Legislator Case Law & Legislation
1206/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for procedural defects and failure to consider evidence in civil case.

Case Number 1206/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision in a civil dispute. The appellant argued the lower court erred by failing to examine a specific claim and ignoring submitted evidence. The court rejected these claims, finding the lower court properly handled the procedural timeline and considered all admissible evidence without error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94 § 1, 96 § 1, 576 §§ 2-3, 559 no. 11, 559 no. 19, 562 § 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to demonstrate how a claim was reintroduced to the appellate court or if the lower court properly considered all evidence presented by the parties.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure inadmissible appeal procedural defect evidence consideration reintroduction of claim legal costs appellate review

Cited Legislation

AI generated
Articles 94 § 1 and 96 § 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 576 §§ 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 562 § 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1206 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1206/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ , κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρίτσανο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ..., που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ψ2, Προέδρου του ΔΣ της ανωτέρω ένωσης, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Κοντομαρίνο και Βασίλειο Φυτιλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 331/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 10-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος λόγος κατά το κύριο μέρος του, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν ο πρώτος λόγος κατά το επικουρικό μέρος του και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Με τα άρθρα 94 § 1 και 96 § 1 ΚΠολΔ ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Κατά δε το άρθρο 576 §§ 2 και 3 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί, ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, χωρίς όμως να αποδεικνύει την ύπαρξη νόμιμης πληρεξουσιότητας, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως (άρθρο 104 εδ.

β' ΚΠολΔ), τότε ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ως μη παριστάμενος. Στη συνέχεια ερευνάται, αυτεπαγγέλτως, αν ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν επιδόθηκε καθόλου σ' αυτόν ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, τότε κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση αυτής.

Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επισπεύδεται με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας. Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, οι αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν με τους δικηγόρους Γεώργιο Κοντομαρίνο και Βασίλειο Φυτιλή, οι οποίοι προς απόδειξη της πληρεξουσιότητάς τους, προσκομίζουν και επικαλούνται τα υπ' αριθμ. ...

και ... από 19-9-2008 ειδικά πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Αλμυρού Μαγνησίας Ελένης ΚΑΚΑΣΗ, αντίστοιχα, από τα οποία, όμως, δεν αποδεικνύεται ότι και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος έδωσε πληρεξουσιότητα στους άνω δικηγόρους να τον εκπροσωπήσουν στην παρούσα δίκη, ούτε στα πρακτικά του Δικαστηρίου περιέχεται δήλωση του ανωτέρω διαδίκου για διορισμό των άνω δικηγόρων ως πληρεξουσίων του.

Επομένως, εφόσον οι δικηγόροι αυτοί δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη νόμιμης πληρεξουσιότητας για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ο τελευταίος θεωρείται ότι δεν παρίσταται κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Όμως, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου ..., αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανιστεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τη δικάσιμο της 23-9-2008, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης με αίτηση των αναιρεσιβλήτων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με επίδοση σ' αυτόν επικυρωμένου αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου.

Συνεπώς, πρέπει η αίτηση να συζητηθεί, παρά την απουσία του εν λόγω αναιρεσιβλήτου.

ΙΙ.- Με τα άρθρα: α) 3 §§ 1 εδ. α', 2 εδ. β' και 5 εδ. β' του Ν. 1859/1944 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 785/1943 περί καταργήσεως διατάξεων αφορωσών την νομοθεσίαν των γεωργικών συνεταιρισμών", που κυρώθηκε με την 256/7 Μαΐου 1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, β) 2 § 1 εδ. α' και 3 §§ 1, 2 και 4 εδ. β' του από 23/30 Ιουλίου 1946 β.

δ/τος "περί της υπαλληλικής καταστάσεως του προσωπικού των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων", όπως το εδ. α' της § 1 του άρθρου 3 του διατάγματος αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 1 του β. δ/τος της 18 Αυγούστου/2 Σεπτεμβρίου 1953 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 23/30-7-1946 β.δ. κ.τ.λ.", και γ) 1§ 4, 33 και 72 §§ 1 και 2 του Ν. 1541/1985 "περί αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων", που με την τελευταία από τις εν λόγω διατάξεις του διατήρησε σε ισχύ και όλες τις προηγούμενες ως άνω διατάξεις, ορίζονται, αντιστοίχως, τα εξής: 1) "Το προσλαμβανόμενον υπό των πάσης φύσεως και παντός βαθμού γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων προσωπικόν είναι μόνιμον". "Ο αριθμός των θέσεων και ο τρόπος προσλήψεως των υπαλλήλων και υπηρετών εκάστης γεωργικής συνεταιριστικής οργανώσεως και της Συνομοσπονδίας Γεωργικών Συνεταιρισμών καθορίζονται δια του εσωτερικού κανονισμού αυτών, ψηφιζομένου υπό της γενικής συνελεύσεως και εγκρινομένου κατά τας περί εγκρίσεως των καταστατικών των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διατάξεις του παρόντος νόμου". "Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνουν δια τας εργασίας των ημερομίσθιον έκτακτον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν κατά τα ειδικώτερον δια του εσωτερικού κανονισμού εκάστης οργανώσεως καθορισθησόμενα". 2) "Αι παρ' εκάστη συνεταιριστική οργανώσει μόνιμοι θέσεις ή τυχόν εις υπηρεσίας ή τμήματα υποδιαίρεσης εκάστης οργανώσεως και η ονομασία τούτων και ο αριθμός των δυναμένων να προσληφθώσιν υπαλλήλων καθορίζονται δια του εσωτερικού κανονισμού εκάστης οργανώσεως". "Το προσωπικόν το προσλαμβανόμενον εις τα υπό του κανονισμού προβλεπομένας μονίμους οργανικός θέσεις είναι μόνιμον.

Οι το πρώτον εις μονίμους θέσεις των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διοριζόμενοι υπάλληλοι ή υπηρέται τελούσιν υπό δοκιμασίαν, μη δυνάμενοι να μονιμοποιηθώσι προ της παρελεύσεως ενός έτους, καθ' ο αργεί η δια της μονιμότητας καθιερουμένη προστασία". "Κατά το διάστημα τούτο δύνανται οι τοιούτοι υπάλληλοι να απολυθώσι κατά την κρίσιν του κατά τον εσωτερικόν κανονισμόν αρμοδίου οργάνου της συνεταιριστικής οργανώσεως, επί τη καταβολή της αποζημιώσεως της προβλεπομένης υπό της περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας εκάστοτε κειμένης νομοθεσίας". "Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνωσι δια τας εργασίας των ημερομίσθιον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν".

Και 3) "Συμπληρωματικά, για θέματα που δεν ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν, εφαρμόζονται οι κανόνες του εμπορικού και του αστικού δικαίου". "Η γενική συνέλευση, με την αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία του άρθρου 25 § 2, εκδίδει εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του συνεταιρισμού, ο οποίος καθορίζει: α) τους όρους λειτουργίας του συνεταιρισμού... 2.

Από τη δημοσίευση του παραπάνω κανονισμού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργούνται ο Ν.1859/1944 και το β.δ. 23/30-7-1946, όπως τροποποιήθηκαν. Οι διατάξεις του άρθρου 3 § 1 του Ν.1859/1944 και του άρθρου 3 του β.δ. 23/30-7-1945 εξακολουθούν να ισχύουν". Βάσει της παραπάνω εξουσιοδοτικής διατάξεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 27346/17-10-1990 κοινή Απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ β 700/7-11-1990), με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, ο οποίος ορίζει στο άρθρο 6, ότι το προσωπικό των Οργανώσεων διακρίνεται σε τακτικό (μόνιμο) και σε έκτακτο και στο άρθρο 8, ότι για την αντιμετώπιση εκτάκτων ή εποχιακών αναγκών το Διοικητικό Συμβούλιο της Οργάνωσης μπορεί να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας μέχρι 12 μηνών (§1).

Μετά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να συναφθεί σύμβαση ορισμένου χρόνου πριν από την πάροδο τουλάχιστον 4 μηνών από τη λήξη της. Περαιτέρω, το άρθρο 46 του Ν.2169/1993 (ΦΕΚ Α/149) "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 10-9-1993, ορίζει στην § 1 ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις είναι α) τακτικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Οργάνωσης και καταλαμβάνει θέσεις οι οποίες προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της και β) προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχιακές και πρόσκαιρες ανάγκες της Οργάνωσης, και στην § 2, ότι η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ρυθμίζεται με την υπ' αριθμ. 27346/1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα για όσα θέματα δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού.

Ακολούθησε ο ν 2810/2000 " Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις", ο οποίος στο άρθρο 38 επαναλαμβάνει την αυτή ρύθμιση σχετικά με τη διάκριση του προσωπικού σε τακτικό και με σύμβαση ορισμένου χρόνου και επιπλέον ορίζει ότι εξακολουθεί να ισχύει η πιο πάνω κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε μεταγενέστερα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, που ρύθμιζαν τη λειτουργία των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων κατά το κρίσιμο, στην προκειμένη περίπτωση, χρονικό διάστημα 1981-2001, προκύπτουν τα εξής: 1) Ότι το προσωπικό των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων διακρίνεται σε τακτικό (μόνιμο), που καταλαμβάνει τις οργανικές θέσεις που ορίζει το καταστατικό κάθε οργανώσεως, και έκτακτο που προσλαμβάνεται ως ημερομίσθιο ή με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση ειδικών, έκτακτων, εποχιακών ή πρόσκαιρων αναγκών. 2) Ότι η διάρκεια της συμβάσεως του εκτάκτου προσωπικού δεν μπορεί να υπερβεί το έτος και 3) ότι δεν προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση αόριστου χρόνου.

Συνεπώς, αν γίνουν διαδοχικές ανανεώσεις της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 § 3 του Ν.2112/1920, κατά την οποία "οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σχέσεως διατάξεων του παρόντος νόμου", ακόμη και αν η εργασία που εκτελεί ο έκτακτος υπάλληλος καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της οργανώσεως, η δε σύμβαση δεν μετατρέπεται σε σύμβαση αόριστου χρόνου, αφού ο νόμος επιβάλλει την πρόσληψη του προσωπικού αυτού μόνο με σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Τούτο δε δεν αντίκειται στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, για την επίτευξη του στόχου της οποίας, που είναι η αποτροπή της καταχρήσεως να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση συνάψεως τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (Ολ ΑΠ 20/2007).Εξάλλου, το ΠΔ 81/2003, που αναφέρεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα και με το οποίο ο εθνικός νομοθέτης έχει ήδη εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις αυτές θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηριστούν ως αορίστου χρόνου, εφαρμόζεται δε, κατά το άρθρο 5 § 5 αυτού, σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά την ισχύ του , η οποία αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 2-4-2003, ορίστηκε, ως αντικειμενικός λόγος, που δικαιολογεί τη χωρίς περιορισμό σύναψη ή ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, μεταξύ άλλων (λόγων) και αν τούτο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη, χωρίς τούτο να αντίκειται προς την ανωτέρω Οδηγία, ενόψει της ευχέρειας που παρέχεται με αυτή στον εθνικό νομοθέτη να επιλέξει τα προς αποτροπή της καταχρήσεως να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, πρόσφορα μέτρα προσαρμογής.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 § 1, 2 §§ 1 και 2 εδ. α', 3 §§ 1 και 2 και 6 §§ 1 και 2 του Ν. 1387/1983 "Έλεγχος Ομαδικών Απολύσεων και άλλες διατάξεις", που αποτελεί μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της Οδηγίας του Συμβουλίου 75/129 Ε.Ο.Κ, με τη διάταξη του άρθρου 1 § 2 περ. δ' της οποίας ορίζεται ότι " η παραπάνω Οδηγία δεν εφαρμόζεται επί των εργαζομένων που θίγονται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, εφόσον αυτή επέρχεται κατόπιν δικαστικής απόφασης", προκύπτει ότι στις ομαδικές απολύσεις εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις οι σχετικές με την έγκυρη λύση της εργασιακής σχέσης και την καταβλητέα αποζημίωση (απολύσεως) στους εργαζόμενους των επιχειρήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου, οι οποίοι απασχολούνται πραγματικά ανεξαρτήτως του κύρους της συμβάσεως εργασίας, ενώ, αντίθετα, δεν εφαρμόζονται για τους εργαζόμενους με σύμβαση ορισμένου χρόνου, εάν η απόλυση έγινε όχι πριν αλλά με τη λήξη του χρόνου τους, διότι η απόλυση στις περιπτώσεις αυτές είναι αναμενόμενη και προδιαγεγραμμένη.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά κρίση ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκε εγγράφως στις 3-6-1981, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων αγροτική οργάνωση με την επωνυμία "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών ..." προσέλαβε την αναιρεσείουσα - ενάγουσα στην υπηρεσία της, προκειμένου να παρέχει την εργασία της ως γραφέας και να επιτελεί κάθε άλλη εργασία που θα της ανατίθετο μέχρι τις 31-12-1981.Μετά την πάροδο του χρόνου αυτού η ανωτέρω σύμβαση παρατάθηκε εγγράφως μέχρι τις 31-5-1982 και ορίστηκε ότι η σύμβαση αυτή δεν δύναται να παραταθεί σιωπηρώς.

Όμως, και μετά την πάροδο του χρόνου αυτού η αναιρεσείουσα συνέχισε να παρέχει την εργασία της ως γραφέας διαδοχικώς στο διατηρούμενο από την πρώτη αναιρεσίβλητη στην πόλη του ... " Σούπερ - μάρκετ", στο τυροκομείο αυτής, καθώς και στα κεντρικά γραφεία της, από 1-1-2001 δε ως υπάλληλος γραφείου του άνω "Σούπερ - μάρκετ".

Η διαδοχική, όμως, ανανέωση της συμβάσεως αυτής δεν την κατέστησε αόριστου χρόνου παρά το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα χρησιμοποιείτο για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχειρήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, εφόσον από το νόμο επιβάλλεται από την τελευταία ως αγροτική συνεταιριστική οργάνωση η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού μόνο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Επί της συμβάσεως, επομένως, αυτής δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 2112/1920 περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και καταβολής της από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενης αποζημιώσεως, που προϋποθέτουν σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου. Στις 27-12-2001 η πρώτη εναγόμενη, που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, στα πλαίσια εξυγιάνσεως των επιχειρήσεών της, εκμίσθωσε την επιχείρησή της "Σούπερ - μάρκετ" στην εταιρεία με την επωνυμία "...

και Σια Α.Ε." για χρονικό διάστημα δέκα ετών. Με τον 11ο όρο του συμφωνητικού αυτού συνομολογήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι το προσωπικό που εργάζεται στην εκμισθούμενη επιχείρηση θα συνεχίσει, εφόσον επιθυμεί, να εργάζεται κανονικά στην επιχείρηση και ότι από την υπογραφή του σχετικού συμφωνητικού και εφεξής οι ανωτέρω εργαζόμενοι διαγράφονται από τη δύναμη των εργαζομένων της εκμισθώτριας και αποτελούν προσωπικό της μισθώτριας.

Η ενάγουσα, αφού είχε προηγηθεί συζήτηση περί του ανωτέρω θέματος με το Σύνδεσμο Συνεταιριστικών Υπαλλήλων, κληθείσα να παρέχει την εργασία της στη νέα εργοδότρια, αρνήθηκε, θεωρώντας ότι έτσι μεταβάλλεται το καθεστώς της απασχόλησής της. Κατόπιν αυτού η πρώτηεναγόμενη, διά του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της, προέβη στην καταγγελία της εργασιακής σχέσης μετά της ενάγουσας, η οποία επιδόθηκε στην τελευταία στις 27-12-2001 και έκτοτε έπαυσε να αποδέχεται την εργασία αυτής.

Με την ένδικη αγωγή της η ενάγουσα διατείνεται ότι η καταγγελία αυτή της συμβάσεως εργασίας της είναι άκυρη ως γενόμενη κατά παράβαση του άρθρου 57 του ισχύοντος Εσωτερικού Κανονισμού του Προσωπικού της πρώτης των εναγομένων, εφόσον η ίδια ανήκει στο μόνιμο προσωπικό της τελευταίας, κατέχουσα μια εκ των ένδεκα οργανικών θέσεων εισπρακτόρων- αποθηκαρίων που προβλέπει ο ανωτέρω Κανονισμός, από 1-1-1997, κατόπιν της υπ' αριθμ.12/31-12-1996 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής.

Όμως δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα από 31-12-1996 εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της πρώτης εναγομένης, ώστε, σε σχέση με την απόλυσή της, να υπάγεται στη διαδικασία του άρθρου 57 του Εσωτερικού Κανονισμού Καταστάσεως του Προσωπικού της τελευταίας. Με την επικαλούμενη πιο πάνω απόφαση του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης, με την οποία έγιναν οι τοποθετήσεις του προσωπικού της με βάση το νέο Εσωτερικό Κανονισμό Καταστάσεως του Προσωπικού της, η ενάγουσα τοποθετήθηκε απλώς "στο σούπερ-μάρκετ, όπου θα προσφέρει όλες τις υπηρεσίες που της εντέλλονται", όπως και πριν, χωρίς αυτό να έχει την έννοια της ένταξής της στο μόνιμο προσωπικό της πρώτης εναγομένης, για την οποία απαιτείτο να προηγηθεί διαγωνισμός, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του ανωτέρω Κανονισμού, τον οποίο και δεν επικαλείται η ενάγουσα.

Ωσαύτως αυτή διατείνεται ότι η ανωτέρω καταγγελία της συμβάσεως είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική, εφόσον: α) Η μεταβίβαση της ανωτέρω επιχειρήσεως της πρώτης εναγομένης δεν επηρεάζει την εργασιακή σχέση της ιδίας, ενόψει του ότι ήταν δυνατόν να μετακινηθεί σε ένα από τα επτά τμήματα των κεντρικών υπηρεσιών της πρώτης εναγομένης με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας άλλων, νεότερων εργαζομένων, με λιγότερα χρόνια υπηρεσίας.

Η πρώτη εναγομένη όμως από λόγους εκδίκησης ,επειδή η ίδια αρνήθηκε να αποδεχθεί τη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας της και δεν είχε συγγενικό, φιλικό ή κομματικό δεσμό με κανένα μέλος της, προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, παρά το γεγονός ότι είχε 20 έτη υπηρεσίας και ήταν ηλικίας 41 ετών, με δυσκολία ανευρέσεως νέας εργασίας.

β) Η πρώτη εναγομένη προέβη στην ομαδική απόλυση τεσσάρων εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, χωρίς να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και να γνωστοποιήσει εγγράφως τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται η πραγματοποίηση της ομαδικής απόλυσης και ότι δεν καταβλήθηκε σ' αυτήν η νόμιμη αποζημίωση.

Όμως, συνεχίζει το Εφετείο, προϋπόθεση των επικαλουμένων από την ενάγουσα ως άνω λόγων ακυρότητα της καταγγελίας είναι η ύπαρξη μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου, που δεν συνέτρεχε στην περίπτωση της ενάγουσας, αφού αυτή είχε προσληφθεί με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία παραταθείσα για ένα χρόνο, συνεχίστηκε και ακολούθως.

Η διαδοχική όμως ανανέωση της συμβάσεως αυτής δεν την κατέστησε αόριστου χρόνου, παρά το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα χρησιμοποιείτο για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχειρήσεως της πρώτης εναγομένης, εφόσον από το νόμο επιβάλλεται από την τελευταία ως αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού μόνο για συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

Επί της συμβάσεως, επομένως, αυτής δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 2112/1920, περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και καταβολής της από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενης αποζημιώσεως, που προϋποθέτουν σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου. Το γεγονός δε ότι η πρώτη εναγομένη κατάγγειλε την ανωτέρω σύμβαση ως τέτοια αόριστου χρόνου και κατέβαλε στην ενάγουσα την , κατά την κρίση της, αναλογούσα αποζημίωση, δεν καθιστά την ένδικη σύμβαση αόριστου χρόνου, η οποία δεν προβλέπεται από το νόμο για το έκτακτο προσωπικό αυτή.

Εξάλλου, ενόψει του χαρακτήρα της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης, δεν έχουν εφαρμογή, ως προς την ενάγουσα, οι διατάξεις του Ν.1387/1983 που καθορίζουν τις προϋποθέσεις των ομαδικών απολύσεων, ενώ η ίδια δεν επικαλείται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της έγινε πριν από τη λήξη του χρόνου της ανανεωθείσας συμβάσεως ορισμένου χρόνου, οπότε και μόνο θα είχε έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακυρότητα αυτής για το μετέπειτα χρόνο.

Η δε λύση από την πρώτη εναγομένη της παράνομης αυτής εργασιακής σχέσης δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Περαιτέρω, δεν εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση οι διατάξεις του άρθρου 5 του Π.Δ. 81/2003 που εκδόθηκε για την προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στην υπ' αριθμ. 1999/70/ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι ανεξαρτήτως του ότι η σύμβαση ορισμένου χρόνου στην παρούσα περίπτωση επιβάλλεται από διατάξεις νόμου και Κανονισμού με ισχύ νόμου, που προβλέπεται ως αντικειμενικός λόγος που δικαιολογεί την χωρίς περιορισμό ανανέωση, ούτε η σύμβαση εργασίας ούτε η ανανέωση αυτής έλαβε χώρα υπό την ισχύ αυτού του Π.Δ/τος.

Άλλωστε, τέτοια ανανέωση της συμβάσεως εργασίας δεν έλαβε χώρα ούτε μετά την καταληκτική ημερομηνία της 10-7-2002 προς προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στην ανωτέρω οδηγία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της, με την οποία αυτή ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας της, να υποχρεωθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη να αποδέχεται την εργασία της και να της καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για μισθούς υπερημερίας , χρηματική ικανοποίηση για ηθική της βλάβη και για αποδοχές αδείας του έτους 2001.

Με τις εκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθώς και εκείνες των άρθρων 281, 643, 669, 671 ΑΚ, 1, 3 και 8 § 3 του Ν. 2112/1920, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος και 5 της 99/70/ ΕΚ της 28-6-1999 Οδηγίας της ΕΟΚ. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το κύριο μέρος του, δεύτερος και τρίτος αληθώς μόνο από το άρθρο559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέοντες λόγοι του αναιρετηρίου, όπως συμπληρώνονται ως προς τις ελλιπώς παρατιθέμενες στο αναιρετήριο ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με την έκθεση του Εισηγητή και αυτεπαγγέλτως, μετά από πρόταση αυτού, εξετάζονται σύμφωνα με το άρθρο 562 § 4 ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 § 2β ίδιου Κώδικα), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Περαιτέρω, με το επικουρικό μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας αναφορικά με την ερμηνεία που προσέδωσε στην ΥΑ 27346/17-10-1990, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι με αυτήν απαγορεύεται στις ΑΣΟ η απασχόληση με συμβάσεις ορισμένου χρόνου πάνω από έτος και η μετατροπή αυτών σε αορίστου χρόνου συμβάσεις.

Ο λόγος αυτός, κατά το προαναφερόμενο μέρος του, είναι, πρωτίστως, αόριστος και, επομένως, απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο τα διδάγματα αυτά.

ΙΙΙ.- Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ , η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Για να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου λόγω μη λήψης υπόψη πραγματικού ισχυρισμού ή εσφαλμένης απορρίψεως αυτού, πρέπει να προβληθεί ο ισχυρισμός όχι μόνο στο Πρωτοδικείο αλλά και στο Εφετείο και μάλιστα νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρέλειψε να εξετάσει και να κρίνει τον ισχυρισμό της για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης, ο οποίος είχε προταθεί πρωτοδίκως. Ωστόσο, δεν επικαλείται με ποιο τρόπο επαναφέρθηκε ο ισχυρισμός της αυτός, που είχε προταθεί στην πρωτόδικη δίκη, στο Εφετείο, αν δηλαδή προβλήθηκε με κύριο ή πρόσθετο λόγο της έφεσής της, κατά τα άρθρα 520 και 525 § 1 ΚΠολΔ ή με τις προτάσεις της με πρόσθετο λόγο έφεσης κατά το άρθρο 674 § 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, εφόσον δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ. Και, τέλος, με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη ότι, δεν έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που αυτή προσκόμισε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολίας για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Έτσι, δεν δημιουργείται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα.

Επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ και πρέπει και ο τέταρτος λόγος, κατά το σχετικό δεύτερο μέρος του, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-3-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 331/2004 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ