1206/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1206/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως "πράγματα" , τα οποία αν παρά το νόμο δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, νοούνται οι παραδεκτώς προταθέντες, νόμιμοι και λυσιτελείς ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης πραγματικοί ισχυρισμοί του διαδίκου, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Full text
Απόφαση 1206 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1206/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαθανασίου.
Της αναιρεσίβλητης: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστος Λιούλιος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1448/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4073/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 40-8-2006 αίτησή του και με τους από 9-10-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 23-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων των άρθρων 1389,1390,1391, 1392 εδ.2 και 1495 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε εξακολουθεί μεν ο μεταξύ των συζύγων γάμος, αλλά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συνεισφοράς αυτών προς αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, μεταξύ των οποίων και η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή, αφού με τη διακοπή της συμβίωσης έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, εκείνος από τους συζύγους που για εύλογη στο πρόσωπο του αιτία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση, δικαιούται από τον άλλο, ανεξαρτήτως του εάν ο ένας είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής.
Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, είναι συνέπεια της κατά το άρθρο 1389 ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν εξομοιώνεται με την κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ διατροφή (Ολ.ΑΠ.9/1991, ΑΠ 1382/2000), ούτε με την κατά τα άρθρα 1442 επ.
ΑΚ οφειλόμενη μετά το διαζύγιο (ΑΠ 272/2004) υπάρχει δε και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου. Στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση, αν το παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ' αυτόν από τον άλλο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του (ελαττωμένη διατροφή) μετ' ένσταση του εναγομένου, για την πληρότητα όμως της οποίας δεν αρκεί η παράθεση των παραπτωμάτων του ενάγοντος συζύγου, αλλά απαιτείται και αντίστοιχο αίτημα όπως επίσης και προσδιορισμός από τον ενιστάμενο του ποσού της κατ'αυτόν οφειλόμενης ελαττωμένης διατροφής (ΑΠ 132/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, της οποίας η αγωγή εναντίον του αναιρεσείοντος, για καταβολή διατροφής σε χρήμα, λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης με τον εναγόμενο από εύλογη γι' αυτήν αιτία, απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάζοντας την αγωγή, δέχτηκε αυτή εν μέρει, δεχόμενο ότι η μεταξύ των διαδίκων έγγαμη συμβίωση διακόπηκε με την αποχώρηση του εναγομένου από τον συζυγικό οίκο, εξ αιτίας υπαίτιας συμπεριφοράς αμφοτέρων των διαδίκων, συνεπεία της οποίας κλονίστηκε τόσο ισχυρά η σχέση του γάμου, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της να είναι αφόρητη.
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τις οικονομικές δυνατότητες αμφοτέρων των συζύγων και τις ανάγκες της ενάγουσας υπό συνθήκες της οικογενειακής ζωής σε συνδυασμό και με τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν από τη χωριστή διαβίωση της μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης , υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλλει σ' αυτή ανάλογη (όχι ελαττωμένη) μηνιαία σε χρήμα διατροφή από 615 ευρώ, δεχόμενο ότι ο εναγόμενος δεν προέβαλε ένσταση ελαττωμένης διατροφής κατά το άρθρο 1495 ΑΚ.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο επιδικάζοντας στην ενάγουσα πλήρη και όχι ελαττωμένη διατροφή δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, μη εφαρμόζοντας την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άνω άρθρου 1495 ΑΚ και ούτε παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1389,1390,1391 ΑΚ, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου και τον ταυτάριθμο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του, οι οποίοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως "πράγματα" , τα οποία αν παρά το νόμο δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, νοούνται οι παραδεκτώς προταθέντες, νόμιμοι και λυσιτελείς ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης πραγματικοί ισχυρισμοί του διαδίκου, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής οι αρνητικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των ισχυρισμών του αντιδίκου, ούτε οι απαράδεκτοι, αόριστοι, μη νόμιμοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, αφού αυτοί δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς.(Ολ.ΑΠ 14/2004) Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και απέρριψε αυτόν, για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.
Εξ άλλου, από τις παραπάνω υπό στοιχείο Ι αναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ προκύπτει περαιτέρω, ότι η οφειλόμενη μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης διατροφή, που υποκαθιστά στην περίπτωση αυτή την υποχρέωση συνεισφοράς των συζύγων, διέπεται από τους κανόνες των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, για τον υπολογισμό δε της αναλογίας συμβολής του κάθε συζύγου για τη διατροφή, πρέπει να ληφθεί υπόψη, μαζί με τα άλλα στοιχεία, και η περιουσία, (Ολ,ΑΠ 9/1991, ΑΠ 272/2004) η οποία, αν είναι απρόσοδη, απόκειται στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει, αφού συνεκτιμήσει και τα λοιπά στοιχεία, εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβάλλεται η ρευστοποίηση της (ΑΠ 272/2004, 1382/2000).
Περαιτέρω κατά την παρ.2 του άρθρου 1391 ΑΚ η υποχρέωση διατροφής της παρ.1 του ιδίου άρθρου παύει ή το ποσό της αυξάνεται ή μειώνεται, μετ' ένσταση του υπόχρεου, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, τέτοια δε περίσταση είναι και η ύπαρξη περιουσίας, που μπορεί να ρευστοποιηθεί από τον δικαιούχο ενάγοντα (ΑΠ 1382/2000).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησης του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θ' ασκηθεί το δικαίωμα σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον ν' ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, που προηγήθηκε, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο να εξέρχεται από τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση που δημιούργησε, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (Ολ.
ΑΠ 8/2001). Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, αποδίδει στο Εφετείο και την αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, διότι αυτό παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους παρακάτω ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς του, που προέβαλε με τις προτάσεις του στο Εφετείο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης της αναιρεσίβλητης α) ότι η ενάγουσα δικαιούται ελαττωμένη διατροφή , ισούμενη με μηδενική, διότι η έγγαμη συμβίωση τους διακόπηκε αποκλειστικά από υπαίτια συμπεριφορά της, συνεπεία της οποίας κλονίστηκε τόσο ισχυρά η σχέση του γάμου τους, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της να είναι αφόρητη και ότι η ενάγουσα διαθέτει ακίνητη περιουσία (2ος λόγος, του κυρίου δικογράφου και ο ταυτόσημος 2ος πρόσθετος λόγος) και β ) ότι η ενάγουσα καταχρηστικώς άσκησε το δικαίωμα της για διατροφή, διότι αυτός κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης δώρισε σ' αυτή το έτος 2000 ένα διαμέρισμα στη ......
Αττικής, επιφανείας 90 τ. μ. και αξίας 240.000 ευρώ, με τη συμφωνία να υπολογισθεί στην τυχόν απαίτηση της για αποκτήματα, το οποίο δύναται να της αποφέρει μηνιαίο εισόδημα από την εκμίσθωση του 800 ευρώ, με το ποσό δε αυτό και τα λοιπά δικά της εισοδήματα είναι δυνατή η αντιμετώπιση των δαπανών διατροφής της (4ος λόγος του κυρίου δικογράφου) και γ) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις και δη ότι η ενάγουσα έχει περιουσία, που επιβάλλουν την μη επιδίκαση διατροφής (4ος πρόσθετος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι για τους εξής λόγους: α) άνω υπό στοιχείο α', ως αβάσιμος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, διότι, από τις έγγραφες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι, όπως δέχτηκε και το Εφετείο, αυτός δεν προέβαλε κατά τρόπο ορισμένο ισχυρισμό για επιδίκαση ελαττωμένης διατροφής, καθορίζοντας και το κατά την άποψη του ποσό αυτής, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της ενάγουσας στη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει, δεχόμενο ότι η έγγαμη συμβίωση διακόπηκε από υπαίτια συμπεριφορά αμφοτέρων των διαδίκων, συνεπεία της οποίας κλονίστηκε η σχέση του γάμου, ώστε η εξακολούθηση της να είναι αφόρητη, για τον καθορισμό δε του μέτρου της οφειλομένης διατροφής έλαβε υπόψη και την περιουσία της ενάγουσας, δεχόμενο ότι αυτή είναι κυρία διαμερισμάτων στην ...
Αττικής και στην ....., από την εκμίσθωση των οποίων λαμβάνει μισθώματα 400 και 585 ευρώ μηνιαίως β) ο άνω υπό στοιχείο γ λόγος , ως ένσταση από το άρθρο 1391 εδ. β ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχτηκε ότι η ενάγουσα διαθέτει περιουσία και δη ότι είναι κυρία διαμερίσματος στη ....
Αττικής, το οποίο δώρισε σ' αυτή ο εναγόμενος, από το οποίο εισπράττει μηνιαίο μίσθωμα 400 ευρώ, καθώς και διαμερίσματος στην ..... επί της οδού ...από την εκμίσθωση του οποίου εισπράττει μηνιαίως ποσό 585 ευρώ, στη συνέχεια δε αφού έλαβε υπόψη τις συνθήκες τις ανάγκες της ενάγουσας , υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό με εκείνες που προέκυψαν από τη χωριστή διαβίωση και της οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων, καθόρισε το οφειλόμενο από τον εναγόμενο ποσό διατροφής σε 615 ευρώ, απορρίπτοντας έτσι εκ του πράγματος τον ισχυρισμό του εναγομένου από το άρθρο 1391 εδ.β ΑΚ, ότι συντρέχουν περιστάσεις και δη ότι η ενάγουσα έχει περιουσία, που επιβάλλουν την μη επιδίκαση διατροφής γ) ο άνω υπό στοιχείο β λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα από τον εναγόμενο πραγματικά περιστατικά, προς θεμελίωση της ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και αληθινά υποτιθέμενα, αυτά και μόνο, δεν θεμελιώνουν κατά νόμο την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, και επομένως, το Εφετείο που απέρριψε αυτόν σιωπηρώς δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων.
ΙΙΙ. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.ΠολΔ λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση τους το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και η σύνδεση του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1389,1390 και 1391 ΑΚ προκύπτει, ότι το μέτρο της μετά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης οφειλομένης στο δικαιούχο διατροφής, προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου όπως αυτές προκύπτουν υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό με εκείνες που ανέκυψαν από την χωριστή διαβίωση λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων, μεταξύ των οποίων και η περιουσία (Ολ.ΑΠ 9/1991).
Δεν απαιτείται να αναφέρεται στην αγωγή ούτε την απόφαση με την οποία επιδικάζεται διατροφή λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, η αποτίμηση της συνεισφοράς καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας Οι οικονομικές αυτές δυνάμεις των διαδίκων, που προσδιορίζουν την αναλογία συνεισφοράς καθενός από τους συζύγους στη διατροφή του δικαιούχου, ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ένστασης του εναγομένου, καταλυτικής εν όλω η εν μέρει της αγωγής (ΑΠ 132/2003, 782/03, 804/1992) Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες α) ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες καθόρισε το οφειλόμενο από αυτόν στην ενάγουσα ποσό μηνιαίας σε χρήμα διατροφής, διότι δεν προσδιορίζει την αξία των διαμερισμάτων των οποίων αυτός είναι κύριος ή έστω την τεκμαρτή εξ αυτών πρόσοδο, ούτε επίσης προσδιορίζει τις δαπάνες συντήρησης και το ποσό των καταθέσεων του σε τραπεζικούς λογαριασμούς, ώστε να προκύπτει με ποίο ποσό αυτός συμμετείχε στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών κατά υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής (3ος λόγος του κυρίου δικογράφου και β) ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχεται το Εφετείο ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε από υπαίτια αντισυζυγική συμπεριφορά και του ιδίου, συνεπεία της οποίας κλονίστηκε τόσο ισχυρά η σχέση του γάμου τους, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση αυτής να είναι αφόρητη.(3ος πρόσθετος λόγος) Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ο πρώτος μεν ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι προέβαλε στο Εφετείο ένσταση συνεισφοράς στη διατροφή της ενάγουσας, ώστε για το καθορισμό του ποσού με το οποίο αυτός συνέβαλε στη διατροφή της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης να απαιτείται η αποτίμηση των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων, ο δεύτερος δε ως αλυσιτελής, διότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε νομίμως ένσταση ελαττωμένης διατροφής.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν οι αντιφατικές διατάξεις της απόφασης εντοπίζονται στο διατακτικό, ούτως ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.
Στην προκειμένη περίπτωση , με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του αντιφατικές διατάξεις, διότι μολονότι στο αιτιολογικό της δέχεται , ότι απορριπτόμενου του προσθέτου λόγου έφεσης αυτής, πρέπει να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα του τότε εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος, στη συνέχεια και με το διατακτικό της επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του, χωρίς να λαμβάνει υπόψη και την άνω καταδίκη της εκκαλούσας στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό καταδίκασε την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου και στη συνέχεια καταδίκασε αυτόν σε μέρος των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας Απορριπτομένων όλων των λόγων αναίρεσης του κυρίου και προσθέτου δικογράφου πρέπει να απορριφθεί, αυτή καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, στο αναφερόμενο στο διατακτικό ποσό, διότι η τελευταία δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04.08.2006 αίτηση και τους από 09.10.2007 προσθέτους λόγους του χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4.073/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ 1.200
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ