1206/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1206/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3156/2003 "ομολογιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από εδρεύουσα στην Ελλάδα ανώνυμη εταιρεία (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δικαιώματα των ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους όρους του δανείου (παρ.1 εδ. α'). Για την έκδοση του ομολογιακού δανείου αποφασίζει η Γενική Συνέλευση.
Full text
Απόφαση 1206 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1206/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάκωβο Βενιέρη, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από τους υπό στοιχεία α. β. και στ. λόγους αναίρεσης.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "... SA", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Πασσά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3846/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4051/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-2-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 29-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας, δε, την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 294, 295, 297, 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων μπορεί, με προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του, να παραιτηθεί είτε από το δικόγραφο της αίτησης είτε από ορισμένους αναιρετικούς λόγους. Η παραίτηση αυτή έχει ως συνέπεια να θεωρείται στην πρώτη περίπτωση ότι η αίτηση δεν ασκήθηκε στο σύνολο της, ενώ στη δεύτερη περίπτωση ότι δεν προβλήθηκαν οι αναιρετικοί λόγοι από τους οποίους έγινε παραίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, πριν από την έναρξη της συζήτησης, με προφορική του δήλωση, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από τους πρώτο, δεύτερο και έκτο από το άρθρο 559 αριθ. 14, 4 και 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγους του αναιρετηρίου. Η παραίτηση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και έχει ως συνέπεια ότι οι λόγοι του αναιρετηρίου από τους οποίους έγινε παραίτηση θεωρούνται ότι δεν προβλήθηκαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3156/2003 "ομολογιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από εδρεύουσα στην Ελλάδα ανώνυμη εταιρεία (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δικαιώματα των ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους όρους του δανείου (παρ.1 εδ. α'). Για την έκδοση του ομολογιακού δανείου αποφασίζει η Γενική Συνέλευση.
Στην περίπτωση του ομολογιακού δανείου των άρθρων 10 και 11 αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο... (παρ.2). Οι όροι του ομολογιακού δανείου, ιδίως αυτοί που αφορούν το ανώτατο ποσό του δανείου, τη μορφή, την ονομαστική αξία ή τον αριθμό των ομολογιών, τον τρόπο κάλυψης του ομολογιακού δανείου, το επιτόκιο, τον τρόπο προσδιορισμού του, ωφελήματα και εξασφαλίσεις που παρέχονται στους ομολογιούχους, τον ορισμό πληρεξουσίου καταβολών, την οργάνωση των ομολογιούχων σε ομάδα, το χρόνο αποπληρωμής και εν γενεί εξόφλησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις ομολογίες, τη διαδικασία καταγγελίας και την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να διατεθούν οι ομολογίες καθορίζονται από το όργανο που αποφασίζει την έκδοση του ομολογιακού δανείου.
Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης ή του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, μπορεί να εξουσιοδοτείται αντίστοιχα το Διοικητικό Συμβούλιο ή ορισμένα μέλη ή μέλος για να καθορίζουν ειδικότερους όρους του δανείου, εκτός του ύψους και του είδους του (παρ.3). Η εκδότρια εκδίδει πρόγραμμα του ομολογιακού δανείου, το οποίο περιέχει τους όρους του δανείου και δεσμεύει τον ομολογιούχο και κάθε καθολικό ή ειδικό διάδοχο του, καθώς και κάθε τρίτο που έλκει δικαιώματα από τα ανωτέρω πρόσωπα (παρ. 4)".
Ο νόμος αυτός προβλέπει στα άρθρα 6, 7, 8 και 9 περισσότερες κατηγορίες ομολογιακών δανείων που είναι το κοινό ομολογιακό δάνειο, το ομολογιακό δάνειο με ανταλλάξιμες ομολογίες, το ομολογιακό δάνειο με μετατρέψιμες ομολογίες και το ομολογιακό δάνειο με δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη, ενώ τα άρθρα 10 και 11 του νόμου αναφέρονται στις ειδικές συμβάσεις τιτλοποίησης επιχειρηματικών απαιτήσεων και απαιτήσεων από ακίνητα.
Κατά το άρθρο 12 του ιδίου νόμου "1. Οι απαιτήσεις από ομολογιακά δάνεια του νόμου αυτού μπορεί να ασφαλίζονται κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα με κάθε είδους εμπράγματη ασφάλεια ή εγγύηση. Η ασφάλεια αυτή μπορεί να λαμβάνεται είτε κατά την έκδοση του ομολογιακού δανείου είτε μεταγενέστερα. 2. Η εγγύηση παρέχεται με έγγραφη δήλωση του εγγυητή που πρέπει να περιέχεται στο πρόγραμμα του ομολογιακού δανείου.
Οι κάθε μορφής εμπράγματες ασφάλειες παραχωρούνται στο όνομα του εκπροσώπου των ομολογιούχων και για λογαριασμό των ομολογιούχων, με σύμβαση μεταξύ του παρέχοντος την ασφάλεια και του εκπροσώπου. Όπου απαιτείται για τη σύσταση εμπράγματης ασφάλειας η καταχώριση οποιουδήποτε εγγράφου ή της ανωτέρω σύμβασης σε οποιαδήποτε αρχή ή μητρώο ή κτηματολόγιο, η καταχώριση πραγματοποιείται στο όνομα του εκπροσώπου με ρητή μνεία ότι η ασφάλεια χορηγείται για την εξασφάλιση απαιτήσεων από ομολογιακό δάνειο".
Τέλος, κατά την παρ. 1 του άρθρο 14 του ίδιου επίσης νόμου, "η έκδοση ομολογιακού δανείου του νόμου αυτού, η παροχή κάθε είδους ασφαλειών, όλες οι συμβάσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτό, καθώς και κάθε σχετική παρεπόμενη σύμβαση ή πράξη και η καταχώριση αυτών σε δημόσια βιβλία όπου απαιτείται, οι προσωρινοί και οριστικοί τίτλοι ομολογιών, η διάθεση και κυκλοφορία αυτών, η εξόφληση του κεφαλαίου από ομολογίες και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν και εν γένει η άσκηση δικαιωμάτων από ομολογίες που εκδίδονται σύμφωνα με το νόμο αυτό και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν, καθώς και η μεταβίβαση ομολογιών εντός ή εκτός οργανωμένης αγοράς ή χρηματιστηρίου, απαλλάσσονται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, περιλαμβανομένου και του φόρου υπεραξίας, τέλος ανταποδοτικό ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, εισφορά του ν. 128/1975, προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών", ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου αρθρ. 14 του ν. 3156/2003, για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώριση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11 του νόμου αυτού καταβάλλονται μόνον πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων 100 ευρώ, αποκλειόμενης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους.
Ο περιορισμός αυτός δεν αφορά μόνο τα εισπραττόμενα από τον υποθηκοφύλακα δικαιώματα υπέρ τρίτων, αλλά και τα δικά του δικαιώματα, δηλαδή την αμοιβή του, που αντιδιαστέλλεται από τα υπέρ τρίτων δικαιώματα (ΑΠ 1358/1998), εμπίπτει δε στην παραπάνω ατέλεια και συνεπώς δεν υπόκειται στα οριζόμενα στο ν. 325/1976 αναλογικά δικαιώματα, αλλά σε πάγιο μόνον τέλος 100 ευρώ και η εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης όταν μ' αυτές ασφαλίζονται απαιτήσεις από ομολογιακό δάνειο οποιασδήποτε κατηγορίας (ΑΠ 2252/2013) και όχι μόνο όταν πρόκειται για απαιτήσεις από συμβάσεις των άρθρο 10 και 11 του ν. 3156/2003.
Για την εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως περί υποχρέωσης καταβολής 100 ευρώ για πάγια δικαιώματα του υποθηκοφύλακα για την εγγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων, αρκεί η συνομολόγηση σύμβασης ομολογιακού δανείου, η κάλυψη του οποίου μπορεί να γίνει και από έναν ομολογιούχο, και δεν απαιτείται να έχει συντελεσθεί η έκδοση των ομολογιών και η ενσωμάτωση σ' αυτές (εγχάρτωση) των απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών κατά τον κρίσιμο χρόνο υποβολής της αίτησης για την εγγραφή της προσημείωσης (Α.Π. 2252/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 19 ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου προβάλλονται, αντίστοιχα, οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο: α) παρά τον νόμο έλαβε υπόψη ως αληθινά πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι η ενάγουσα προέβη στην έκδοση ομολογιών και στην ενσωμάτωση σ' αυτές της απαιτήσεως της δανείστριας τράπεζας, περιστατικά που είναι αναγκαία για το χαρακτηρισμό του δανείου ως κοινού ομολογιακού, μη αρκούσης της συνάψεως συμβάσεως καλύψεως ομολογιακού δανείου και β) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικώς με το ουσιώδες ζήτημα αν το δάνειο που εξέδωσε η ενάγουσα έφερε τα χαρακτηριστικά του κοινού ομολογιακού δανείου, αφού δεν έχει παραδοχή ότι είχε γίνει εγχάρτωση των ομολογιών.
Οι λόγοι αυτοί, αφενός προβάλλονται χωρίς έννομο συμφέρον, αφού ο ίδιος ο αναιρεσείων επικαλείται στο αναιρετήριο (τρίτος λόγος, σελ. 7, 9 και 10) ότι η τράπεζα Πειραιώς, υπέρ της οποίας γράφτηκε η προσημείωση υποθήκης, έχει λάβει και κατέχει όλες τις ομολογίες, ισχυριζόμενος, αβασίμως, ότι η ανάληψη όλων των ομολογιών από έναν ομολογιούχο αναιρεί τον χαρακτηρισμό του δανείου ως ομολογιακού, και αφετέρου δεν αφορούν ουσιώδη ζητήματα και προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα νομική σκέψη, η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης που διατάσσεται ως ασφαλιστικό μέτρο με δικαστική απόφαση για την εξασφάλιση κάθε απαίτησης του ομολογιούχου που θα προκύψει από την, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, κάλυψη του ομολογιακού δανείου, όπως συμβαίνει στην ένδικη διαφορά, υπόκειται σε πάγιο τέλος 100 ευρώ, χωρίς να είναι αναγκαίο κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την εγγραφή της προσημείωσης να έχουν εκδοθεί οι ομολογίες και να έχουν εγχαρτωθεί σ' αυτές οι απαιτήσεις των ομολογιούχων δανειστών.
Με τους τρίτο και όγδοο, κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 10 ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου, προβάλλονται, αντίστοιχα, οι αιτιάσεις: α) ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τα άρθρα 3 του Κ.Ν. 2190/1920 και 1 και 14 του Ν. 3156/2003 και δέχθηκε την ύπαρξη ομολογιακού δανείου, μολονότι όλες τις ομολογίες ανέλαβε και κατέχει η δανείστρια, γεγονός που προσδίδει στο δάνειο το χαρακτήρα κοινού ομολογιακού δανείου, επί του οποίου δεν έχουν εφαρμογή οι παραπάνω διατάξεις και β) δέχθηκε την ύπαρξη ομολογιακού δανείου χωρίς την προσκόμιση κανενός αποδεικτικού μέσου εκ μέρους της αντιδίκου εταιρίας που να αποδεικνύει την ύπαρξη ομολογιακού δανείου με ενσωμάτωση κ.λ.π. Ο πρώτος από τους λόγους αυτούς είναι αβάσιμος, διότι η ανάληψη όλων των ομολογιών από έναν δανειστή και εν προκειμένω από την τράπεζα Πειραιώς δεν αναιρεί τον χαρακτήρα του δανείου ως ομολογιακού κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.1 εδ. α' του Ν. 3156/2003.
Συνεπώς, το Εφετείο που χαρακτήρισε το δάνειο ως ομολογιακό, μολονότι όλες τις ομολογίες ανέλαβε η δανείστρια Τράπεζα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Ο δεύτερος λόγος από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει ευθέως τη μη επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Με τον όγδοο, κατά το δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται, επικουρικά, η αιτίαση ότι το Εφετείο "παραμόρφωσε τη σύμβαση δανείου μεταξύ της αντιδίκου και της παραπάνω τράπεζας και το αποδεικτικό αυτό μέσο το εξέλαβε ως δήθεν έγγραφο που αποδεικνύει και την έκδοση και την παράδοση των ομολογιών". Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι, υπό τα εκτιθέμενα, δεν πρόκειται για παραμόρφωση του εγγράφου, αλλά προδήλως για εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου από το δικαστήριο διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ως σωστή, η οποία δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ.
Με τον έβδομο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 904 Α.Κ. και έκρινε νόμιμη την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από τα απαιτούμενα από την παραπάνω διάταξη.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα, επικαλούμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, συνεπεία της οποίας αυτή υπέστη ζημία 19.748,71 ευρώ, καθόσον για τη μεταγραφή προσημείωσης υποθήκης ο εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του υποθηκοφύλακα, απαίτησε και έλαβε αναλογικά από 3%ο δικαιώματα, αντί του προβλεπόμενου από το νόμο παγίου τέλους των 100 ευρώ, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει ως αποζημίωση το ανωτέρω ποσό, επικουρικά δε ζήτησε να της καταβάλει το ίδιο ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθότι κατά τούτο κατέστη πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της από αιτία μη νόμιμη.
Υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή ως άνω πραγματικά περιστατικά η επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής είναι νόμιμη, αφού για τη θεμελίωση της στη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ. γίνεται επίκληση του μη στηρίζοντος την κύρια βάση στοιχείου του πλουτισμού του εναγομένου που έγινε χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε νόμιμη την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από τα αξιούμενα από το άρθρο 904 Α.Κ., το οποίο και δεν παραβίασε. Ο περί του αντιθέτου ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Επί αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 επ. Α.Κ.) νομιμοποιείται παθητικά εκείνος προς τον οποίο έγινε χωρίς νόμιμη αιτία η περιουσιακή μετακίνηση. Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής δεν είναι πλουσιότερος θεμελιώνει την από το άρθρο 909 Α.Κ. καταλυτική της αγωγής ένσταση απόσβεσης της υποχρέωσης προς απόδοση του πλουτισμού, για το ορισμένο της οποίας πρέπει ο εναγόμενος να επικαλείται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι δεν είναι πλέον πλουσιότερος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους ένατο και δέκατο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως αόριστη την ένσταση του εναγομένου ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής δεν ήταν πλουσιότερος, διότι μέρος του ποσού που εισέπραξε το απέδωσε στο Δημόσιο, αφού παρακράτησε μέρος ως αμοιβή του και για κάλυψη δαπανών μισθοδοσίας των υπαλλήλων του υποθηκοφυλακείου, των εισφορών κ.λ.π.
και των εξόδων λειτουργίας του, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε ο εναγόμενος για τη θεμελίωση της ενστάσεως του και δεν προσκομίζονται οι πρωτόδικες προτάσεις στις οποίες φέρεται ότι περιέχεται η ένσταση του, ώστε να μπορεί να κριθεί το ορισμένο ή μη αυτής και εντεύθεν το βάσιμο ή μη του αναιρετικού λόγου.
Επισημαίνεται ότι με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ο αναιρεσείων δεν επαναφέρει κατά τους όρους του άρθρου 240 ΚΠολΔ τη φερόμενη ως υποβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση του άρθρου 909 Α.Κ., αλλά αναφέρει αορίστως μόνο ότι "τα αναλογικά δικαιώματα που εισέπραξα τα απέδωσα στο Ελληνικό Δημόσιο (βλ. σελ 22-25 των προτάσεων μου, σχετ.Γ)".
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012). Τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν, διότι η ερμηνεία των ως άνω διατάξεων του Ν. 3156/2003 ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Φεβρουαρίου 2014 αίτηση του Χ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4051/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ