1206/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1206/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1206 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1206/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γρηγοριάδη
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, 2. Ψ2 συζ. Ζ, και 3. Ψ3 θυγ. Τ, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κωνσταντόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-1992 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 995/1992 του ίδιου Δικαστηρίου 2039/1998 μη οριστική και 3382/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-7-2008 αίτησή του και τους από 3-1-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε τις από 8-2-2010 εκθέσεις του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά την παράγραφο 2 εδ. α' του άρθρου 569 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο? του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες του άρθρου 577 παρ. 1, 2 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι, αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωση, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους.
Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν συνυπολογίζονται οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως καθώς και οι προηγούμενες της συζητήσεως ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, ως και η ημέρα της συζητήσεως της αναίρεσης.
Εν προκειμένω, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι το δικόγραφο των από 3.1.2010 προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 4.2.2010, δηλαδή είκοσι εννέα ημέρες πριν από την 5.3.2010, ημέρα Παρασκευή (24 ημέρες του Φεβρουαρίου και 5 ημέρες του Μαρτίου), ήτοι εκπροθέσμως, αφού το Σάββατο, η Κυριακή και η ημέρα της συζητήσεως (6, 7 και 8/3/2010) δεν υπολογίζονται.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναίρεσης. Επειδή κατ' άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προ του Ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διατάξει απόδειξη γι' αυτά, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, στη δεύτερη περίπτωση, ότι το δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο κατά νόμο να διατάξει απόδειξη.
Δεν είναι υποχρεωτική η εκ μέρους του εφετείου, δικάζοντος έφεση κατά αποφάσεως μονομελούς πρωτοδικείου, έκδοση απόφασης περί αποδείξεως ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, άν αυτός αποδεικνύεται από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι, με βάση τις ισχύουσες πριν από τον ν.2915/2001 ρυθμίσεις των άρθρων 270 και 524 εδ.
β' ΚΠολΔ, προσκόμισαν προαποδεικτικώς κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρθ. 10β 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθή χωρίς να διατάξει απόδειξη επί αυτών και ειδικότερα επί του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ο οποίος ρητώς αμφισβήτησε τη γνησιότητα του υπό των αναιρεσιβλήτων επικληθέντος και προσκομισθέντος από 29-5-1991 ιδιωτικού συμφωνητικού, ισχυρισθείς ότι η υπογραφή του σ' αυτό δεν τέθηκε από τον ίδιο, είναι αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάξει συναφώς απόδειξη, δέχθηκε τη γνησιότητα της υπογραφής του αναιρεσείοντος επί του εν λόγω συμφωνητικού, σχηματίσαν την κρίση του εκ των προαποδεικτικώς υπό των αναιρεσιβλήτων προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων , ήτοι εγγράφων, αλλά και δικαστικών τεκμηρίων, όπως είναι η μαρτυρική κατάθεση του δικηγόρου Γρηγ.
Παπαδογιάννη σε ποινική (προανακριτική) διαδικασία. Επειδή κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων περί των οποίων δεν πρόκειται στην παρούσα περίπτωση, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης στηριζόμενος σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, καίτοι το από τελεσίδικη απόφαση απορρέον δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., ωστόσο για τη διαδικαστική πληρότητα του εκ του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ απορρέοντος λόγου αναιρέσεως θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί υπάρξεως δεδικασμένου ισχυρισμός έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας.
Επομένως, ο 2ος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο παρέλειψε να δεχθεί την ύπαρξη δεδικασμένου προκύπτοντος από την υπ' αρθ. 2039/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι, ανεξαρτήτως της μη συνδρομής εν προκειμένω των προϋποθέσεων της δημιουργίας δεδικασμένου (ταυτότητα διαφοράς), ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό είχε προτείνει στην έκκλητη δίκη.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.7.2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ'αριθ. 3382/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οριζόμενα σε δύο χιλιάδες επτακόσιες (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ