1206/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1206/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω στην αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι ενάγοντες εκθέτουν, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι παραχώρησαν δύο υποθήκες σε δικά τους ακίνητα υπέρ της αρχικής εναγομένης τράπεζας ΕΤΒΑ, την οποία διαδέχθηκε η ήδη αναιρεσείουσα προς εξασφάλιση απαιτήσεων αυτής από δάνεια προς την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΜΟΝΩΤΙΚΗ ΑΒΕΕ", για τις οποίες οι ίδιοι εγγυήθηκαν, ύψους 34.000.000 δρχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1206 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1206/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ"που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητα της οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου, εναγομένης εφεσίβλητης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΕ" (ΕΤΒΑ ΑΕ). Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευδοκία Δούκα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ. Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5395/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 322/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-5-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 11-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως κατά της υπ' αριθ. 322/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 εδ. α' του Ν. 2227/1994, που ορίζει ότι "η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για την κάλυψη των ρυθμιζομένων με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών οφειλών από παλαιότερα δάνεια επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες, ανεξάρτητα από την έδρα τους στους νομούς Ξάνθης, Ροδόπης, Έβρου, Φλωρίνης, Κιλκίς και Καστοριάς παρέχονται ανεπιφύλακτα έναντι εμπραγμάτων ασφαλειών επί των παγίων στοιχείων των επιχειρήσεων αυτών, εφόσον η αξία τους καλύπτει το ποσό των ρυθμιζομένων οφειλών που βαρύνει τις επιχειρήσεις.
Στην περίπτωση αυτή, απελευθερώνονται οι υφιστάμενες υπέρ των Τραπεζών λοιπές ασφάλειες επί ρευστοποιήσιμων στοιχείων, ενεχύρων, προσωπικών εγγυήσεων τρίτων και εξω- επιχειρηματικών ακινήτων", προκύπτει ότι με αυτή καθιερώνεται ειδικός λόγος εξάλειψης πέραν εκείνων που αναφέρονται στα άρθρα 1324 και 1328 ΑΚ, των υποθηκών που έχουν εγγραφεί από τις Τράπεζες σε ρευστοποιήσιμα στοιχεία και εξωεπιχειρηματικά ακίνητα των επιχειρήσεων εκείνων που δραστηριοποιούνται στις πιο πάνω περιοχές, για λόγους ενισχύσεως αυτών και βελτιώσεως της πιστοληπτικής του ικανότητας, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων (των υποθηκών) που παραχωρήθηκαν προς τις Τράπεζες υπέρ των επιχειρήσεων αυτών από τρίτους σε δικά τους ακίνητα προς εξασφάλιση απαιτήσεων από δανειακές οφειλές αυτών προς τις Τράπεζες, για τις οποίες οι τρίτοι έδωσαν την προσωπική τους εγγύηση, ο οποίος (λόγος εξάλειψης) συνίσταται στην υπέρ των οφειλών αυτών παρεχόμενη από το Ελληνικό Δημόσιο ανεπιφύλακτη εγγύηση, η οποία παρέχεται έναντι εμπραγμάτων ασφαλειών επί των παγίων στοιχείων των επιχειρήσεων, εφόσον η αξία τους καλύπτει το ποσό των ρυθμιζομένων οφειλών που βαρύνει τις επιχειρήσεις.
Εν προκειμένω στην αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι ενάγοντες εκθέτουν, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι παραχώρησαν δύο υποθήκες σε δικά τους ακίνητα υπέρ της αρχικής εναγομένης τράπεζας ΕΤΒΑ, την οποία διαδέχθηκε η ήδη αναιρεσείουσα προς εξασφάλιση απαιτήσεων αυτής από δάνεια προς την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΜΟΝΩΤΙΚΗ ΑΒΕΕ", για τις οποίες οι ίδιοι εγγυήθηκαν, ύψους 34.000.000 δρχ.
η μία, η οποία εγγράφηκε την 10.1.1980 στον τόμο ΛΔ' σελ. 17 αριθ. 1 του Υποθηκοφυλακείου ... και 30.023.000 δρχ. η άλλη, που εγγράφηκε την 12.12.1985 στον τόμο Ε' σελ. 9 αριθ. 2 του ίδιου Υποθηκοφυλακείου. Ότι, στη συνέχεια, η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, ως δραστηριοποιούμενη στην περιοχή της ... ζήτησε και επέτυχε την υπαγωγή της στην ευνοϊκή ρύθμιση του προαναφερθέντος Ν. 2227/1994, αφού ρύθμισε τις οφειλές της προς την αρχική εναγομένη ΕΤΒΑ στα πλαίσια της υπ' αριθ. 1648/322/22/ 13.1.1994 κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με το από 22.5.1995 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπόγραψε με την ως άνω δανείστρια τράπεζα, όπως αυτές (οφειλές) είχαν διαμορφωθεί μέχρι την 31.12.1993, και, σύμφωνα με την επιτευχθείσα ρύθμιση, το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών, που θα εβάρυνε πλέον την οφειλέτρια ως άνω επιχείρηση, ορίσθηκε σε 250.000.000 δρχ.
περίπου, που θα εξοφλείτο σε έντεκα έτη. Ότι ακολούθως, όπως διαπιστώθηκε αρμοδίως, η αξία των πάγιων εγκαταστάσεων της πρωτοφειλέτριας ανήρχετο σε 2.776.000 δρχ. και επομένως εκάλυπτε το ύψος των οφειλών που ρυθμίστηκαν και βάρυναν αυτήν, ανερχόμενο σε 250.000.000 δρχ., γι' αυτό το Ελληνικό Δημόσιο παρέσχε ανεπιφύλακτα την εγγύησή του υπέρ των οφειλών αυτών, με αποτέλεσμα να συντρέχει πλέον ο ως άνω ειδικός λόγος εξαλείψεως όλων των εμπραγμάτων ασφαλειών, που είχαν δοθεί προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της δανείστριας Τράπεζας επί ρευστοποιήσιμων στοιχείων, ενεχύρων, προσωπικών εγγυήσεων τρίτων και εξωεπιχειρηματικών ακινήτων και ότι, με βάση αυτά, ζήτησαν οι ενάγοντες να συναινέσει η εναγομένη Τράπεζα, ως δανείστρια υπέρ της οποίας δόθηκαν οι ως άνω υποθήκες σε ακίνητα των εναγόντων προσωπικών εγγυητών, δηλαδή σε τέτοια εξωεπιχειρηματικά, στην εξάλειψη των υποθηκών αυτών, πλην όμως εκείνη αρνήθηκε και γι' αυτό πλέον οι ενάγοντες ζήτησαν με την ένδικη αγωγή τους την για τον λόγο αυτό εξάλειψη των ως είρηται υποθηκών.
Με αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα από το νόμο απαιτούμενα για το ορισμένο αυτής στοιχεία και ειδικότερα: την από τους ενάγοντες, ως τρίτους εγγυητές, παραχώρηση υπέρ της ΕΤΒΑ, ως δανείστριας, συγκεκριμένων υποθηκών επί ακινήτων τους, που πλήρως περιγράφονται στο αγωγικό δικόγραφο, προς εξασφάλιση ορισμένων απαιτήσεων αυτής κατά της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, που δραστηριοποιείται στην περιοχή της ..., την υπαγωγή της τελευταίας στην ευνοϊκή ρύθμιση του Ν. 2227/1994 με την ρύθμιση των οφειλών της προς την εναγομένη στα πλαίσια της ισχύουσας κοινής υπουργικής απόφασης, το μετά την ρύθμιση αυτή εναπομείναν ποσό οφειλής, που βαρύνει πλέον την πρωτοφειλέτρια, την αξία των πάγιων εγκαταστάσεων αυτής, η οποία εκάλυπτε το ποσό αυτό της οφειλής και την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και συνακόλουθα, καμιά μεταβολή της βάσης της αγωγής δεν επιχειρήθηκε από τους ενάγοντες στην κατ' έφεση δίκη, ώστε να τίθεται ζήτημα απαραδέκτου αυτής και επομένως ο για το αντίθετο πρώτος, μέρος πρώτο και δεύτερο, λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο από την ποσοτική αοριστία της αγωγής και τη μεταβολή της βάσης της αγωγής με την προσθήκη του πρώτου ενώπιον αυτού στοιχείου, που δήθεν δεν υπήρχαν στο αγωγικό δικόγραφο, όπως των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για την εφαρμογή του άρθρου 16 παρ. 2 του Ν. 2227/1994 και ιδίως ότι κρίσιμος χρόνος που έχει υπόψη του το άρθρο αυτό είναι στην προκειμένη περίπτωση η 31.12.1993, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 16/24 ο πρώτος και 4/24 καθένας από τους λοιπούς του περιγραφόμενου στην αγωγή οικοπέδου και τις επ' αυτού διώροφης οικίας.
Στο ακίνητο αυτό, με τη συναίνεσή τους, η εναγόμενη Τράπεζα ενέγραψε, προς εξασφάλιση απαιτήσεώς της από χορήγηση δανείων στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΜΟΝΩΤΙΚΗ ΑΒΕΕ", στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας μετείχε ο πρώτος ενάγων, στις 10.1.1980 και στις 12.12.1985 δύο υποθήκες ύψους 34.000.000 και 30.023.000 δρχ., αντίστοιχα.
Με το από...ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ της αρχικής εναγομένης και της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, ρυθμίσθηκαν οι όροι εξόφλησης των οφειλών της τελευταίας, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά την 31.12.1993, σύμφωνα με την ...Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ανερχόμενες στο ύψος των 250.222.862 δρχ., οι οποίες καλύφθηκαν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και ορίσθηκαν ημερομηνίες καταβολής των τριών πρώτων τοκοχρεωλυτικών δόσεων οι 1.7.1995, 1.1.1996 και 1.7.1996, ενώ, μετά την από 8.9.1995 αίτηση της πρωτοφειλέτιδος, εγκρίθηκε από εναγομένη στις 31.10.1995 η τροποποίηση της αρχικής ρύθμισης και, σύμφωνα με την ισχύουσα νέα ...
ΚΥΑ των αυτών ως άνω Υπουργών, ορίσθηκε η διάρκεια της ρύθμισης σε 13 έτη, περίοδος χάριτος από 1.7.1993 έως 31.12.1995, κεφαλαιοποίηση των ενδιάμεσων τόκων της χαριστικής περιόδου στις 31.12.1995 και καταβολή της πρώτης εξαμηνιαίας δόσης την 1.7.1996. Περαιτέρω, η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, αξιοποιώντας την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Ν. 2227/1994, σύμφωνα με την οποία η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για την κάλυψη ρυθμιζομένων οφειλών από παλαιότερα δάνεια επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες, πλην άλλων διαμερισμάτων της Χώρας, και στη ..., παρέχεται ανεπιφύλακτα έναντι εμπραγμάτων ασφαλειών επί των παγίων στοιχείων των επιχειρήσεων αυτών, εφόσον η αξία τους καλύπτει το ποσό των ρυθμιζομένων οφειλών που τις βαρύνει, οπότε απελευθερώνονται οι λοιπές επί εξωεπιχειρηματικών ακινήτων υφιστάμενες ασφάλειες, ζήτησε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Κομοτηνής την εκτίμηση των παγίων εγκαταστάσεων του εργοστασίου της, που βρίσκεται στην ... .
Με τις από ... εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, οι ορισθέντες εκτιμητές .... , αρχιτέκτονας μηχανικός και ... ηλεκτρολόγος - μηχανολόγος, αποτίμησαν την αξία των μεν κτιριακών εγκαταστάσεων του εργοστασίου στο ποσό των 140.000.000 δρχ., του δε ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού του στο ποσό των 137.000.000 δρχ. και συνολικά των πάγιων στοιχείων της επιχείρησης σε 277.000.000 δρχ.
Με την από 8.4.1996 αίτησή της, η δανειολήπτρια, επικαλούμενη το γεγονός ότι τα πάγια στοιχεία της επιχειρήσεώς της καλύπτουν το ποσό των ρυθμισθεισών οφειλών της, ζήτησε από την εναγομένη να προβεί στην εξάλειψη των υποθηκών επί του ακινήτου των εναγόντων. Η τελευταία απέρριψε, με το από 16.12.1996 έγγραφό της, το υποβληθέν αίτημα, διατεινόμενη ότι η αξία των πάγιων περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας δεν επαρκεί για την κατά 100% κάλυψη των οφειλών της.
Τον σχετικό ισχυρισμό επαναλαμβάνει η εναγομένη και με τις προτάσεις της, καθορίζουσα το ύψος των οφειλών της εταιρείας, στις μεν 31.1.1995 (ημερομηνία κεφαλαιοποίησης των ενδιάμεσων τόκων) στο ποσό των 326.002.176 δρχ., στις δε 18.11.1996 (ημερομηνία αξιολόγησης του αιτήματος σύμφωνα με την ...απόφαση του Υπουργού Οικονομικών) στο ποσό των 390.000.000 δρχ.
Προς επίρρωση τούτου επικαλείται και προσκομίζει, αφενός την από 28.7.1998 τριπλότυπη περιληπτική κατάστασή της για τη βεβαίωση ληξιπρόθεσμης την 1.1.1998 οφειλής της εταιρείας, ύψους 506.715.000 δρχ. και το από 17.8.1999 δικαιολογητικό πίστωσης λογαριασμού της Τράπεζας της Ελλάδος, από το οποίο προκύπτει χρέος του ιδίου ως άνω ποσού με VALEUR 17.12.1999 και αφετέρου το από 15.2.1999 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους προς την Τράπεζα της Ελλάδος, στο οποίο αναφέρεται ότι στις 9.10.1998 η εναγομένη είχε κατά του Ελληνικού Δημοσίου απαίτηση ποσού 488.387.107 δρχ., που προέρχεται από ρυθμίσεις στο πλαίσιο της πρώτης προαναφερθείσας ΚΥΑ οφειλής της επιχείρησης της πρωτοφειλέτιδας, εγγυημένης από το Δημόσιο.
Πλην όμως, από τα έγγραφα αυτά δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της εναγομένης, καθόσον σ' εκείνα γίνεται αναφορά οφειλών σε μεταγενέστερα της αξιολόγησης του αιτήματος (18.11.1996) χρονικά διαστήματα. Αλλά και ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι κατά την ανωτέρω ημερομηνία (18.11.1999) είχε παύσει ισχύουσα η ρύθμιση, καθόσον δεν είχαν πληρωθεί τρεις συνεχόμενες τοκοχρεωλυτικές δόσεις (της 1.7.1995, 1.1.1996 και 1.7.1996), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον με την εγκριθείσα στις 31.10.1995 τροποποίηση της αρχικής ρύθμιση μετατέθηκε χρονικά η πρώτη εξαμηνιαία δόση για την 1.7.1996.
Σύμφωνα με αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, καλύφθηκαν οι ρυθμισθείσες από την εναγομένη και την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία οφειλές της τελευταίας, οι οποίες κατά την ως άνω ημερομηνία εξέταση του αιτήματος, που αφορούσε τις επί του ακινήτου των εναγόντων υποθήκες, δεν αποδείχθηκε ότι ανήρχοντο σε ποσό υπερβαίνον την αξία των πάγιων στοιχείων της επιχείρησης της πρωτοφειλέτιδας και επομένως υφίσταντο οι προϋποθέσεις απελευθέρωσης των εμπραγμάτων τούτων ασφαλειών και εντεύθεν απόσβεσής τους κατ' άρθρο 1317 ΑΚ.
Με βάση αυτά, το Εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή, αφού, κατ' αποδοχή της έφεσης των εναγόντων, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση, και διέταξε την εξάλειψη των ως είρηται υποθηκών. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Ν. 2227/1994 και του άρθρου 1317 ΑΚ, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου, αφού διέλαβε πλήρεις και σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες στα κρίσιμα θέματα της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για την εφαρμογή τους, ο δε για το αντίθετο πρώτος, μέρος τρίτο και τέταρτο, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 858 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποκατάστασης του εγγυητή στα δικαιώματα του δανειστή, με την οποία μεταβιβάζονται σ' αυτόν όλα τα δικαιώματα και απαιτήσεις του τελευταίου κατά του πρωτοφειλέτη μαζί με όλες τις ασφάλειες που τις ασφαλίζουν, όπως υποθήκες, εγγυήσεις ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα, είναι αφενός μεν ότι ο εγγυητής ικανοποίησε τον δανειστή, αφετέρου δε και ότι ο εγγυητής έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη, το οποίο δεν παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο με μόνη την ικανοποίηση του δανειστή, αλλά καθιερώνεται μόνο από την έννομη σχέση που συνδέει τον εγγυητή με τον οφειλέτη, την οποία πρέπει να επικαλείται ο από το άνω άρθρο ενιστάμενος διάδικος, αμυνόμενος κατά της κατ' αυτού αγωγής ή ενστάσεως του πρωτοφειλέτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν εξέτασε την ένσταση της εναγομένης, που πρότεινε τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση με τις προτάσεις της στη συζήτηση που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες δε νομιμοποιούνται στην άσκηση της κατ' αυτής ένδικης αγωγής, διότι ήδη κατά την άσκησή της (17.3.1999) το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής κατά το άρθρο 16 παρ. 2 του Ν. 2227/1994, είχε ικανοποιήσει πλήρως αυτήν και έτσι είχε υποκατασταθεί στα δικαιώματα και τις απαιτήσεις της κατά της πρωτοφειλέτιδας ως άνω εταιρείας, οι οποίες (απαιτήσεις) πλέον μεταβιβάσθηκαν σ' αυτό μαζί με όλες τις ασφάλειες, συνεπώς και με τις επίδικες υποθήκες, και γι' αυτό η εξάλειψή τους έπρεπε να ζητηθεί κατά του τελευταίου, δηλαδή του Ελληνικού δημοσίου, και έτσι υπέπεσε στους προβλεπόμενους από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, με την έννοια ότι δεν εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 858 ΑΚ και συνακόλουθα δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η ως άνω σχετική ένσταση της εναγομένης είναι αόριστη, καθόσον αυτή δεν επικαλείται, όπως έπρεπε κατά νόμο, ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής που ικανοποίησε αυτήν ως δανείστρια, έχει δικαίωμα, και από πού, αναγωγής κατά της πρωτοφειλέτιδας και συνεπώς υποκαταστάθηκε στις απαιτήσεις και τα δικαιώματά της, με αποτέλεσμα να αποκτήσει αυτές μαζί με όλες τις ασφάλειες και γι' αυτό ορθώς το Εφετείο δεν εφάρμοσε την άνω διάταξη του άρθρου 858 ΑΚ, αφού η εναγομένη δεν επικαλέσθηκε όλους τους όρους της εφαρμογής της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ κατά της υπ' αριθ. 322/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαϊου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ