Legislator Case Law & Legislation
1206/2012 AI generated

1206/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1206/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1206/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Γι' αυτό και δεν ήταν δεκτικό νομής και χρησικτησίας από άλλον, ο οποίος έτσι δεν μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, ούτε να αντιτάξει κατά του διεκδικούντος τον κλήρο κληρούχου ή των κληρονόμων του την από το άρθρο 249 ΑΚ ένσταση εικοσαετούς παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής.

Keywords

AI generated
right of habitation access to property boundary of real property location of property occupied property property ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1206 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1206/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Α. του Α., κατοίκου ..., 2. Α. συζ. Σ. Σ., το γένος Ε. Α., κατοίκου ..., 3. Α. Α. του Ε., κατοίκου ..., 4. Κ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ως πλησιέστερου συγγενή της αποβιωσάσης Ι. Α., 5. Ε. χας Α. Κ., ..., κατοίκου ..., ως πλησιέστερης συγγενούς της αποβιωσάσης Ι. Α., 6. Ο., συζ. Ν. Σ., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., 7. Π. συζ. Σ. Κ., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., και 8. Χ. Α. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κυριάκο Μαρκιανό και Σπυρίδωνα Παπουλίδη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Σ. Χ. του Ε. και 2. Ε. Χ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιάκωβο Μαθιουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3156/2007 και 22059/2007 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13464/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2066/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-2-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 9-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 2308/1995 "Κτηματογράφηση για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου. Διαδικασία έως τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία και άλλες διατάξεις", ένα μήνα μετά την τελευταία από τις προβλεπόμενες στο προηγούμενο άρθρο δημοσιεύσεις ανακοινώσεως για την ανάρτηση των προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και των προσωρινών πινάκων με μνεία του δικαιώματος υποβολής ενστάσεως κατά της εγγραφής στα προσωρινά αυτά κτηματολογικά στοιχεία, έως τις κατά το άρθρο 12 του ίδιου νόμου πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία, απαγορεύεται, με ποινή ακυρότητας, η σύνταξη συμβολαίων για τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα της περιοχής, την οποία αφορούν τα αναρτώμενα στοιχεία, αν δε μνημονεύεται στο συμβόλαιο και δεν επισυνάπτεται σ' αυτό σχετικό κτηματογραφικό απόσπασμα, εκδιδόμενο από το αρμόδιο Γραφείο Κτηματολογίου, (ήδη, μετά την τροποποίηση που επήλθε στο εν λόγω άρθρο, με την παράγραφο 15 του άρθρου 1 του ν. 3127/2003, αν δεν μνημονεύεται στο συμβόλαιο και δεν επισυνάπτεται σε αυτό πιστοποιητικό υποβολής δηλώσεως, που εκδίδεται από το αρμόδιο Γραφείο Κτηματολογίου).

Σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, κατά τη διάρκεια της ισχύος της κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγορεύσεως δεν επιτρέπεται, χωρίς προσκόμιση του προβλεπόμενου στην παράγραφο 1 κτηματογραφικού αποσπάσματος (ήδη, μετά το ν. 31 27/2003, του πιστοποιητικού υποβολής δηλώσεως που προβλέπεται στην παρ. 1), η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου υποθέσεως που έχει ως αντικείμενο εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητα της περιοχής, την οποία αφορούν τα αναρτώμενα στοιχεία.

Εγγραπτέες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 ιβ του ν. 2664/1998, είναι, εκτός των άλλων, οι κατά το άρθρο 220 του ΚΠολΔ αγωγές και ανακοπές και όλες οι πράξεις οι οποίες εγγράφονται, με βάση την κείμενη εκάστοτε νομοθεσία, στα βιβλία που τηρούνται στα υποθηκοφυλακεία και συνεπώς η προσκόμιση του αναφερομένου στην παράγραφο 2 του άρθρου 5 του ν. 2308/1995 κτηματογραφικού αποσπάσματος (ήδη πιστοποιητικού υποβολής της σχετικής δηλώσεως) είναι απαραίτητη για τη συζήτηση διεκδικητικής αγωγής.

Η μη προσκόμιση του εν λόγω κτηματογραφικού αποσπάσματος (ήδη του πιστοποιητικού υποβολής της σχετικής δηλώσεως) συνεπάγεται απαράδεκτο της συζητήσεως της αγωγής με τέτοιο αντικείμενο. Προϋποτίθεται όμως ότι το ακίνητο που διεκδικείται, στο οποίο και αναφέρεται η αγωγή, βρίσκεται στην κτηματογραφούμενη περιοχή, όπως αυτή οριοθετείται με την υπουργική απόφαση που την κήρυξε υπό κτηματογράφηση, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2308/1995 και ότι η αγωγή συζητείται κατά το οριζόμενο από το νόμο διάστημα, από την συμπλήρωση ενός μηνός από την τελευταία δημοσίευση της σχετικής με την ανάρτηση των προσωρινών κτηματογραφικών στοιχείων ανακοινώσεως, έως τον χρόνο των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία, που γίνεται μετά την έκδοση από τον ΟΚΧΕ διαπιστωτικής πράξεως περατώσεως της όλης διαδικασίας κτηματογραφήσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Σε περίπτωση παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως ή και προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της ακροάσεως και της υπερασπίσεως (ΟλΑΠ 2/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας και επικαρπίας αγωγή των αναιρεσιβλήτων, πλημμέλεια, κατ' ορθή υπαγωγή μόνο από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ.8 περ. β' που αναφέρεται στο αναιρετήριο), διότι το Εφετείο που, δεχόμενο την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την εν λόγω αγωγή, δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 του ν. 2308/1995 λόγω μη προσκομίσεως (από τους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους) του σχετικού κτηματογραφικού αποσπάσματος.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναιρέσεως από τη μη κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως της αγωγής λόγω μη τηρήσεως των προβλεπομένων από το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 2308/1995 διατυπώσεων, διότι το προσωρινό απαράδεκτο (απαράδεκτο της συζητήσεως) δεν επιβάλλεται από τη διάταξη αυτή προς κατοχύρωση της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως ή προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος. 2.- Επειδή, από τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας και ιδίως από το άρθρο 79 παρ.2 του Αγροτικού Κώδικα συνάγεται, ότι το ακίνητο που παραχωρείται ως κλήρος σε πρόσωπο δικαιούμενο αγροτικής αποκαταστάσεως θεωρείται από την παραχώρησή του ότι διατελεί κατά νόμο στην αποκλειστική καλόπιστη νομή του κληρούχου και αν ακόμη αυτός δεν έχει επιληφθεί της κατοχής του κλήρου.

Γι' αυτό και δεν ήταν δεκτικό νομής και χρησικτησίας από άλλον, ο οποίος έτσι δεν μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, ούτε να αντιτάξει κατά του διεκδικούντος τον κλήρο κληρούχου ή των κληρονόμων του την από το άρθρο 249 ΑΚ ένσταση εικοσαετούς παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής.

Όμως από 23-5-1968 ισχύει ο α. ν. 431/1968, που ορίζει στο μεν άρθρο 1 παρ.1 αυτού, ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου (επιφυλασσομένης της ισχύος του άρθρου 27 του ν.δ 2185/1952), επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία κληρούχους η εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση με δικαιοπραξίες εν ζωή των πάσης φύσεως κλήρων τους, με το μοναδικό περιορισμό της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής, ο οποίος ισχύει και για κάθε περαιτέρω μεταβίβαση, στο δε άρθρο 2 παρ.1 εδ.

β' αυτού, ότι σε περίπτωση κατασχέσεως ή πλειστηριασμού του κλήρου με επίσπευση του ενυπόθηκου δανειστή τηρείται μόνον ο περιορισμός της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής. Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις του α.ν.431/1968 προκύπτει, ότι η απαγόρευση της κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής αποτελεί γενική αρχή που εφαρμόζεται στη μεταβίβαση της κυριότητας του κλήρου κληρούχου.

Επομένως, από την ισχύ του α. ν. 431/1968 ο κληρούχος παύει να λογίζεται, κατά πλάσμα, νομέας του κλήρου και αν δεν τον κατέχει πραγματικά και είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, όχι όμως και του τμήματός του, γιατί στην περίπτωση αυτή επέρχεται κατάτμηση του κληροτεμαχίου.

Η απαγόρευση δηλαδή της κατατμήσεως δεν αναφέρεται μόνο στον κατά κυριότητα τεμαχισμό του κληροτεμαχίου, αλλά και στον κατά νομή τεμαχισμό, αφού διαφορετικά η κατάτμηση θα επιτυγχανόταν ισοδυνάμως με την απόκτηση μία φορά της νομής του τμήματος του κληροτεμαχίου και την έκτοτε διαρκή προστασία της έναντι τρίτων.

Ο τρίτος, που επιλήφθηκε της νομής τμήματος κληροτεμαχίου και όχι του όλου, δεν προστατεύεται ούτε κατά του νομέα του όλου, ούτε κατά οποιουδήποτε άλλου όταν αποβληθεί από το τμήμα του κληροτεμαχίου που νεμόταν, γιατί αλλιώς θα είχε διαρκή προστασία, που θα επέφερε κατάτμηση.

Συνεπώς, είναι ανεπίτρεπτη, όχι μόνο η κτήση της κυριότητας από τρίτο, σε βάρος του κληρούχου ή των καθολικών ή των ειδικών διαδόχων του, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αλλά και η, λόγω συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής, άρνηση αποδόσεως του τμήματος του κλήρου (άρθρο 272 ΑΚ) αφού με αυτήν ουσιαστικώς παγιώνεται η μη ανεκτή από το νόμο φυσική κατάτμηση του κλήρου (ΟλΑΠ 15/2004).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του πιο πάνω α.ν. 431/1968, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 666/1977, κατ' εξαίρεση δεν ισχύει ο περιορισμός της μη κατατμήσεως, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που δεν ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση, και "επί κλήρων επί των οποίων σκοπείται η δημιουργία τουριστικών εγκαταστάσεων, μετά προηγουμένην έγγραφην γνώμην του ελληνικού οργανισμού τουρισμού (Ε.Ο.Τ) περί του σκόπιμου της δημιουργίας των.

Η ως άνω βεβαίωση και γνώμη αποτελούν προαπαιτούμενα στοιχεία δια την κατάρτισιν του συμβολαίου μεταβιβάσεως, μνημονεύονται δε και επισυνάπτονται εις αυτήν". Η διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 περ. Αβ του α.ν 431/68, πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 του ως άνω ν. 666/1977, όριζε ότι "κατ' εξαίρεσιν δεν ισχύει ο κατά την προηγουμένην παράγραφαν περιορισμός (δηλ.

της μη κατατμήσεως) επί μεταβιβάσεως των ως έπεται κατηγοριών κλήρων: α) ... β) κειμένων ... εντός περιοχών τουριστικών ή καταλλήλων προς παραθερισμόν και κατόπιν σχετικής περί τούτων βεβαιώσεως της αρμοδίας κατά περίπτωσιν υπηρεσίας, μνημονευομένης και προσαρτώμενης απαραιτήτως εις το οικείον συμβόλαιον".

Από την τελευταία αυτή διάταξη του α.ν. 431/68, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 του ν. 666/1977, προκύπτει ότι η κατάτμηση των κληροτεμαχίων επιτρέπεται κατ' εξαίρεση όταν σκοπείται η δημιουργία σ' αυτό τουριστικής εγκαταστάσεως, υπάρχει έγγραφη γνώμη του Ε.Ο.Τ για τη σκοπιμότητά της και θέληση του κληρούχου ή των διαδόχων του για μεταβίβαση τμήματος κλήρου, αφού η διάταξη ρητά ορίζει, ότι απαιτείται συμβόλαιο, στο οποίο μάλιστα προσαρτάται η πιο πάνω έγγραφη γνώμη του Ε.

Ο. Τ. Επίσης, από την τελευταία αυτή διάταξη σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του α.ν. 431/1968 προκύπτει, ότι η μεταβίβαση του κλήρου από την ισχύ του νόμου αυτού (α.ν. 431/1968) επιτρέπεται όχι μόνο εκουσίως από τον κληρούχο ή τους διαδόχους του, αλλά και ακουσίως (πχ με χρησικτησία), υπό τον όρο της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής, όπως προαναφέρθηκε, αλλά στη θεσπισθείσα εξαίρεση από τον περιορισμό της μη κατατμήσεως στους κλήρους, όπου πρόκειται να δημιουργηθούν τουριστικές εγκαταστάσεις, δεν περιλαμβάνει οποιανδήποτε μεταβίβαση αλλά μόνο την εκούσια.

Η προϋπόθεση αυτή, ότι δηλαδή η μεταβίβαση τμήματος κληροτεμαχίου, έπρεπε να γίνει εκουσίως από τον κληρούχο ή τους διαδόχους του, ήταν αναγκαία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968, όπως αυτή ίσχυε και πριν από την αντικατάσταση της με το ν. 666/77, διότι τότε προβλεπόταν ρητή σύνταξη συμβολαίου, στο οποίο θα επισυνάπτεται βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας, με την οποία θα βεβαιωνόταν ο τουριστικός κλπ.

χαρακτήρας της περιοχής, πράγμα που είναι ασυμβίβαστο με την έννοια της χρησικτησίας. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 και 5 ν.δ. 3958/1959 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οριστικών παραχωρητηρίων κλήρων διατάξεων της εποικιστικής νομοθεσίας" προκύπτει ότι μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων που έγιναν κατά παράβαση των άρθρων 208 επ.

του Αγροτικού Κώδικα, και, συνεπώς, άκυρες, επικυρώνονται αυτοδικαίως από τότε που έγιναν, αν έχουν καταρτισθεί με δημόσιο έγγραφο, και ότι μετά την επικύρωσή τους δεν απαγορεύεται ούτε από τις διατάξεις αυτές ούτε από άλλη διάταξη η περαιτέρω μεταβίβασή τους. Όμοια ρύθμιση περιλήφθηκε και στη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 3147/2003, που επαναλήφθηκε με το άρθρο 3 παρ. 9 του ν. 3399/2005, στην οποία ορίζεται ότι συμβολαιογραφικές πράξεις που έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968 -που απαγορεύουν την κατάτμηση των κληροτεμαχίων ή δεν επισυνάπτεται η απαιτούμενη από τον Ε.Ο.Τ ως άνω βεβαίωση- είναι έγκυρες και ισχυρές, εφόσον δεν ακυρώθηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

Από τις διατάξεις του ανωτέρω ν.δ/τος, η ισχύς του οποίου παρατάθηκε διαδοχικά με το άρθρο 2 του ν. 4452/1964, 6 παρ.1 του α.ν. 431/1968, 2 του ν. 666/1977, 16 του ν. 3147/2003, 3 παρ.9 του ν. 3399/2005 και με την υπ' αριθ. 5618/2006 Υ.Α Οικονομίας και Οικονομικών-Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΦΕΚ 1689/Β/17-11-2006) μέχρι 17-10-2007, προκύπτει ότι η με τον παραπάνω τρόπο επικύρωση των "ανώμαλων δικαιοπραξιών", όπως χαρακτηρίζονται από τη νομοθεσία, ανατρέχει στο χρόνο κατά τον οποίο καταρτίσθηκαν και θεραπεύει μόνο τις προς μεταβίβαση απαγορεύσεις γεωργικών κλήρων και περιλαμβάνει, πλην άλλων, και την άρση του περιορισμού της μη κατατμήσεως των ακέραιων τεμαχίων της οριστικής διανομής.

Έτσι από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι μια τέτοια συμβολαιογραφική πράξη, που έγινε κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968 και οδηγεί σε κατάτμηση κληροτεμαχίου, είναι έγκυρη για την κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο, μπορεί δε να αποτελέσει και νομιζόμενο τίτλο για την κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία, εφόσον συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις σύμφωνα με τα ανωτέρω, ακόμη και αν οδηγεί σε κατάτμηση κληροτεμαχίου.

Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ για την απόκτηση κυριότητας σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αποκτάται η νομή, νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας.

Ειδικότερα, νόμιμος τίτλος είναι οποιοσδήποτε τρόπος κτητικός της κυριότητας που φέρει όλα τα εξωτερικά για το κύρος του αναγκαία στοιχεία, πλην όμως είναι ελαττωματικός, διότι έχει έλλειψη η οποία εμποδίζει κατά νόμο την κτήση κυριότητας, όπως είναι, μεταξύ άλλων, και η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος, ως και η απαγόρευση εκποιήσεως ή κατατμήσεως αυτού.

Επιπλέον απαιτείται, εκτός από την επί δεκαετία νομή και καλή πίστη, δηλαδή πεποίθηση του δικαιούχου (νομέως), η οποία να μην οφείλεται σε βαριά αμέλεια αυτού, ότι με τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η οποία καλή πίστη πρέπει, κατά το άρθρο 1044 ΑΚ να υπάρχει κατά τον χρόνο αποκτήσεως της νομής.

Είναι δε αδιάφορο αν η πλάνη ή η άγνοια του νομέως -από την οποία προέρχεται η πεποίθηση- στρέφεται περί τα πραγματικά περιστατικά ή περί το νόμο και την έννοια αυτού, αρκεί να μην οφείλεται σε βαριά αμέλεια. Εκ τούτου παρέπεται ότι αν το συγκεκριμένο ακίνητο στο οποίο ασκείται η νομή δεν περιλαμβάνεται στα όρια του μεταβιβασθέντος με τον τίτλο ακινήτου, δεν υπάρχει ως προς αυτό νόμιμος τίτλος, διότι ελλείπουν τα εξωτερικά στοιχεία του έγκυρου τίτλου, αφού η μεταβιβαστική δικαιοπραξία δεν το καταλαμβάνει.

Στην περίπτωση αυτή μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να υπάρχει νομιζόμενος τίτλος κατά την έννοια του άρθρου 1043 παρ. 1 ΑΚ, υπό την προϋπόθεση ότι ο νομέας κατά την κτήση της νομής δικαιολογημένα, ήτοι χωρίς βαριά αμέλεια, υπέλαβε ως υπάρχοντα τον ανύπαρκτο τίτλο. Δηλαδή νομιζόμενος τίτλος είναι και ο αυθαίρετος τίτλος, ο οποίος κατά την, χωρίς βαριά αμέλεια, πεποίθηση του νομέα εκλαμβάνεται υπό τούτου ως υπάρχων, ενώ πράγματι δεν υπήρξε καθόλου, αρκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση να δικαιολογείται η πεποίθηση του νομέα για την ύπαρξη έγκυρου νομίμου τίτλου και την δυνάμει αυτού κτήση της κυριότητας.

Άσκηση νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με (τακτική ή έκτακτη) χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεώς του με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητα που δεν είναι επιδεικτικά καλλιέργειας, αποτελούν, μεταξύ των άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη του ακινήτου, η φύλαξή του, ο καθαρισμός, η χρήση του ακινήτου, η κατασκευή σ' αυτό οριζόντιων και κάθετων ιδιοκτησιών ή κτισμάτων και η χρησιμοποίησή τους. Η νομή χρησικτησίας δυνατόν να ασκείται αυτοπροσώπως ή δι' αντιπροσώπου, όπως είναι ο επικαρπωτής.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1143 ΑΚ η επικαρπία αποκτάται και δια χρησικτησίας τακτικής ή έκτακτης, εφαρμοζομένων αναλόγως των περί κτήσεως κυριότητας δια χρησικτησίας διατάξεων. Ο επικαρπωτής προς προστασία της οιονεί νομής του έχει τις αγωγές της νομής περί αποβολής ή διαταράξεως (αρθρ. 996 ΑΚ) και επί προσβολής του δικαιώματος της επικαρπίας εφαρμόζονται αναλόγως οι περί προστασίας της κυριότητας διατάξεις (άρθρο 1173 ΑΚ).

Ο κύριος, ο επικαρπωτής, ο νομέας και ο οιονεί νομέας δύνανται να εγείρουν αναγνωριστική αγωγή περί αναγνωρίσεως του δικαιώματός τους (άρθρον 70 ΚΠολΔ). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος Φιλύρου, Νομού Θεσσαλονίκης, η οποία κυρώθηκε με την 93879/22-7-1936 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β7152/28.3.1936 και εμφαίνεται στο από 18-10-1950 σχεδιάγραμμα της Διευθύνσεως Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, παραχωρήθηκε στον κληρούχο Α.

Α. του Θ., πατέρα των πρώτου, τέταρτης, πέμπτης, έκτης και έβδομου από τους εναγόμενους και εκ πατρός πάππο της δεύτερης και τρίτου από αυτούς, ατομικός γεωργικός κλήρος, κείμενος στο αγρόκτημα Φιλύρου, αποτελούμενος από οκτώ τεμάχια, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το υπ' αριθ. 425 κληροτεμάχιο, το οποίο συνορεύει γύρωθεν με τα υπ' αριθ. 394 (χέρσο θαμνώδες) και 422 κληροτεμάχια.

Για τον παραπάνω κλήρο, το τίμημα του οποίου αποσβέσθηκε σύμφωνα με το νόμο 18/1944 και την 40189/13-3-1948 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, εκδόθηκε μεταγενεστέρως, στο όνομα του κληρούχου, ο με αριθμό 75559/10-10-1957 τίτλος κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που μεταγράφηκε στις 20-6-1958, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο 211, με αριθμό 699.

Σταδιακά, ο Α. Α., προέβη σε συμβολαιογραφικές νόμιμες μεταβιβάσεις διαιρετών τμημάτων του 425 κληροτεμαχίου, το οποίο, κατά το ανωτέρω παραχωρητήριο, είχε εμβαδόν 15.750 τ.μ. Ειδικότερα: α) Στις 9-7-1968, με το .../1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Παναγιώτη Φιλιππίδη, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ..., με αριθμό 228, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον Κ.

Π., διαιρετό τμήμα αυτού, εμβαδού, κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο, 1.000 τ.μ., β) στις 28-3-1972, με το .../1972 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Κοτσιλέα, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του πιο πάνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 716, με αριθμό 401, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον Ι. Κ., διαιρετό τμήμα αυτού, εμβαδού, κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο, 6.200 τ.μ., για δε την εν λόγω μεταβίβαση, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, επισυνάφθηκε στο εν λόγω συμβόλαιο η 2402/17-9-1968 βεβαίωση του Ε.Ο.Τ, ότι η Κοινότητα Φιλύρου έχει χαρακτηρισθεί τουριστικός τόπος και γ) το έτος 1978, με το .../1978 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελευθερίας Γκοτζαμάνη, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του πιο πάνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο ..., με αριθμό 191, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην Α.

Λ., διαιρετό τμήμα αυτού, εμβαδού, κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο, 5.650 τ.μ.. Η έκταση του κληροτεμαχίου, που απέμεινε στην κυριότητα του κληρούχου, μετά τις ανωτέρω μεταβιβάσεις, ανέρχεται, σύμφωνα με εμβαδομέτρηση, που έγινε από τοπογράφο μηχανικό, κατ' εντολή των εναγομένων, σε 3.045,42 τ.μ. Ο κληρούχος απεβίωσε στις 3-2-1979, χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας ως πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, τη σύζυγό του Ά.

Α. και τα τέκνα που απέκτησαν από το μεταξύ τους γάμο, Ε. Α., Ι. Α. (τέταρτη εναγομένη), Π. Α. (έκτη εναγομένη), Γ. Α. (πρώτο εναγόμενο), Χ. Α. (έβδομο εναγόμενο), Δ. Α. και Ο. Α. (πέμπτη εναγομένη), οι οποίοι κλήθηκαν στην κληρονομία του, κατά ποσοστό 7/28 εξ αδιαιρέτου, η σύζυγος και 3/28 εξ αδιαιρέτου καθένα από τα τέκνα.

Στις 17-5-1979 απεβίωσε η Ά. Α., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας ως πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα ανωτέρω τέκνα της, που κλήθηκαν στην κληρονομία της κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου έκαστο. Οι συγκληρονόμοι των παραπάνω αποβιωσάντων, με δηλώσεις τους ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Απόστολου Μαργαριτόπουλου, που περιέχονται στην υπ' αριθ. .../8.7.1986 πράξη του συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ..., με αριθμό 111, αποδέχθηκαν για λογαριασμό της μητέρας τους (Ά.

Α.) την κληρονομία του συζύγου της, η οποία περιελάμβανε ιδανικό μερίδιο 7/28 εξ αδιαιρέτου του εναπομείναντος στην κυριότητά του κληρούχου διαιρετού τμήματος του 425 κληροτεμαχίου, το οποίο τότε προσδιορίσθηκε ως εμβαδού 2.300 τ.μ. και για τον εαυτό τους ατομικά, ως στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα και της μητέρας τους, αντίστοιχα, ιδανικό μερίδιο 3/28 και 1/28 έκαστος του ιδίου διαιρετού τμήματος του κληροτεμαχίου.

Ακολούθως, στις 10-6-1988, οι συγκληρονόμοι με το .../10.6.1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Πολυξένης Παπουλίδου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης, στον τόμο ..., με αριθμό 126, μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως στους Χ. Μ. και Π. σύζυγο Χ. Μ., εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία, έκταση 2.000 τ.μ.

από το με αριθμό 425 κληροτεμάχιο, όπως η εν λόγω υπόλοιπη έκταση των 2.300 τ.μ., που είχαν αποδεχθεί οι συγκληρονόμοι, στο χρόνο εκείνο (συντάξεως του συμβολαίου) βρέθηκε και καταμετρήθηκε. Ακολούθως, το έτος 2006, οι εναγόμενοι, οι μεν δεύτερη και τρίτος, με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους Ε.

Α., ο οποίος απεβίωσε, αδιάθετος, στις 8-5-2002, με δηλώσεις τους, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Πολυξένης Παπουλίδου, που περιέχονται στη με αριθμό .../28.12.2006 πράξη της εν λόγω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης, στον τόμο ..., με αριθμό 299, επανέλαβαν τις δηλώσεις αποδοχής κληρονομιών, που περιέχονται στη με αριθμό .../8.7.1986 συμβολαιογραφική πράξη, διορθώνοντας αυτές ως προς το εμβαδόν του εναπομείναντος στην κυριότητα του κληρούχου τμήματος του με αριθμό 425 κληροτεμαχίου, από 2.300 σε 3.045,42 τ.μ..

Με την ίδια πράξη, οι δεύτερη και τρίτος από τους εναγόμενους α) ενεργώντας για τον εαυτό τους ατομικά, αποδέχθηκαν ως στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους, ιδανικό μερίδιο 12/224 έκαστος, εδαφικού τμήματος του με αριθμό 425 κληροτεμαχίου, εμβαδού 1.045,42 τ.μ. και β) με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητέρας τους Τ.

Α., η οποία απεβίωσε στις 18-5-2004, χωρίς να αφήσει διαθήκη, για λογαριασμό εκείνης, ως στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του συζύγου της, ιδανικό μερίδιο 8/224 επί του εμβαδού 1.045,42 τ.μ. τμήματος του με αριθμό 425 κληροτεμαχίου και, για τον εαυτό τους ατομικά, ως στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας της μητέρας τους, ιδανικό μερίδιο 4/224 έκαστος στο ίδιο τμήμα.

Προηγουμένως, όμως, ο δεύτερος ενάγων και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος, με το .../25.9.1986 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαγδαληνής Ορφανάκου- Αριστοτέλους, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ..., με αριθμό 351, συντάχθηκε δε σε εκτέλεση του .../5-9-1980 προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευστάθιου Κοκκέβη, αγόρασε από τον Ι.

Κ., κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο το τμήμα των 6.200 τ.μ., που ο τελευταίος είχε αγοράσει από τον αρχικό κληρούχο με το .../1972 συμβόλαιο και με το οποίο είχε νόμιμα κατατμηθεί το κληροτεμάχιο, κατά τα προεκτεθέντα. Το εν λόγω ακίνητο από τη σύνταξη του προσυμφώνου (5-9-1980) παρέλαβε στη νομή και κατοχή του ο ανωτέρω ενάγων, στο οποίο με βάση την .../1987 οικοδομική άδεια ανήγειρε σ' αυτό διώροφη κύρια κατοικία, στην οποία και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του.

Ακολούθως κατά το έτος 1993, με το .../29-12-1993 συμβόλαιο γονικής παροχής και το .../29.12.1993 πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκαν στις 20-1-1994 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης, στον τόμο ..., με αριθμ. 67 και 68, αντίστοιχα, μεταβίβασε, στον υιό του, πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, την κυριότητα ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου και την ψιλή κυριότητα του υπολοίπου ποσοστού, παρακρατώντας εφ' όρου ζωής του την επικαρπία ιδανικού μεριδίου 50%.

Το αγορασθέν από το δεύτερο ενάγοντα ακίνητο ήταν, τόσο κατά το παραπάνω χρόνο συντάξεως του προσυμφώνου και παραδόσεως της νομής σ' αυτόν (5-9-1980), όσο και κατά το χρόνο συντάξεως και μεταγραφής του οριστικού συμβολαίου, περιφραγμένο από τον πωλητή Ι. Κ., περιμετρικά με χαμηλό τσιμεντένιο τοιχίο, ύψους 0,20-0,30 μ.

και σιδερένιους πασσάλους με πλέγμα, όπως τούτο προκύπτει από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα Γ. Μ., κυρίου γειτονικού ακινήτου, που έχει ιδία γνώση, αφού από το έτος 1983 παρέλαβε τη νομή του δικού του ακινήτου με την κατάρτιση αρχικά προσυμφώνου και στη συνέχεια οριστικού και ήδη από το 1987 κατοικεί μόνιμα σ' αυτό και ο οποίος κατέθεσε ότι στο ακίνητο του δεύτερου ενάγοντος η περίφραξη είναι η ίδια από το έτος 1983, αλλά και από τις καταθέσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων στις ένορκες βεβαιώσεις τους, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εκκαλούντες-ενάγοντες, οι οποίοι επίσης καταθέτουν για το γεγονός ότι ο παραπάνω ενάγων παρέλαβε στη νομή του περιφραγμένο το ακίνητο, ενώ και στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες από τους ενάγοντες εμφανίζονται τα ίχνη της παλαιάς περιφράξεως.

Έτσι εντός των περιφραγμένων ορίων του ακινήτου, που αγόρασε ο δεύτερος ενάγων, περιλαμβανόταν, πέραν των αναφερομένων 6.200 τ.μ., και έτερο εδαφικό τμήμα, γεγονός που επίσης διαπιστώθηκε και κατά την κτηματογράφηση της περιοχής Φιλύρου, που έγινε κατά το έτος 2005 από το Δήμο Χορτιάτη, στα πλαίσια της διαδικασίας για την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως.

Ειδικότερα, κατά την εν λόγω κτηματογράφηση από τα αρμόδια όργανα διαπιστώθηκε ότι ο περιφραγμένος χώρος, στον οποίο υπάρχει η οικία των εναγόντων Σ. και Ε. Χ. ανέρχεται σε 7.210,64 τ.μ. και όχι σε 6.200 τ.μ. και κατατμήθηκε αυτό σε δύο ακίνητα, ήτοι το υπ' αριθ. 0303027 εκτάσεως 6.200 τ.μ., στο οποίο αναφέρονται ως συγκύριοι οι ήδη ενάγοντες Σ και Ε.

Χ. με βάση τους ανωτέρω τίτλους ιδιοκτησίας και το συνεχόμενο υπ' αριθ. 0303032 εκτάσεως 1010,64 τμ, στο οποίο αναφέρονται ως ιδιοκτήτες οι Γ. Α., Ι. Α., Ο. κλπ, δηλαδή οι εναγόμενοι, όπως προκύπτει από τον προσκομιζόμενο και επικαλούμενο κτηματολογικό πίνακα τύπου Α οικιστικής ανάπτυξης. Επίδικο, δηλαδή στην ένδικη υπόθεση είναι το τμήμα, το οποίο αποτυπώνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Γ-6-10-9-8-7-12-11-3-2-Γ στο από 7-3-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α.

Β., που έχει επισυναφθεί στην αγωγή, στην κυριότητα και επικαρπία του οποίου ζητούν να αναγνωριστούν οι ενάγοντες, με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, διότι το νέμονται με καλή πίστη, για χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας, δυνάμει νομιζόμενου τίτλου ως τμήμα του ακινήτου, στο οποίο τα παραπάνω συμβόλαια αφορούν.

Το εν λόγω τμήμα, το οποίο είναι επικλινές και εκτείνεται σε ολόκληρο το μήκος της πλευράς 6-10-9-8-7 του ακινήτου που αγόρασε ο δεύτερος ενάγων, όπως αυτή εμφαίνεται στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα, συνεχώς κατείχε αρχικά ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος προέβη σε εμβολιασμό δένδρων αγριοαχλαδιάς, που φύονταν σ' αυτό και σε φύτευση διαφόρων δένδρων (10 πεύκων και 3 κυπαρισσιών), για να αποτελέσουν ανεμοφράκτη αλλά και για προστασία του επικλινούς εδάφους από τη διάβρωση, όπως αναφέρει στη σχετική από 6-12-2007, μετά από εντολή των εναγόντων διενεργηθείσα, ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη ο γεωπόνος Α.

Υ., ενώ τμήμα αυτού 103 τ.μ. περίπου, στην αρχή της επίδικης λωρίδας, καταλήφθηκε από το δρόμο, που αρχικά ήταν χαλικοστρωμένος και στη συνέχεια ασφαλτοστρώθηκε από τον παραπάνω και οδηγεί στην οικία των εναγόντων, και το οποίο εμφανίζεται με στοιχεία 33-34-35-36-10-37-6-33 στο επισυναπτόμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, έτερο δε τμήμα 7,95 τ.μ.

της επίδικης λωρίδας, με στοιχεία 38-39-40-41-8-38 στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, καταλαμβάνεται από το παλαιό κτίσμα στάβλου-κλονικλοτροφείου, που είχε ανεγείρει ο πωλητής Ι. Κ., και το οποίο στη συνέχεια μετέτρεψε και χρησιμοποιούσε ο δεύτερος ενάγων ως επαγγελματικό σιδερωτήριο. Την ίδια δε με διάνοια κυρίου νομή του επιδίκου, καλή πίστη και νομιζόμενο τίτλο τα προαναφερθέντα μεταβιβαστικά συμβόλαια συνέχισε από της μεταγραφής τους ο μεν πρώτος ενάγων ως συννομέας του μεταβιβασθέντος σ' αυτόν κατά πλήρη κυριότητα ποσοστού 50%, ο δε δεύτερος ενάγων, που παρακράτησε την επικαρπία του ετέρου ποσοστού των 50% εξ αδιαιρέτου, ως οιονεί συννομέας αυτού.

Έτσι στο ως άνω επίδικο τμήμα, το οποίο αποτελεί το υπόλοιπο του αρχικού 425 κληροτεμαχίου, μετά τις προαναφερθείσες μεταβιβάσεις και μετά την τελευταία μεταβίβαση στις 10-6-1988 από τους συγκληρονόμους του αρχικού κληρούχου με το .../10-6-1988 συμβόλαιο προς τους Χ. Μ. και Π. σύζυγο Χ. Μ., του τμήματος των 2.000 τ.μ., ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και δεν πρόκειται για χρησικτησία τμήματος κληροτεμαχίου που οδηγεί σε κατάτμηση και είναι ανεπίτρεπτη, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι -εναγόμενοι.

Ειδικότερα ο ισχυρισμός-ένσταση των εναγομένων ότι το προαναφερθέν συμβόλαιο πωλήσεως .../10-6-1988 προς τους Χ. Μ. και Π. σύζυγο Χ. Μ., του τμήματος των 2.000 τ. μ., είναι άκυρο γιατί με αυτό συντελέσθηκε ανεπίτρεπτη κατάτμηση του υπολοίπου κληροτεμαχίου, αφού δεν επισυνάπτεται σ' αυτό σχετικό πιστοποιητικό του Ε.Ο.Τ και ως εκ τούτου το επίδικο τμήμα δεν αποτελεί το εναπομείναν υπόλοιπο του αρχικού 425 κληροτεμαχίου αλλά αυτό αποτελεί τμήμα του υπολοίπου κληροτεμαχίου των 3.045,42 τ.

μ., στο οποίο δεν χωρεί χρησικτησία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η άνω μεταβίβαση με το προαναφερόμενο συμβόλαιο του εν λόγω τμήματος εκ του 425 κληροτεμαχίου προερχόμενου από αγροτική αποκατάσταση, δεν είναι άκυρη, αφού η δικαιοπραξία αυτή κυρώθηκε, αυτοδικαίως, από τότε που έγινε, δηλαδή με την κατάρτιση του συμβολαίου πωλήσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 3147/2003, που επαναλήφθηκε με το άρθρο 3 παρ. 9 του ν. 3399/2005, και ορίζει ότι συμβολαιογραφικές πράξεις που έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968- που απαγορεύουν την κατάτμηση των κληροτεμαχίων είναι έγκυρες και ισχυρές, εφόσον δεν ακυρώθηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, τέτοια δε ακύρωση δεν επικαλούνται οι εναγόμενοι.

Πρέπει να σημειωθεί ότι εσφαλμένα οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι υπολαμβάνουν ότι η κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 3147/2003 κύρωση των συμβολαιογραφικών πράξεων κατά παράβαση των διατάξεων του Αγροτικού Κώδικα δεν έχει αναδρομική ισχύ, και ότι δεν ήταν δυνατόν στην προκείμενη περίπτωση να αρχίσει η νομή χρησικτησίας πριν από την ισχύ του νόμου αυτού, αναφέροντας μάλιστα ως ανάλογη περίπτωση την επικύρωση ανώμαλων δικαιοπραξιών ενώπιον του Ειρηνοδίκη κατά τη διαδικασία του ν. 3958/1959, καθόσον η εν λόγω επικύρωση αφορά δικαιοπραξίες που καταρτίστηκαν είτε δι' ιδιωτικού εγγράφου είτε δια συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, και δεν αφορά δικαιοπραξίες που καταρτίστηκαν με οριστικά συμβολαιογραφικά έγγραφα και μεταγράφηκαν, οι οποίες τόσο κατά τις διατάξεις του αρχικού άρθρου 15 παρ. 1 του παραπάνω νόμου, όσο και με το άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 3147/2003, κυρώθηκαν αυτοδικαίως, ("...

αφ' ης εγένοντο ..." κατά την αρχική διατύπωση του άρθρου 15 παρ.1 του ν. 3958/1959 και "... είναι έγκυρες και ισχυρές, εφόσον δεν ακυρώθηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση" κατά τις διατάξεις των ν. 3147/2003 και 3399/2005.

Συνεπώς, η ένσταση των εναγομένων, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι αυτή οδηγεί σε ανεπίτρεπτη κατάτμηση του κληροτεμαχίου, που απαγορεύεται από το νόμο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού κατά τα προαποδειχθέντα, το επίδικο αποτελούσε το εναπομείναν τμήμα του αρχικού κληροτεμαχίου και ως εκ τούτου ήταν δυνατή η νομή χρησικτησίας επ' αυτού, από τότε, (δηλαδή από την 10-6-1988), που το τμήμα των 2.000 τ.μ.

από την υπόλοιπη έκταση των 3.045,42 τ.μ., που είχε απομείνει στην κυριότητα του κληρούχου, μεταβιβάσθηκε νόμιμα στους Χ. και Π. Μ.. Από τα προεκτεθέντα πλήρως αποδεικνύεται ότι τόσο ο πρώτος ενάγων από την 29-12-1993 όσο και ο δεύτερος ενάγων από την 10-6-1988 ασκούσαν επί του επιδίκου τμήματος των 1010,64 τ.μ. πράξεις νομής και είχαν τη βούληση του νομέως και την πεποίθηση ότι νέμονταν με νομίμους τίτλους, που μεταγράφηκαν, δικαιολογουμένης έτσι της καλής πίστεως αυτών σχετικά με τους τίτλους, ως προς το πράγματι αγορασθέν και κατεχόμενο από αυτούς ακίνητο, για το οποίο είχαν νομιζόμενο τίτλο.

Για τη καλή πίστη των εναγόντων και το γεγονός ότι το επίδικο περιλαμβάνονταν εντός της περιφραγμένης εκτάσεως, που αγόρασε ο δεύτερος ενάγων από τον Ι. Κ., ρητά και ανενδοίαστα καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες, που εξετάσθηκαν από την πλευρά των εναγόντων και οι εν λόγω καταθέσεις δεν αντικρούονται από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων, καθόσον η κατάθεση της μάρτυρος Σ.

Α. ότι ο δεύτερος ενάγων κατά το έτος 1992 δήλωσε στην ίδια και στο σύζυγό της ότι θέλει να αγοράσει το επίδικο τμήμα, δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, αλλά αντίθετα η ίδια παραδέχθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν προέβησαν σε κάποια εμφανή πράξη νομής επί του επιδίκου και, επί λέξει, καταθέτει ότι "...

Δεν κάναμε καμία πράξη στο ακίνητο, το βλέπαμε, περνούσαμε από εκεί, εκεί μένουμε άλλωστε ...". Η καλή πίστη των εναγόντων δεν αναιρείται από το ότι στο οριστικό συμβόλαιο αγοράς .../25-9-1986 είχε επισυναφθεί σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το αγορασθέν τμήμα των 6.200 τ. μ., αφού αφενός μεν δεν προκύπτει ότι αυτό συντάχθηκε μετά από γενόμενη καταμέτρηση ή αν συντάχθηκε με βάση το προγενέστερο από το έτος 1972 τοπογραφικό που είχε επισυναφθεί στο αρχικό συμβόλαιο αγοράς του πωλητή Κ., αφετέρου δε, όπως πλήρως αποδείχθηκε, το επίδικο περιλαμβανόταν στην περιφραγμένη έκταση, που αγόρασε ο δεύτερος ενάγων, γεγονός που εύλογα δημιούργησε στον εν λόγω αγοραστή τη βεβαιότητα ότι το ακίνητο που αγόρασε είχε την έκταση που οριοθετούνταν από την υφιστάμενη περίφραξη και δεν ασκεί επιρροή το αν ερεύνησε ή όχι τα βιβλία μεταγραφών, καθόσον κρίσιμο εν προκειμένω δεν είναι η πωληθείσα νομίμως έκταση των 6.200 τ.

μ., όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι εναγόμενοι, αλλά αν για το επίδικο τμήμα, που δεν περιλαμβανόταν στον τίτλο κτήσεως, υπάρχει νομιζόμενος τίτλος, ήτοι αν ο νομέας (και εν προκειμένω οι ενάγοντες) κατά την κτήση της νομής δικαιολογημένα, ήτοι χωρίς βαριά αμέλεια, υπέλαβε ως υπάρχοντα τον ανύπαρκτο τίτλο και αν δικαιολογείται η πεποίθηση του νομέα για την ύπαρξη έγκυρου νομίμου τίτλου και την δυνάμει αυτού κτήση της κυριότητας.

Συνεπώς, ο πρώτος ενάγων απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα ποσοστού 50% και την ψιλή κυριότητα του ετέρου ποσοστού και ο δεύτερος ενάγων την επικαρπία ποσοστού 50% του επιδίκου εναπομείναντος τμήματος εκ του υπ' αριθ. 425 κληροτεμαχίου, όπως αυτό περιγράφεται λεπτομερώς παραπάνω, με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας ήδη από το έτος 2003, καθότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις, ήτοι α) έγκυρη και ισχυρή κατάτμηση κληροτεμαχίου με το προαναφερθέν συμβόλαιο πωλήσεως.../10-6-1988 πριν τη δημοσίευση του ν. 3147/2003, που ουδέποτε ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αλλά ούτε καν ζητήθηκε η ακύρωσή της, με αποτέλεσμα το επίδικο τμήμα να αποτελεί το εναπομείναν τμήμα του αρχικού κληροτεμαχίου και ως εκ τούτου να είναι δεκτικό χρησικτησίας από της μεταγραφής του προαναφερθέντος συμβολαίου πωλήσεως προς τους Χ.

και Π. Μ., β) νομιζόμενο τίτλο, ήτοι τα προρρηθέντα οριστικά συμβόλαια γονικής παροχής και πωλήσεως όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα αλλά και τον επικαρπωτή ιδανικού μεριδίου δεύτερο ενάγοντα, γ) καλή πίστη του πρώτου ενάγοντος κατά την κτήση της νομής, δηλαδή στις 29.12.1993, όταν του παραδόθηκε η νομή από τον πατέρα του, καθόσον πίστευε ότι απέκτησε την κυριότητα, η πίστη του αυτή δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, όπως και του δεύτερου ενάγοντος, ο οποίος αγόρασε περιφραγμένο το ακίνητο και εντός αυτού περιλαμβανόταν και το επίδικο τμήμα και δ) επί δεκαετία (από 29-12-1993 έως 29-12-2003 τουλάχιστον) συνεχής και ανενόχλητη φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια αποκλειστικού και ψιλού κυρίου κατά τα προαναφερθέντα του πρώτου ενάγοντος και με την οιονεί σύννομη του δεύτερου ενάγοντος -επικαρπωτή, ήτοι με την συνεχή φροντίδα και επίβλεψη του εντός του περιφραγμένου μεγαλύτερου ακινήτου τους.

Συνεπώς, οι εναγόμενοι, οι οποίοι το πρώτον μόλις το έτος 2006, όπως προαναφέρθηκε, προέβησαν σε διόρθωση της κατά το έτος 1986 αποδοχής κληρονομίας ως προς το εμβαδόν του εναπομείναντος στην κυριότητα του κληρούχου τμήματος του με αριθμό 425 κληροτεμαχίου, από 2.300 σε 3.045,42 τ.μ., κατά τα προδιαληφθέντα, με τη μεταγραφή των δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς που παραπάνω παρατέθηκαν, δεν κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, κατά ιδανικό μερίδιο 4/28 καθένας από τους πρώτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομο και 2/28 καθένας από τους δεύτερη και τρίτο, όπως αυτοί ισχυρίζονται, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), αφού η εν λόγω συγκυριότητά τους καταλύθηκε με την κτηθείσα εκ μέρους των εναγόντων κυριότητα με τακτική χρησικτησία.

Έτσι οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους παρότι είχαν, κατά τα προαναφερθέντα, αποξενωθεί της νομής του επιδίκου τμήματος μετά την τελευταία πώληση στις 10-6-1988 προς τους Χ. και Π. Μ. του τμήματος των 2.000 τ.μ., προέβησαν με βάση την διορθωμένη αποδοχή κληρονομίας σε σχετική δήλωση ιδιοκτησίας για το επίδικο τμήμα κατά την κτηματογράφηση της περιοχής Φιλύρου με αποτέλεσμα να φέρονται ως συνιδιοκτήτες αυτού στον κτηματολογικό πίνακα, με τις ενέργειες τους αυτές αμφισβητούν την κτηθείσα με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας κυριότητα (αποκλειστική και ψιλή) του πρώτου ενάγοντος επί του επιδίκου τμήματος των 1010,64 τ.μ και την επικαρπία του δεύτερου ενάγοντος, στο ιδανικό μερίδιο 50% εξ αδιαιρέτου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αναγνωριστική αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι, αναφορικά με την κύρια βάση της περί κτήσεως κυριότητας και επικαρπίας με τακτική χρησικτησία, βάσιμη και στη συνέχεια δέχθηκε την έφεση των τελευταίων (αναιρεσιβλήτων), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, και δέχθηκε την αγωγή.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των 974, 1041,1042, 1043 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 16 παρ.1 του ν. 3147/2003 και 3 παρ.9α του ν. 3399/2005, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.

Ειδικότερα, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κτήση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων των επικαλουμένων (με την ένδικη αγωγή) δικαιωμάτων (κυριότητας και επικαρπίας) με τακτική χρησικτησία, δεδομένου ότι το επίδικο ακίνητο ήταν, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, (που αφορά την επικύρωση των μεταβιβάσεων γεωργικών κλήρων που έγιναν κατά παράβαση των άρθρων 208 επ.

του Αγροτικού Κώδικα), δεκτικό χρησικτησίας από της μεταγραφής του προαναφερθέντος .../1988 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Πολυξένης Παπουλίδου, υπήρχε νομιζόμενος τίτλος, ήτοι τα ανωτέρω οριστικά συμβόλαια γονικής παροχής και πωλήσεως (όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα αλλά και τον επικαρπωτή ιδανικού μεριδίου δεύτερο ενάγοντα), καλή πίστη των εναγόντων και κατοχή με διάνοια κυρίου επί δεκαετία τουλάχιστον.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και έβδομος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 εδ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο ως άνω έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο βάλλεται η εκ των αποδείξεων ουσιαστική επί πραγμάτων κρίση του Εφετείου και συγκεκριμένα, ότι οι αναιρεσίβλητοι τελούσαν σε βαριά αμέλεια ως προς την έκταση του αγορασθέντος από τον δεύτερο από αυτούς ακινήτου, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

3.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγουν το Εφετείο, διότι δεν εξέτασε, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, την προβληθείσα πρωτοδίκως ένστασή τους, ότι η καταρτισθείσα σύμβαση με το πιο πάνω .../1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Πολυξένης Παπουλίδου είναι άκυρη, κατ' άρθρο 29 του ν. 1337/1983, δεδομένου ότι το πωλούμενο ακίνητο βρισκόταν εντός Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου και σύμφωνα με το π.δ. 689/1985 δεν επιτρεπόταν η κατάτμηση ακινήτου σε μικρότερα τμήματα των δέκα στρεμμάτων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των από 12-12-2007 προτάσεων των αναιρεσειόντων, που υπέβαλαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δεν προκύπτει ότι αυτοί υπέβαλαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συγκεκριμένη ένσταση ακυρότητας της ως άνω δικαιοπραξίας για το λόγο αυτό και σχετικό αίτημα για απόρριψη (για τον επικαλούμενο λόγο) της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων.

Οι αναιρεσείοντες με τις εν λόγω προτάσεις τους πρόβαλαν την ακυρότητα της δικαιοπραξίας για το λόγο δεν επιτρεπόταν η κατάτμηση του ακινήτου σύμφωνα με τον α.ν 438/1968 (λόγω μη επισυνάψεως σχετικής βεβαιώσεως του Ε.Ο.Τ) και προς ενίσχυση του ισχυρισμού τους αυτού επικαλέστηκαν την επικαλούμενη από τους αναιρεσιβλήτους ακυρότητα για τον προεκτεθέντα λόγο, χωρίς οι ίδιοι να προτείνουν σχετική ένσταση με ορισμένο αίτημα.

Συγκεκριμένα ισχυρίστηκαν με τις ανωτέρω προτάσεις τους, κατ' ακριβή αντιγραφή, τα εξής: "Ο ως άνω ισχυρισμός μας ενισχύεται ακόμη περισσότερο από την επικαλούμενη από τους ενάγοντες στην αγωγή τους ακυρότητα του υπ' αριθ. .../1988 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πολ. Παπουλίδου, που προκύπτει από τον από αυτούς επικαλούμενο νόμο άρθρο 42 του ν. 1337/1983 και του σχετικού διατάγματος για τον καθορισμό ΖΟΕ στην περιοχή Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τους οποίους δεν δύναται να τεμαχισθεί σε κάτω των δέκα στρεμμάτων ακίνητο που κείται εντός ΓΠΣ (Γενικού Πολεοδομικού Σχεδιασμού), όπως το επίδικο ακίνητο".

Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, ο (διατυπούμενος με αυτόν) ισχυρισμός περί ακυρότητας της δικαιοπραξίας, κατ' άρθρο 29 του ν. 1337/1983, είναι αλυσιτελής, αφού, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω προτάσεις (πρωτόδικες) των αναιρεσειόντων, προβλήθηκε (από αυτούς) προς απόκρουση της βάσεως της ένδικης αγωγής που στηρίζεται στην κτήση κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε το ουσιαστικώς βάσιμο της κύριας βάσεως της αγωγής που στηρίζεται στην τακτική χρησικτησία.

Επίσης, οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, επικαλούμενοι την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, (από τον αριθ.8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ), προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους, ότι δεν αποξενώθηκαν ποτέ από τη νομή του επιδίκου ακινήτου, το οποίο λόγω της φύσεώς του ήταν ανεπίδεκτο καλλιέργειας και το προόριζαν προς πώληση, ότι κατά τις εργασίες της κτηματογραφήσεως δηλώθηκε από αυτούς ως ανήκον στην ιδιοκτησία τους και ότι η κατάληψη του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων έγινε εν αγνοία τους.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι οι μεν δύο πρώτοι ισχυρισμοί δεν συνιστούν πράγματα κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς της ένδικης αγωγής, που στηρίζεται στον πρωτότυπο (με χρησικτησία) τρόπο κτήσεως κυριότητας (και επικαρπίας), ο δε τρίτος αλυσιτελής, αφού η εκ μέρους των αναιρεσειόντων άγνοια της καταλήψεως του επιδίκου δεν εμποδίζει την έναρξη της τακτικής χρησικτησίας και την με αυτή κτήση της κυριότητας του ακινήτου εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, εφόσον, όπως ανελέγκτως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, "οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους "είχαν αποξενωθεί της νομής του επιδίκου τμήματος μετά την τελευταία πώληση στις 10-6-1988 προς τους Χ.

και Π. Μ. του τμήματος των 2.000 τ.μ". Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγουν το Εφετείο, διότι, με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν τα επικαλούμενα με την ένδικη αγωγή τους δικαιώματα (της κυριότητας και της επικαρπίας, αντίστοιχα), με τακτική χρησικτησία, χωρίς την αναφορά ότι η εκ μέρους τους κατάληψη του επίδικου ακινήτου έγινε εν γνώσει αυτών (αναιρεσειόντων), οι οποίοι ήταν στη νομή του επιδίκου κατά τον χρόνο αυτόν, και χωρίς την αντίδρασή τους, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 981 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες ήταν στη νομή του επιδίκου ακινήτου κατά τους προεκτεθέντες (κρίσιμους) χρόνους έναρξης της τακτικής χρησικτησίας εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων.

Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, υπάρχει (ανέλεγκτη) παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης, ότι οι αναιρεσείοντες είχαν αποξενωθεί της νομής του επιδίκου από 10-6-1988.

4.- Επειδή, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει κατά το αρθ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο ισχυρισμός επί του οποίου αυτός στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της σχετικής προτάσεως, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής τους (ΟλΑΠ 15/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το .../10-6-1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Πολυξένης Παπουλίδου είναι έγκυρο, παρότι με αυτό έγινε κατάτμηση του εντός Ζ.Ο.Ε ακινήτου των 2.900 ή 3045,44 μ. σε μικρότερα τμήματα, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 29 του ν. 1337/1983. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από τις από 19-2-2009 προτάσεις τους που υπέβαλαν αυτοί στο Εφετείο (ως εφεσίβλητοι), δεν πρότειναν την ακυρότητα της καταρτισθείσας με το ως άνω συμβόλαιο δικαιοπραξίας για τον προεκτεθέντα λόγο. Σ' αυτές κάνουν λόγο μόνο "για ακυρότητα του ως άνω συμβολαίου", λόγω μη επισυνάψεως σχετικής βεβαιώσεως του Ε.Ο.Τ. και όχι για εκείνη κατά τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 1337/1983, του οποίου και καμία αναφορά (στις προτάσεις) δε γίνεται.

5-. Επειδή, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που κάποιος διάδικος επικαλέστηκε και προσκόμισε, όπως είναι και η δικαστική ομολογία, ανεξάρτητα από το ότι η τελευταία, κατά το άρθρο 352 § 1 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Ωστόσο, για να είναι παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για τη μη λήψη υπόψη παρά το νόμο ομολογίας, πρέπει να έχει γίνει επίκλησή της από τον αντίδικο εκείνου που ομολόγησε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να γίνεται μνεία αυτής της επικλήσεως στο αναιρετήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση, μόνο από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 1 που αναφέρεται στο αναιρετήριο), μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στην ένδικη αγωγή και στην έφεση των αναιρεσιβλήτων δικαστική ομολογία τους, ότι το επίδικο ακίνητο είχε ενταχθεί σε Ζ.Ο.Ε, όπου απαγορεύεται η κατάτμηση ακινήτων κάτω των δέκα στρεμμάτων και, κατά συνέπεια, το .../10-6-1988 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Πολυξένης Παπουλίδου είναι άκυρο. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση των από 19-2-2009 προτάσεων των αναιρεσειόντων (που υπέβαλαν αυτοί στο Εφετείο), δε γίνεται με αυτές επίκληση της ως άνω ομολογίας.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

5.- Επειδή, για την ίδρυση του πιο πάνω από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 11περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη το .../1986 συμβόλαιο πωλήσεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαγδαληνής Ορφανάκου με το επισυνημμένο σ'αυτό τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της τεχνολόγου μηχανικού δομικών έργων Ε.

Α., που οι αναιρεσίβλητοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν ενώπιόν του, το οποίο και αυτοί επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από το οποίο προέκυπτε το ουσία αβάσιμο της ένδικης αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το παραπάνω περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά του ως άνω συμβολαίου και του επισυναπτόμενου σ'αυτό σχεδιαγράμματος, δε γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του. 6.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 ΚΠολΔ, έφεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό, α) εκείνων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο εξαιτίας αναρμοδιότητας, β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή.

Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 532 του ίδιου Κώδικα, αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της εφέσεως, ιδίως αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεκδικάστηκαν αντίθετες αγωγές, προς εξοικονόμηση δαπανών και χρόνου, και στη μία από αυτές εκδόθηκε οριστική απόφαση ως προς όλους τους μετέχοντες στη δίκη διαδίκους, ενώ ως προς την άλλη εκδόθηκε μη οριστική απόφαση ως προς όλους ή μερικούς από τους μετέχοντες στη δίκη διαδίκους, η ως προς όλους τους διαδίκους εκδοθείσα οριστική απόφαση, υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση και πριν ή εκδοθεί οριστική απόφαση ως προς την άλλη αγωγή.

Στην περίπτωση της κρινόμενης διαφοράς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 13464/2008 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις υπ' αριθ. εκθ. κατ. 22059/10-5-2007 αναγνωριστική κυριότητας και επικαρπίας αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων και υπ' αριθ. εκθ. κατ. 3156/2007 αντίθετη αγωγή των τελευταίων κατά των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την πρώτη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ ως προς τη δεύτερη αγωγή ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως για να προσκομιστούν τα αναφερόμενα έγγραφα. Η απόφαση αυτή είναι οριστική ως προς την πρώτη των πιο πάνω αγωγών και μη οριστική ως προς τη δεύτερη. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι παραδεκτώς ασκήθηκε η υπ' αριθ. εκθ. κατ. 2436/17-6-2008 έφεση κατά της ως άνω 13464/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος της που απέρριψε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, η οποία υπέκειτο, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, αυτοτελώς σε έφεση, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο.

Συνεπώς, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τ' αντίθετα, είναι απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-2-2011 αίτηση των Γ. Α. κλπ για αναίρεση της 2066/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ