμενος δεδομένου ότι δεν βρέθηκε τέτοια και ούτε αστική κατοικία, πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός.

Επίσης, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της υπόθεσης μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί των εκπροθέσμως ασκηθεισών ανακοπών ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου δεδομένου ότι υπάρχει κίνδυνος παραγραφής των αποδιδόμενων σε αυτόν πράξεων. Επειδή, από τις ένορκες καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας και υπερασπίσεως, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και προσκομίστηκαν στο ακροατήριο και βρίσκονται στη δικογραφία, καθώς και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής:

Ο κατηγορούμενος στη …, ενώ διατηρούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών μηχανογράφησης και έδρα τη …(...), στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, τέλεσε το έγκλημα της παράβασης άρθρ. 18 παρ.1α', β', 21 του Ν. 2523/1997, και συγκεκριμένα:

Α) Σε μη προσδιορισθείσα ημερομηνία του Μαρτίου 2001, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο παρακρατηθέντος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του οποίου το ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση για τη χρήση από 1-1-2000 μέχρι 31-12-2000 το ποσό των 25.000.000 δρχ. και των 73.000 €, παρέλειψε να καταβάλει ποσό ΦΠΑ 29.484.594 δρχ. / 86.528,52 € το οποίο αντιστοιχούσε στο διαχειριστικό έτος 2001 και στη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2000 μέχρι 31-12-2000, για την οποία υπέβαλε μεν περιοδικές δηλώσεις και συγκεντρωτική δήλωση ΦΠΑ, η οποία θεωρήθηκε όμως κατά το γενόμενο έλεγχο ανακριβής λόγω μη προσκομιδής στην φορολογική αρχή των βιβλίων και στοιχείων της επιχειρήσεώς του, το δε ανωτέρω ποσό οφειλομένου φόρου προσδιορίστηκε με υπ' αριθμ. 55/27-1-2006 οριστική πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α.

βάσει των πραγματοποιηθεισών κατά τη χρήση αυτή φορολογητέων εκροών, ύψους 181.962.272 δρχ., χωρίς να ληφθούν υπόψη οι εισροές, λόγω της κατά τα ανωτέρω ανακρίβειας της υποβληθείσας δηλώσεώς του. Β) Σε μη προσδιορισθείσα ημερομηνία του Μαρτίου 2002, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο παρακρατηθέντος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του οποίου τα ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση για τη χρήση από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2001 το ποσό των 1.000.000 δρχ, και των 3.000 €, παρέλειψε να καταβάλει ποσό ΦΠΑ 11.979.012 δρχ. /35.154.84 € το οποίο αντιστοιχούσε στο διαχειριστικό έτος 2002 και στη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2001, για την οποία υπέβαλε μεν περιοδικές δηλώσεις και συγκεντρωτική δήλωση ΦΠΑ, η οποία θεωρήθηκε όμως κατά το γενόμενο έλεγχο ανακριβής λόγω μη προσκομιδής στην φορολογική αρχή των βιβλίων και στοιχείων της επιχειρήσεώς του, το δε ανωτέρω ποσό οφειλόμενου φόρου προσδιορίστηκε με υπ' αριθμ. 54/27-1-2006 οριστική πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ βάσει των πραγματοποιηθεισών κατά τη χρήση αυτή φορολογητέων εισροών, ύψους 86.450.003 δρχ.

χωρίς να ληφθούν υπόψη οι εκροές, λόγω της κατά τα ανωτέρω ανακρίβειας της υποβληθείσας δηλώσεως του. Οι ανωτέρω πράξεις προσδιορισμού οφειλομένων φόρων επιδόθηκαν και οριστικοποιήθηκαν με την πάροδο άπρακτης προθεσμίας για άσκηση προσφυγής ή για διοικητική επίλυση της διαφοράς. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα από την κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας, υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ.

Καλαμαριάς. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος και να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.β Π.Κ. η οποία αναγνωρίσθηκε και πρωτοδίκως καθόσον αποδείχθηκε ότι προέβη στην ανωτέρω πράξη λόγω οικονομικής αδυναμίας και όχι από ταπεινά αίτια απορριπτομένου ως αβασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.

α του Π.Κ., καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός έως το χρόνο τέλεσης των ως άνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή". Ήδη, επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέο στοιχείο, τις αποφάσεις με αρ. 461/2015 και 462/2015 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες ακυρώθηκαν, αντίστοιχα, οι με αρ.55/27-1-2006 και 54/27-1-2006 πράξεις προσδιορισμού ΦΠΑ του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, που αναφέρονται, η πρώτη στη διαχειριστική περίοδο 2000 και η δεύτερη στη διαχειριστική περίοδο 2001.

Με τις αποφάσεις αυτές έγινε δεκτό ότι οι ανωτέρω πράξεις προσδιορισμού ΦΠΑ δεν κοινοποιήθηκαν νομίμως στον αιτούντα, ακολούθως δε, ακυρώθηκαν, αυτές, από το ίδιο δικαστήριο με τις ανωτέρω αποφάσεις του, και, περαιτέρω, το ίδιο δικαστήριο, με τις αυτές αποφάσεις του έκρινε ότι μετά την ακυρότητα των κοινοποιήσεων το δικαίωμα του Δημοσίου προς επιβολή του ένδικου φόρου υπέκυψε σε παραγραφή.

Αντιθέτως, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αρ. 2447-2448/2014 απόφασή του, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του, δέχθηκε ότι οι αναφερθείσες πράξεις προσδιορισμού ΦΠΑ κοινοποιήθηκαν εγκύρως στον αιτούντα, ότι αυτός προσέφυγε κατ' αυτών όχι εμπροθέσμως και συνεπώς ότι η ακολουθήσασα εναντίον του ποινική δίωξη δεν έπασχε από ακυρότητα.

Οι παραπάνω αποφάσεις υπ' αριθμ. 461/2015 και 462/2015 του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσες επί αντιστοίχων προσφυγών του αιτούντος δεν αποτελούν "νέα στοιχεία" κατά την έννοια που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσης (άρθρ. 525 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ.) ανεξάρτητα του ότι δεν είναι αμετάκλητες αφού έχουν ασκηθεί εφέσεις κατ' αυτών.

Επομένως δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών-καταδικασμένος, είναι αθώος, των αποδοθεισών σ' αυτόν κατηγοριών.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-9-2015 αίτηση του Μ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., με την οποία ζητεί προς το συμφέρον του την επανάληψη διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 2447-2448/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2016. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2016.-

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ