Legislator Case Law & Legislation
1205/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against second-instance dismissal of late appeal due to procedural error in lower court.

Case Number 1205/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal against the Athens Court of First Instance's dismissal of a late appeal. The appellants argued that the lower court incorrectly rejected their procedural objection regarding the timeliness of the appeal, which they had raised in their submissions. The Court found the lower court erred in law by failing to recognize the appellants' valid procedural right to contest the timeliness objection, thus overturning the dismissal and remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591(1)(st), 591(7), 524(1) of the Code of Civil Procedure; The lower court must accept procedural objections raised in submissions if the party lacked the formal ability to raise them in the main document, and a dismissal based on such an error constitutes a reversible appealable error.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure timeliness of appeal procedural objection submissions rule reversible error remittal for retrial legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 591(1)(st) of the Code of Civil Procedure
Article 591(7) of the Code of Civil Procedure
Article 524(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176(a) of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1205 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1205/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Π. Β. του Σ., κατοίκου Αθηνών, και 2.Κ. Θ. του Α., κατοίκου Αμφίκλειας Φωκίδας. Ο πρώτος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευμορφία Ρήγα και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του, η oποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία - Μαρία Σβεντζούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2021 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1314/2022 μη οριστική, 719/2023 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2320/2024 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-9-2024 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 9-9-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7755-759/9-9-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 2320/3-6-2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 614 αριθμός 3 και 621 του ΚΠολΔ) - επί της από 10-11-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 137225-7240/21-12-2023 εφέσεως που είχαν ασκήσει (και) οι αναιρεσείοντες, Π.

Β. του Σ., κάτοικος Α. και Κ. Θ. του Α., κάτοικος Αμφίκλειας Φωκίδος, κατά της υπ' αριθμό 719/14-7-2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και γενικά παραδεκτά μέσα στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, επειδή η αναιρεσιβαλλομένη επιδόθηκε στις 10-7-2024, όπως αυτό προκύπτει από τη σημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Κ. Στεφανή στο αντίγραφο της αναιρεσιβαλλομένης που επιδόθηκε (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1 β, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 και 3 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 144 παρ. 1 και 147 παρ. 2 του ίδιου κώδικα). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 2.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες - όπως και τρίτα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη - στην από 12-10-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 80632-2036/14-10-2021 αγωγή - την οποία είχαν απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχαν στρέψει κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Ταχυδρομεία Α.Ε.", το διακριτικό τίτλο "ΕΛ.ΤΑ" και έδρα την Αθήνα - εξέθεσαν τα εξής:

Ότι είχαν καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη κατά τις ημεροχρονολογίες που ανέφεραν στην αγωγή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφεραν σε αυτή προσηκόντως την εργασία τους έως και την 15-7-2021, όταν η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους ακύρως για τους λόγους που ανέφεραν σε αυτή.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί ότι η από 15-7-2021 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από την αναιρεσίβλητη έπασχε από ακυρότητα, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους απασχολεί πραγματικά με την απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με το διατακτικό της απόφασης και γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον καθένα από αυτούς για την αιτία που προαναφέρθηκε νομιμότοκα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 16-7-2021 έως και 30-9-2022.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αριθμός 3 α και 621 επ. του ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 719/14-7-2023 οριστική απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Οι ενάγοντες που προαναφέρθηκαν άσκησαν κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 10-11-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 137225-7240/21-12-2023 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρα 591 και 520 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) και αιτήθηκαν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή που είχαν ασκήσει κατά της εφεσίβλητης-εναγομένης.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 2320/3-6-2024 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη με την παραδοχή ότι είχε ασκηθεί εκπρόθεσμα (άρθρα 591 και 518 παράγραφος 1 και 532 του ΚΠολΔ).

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ειδικότερα, τα εξής: "(...) Στην προκειμένη περίπτωση, επί της από 12 10-2021 (με γενικό και ειδικό αριθμό κατ. δικ. 80632/2036/14-10-2021) αγωγής των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, καθώς και των Ε. Τ. του Ι. και Η. Τ. του Σ., που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου και απευθυνόταν, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - εργατικών διαφορών, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων (...) η με αριθμ. 719/2023 οριστική απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στις 14-7-2023, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.

Η κρινόμενη από 10-11-2023 έφεση προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στο εκδόν Δικαστήριο με αριθμό 137225/7240/21-12-2023 (...) των πρωτοδίκως ηττηθέντων δύο πρώτων εναγόντων και ήδη εκκαλούντων κατά της υπ' αριθ. 719/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - εργατικών διαφορών, αρμοδίως μεν φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατ' άρθρο 19 περ.

β του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - εργατικών διαφορών, αφού, όπως προκύπτει από την, παρά πόδας του εφετηρίου δικογράφου, υπ' αριθ. 137225/7240/21-12-2023 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού από την πληρεξούσια δικηγόρο των εκκαλούντων στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη Ευμορφία Ρήγα, πλην όμως έχει ασκηθεί εκπροθέσμως και, συνεπώς, απαραδέκτως κατ' άρθρο 532 ΚΠολΔ, καθώς η εκκαλούμενη με αριθ. 719/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της με αριθ. 2124/27-7-2023 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά Α.

Κ.. Σ., επιδόθηκε στις 27-7- 2023 για λογαριασμό του Ε. Μ., πληρεξουσίου δικηγόρου και αντίκλητου (...) των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, που τους εκπροσώπησε στην Πρωτοβάθμια Δίκη και οι οποίοι του χορήγησαν την (...) πληρεξουσιότητα με σχετική δήλωσή τους, που καταγράφηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεδομένου ότι ήταν παρόντες, επειδή δεν βρέθηκε ο εν λόγω δικηγόρος στο γραφείο του (Πλατεία Αργεντινής Δημοκρατίας αρ. 14 3ος όροφος) κατά την ως άνω επίδοση της εκκαλουμένης, στον συνεργάτη του Ν.

Ν., όπως ο ίδιος δήλωσε στον ως άνω δικαστικό επιμελητή και ο οποίος υπέγραψε και την παραπάνω έκθεση επίδοσης, η δε έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 21-12-2023, ημέρα Πέμπτη, ήτοι πέραν της γνήσιας προθεσμίας (...) των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση, η οποία έληξε στις 7 το βράδυ της τελευταίας (τριακοστής από την επομένη της επίδοσης) ημέρας, ήτοι της 26-9-2023, ημέρας Τρίτης.

Οι εκκαλούντες ζητούν να κριθεί εμπρόθεσμη η κρινόμενη έφεσή τους, υποστηρίζοντας ότι ο παραλαβών την εκκαλουμένη απόφαση Ν. Ν. για λογαριασμό του δικηγόρου Ε. Μ. δεν είναι συνεργάτης του τελευταίου και ως εκ τούτου, αφού δεν βρέθηκε ο προς ον η επίδοση έπρεπε να γίνει θυροκόλληση, ο δε τελευταίος Ε. Μ. δεν ήταν αντίκλητός τους κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης και ότι, επομένως, η εν λόγω επίδοση είναι άκυρη, με περαιτέρω συνέπεια να μην έχει εκκινήσει η 30ήμερη προθεσμία άσκησης της ένδικης έφεσης, η οποία έτσι πρέπει να κριθεί εμπρόθεσμη.

Πλην όμως, τον εν λόγω ισχυρισμό, ο οποίος εκτιμάται από τον παρόν Δικαστήριο ως αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα αυτών κατάσταση (άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ), μαζί με τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) απαραδέκτως προβάλλουν οι εκκαλούντες με την προσθήκη των ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεών τους και όχι (...) με την έφεση, στη 2η σελίδα της οποίας αντιθέτως αναφέρουν γενικά ότι αυτή (έφεση) έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (...) υπαινισσόμενοι ότι η έφεση ασκήθηκε εντός της 30ήμερης προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλουμένης (...) ή με τις προτάσεις τους επί της έφεσης, που αν και κατατέθηκαν επί της έδρας στις 6-2-2024 και μεταγενέστερα από τις προτάσεις της εφεσίβλητης, που προκατατέθηκαν την προηγούμενη της δικασίμου ήτοι την 5-2-2024 και στις οποίες η εφεσίβλητη τους επεσήμανε το εκπρόθεσμο της έφεσης τους, εντούτοις οι εκκαλούντες σε ουδεμία αναφορά προέβησαν στις προτάσεις τους σχετική με τυχόν ακυρότητα της ως άνω έκθεσης επίδοσης της εκκαλουμένης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, γενομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού της εφεσίβλητης (...).". 3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 35/2024). Από το συνδυασμό περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 591 παράγραφοι 1 εδάφιο στ και 7 εδάφιο α, 614 αριθμός 3 α και 524 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση που ο εφεσίβλητος προβάλει παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τη δικονομική ένσταση ότι η έφεση που άσκησε ο εκκαλών κατά απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών είναι εκπρόθεσμη και πρέπει επομένως να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επειδή παρήλθε η γνήσια προθεσμία των τριάντα (30) ημέρων από την επομένη της έγκυρης επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, ο εκκαλών μπορεί παραδεκτά με την προσθήκη στις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου να ισχυρισθεί για να αντικρούσει την ένσταση που προαναφέρθηκε ότι η επίδοση της εκκαλουμένης ήταν άκυρη με συνέπεια να μην κινήσει τη γνήσια προθεσμία της έφεσης ( ΑΠ 226/2024).

Στον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο και, συγκεκριμένα, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 591 παράγραφοι 1 εδάφιο στ και 7 εδάφιο α, 614 αριθμός 3 α και 524 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ κήρυξε απαράδεκτο με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό, τον οποίο είχαν προβάλει ως εκκαλούντες ενώπιόν του για να απαντήσουν στη δικονομική ένσταση της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ότι η από 10-11-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 137225-7240/21-12-2023 έφεση, την οποία είχαν ασκήσει κατά της υπ' αριθμό 719/14-7-2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε κατατεθεί εκπρόθεσμα και, ειδικότερα, μετά τη πάροδο της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοσή της (άρθρα 591 και 518 παράγραφος 1 εδάφιο α του ΚΠολΔ) και επομένως έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι τον είχαν προβάλει με την προσθήκη στις προτάσεις τους, την οποία κατέθεσαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου μετά τη συζήτηση της έφεσής τους - η οποία έλαβε χώρα στις 6-2-2024 - και, συγκεκριμένα στις 13-2-2024.

Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, τέλος, ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είχε απορρίψει τον ισχυρισμό τους που προαναφέρθηκε ως απαράδεκτο - τον οποίο μάλιστα αλυσιτελώς εκτίμησε ως αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρο 152 του ΚΠολΔ) - θα είχε δεχθεί ότι η έφεσή τους είχε ασκηθεί εμπρόθεσμα και γενικά παραδεκτά με περαιτέρω συνέπεια να τη δεχθεί ως βάσιμη και στην ουσία της, να εξαφανίσει την εκκαλουμένη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να δεχθεί την αγωγή τους κατά της αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά βάσιμη, όπως ειδικότερα αναφέρουν στο λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες, όπως και τρίτα πρόσωπα που δεν είναι διάδικα στην παρούσα δίκη, είχαν ασκήσει κατά της αναιρεσίβλητης-εναγομένης την από 12-10-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 80632-2036/14-10-2021 αγωγή, την οποία είχαν απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Οι αναιρεσείοντες είχαν εκθέσει στην αγωγή τους ότι είχαν καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη κατά τις ημεροχρονολογίες που ανέφεραν σε αυτή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφεραν σε αυτή προσηκόντως την εργασία τους έως και την 15-7-2021, όταν η αναιρεσίβλητη-εργοδότριά τους κατήγγειλε ακύρως τις συμβάσεις εργασίας τους για τους λόγους που ανέφεραν στην αγωγή τους.

Με το ιστορικό αυτό οι αναιρεσείοντες είχαν ζητήσει α) να αναγνωρισθεί ότι η από 15-7-2021 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από την αναιρεσίβλητη έπασχε από ακυρότητα, β) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τους απασχολεί πραγματικά με την απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με το διατακτικό της απόφασης και γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στον καθένα από αυτούς νομιμότοκα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 16-7-2021 έως και 30-9-2022.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δίκασε την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αριθμός 3 α και 621 επ. του ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 719/14-7-2023 οριστική απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες άσκησαν κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 10-11-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 137225-7240/21-12-2023 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρα 591 και 520 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) και αιτήθηκαν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή που είχαν ασκήσει κατά της αναιρεσίβλητης- εφεσίβλητης-εναγομένης.

Η έφεση των αναιρεσειόντων συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αντιμωλία των διαδίκων κατά τη δικάσιμο της 6-2-2024. Η αναιρεσίβλητη με τις από 5-2-2024 προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προέβαλε παραδεκτά τη δικονομική ένσταση ότι η έφεση είχε ασκηθεί εκπρόθεσμα και, συγκεκριμένα, μετά την πάροδο της τριακονθήμερης προθεσμίας που προβλέπεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 και 518 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης, η οποία είχε γίνει στις 27-7-2023 με δική της επιμέλεια σε πρόσωπο, το οποίο είχε την εξουσία να παραλαμβάνει διαδικαστικά έγγραφα που απευθύνονταν σε αυτούς, με συνέπεια να πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 591, 518 παράγραφος 1 και 532 του ΚΠολΔ).

Οι αναιρεσείοντες-εκκαλούντες με την από 13-2-2024 προσθήκη στις από 6-2-2024 προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για να αντικρούσουν την ένσταση αυτή που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη-εφεσίβλητη επικαλέσθηκαν ότι η επίδοση της εκκαλουμένης σε αυτούς έπασχε από ακυρότητα, επειδή το πρόσωπο, το οποίο την είχε παραλάβει, Δικηγόρος Αθηνών, στερείτο την ιδιότητα τόσο του αντικλήτου τους, όσο και του συνεργάτη του πληρεξουσίου και αντικλήτου Δικηγόρου τους με συνέπεια να μην έχει την εξουσία να παραλαμβάνει εγκύρως έγγραφα που επρόκειτο να επιδοθούν σε αυτούς.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία δέχθηκε ότι η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε επιδοθεί έγκυρα στην αναιρεσίβλητη στις 27-7-2023 και ότι συνεπώς η έφεση κατά της απόφασης αυτής, επειδή είχε κατατεθεί στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 21-12-2023, είχε ασκηθεί εκπρόθεσμα.

Με την αιτιολογία αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (άρθρα 591, 518 παράγραφος 1 και 532 του ΚΠολΔ). Το Μονομελές Εφετείο περαιτέρω απέρριψε τον ίδιο ισχυρισμό - τον οποίο μάλιστα εσφαλμένως εκτίμησε ως αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρο 152 του ΚΠολΔ) - που είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες ως απαράδεκτο με την αιτιολογία ότι είχε προταθεί με την προσθήκη στις προτάσεις τους.

Οι αναιρεσείοντες όμως με τον ισχυρισμό που προαναφέρθηκε επιχείρησαν να αντικρούσουν τη δικονομική ένσταση, την οποία είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι η έφεση των αναιρεσειόντων είχε κατατεθεί εκπρόθεσμα και έπρεπε για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Οι αναιρεσείοντες επομένως είχαν προβάλει παραδεκτά τον ισχυρισμό αυτό με την προσθήκη στις προτάσεις τους ως απάντηση στην ένσταση της αναιρεσίβλητης, διότι δεν είχαν αντικειμενικά τη δικονομική δυνατότητα να τον προβάλουν με το δικόγραφο των προτάσεών τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 591 παράγραφος 1 στοιχείο στ και παράγραφος 7 του ΚΠολΔ).

Το Μονομελές Εφετείο, επομένως, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 591 παράγραφοι 1 εδάφιο στ και 7 εδάφιο α και 524 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ κήρυξε απαράδεκτο με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής τους, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. 4.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Μετά από αυτό παρέλκει να ερευνηθούν οι λοιποί από τους αριθμούς 1, 9, 11 γ και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, επειδή μετά την παραδοχή του πρώτου από αυτούς καταλαμβάνονται από την εμβέλεια της αναιρετικής απόφασης.

Η υπόθεση, τέλος, χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση και πρέπει συνεπώς να παραπεμφθεί για εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις - μετά από το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 εδάφιο α, 180 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 2320/3-6-2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ