1206/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1206/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. (παρ. 2). Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τμ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1206 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1206/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γεωργόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βασιλική Παπαθεοδώρου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/3/2007 του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3835/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 6135/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/7/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 3/9/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/17.3.2003 (παρ. 1), η ισχύς του οποίου αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 του ίδιου νόμου, εφόσον δεν ορίζεται εδώ διαφορετικά, σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:
α) νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτιστεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. (παρ. 2). Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τμ.
Κατά την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1042 ΑΚ, ο νομέας βρίσκεται σε κακή πίστη όταν γνωρίζει ή εκ βαρείας αμελείας αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου επί του πράγματος. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 974, 987, 984 εδ. α' και 989 εδ. α' του ΑΚ προκύπτει ότι διατάραξη της νομής, η οποία υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του, εκδηλώνεται δε - η διατάραξη - θετικά είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: Με το υπ' αριθ. .../13.4.1885 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Πέππα και κατόπιν νόμιμης μεταγραφής αυτού στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών (τ. ΣΚΔ' αρ. 67,-βλ. πιστοποιητικό του Μεταγραφοφύλακα Αθηνών αριθ. 261/17-2-2003), μεταβιβάσθηκε η κυριότητα, από τον Κ.
Β. προς το "Ιερόν Κοινόν του Παναγίου Τάφου", ενός ευρύτερου ακινήτου, εκτάσεως 1.502 στρεμμάτων, στη θέση "Ποδάροι" ή "Ποδαράδες", βορείως της περιοχής των Αθηνών, που ονομάζεται Πατήσια και βορείως του κτήματος, που είναι γνωστό ως ιδιοκτησία "Βεΐκου" (Γαλάτσι). Το "Κοινό του Παναγίου Τάφου" κατέστη κύριο της όλης εκτάσεως και λόγω συμπληρώσεως έκτακτης χρησικτησίας, με την πάροδο 30 ετών καλόπιστης και ανεπίληπτης νομής, με διακατοχικές πράξεις αγροτικών καλλιεργειών (αμπελώνες, οπωρώνες κλπ.), μέχρι την 13η-4-1915, υπό το κράτος του προϊσχύσαντος β/ρ δικαίου.
Με το υπ' αριθ. .../16-8-1923 προσύμφωνο του συμβ/φου Αθηνών Κων/νου Ιωάννου και το σε εκτέλεση αυτού οριστικό συμβόλαιο υπ' αριθ. .../20-9-1923 του συμβ/φου Αθηνών Γεωργίου Κυριαζή, με την ιδιότητα του αναπληρωτή του προηγούμενου συναδέλφου του, (μεταγραφή του τελευταίου συμβολαίου στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών στον τ. ...
με αριθ. 32/28-9-1923, - βλ. το πιστοποιητικό του Μεταγραφοφύλακα Αθηνών υπ' αριθ. 261/17-2-2003), μεταβιβάσθηκε, λόγω πωλήσεως, από το "Ιερόν Κοινόν του Παναγίου Τάφου", τμήμα του ανωτέρω κτήματος, εκτάσεως 1.230 στρεμμάτων, προς το ν.π.δ.δ. "Ταμείον Περιθάλψεως Προσφύγων". Ακολούθως, με το υπ' αριθ. .../ 11-1-1924 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Αλέξανδρου Ζαχαρόπουλου μεταβιβάσθηκε η κυριότητα επί τμήματος του ανωτέρω ακινήτου, εκ 1.100 στρεμμάτων, λόγω δωρεάς, από το "Ταμείον Περιθάλψεως Προσφύγων" προς το Ελληνικό Δημόσιο, (μεταγραφή στο Υποθ/κείο Αθηνών στον τ. ...
με αριθμό 129/18-1-1924, - βλ. πιστοποιητικό του Μεταγραφοφύλακα Αθηνών υπ' αριθμό 261/17-2-2003), απομείναντος υπολοίπου 130 στρεμμάτων στην ιδιοκτησία του "Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων". Εν συνεχεία, με την Υπουργική Απόφαση υπ' αριθ. 6301/21-1-1924 του Υπουργού Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθ/κείο Αθηνών στον τ. ...
με αριθ. 160/14-3-1924, (βλ. το πιστοποιητικό του Μεταγραφοφύλακα Αθηνών υπ' αριθ. 2717/7-11-2003), το περιελθόν στο Δημόσιο με το προηγούμενο συμβόλαιο τμήμα του όλου ακινήτου, μεταβιβάσθηκε προς την "Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων". Τελικά, τόσο το ν.π.δ.δ. "Ταμείον Περιθάλψεως Προσφύγων", όσο και η "Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων", καταργήθηκαν με το άρθρο 17 του ν.δ.
της 27-5-1925, (ΦΕΚ 133Α/1925), σε συνδ. με το ν.δ. της 22/29-7-1927 και τους νόμους 4592/1930 και 4857/1930, με αποτέλεσμα το όλο αρχικά μεταβιβασθέν από το "Κοινό του Παναγίου Τάφου" ακίνητο, των 1230 στρεμμάτων, να περιέλθει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο. Ακολούθως, η εν λόγω συνολική έκταση ρυμοτομήθηκε από το Δημόσιο και διαχωρίσθηκε σε οικόπεδα, εκ των οποίων άλλα μεν παραχωρήθηκαν σε πρόσφυγες, ενώ άλλα παρέμειναν αδιάθετα, έτσι ώστε δημιουργήθηκε ο προσφυγικός συνοικισμός και μετέπειτα Δήμος της Νέας Ιωνίας.
Στην έκταση αυτή περιλαμβάνεται και το Οικοδομικό Τετράγωνο 177α, όπισθεν του Νοσοκομείου "Αγία Όλγα", περικλεισμένο από τις σημερινές οδούς Εμμ. Παππά -Φιλελλήνων - Κυδωνιών -Φιλικής Εταιρείας, μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο επί του αριθμού 15 της οδού Εμμανουήλ Παππά. - Εν τω μεταξύ, για τμήμα 40 περίπου στρεμμάτων, της μεταβιβασθείσας από το "Ιερό Κοινό του Παναγίου Τάφου" ως άνω εκτάσεως, είχε προκύψει αντιδικία πριν από την 16η -8-1923, μεταξύ αυτού, ("Ιερού Κοινού"), και των ιδιωτών Α.
Β., Μ. Β., Σ. Τ., Σ. Τ. και Γ. Μ., οι οποίοι δεν προέκυψε ότι είχαν έγκυρους τίτλους. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την απόφασή του 714/1923, επιδίκασε προσωρινά τη νομή στους ιδιώτες, κατόπιν αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, πλην, όμως, ουδέποτε εκδικάστηκε η αντίστοιχη τακτική αγωγή τους. Περαιτέρω, για την ίδια έκταση ανέκυψε διαφορά νομής και μεταξύ αφενός των ιδιωτών Ν.
Τ., Φ. Β., Φ. Β., Κ. Μ., Β. Α., Ε. Μ., Μ. Μ., Α. Κ. και Ι. Μ. και αφετέρου του ανωτέρω Γ. Μ.. Οι διάδικοι αυτοί συμβιβάσθηκαν με δικαστικό συμβιβασμό που αποτυπώθηκε στα υπ' αριθ. 331/17-2-1930 πρακτικά - απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με τον εν λόγω συμβιβασμό τα διάδικα μέρη συμφώνησαν να διανείμουν από την επίδικη έκταση, κατά το ήμισυ σε καθένα εξ αυτών, το τμήμα αυτής 25 στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στην κατοχή ιδιωτών.
Το νότιο τμήμα αυτής, εκ 15 περίπου στρεμμάτων, για το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 8 του πρακτικού συμβιβασμού ότι έχει καταληφθεί και οριοθετηθεί με ορόσημα από μπετόν - αρμέ από την "Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων", ορίζεται στην ίδια παράγραφο ότι, εφόσον ήθελε δικαιωθούν δικαστικώς ή εξωδίκως οι διεκδικούντες αυτό εκ των διαδίκων Β.
Α. και Γ. Μ., θα διανεμόταν μεταξύ τους κατά το ήμισυ στον καθένα τους. Η διανομή αυτή των 25 στρεμμάτων αποτυπώθηκε και στο διανεμητήριο συμβόλαιο υπ' αριθ. .../7-7-1930 του συμβ/φου Αθηνών Ζαφειρίου Μουζάκη, που ρητώς παραπέμπει κατά τα λοιπά στην παρ. 8 του ανωτέρω πρακτικού συμβιβασμού. Ακολούθως, οι Β. Α. και Γ.
Μ. προσυμφώνησαν να μεταβιβάσουν με το προσύμφωνο .../1933 του συμβ/φου Αθηνών Ανδρέα Παιδάκη και, τελικά, μεταβίβασαν με το υπ' αριθ. .../1933 οριστικό συμβόλαιο του ιδίου συμβ/φου, από την έκταση των 15 στρεμμάτων, που κατείχε και νεμόταν βάσει των ανωτέρω τίτλων η "Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων" και το Ελληνικό Δημόσιο, τέσσερα (4) περίπου στρέμματα προς την ανώνυμη εταιρεία "Μ.", χωρίς προηγουμένως να έχουν εξέλθει νικητές σε δικαστικό αγώνα έναντι του Δημοσίου ή να έχουν συμβιβασθεί εξώδικα με αυτό προς όφελός τους.
Στο ως άνω τελευταίο προσύμφωνο προσαρτήθηκε το από 15-3-1933 διάγραμμα του μηχανικού Ι. Μ., στο οποίο αποτυπώνεται η όλη έκταση των 15 στρεμμάτων. Στο διάγραμμα αυτό το ήδη επίδικο ακίνητο αναφέρεται ως οικόπεδο, εκτάσεως 820 τμ. "πλέον ή έλαττον", φέρει τον αριθμό 18 και συνορεύει: μεσημβρινώς, επί προσώπου 20 μέτρων, με δημοσία οδό Νέας Ιωνίας -Καλογρέζας, (μετέπειτα Βυζαντίου και ήδη Εμμ.
Παππά), αρκτικώς, επί πλευράς 20 μέτρων, εν μέρει με υπ' αριθ. 11 οικόπεδο του ίδιου διαγράμματος και εν μέρει με υπ' αριθ. 10 οικόπεδο του ίδιου διαγράμματος, ανατολικώς, επί πλευράς 40,50 μέτρων, με οικόπεδο υπ' αριθ. 19 του ίδιου διαγράμματος και δυτικώς, επί πλευράς 41,50 μέτρων, με οικόπεδο υπ' αριθ. 17 του ιδίου διαγράμματος, ιδιοκτησίας κληρονόμων Χ.
Κ.. Ακολούθως, οι ίδιοι Β. Α. και Γ. Μ. προέβησαν στη διανομή και των υπόλοιπων 11 στρεμμάτων από τα προαναφερθέντα 15, με το υπ' αριθ. .../26-3-1934 συμβόλαιο διανομής του συμβ/φου Αθηνών Ζαφειρίου Μουζάκη, με βάση το ίδιο ως άνω διάγραμμα του μηχανικού Ι. Μ., χωρίς, εν τω μεταξύ, να έχουν δικαιωθεί δικαστικώς ή εξωδίκως, ως προς τις επί του ακινήτου αυτού αξιώσεις τους έναντι του Δημοσίου, αλλά με αόριστη αναφορά στην παρ. 8 του πρακτικού συμβιβασμού ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών με αριθμό 331/1930, καθώς και στο υπ' αριθ. .../7-7-1930 διανεμητήριο συμβόλαιο του ίδιου αμέσως ανωτέρω συμβ/φου.
Με το πιο πάνω υπ' αριθ. .../26-3-1934 συμβόλαιο διανομής του ανωτέρω συμβ/φου, το υπ' αριθ. 18 οικόπεδο του ανωτέρω διαγράμματος, δηλαδή το ήδη επίδικο οικόπεδο, φέρεται ότι περιήλθε στον Γ. Μ.. Ο, τελευταίος δεν αποδείχθηκε ότι νεμήθηκε με συγκεκριμένες πράξεις νομής το επίδικο μέχρι το θάνατό του, (απεβίωσε στις 30-8-1946), το οποίο, άλλωστε, λόγω της ανωτέρω φύσεώς του, ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, υπό το καθεστώς είτε του β/ρ δικαίου, είτε του ισχύσαντος μετά την 23η-2-1946 ΑΚ.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, προκύπτει ότι αυτός δεν ήταν καλής πίστεως νομέας, ως προς την ιδιότητα του επιδίκου ως "προσφυγικού" και ως προς την ύπαρξη επ' αυτού κυριότητας του Δημοσίου. Ο ανωτέρω αποβιώσας, με την από 7-1-1944 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με τα πρακτικά-απόφαση 6485/1946 του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, άφησε μοναδική κληρονόμο του την, εν ζωή σύζυγό του, Ε.
Μ., το γένος Γ. Π.. Αυτή αποδέχθηκε την επαχθείσα κληρονομιά, αρχικά με την υπ' αριθ. .../1948 πράξη του συμβ/φου Αθηνών Π. Καββαδία, (μη μεταγραφείσα) και τελικά με την πράξη .../3-6-1962 του συμβ/φου Αθηνών Ρήγα Γαρταγάνη, που μεταγράφηκε νομότυπα στο Υποθ/κείο Νέας Ιωνίας στον τ. ... με αριθμό 387. Στην αποδοχή αυτή περιλαμβάνεται το επίδικο οικόπεδο ως το υπ' αριθ. 18 του ανωτέρω διαγράμματος.
Η αποδεχθείσα την κληρονομιά του Γ. Μ., κληρονόμος αυτού Ε. Μ., όταν μετά το θάνατό του επιλήφθηκε της νομής του επιδίκου, που είχε μείνει άνευ εποπτείας από το Δημόσιο, λόγω της αμέσως μετά τον πόλεμο δυσμενούς πολιτικής καταστάσεως, βρισκόταν αναμφισβήτητα σε κακή πίστη ως προς την ύπαρξη νομικά βάσιμων δικαιωμάτων του δικαιοπαρόχου της επί του επιδίκου, λόγω και της ιδιότητας της ως συζύγου αυτού, ώστε δεν μπορούσε να τρέξει κτητικός χρόνος υπέρ αυτής με τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1-2 του ν. 3127/2003, βάσει τίτλου μεταγενεστέρου της 23-2-1945.
Εξάλλου, ούτε χρόνος έκτακτης χρησικτησίας, υπό το καθεστώς του ΑΚ, μπορούσε να τρέξει υπέρ αυτής, λόγω της ανωτέρω φύσεως του επιδίκου. Ακολούθως, η Ε. Μ., με το υπ' αριθ. .../7-7-1962 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Κουγκούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Νέας Ιωνίας, (τ. ..., αριθ. 359 - βλ.
το από 25.10.2010 πιστοποιητικό του Υποθ/κα Ν. Ιωνίας), μεταβίβασε το ως άνω υπ' αριθ. 18 επίδικο ακίνητο στην ομόρρυθμη εταιρεία "Υφαντήριον Αδελφοί Χ. Ο.Ε. - Ο Χ.", εκπροσωπούμενη από τον Ι. Χ. Χ., δηλαδή τον ήδη εκκαλούντα - ενάγοντα. Το τίμημα της πωλήσεως αυτής βεβαιώθηκε ότι εξοφλήθηκε με την υπ' αριθ. .../17-7-1965 πράξη του ίδιου ως άνω συμβ/φου.
Περαιτέρω, ο Ι. Χ., ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρείας, πούλησε το εν λόγω ακίνητο στον εαυτό του, με το υπ' αριθ. .../20-7-1965 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβ/φου, το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ν. Ιωνίας στον τ. ..., με αριθ. 35, (βλ. το από 25-2-1980 πιστοποιητικό του Μεταγραφοφύλακα Ν.
Ιωνίας). Από τα αμέσως ανωτέρω συνάγεται ότι όλες οι προαναφερόμενες μεταβιβάσεις, (από την Ε. Μ. και έπειτα, μέχρι τον εκκαλούντα - ενάγοντα, Ιωάννη Χ.), εφόσον βασίζονται στο "σφετεριστικό" διανεμητήριο συμβόλαιο υπ' αριθ. .../26-3-1934 του συμβ/φου Αθηνών Ζαφειρίου Μουζάκη, δεν είναι έγκυρες έναντι του Δημοσίου, ούτε μπορούσε να συμπληρωθεί σε βάρος του, με βάση αυτές, ή επ' ευκαιρία τους, χρόνος τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας.
Περαιτέρω, ο εκκαλών - ενάγων, που ήταν έμπειρος επιχειρηματίας και παλαιός κάτοικος της περιοχής ..., είχε δε τη δυνατότητα να ενεργήσει με δικηγόρο και έλεγχο τίτλων, προκύπτει, ότι, με τις ιδιότητές του αυτές και υπό τις κρατούσες περιστάσεις, γνώριζε, κατά το χρόνο κτήσεως της νομής του επιδίκου, τόσο για λογαριασμό της εταιρείας του, (7-7-1962), όσο και ατομικά από τον ίδιο (20-7-1965), το χαρακτηρισμό όλου του οικοδομικού τετραγώνου, στο οποίο εμπίπτει το επίδικο ακίνητο, ως "προσφυγικού", η οποία ήταν, άλλωστε, ευρέως γνωστή τοπικά, καθώς και για τις διενέξεις, που είχαν ανακύψει μεταξύ του Δημοσίου και του απώτερου δικαιοπαρόχου του Γ.
Μ. ως προς το ευρύτερο ακίνητο (μέρος του οποίου αποτελούσε αρχικά το επίδικο), προσδοκούσε, όμως, ότι θα επιτύγχανε τελικά την έκδοση σχετικού παραχωρητηρίου από το Δημόσιο, το οποίο, εντούτοις, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις του, ποτέ δεν εκδόθηκε (βλ. βεβαιώσεις υπ' αριθ. πρωτ. 876 και 924/2007 της Περιφέρειας Αττικής), έτσι ώστε δεν ήταν καλόπιστος νομέας υπό την έννοια του άρθρου 4 παρ.
παρ. 1-2 του ν. 3127/2003. Επομένως αυτός δεν μπορούσε να συμπληρώσει κτητικό χρόνο, σε βάρος του Δημοσίου με βάση τις τελευταίες διατάξεις. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο εκκαλών - ενάγων πέτυχε, αρχικά ως εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας και μετέπειτα ατομικά, να του χορηγηθούν δύο οικοδομικές άδειες, από 5-10-1965 και 30-9-1977, αντίστοιχα, για ανέγερση επί του επίδικου ακινήτου ισόγειου κτίσματος και α' ορόφου, εντός των οποίων λειτούργησε με νόμιμες άδειες, (από 1-4-1967 και 18-4-1972), υφαντήριο της εταιρείας του.
Αντίθετα, το ως άνω συμπέρασμα ενισχύεται και από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα και από τα δύο διάδικα μέρη έγγραφα, σε συνδυασμό μεταξύ τους, ήτοι: (α) την από 27-8-1971 αίτηση του εκκαλούντος, ως νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω Ο.Ε., προς τη Διεύθυνση Λαϊκής Κατοικίας του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, περί χορηγήσεως άδειας ανεγέρσεως οικοδομής επί του, γειτονικού προς το επίδικο από ανατολάς, οικοπέδου αριθ. 19, που φέρεται να είχε περιέλθει στην εν λόγω εταιρεία δυνάμει του υπ' αριθ. .../14-11-1969 πωλητήριου συμβολαίου του συμβ/φου Ν.
Ιωνίας Λυκούργου ΓΚΟΓΚΟΡΗ, (β) το τελευταίο συμβόλαιο σε αντίγραφο, (γ) την από Αυγούστου 1971 υπεύθυνη δήλωση του εκκαλούντος, ως εκπροσώπου της ίδιας εταιρείας, προς την ίδια Διεύθυνση του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών και (δ) την υπ' αριθ. Δ4γ/20090/775/Φ2479/14-10-1971 αρνητική απάντηση της ανωτέρω δημόσιας υπηρεσίας προς τον εκκαλούντα - ενάγοντα.
Ειδικότερα, από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει ότι ο εκκαλών - ενάγων ήταν το 1971, ήδη, εν γνώσει του αρχικού τίτλου του Δημοσίου, δηλαδή του υπ' αριθ. .../20-9-1923 πωλητήριου συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Γεωργίου Κυριαζή, περί μεταβιβάσεως από το "Ιερό Κοινό του Παναγίου Τάφου" προς το "Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων" της ίδιας ευρύτερης έκτασης, στην οποία ανήκαν τόσο το υπ' αριθ. 19 οικόπεδο (για το οποίο είχαν υποβληθεί οι υπό στοιχ.
α' και γ' ως άνω αίτηση χορηγήσεως οικοδομικής αδείας και υπεύθυνη δήλωση), όσο και το εφαπτόμενο με αυτό υπ' αριθ. 18 επίδικο οικόπεδο. Επίσης, συνάγεται από τα ίδια έγγραφα και τις προαναφερθείσες συνοδευτικές περιστάσεις, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι ο ίδιος ήταν εν γνώσει και το 1969, κατά την "απόκτηση" από την εταιρεία του, με το αμέσως ανωτέρω συμβόλαιο, και του οικοπέδου υπ' αριθ. 19.
Επειδή δε το τελευταίο προερχόταν από τον ίδιο απώτερο δικαιοπάροχο, με το επίδικο υπ' αριθ. 18 οικόπεδο, δηλαδή από τον Γ. Μ., με βάση το ίδιο "αυθαίρετο" διανεμητήριο συμβόλαιο υπ' αριθ. .../26-3-1934 του συμβ/φου Αθηνών Ζαφειρίου Μουζάκη, έπεται ότι και το 1965 αλλά και το 1962, κατά την κτήση της νομής του επιδίκου από τον ίδιο ατομικά και από την εταιρεία του, αντίστοιχα, είχε ομοίως γνώση και άρα ήταν κακής πίστεως κατά την έννοια του νόμου. -Η ανωτέρω, από 14-10-1971, αρνητική απάντηση του Δημοσίου αναφέρεται σε όλα τα ακίνητα της ευρύτερης περιοχής και αποτελεί, ήδη από το έτος 1971, την πρώτη αποδεικνυόμενη έμπρακτη αμφισβήτηση της νομής του εκκαλούντος και στο επίδικο ακίνητο, καθόσον θέτει εμπόδια στην οικοδομησιμότητα και αυτού.
Αργότερα, και συγκεκριμένα από το έτος 1978 μέχρι και το 1998, το Δημόσιο προέβη σε καταλογισμούς τιμημάτων χρήσεως, ανά έτος, αυθαίρετης κατοχής του επιδίκου από τον εκκαλούντα-ενάγοντα (βλ. τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα ...). Τα τμήματα αυτά, που βεβαιώθηκαν νόμιμα, συνάγεται ότι έχουν καταβληθεί ...
Επομένως, ανεξαρτήτως της μη αποδεικνυόμενης καλής πίστεως του εκκαλούντος - ενάγοντος, δεν συντρέχει περαιτέρω και έτερη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1-2 του ν. 3127/2003 δηλαδή εκείνη της αδιατάρακτης (από το Δημόσιο) νομής του επιδίκου εκ μέρους του εκκαλούντος και της εταιρείας του, επί 10 ή 30 έτη από της κτήσεώς της (ήτοι 1962-1972 και 1962-1992).
Με τα ανωτέρω δεδομένα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε, σωστά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3127/2003, εφόσον, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, περιέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όσον αφορά την απόρριψη της αγωγής.
Ειδικότερα, δέχτηκε με σαφήνεια, ότι ο ήδη αναιρεσείων ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του, ήτοι ο Γ. Μ., η σύζυγός του Ε. Μ. το γένος Γ. Π., που τον κληρονόμησε, και η άμεση δικαιοπάροχος του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος ομόρρυθμη εταιρία "Υφαντήριο Αδελφοί Χ. - Ο Χ." ήταν κακής πίστης νομείς, γιατί κατά τη κτήση της νομής του επίδικου ακινήτου, διαδοχικά από καθένα από αυτούς, γνώριζαν ο καθένας τους την ύπαρξη κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί του επίδικου ακινήτου, ενώ δέχτηκε με σαφήνεια και τη μη ύπαρξη αδιατάρακτης νομής του επίδικου ακινήτου από τον ήδη αναιρεσείοντα ενάγοντα και την άμεση δικαιοπάροχό του άνω εταιρία επί 10 ή 30 έτη από τη κτήση της (1962 -1972 και 1962-1992) και τη μη απόκτηση, έτσι, με βάση τις άνω διατάξεις του ν.3127/17.3.2003, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1042 ΑΚ, κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από τον ήδη αναιρεσείοντα ενάγοντα, και, συνεπώς, ο δεύτερος, τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, τέταρτος, κατά το τρίτο μέρος του, έκτος, κατά το πρώτο μέρος του, και έβδομος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πρώτος και πέμπτος, ο πρώτος κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε την ύπαρξη κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου "στην επίδικη έκταση" βάσει των ρητά αναφερόμενων μεταβιβαστικών συμβολαίων .../20.9.1923 και .../11.1.1924 και την 6301/21.1.1924 Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 του ν.δ.
της 22.5.1925 (ΦΕΚ 133Α/1925), το ν.δ. της 22/29.7.1927 και τους ν.4592/1930 και 4857/1930, δηλαδή, ότι αυτό - Ελληνικό Δημόσιο - κατέστη κύριο του επίδικου ακινήτου, με τον προεκτεθέντα νόμιμο παράγωγο τρόπο και όχι με βάση το θεσμό "της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (vetustas)" του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, και, συνεπώς, η περιλαμβανόμενη στον τέταρτο, κατά το τρίτο μέρος του, ειδικότερη αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των περί αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δέχτηκε την ύπαρξη κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί του επίδικου ακινήτου, ως ερειδώμενη επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, ενόψει των κατά τα άνω παραδοχών του Εφετείου, ότι "ο Γ. Μ. δεν αποδείχθηκε ότι νεμήθηκε με συγκεκριμένες πράξεις νομής το επίδικο μέχρι το θάνατό του (απεβίωσε στις 30.8.1946), το οποίο, άλλωστε, λόγω της ανωτέρω φύσεώς του (του προορισμού του για την εξυπηρέτηση του δημόσιου σκοπού της αποκατάστασης προσφύγων) ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας ... (και) σε κάθε, όμως, περίπτωση προκύπτει, ότι αυτός δεν ήταν καλής πίστεως νομέας ...
και ότι ... (και) η κληρονόμος αυτού Ε. Μ. ... βρισκόταν αναμφισβήτητα σε κακή πίστη ... ώστε δεν μπορούσε να τρέξει κτητικός χρόνος υπέρ αυτής με τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1-2 του ν. 3127/2003 ... ούτε, εξάλλου, χρόνος χρησικτησίας, υπό το καθεστώς του ΑΚ, μπορούσε να τρέξει υπέρ αυτής λόγω της φύσεως του επιδίκου", από μόνη της η παραδοχή ή μη, ότι "λόγω της φύσεως του επιδίκου" δεν μπορούσε να τρέξει χρόνος χρησικτησίας υπέρ των προαναφερθέντων, δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης, και γι' αυτό ο τέταρτος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρη του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ.
α' - και όχι και 14 - του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη την ένσταση του ήδη αναιρεσίβλητου εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου - την οποία, εν τέλει, δέχτηκε και κατ' ουσίαν - ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί πράγμα εκτός συναλλαγής (άρθρο 966 ΑΚ) και συνεπώς ανεπίδεκτο χρησικτησίας από τρίτο, που όμως το ήδη αναιρεσίβλητο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε προτείνει με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στο Εφετείο, ως προβαλλόμενος από τον ήδη αναιρεσείοντα ενάγοντα χωρίς να υπάρχει έννομο συμφέρον, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παραχώρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια των άρθρων 559 παρ. 1 εδ. β' και 560 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΟλΑΠ 2/2008, 8, 10, 11/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων και οι δικαιοπάροχοί του κατά τη κτήση της νομής του επίδικου ακινήτου ήταν κακής πίστης, γιατί γνώριζαν την ύπαρξη κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτού, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ότι ο δικηγόρος, μέσω του οποίου γίνεται ο έλεγχος των τίτλων τον οποίο και αυτοί πράγματι χρησιμοποίησαν, "ουδέποτε ενημερώνει και μάλιστα λεπτομερώς τον εντολέα (πελάτη) του για την ύπαρξη νομικών ελαττωμάτων, εφόσον τελικώς του συστήνει - όπως και εδώ συνέβη - να προβεί στην αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου του οποίου τους τίτλους έλεγξε" και ότι "η κληρονόμος σύζυγος δεν γνωρίζει οπωσδήποτε τυχόν νομικά ελαττώματα του ακινήτου, το οποίο απέκτησε εκ κληρονομίας του συζύγου της, ιδίως όταν, όπως εν προκειμένω (με την Ε.
Μ.), βάσει των στοιχείων τα οποία έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, ουδέποτε ασκήθηκε κατά του συζύγου της αγωγή εκ μέρους του Δημοσίου αφορώσα το επίδικο ακίνητο, ο δε σύζυγός της ασκούσε επί σειρά πολλών ετών αδιαταράκτως τη νομή του επιδίκου". Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντέσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο κατά το δεύτερο μέρος τους λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, περί του ότι ο αναιρεσείων και η απώτερη δικαιοπάροχός του Ε.
Μ. κατά τη κτήση από αυτούς της νομής του επιδίκου ήταν καλής πίστης, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα διότι δέχτηκε κατά πιθανολόγηση, χωρίς δηλαδή την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη, ότι οι προαναφερθέντες κατά τη κτήση της νομής του επιδίκου ήταν καλής πίστης. 'Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο αποφάνθηκε κατά τα άρθρα 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ και όχι βάσει πιθανολόγησης, στην παραδοχή του δε για την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, την ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και του συνόλου των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο ειδικότερη αιτίαση, επίσης, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα και την άμεση δικαιοπάροχό του εταιρία, ότι κατά την αγορά του επίδικου ακινήτου είχαν χρησιμοποιήσει δικηγόρο για τον έλεγχο των τίτλων, όχι όμως και κάποιο αποδεικτικό μέσο από το οποίο να προκύπτει ότι ο χρησιμοποιηθείς δικηγόρος ενημέρωσε αυτούς, όσον αφορά δε την απώτερη δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος, Ε.
Μ., ότι ως σύζυγος του προαναφερθέντος δικαιοπαρόχου της, Γ. Μ., γνώριζε την ύπαρξη νομικών προβλημάτων αφορώντων το επίδικο, όχι όμως και κάποιο αποδεικτικό μέσο από το οποίο να προκύπτει η συγκεκριμένη γνώση της, είναι και αυτή αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του, χωρίς όμως να απαιτείται ειδική μνεία κάθε αποδεικτικού μέσου που προσκομίσθηκε ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά (ΟλΑΠ 861/1984 ΝοΒ 33.89, ενώ τα μνημονευόμενα ανωτέρω περιστατικά αποτελούν απλά επιχειρήματα, τα οποία, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, νομίμως στηρίζουν την προεκτεθείσα κρίση του Δικαστηρίου.
IV. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αρ. Δ4γ/20090/775/Φ2479/14.10.1971 εγγράφου (αρνητικής απάντησης) του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (Δ/νσης Λαϊκής κατοικίας), με το να δεχθεί, ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει διατάραξη της νομής του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο κατά τη διάρκεια της 10ετίας από τη κτήση της εκ μέρους της δικαιοπαρόχου του εταιρίας (717/1962), ενώ το έγγραφο αυτό "ουδόλως αφορά το επίδικο και γίνεται απλώς σε αυτό αναφορά σε μελλοντικές ενέργειες του αρμόδιου Υπουργείου εκ των οποίων πιθανώς θα διαταραχθεί η νομή άλλων ακινήτων πλην των δύο που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο".
Με το λόγο αυτό δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, άλλωστε, προκύπτει, ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το περιεχόμενό του, συνήγαγε το συμπέρασμα, ότι "αναφέρεται σε όλα τα ακίνητα της ευρύτερης περιοχής και αποτελεί, ήδη από το έτος 1971, την πρώτη αποδεικνυόμενη έμπρακτη αμφισβήτηση της νομής του εκκαλούντος και στο επίδικο ακίνητο, καθόσον θέτει εμπόδια στην οικοδομησιμότητα και αυτού".
Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
V. Με τον έκτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τις 876/2007 και 924/2007 βεβαιώσεις της Περιφέρειας Αττικής τις οποίες το ήδη αναιρεσίβλητο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο επικαλέστηκε όχι με σαφή και ορισμένη παραπομπή στις πρωτόδικες προτάσεις του, ολόκληρο το κείμενο των οποίων ενσωμάτωσε στις προτάσεις του στο Εφετείο, δηλαδή όπως το άρθρο 240 ΚΠολΔ επιτάσσει, αλλά με συνολική αναφορά σ' αυτές, προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, περί ύπαρξης καλής πίστης από αυτόν-αναιρεσείοντα- και τους δικαιοπαρόχους του κατά τη κτήση της νομής του επίδικου ακινήτου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, προεχόντως, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η επάλληλη αιτιολογία, ότι "ανεξαρτήτως της μη αποδεικνυόμενης καλής πίστης ... δεν συντρέχει περαιτέρω και έτερη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1-2 του ν. 3127/2003, δηλαδή εκείνη της αδιατάρακτης (από το Δημόσιο) νομής του επιδίκου εκ μέρους του εκκαλούντος και της εταιρίας του, επί 10 ή 30 έτη από της κτήσεώς της (ήτοι 1962-1972 και 1962-1992)", η οποία και δεν βάλλεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό-περί απόρριψης της αγωγής-της προσβαλλομένης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.7.2012 αίτηση του Ι. Χ. του Χ. για αναίρεση της 6135/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ