Legislator Case Law & Legislation
1205/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds as arguments were not raised before the Court of Appeal.

Case Number 1205/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Court of Appeal regarding a car insurance claim. The appellant argued that the lower court failed to consider new medical evidence proving psychological damage and a subsequent loss of earning capacity. The court ruled these arguments were inadmissible because they were not formally raised as grounds for appeal before the Court of Appeal, rendering them legally useless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if not raised before the lower appellate court, and the failure to consider such an argument does not constitute a ground for cassation.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal argument procedural defect cassation loss of earning capacity psychological damage evidence Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189 and 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 591 and 614 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1205 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1205/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ούτσια.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Τ. του Κ., 2) Κ. Τ. του Ε., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσούτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1684/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1790/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 22-7-2021 (αρ. κατ. 6033/779/2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1790/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ενώ η παραγραφή της αντίστοιχης αξιώσεως, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι, κατ' αρχάς, πενταετής και, εφόσον η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως αυτής είναι δυνατή [πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει], η παραγραφή αυτή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υποχρέου προς αποζημίωση (Α.Π. 1349/2021, Α.Π. 401/2020, Α.Π. 255/2020, Α.Π. 247/2019, Α.Π. 1158/2017, Α.Π. 475/2017), με εξαίρεση τις ζημίες που είναι από την αρχή απρόβλεπτες, όπως, στη συνέχεια, θα εκτεθεί.

Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της παραγραφής, νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς, ωστόσο, να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (Α.Π. 401/2020, Α.Π. 255/2020, Α.Π. 750/2018, Α.Π. 674/2013, Α.Π. 666/2010). Η παραπάνω πενταετής παραγραφή καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.

Δεν εφαρμόζεται, όμως, αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο μπορεί να συμβεί σε περίπτωση απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωσης της υγείας του παθόντος. Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, ισχύει νέα, αυτοτελής, πενταετής παραγραφή, η οποία αρχίζει από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (Α.Π. 401/2020, Α.Π. 750/2018, Α.Π. 747/2018, Α.Π. 52/2018).

Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του (κωδικοποιηθέντος με το π.δ. 237/1986) ν. 489/1976, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, ορίζεται ότι το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής.

Η ως άνω παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν. 489/1976, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 που ορίζει ότι "2. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής". Η νέα ρύθμιση, που προβλέπει επιμήκυνση του χρόνου της διετούς παραγραφής σε πενταετή, δεν περιέχει ειδικές μεταβατικές διατάξεις.

Συνεπώς, θα πρέπει να εφαρμοστούν αναλογικά οι γενικές μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 18 του Εισαγωγικού Νόμου του Α.Κ., με τις οποίες ορίζεται ότι "οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του.

Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής κρίνεται, ως προς τον πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνο, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει έως τώρα. Αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το έως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος, από την εισαγωγή του Κώδικα, και αρχίζει από αυτήν.

Στην περίπτωση όμως που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το συντομότερο που ορίζεται στον Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου". Από τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου 18 του Εισ.Ν.Α.Κ., οι οποίες ρυθμίζουν μεν ζητήματα διαχρονικού δικαίου, που προέκυψαν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, απηχούν όμως γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου και έχουν εφαρμογή, όχι μόνο επί των περί παραγραφής διατάξεων του Α.Κ.

και του προ αυτού δικαίου, αλλά και επί κάθε άλλης περί παραγραφής διατάξεως νεότερου νόμου, συνάγεται ότι, όταν οι διατάξεις νεότερου νόμου ορίζουν μακρύτερο χρόνο παραγραφής, σε σχέση με το χρόνο παραγραφής που καθόριζε ο προηγούμενος νόμος, ο νεότερος νόμος έχει εφαρμογή επί των αξιώσεων που είχαν γεννηθεί υπό την ισχύ του προηγούμενου νόμου, αλλά δεν παραγράφηκαν ή αποσβέστηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, διότι, αν επήλθε το αποτέλεσμα αυτό, δεν ανατρέπεται από το νέο νόμο, εκτός αν ο νομοθέτης προσδώσει στη νέα διάταξη αναδρομική δύναμη, εντός των επιτρεπτών συνταγματικών ορίων (ΑΠ 848/2018, ΑΠ 1051/2002, ΑΠ 258/2002, ΑΠ 1061/ 2002), πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 7 του Ν. 3557/2007.

Έτσι, αν η διετής παραγραφή άρχισε να τρέχει πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 (14-5-2007) και συμπληρώθηκε μέχρι την τελευταία αυτή ημερομηνία, δεν καθίσταται πενταετής (ΑΠ 1307/2019, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1063/2013), ενώ, αν η διετής παραγραφή δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007, τότε η προθεσμία αυτής επιμηκύνεται σε πενταετή και υπολογίζεται και ο χρόνος που διανύθηκε κατά το προϊσχύσαν δίκαιο (ΑΠ 848/2018).

Η ως άνω, κατά του ασφαλιστή, παραγραφή, που έχει ως αφετηρία το γεγονός του ατυχήματος, αρχίζει, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 241 του Α.Κ., από την επομένη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στο χρόνο αυτής (διετία ή πενταετία, αναλόγως), πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (άρθρο 215 του Κ.Πολ.Δ.), με κατάθεσή της στην γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση στον εναγόμενο.

Για την έναρξη της παραπάνω παραγραφής δεν έχει σημασία, αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Η διάταξη του άρθρου 937 του Α.Κ. δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, όπως ισχύει, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση της αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, ο οποίος ευθύνεται έναντι του παθόντος, όχι από αδικοπραξία, αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διατάξεως του άρθρου 937 του Α.Κ. (ΑΠ 546/2021, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 1307/2019, ΑΠ 732/2019, ΑΠ 204/2019).

Η παραπάνω παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος. Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, η νέα παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξέλιξης (Α.Π. 750/2018, Α.Π. 747/2018, Α.Π. 52/2018).

Και στην παραγραφή αυτή ισχύουν οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 255 επ. και 260 επ. του Α.Κ. γενικές ρυθμίσεις περί αναστολής και διακοπής (Α.Π. 1174/2022, Α.Π. 546/2021, Α.Π. 1158/2017, Α.Π. 33/2013). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις (ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή), ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (Α.Π. 401/2020, Α.Π. 750/2018, Α.Π. 637/2017, Α.Π. 790/2015).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 παρ. 1 εδάφ. α' του Α.Κ. και 221 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντίστοιχα, εκκρεμοδικία (Α.Π. 1508/2021, Α.Π. 524/2021, Α.Π. 401/2020, Α.Π. 204/2019).

Επομένως, αν ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως προς αποκατάσταση ορισμένων από τις ζημίες που προκλήθηκαν από την αδικοπραξία, όπως π.χ. για διαφυγόντα κέρδη ορισμένης χρονικής περιόδου, μόνο οι ζημίες αυτές κατάγονται σε δικαστική κρίση και μόνο ως προς αυτές διακόπτεται η παραγραφή της αξιώσεως. Εάν μεταγενέστερα ασκηθεί άλλη κύρια αγωγή, για καταβολή προσθέτου ποσού αποζημιώσεως ή διαφυγόντων κερδών για επόμενο χρονικό διάστημα, από λόγους, όμως, που μπορούσαν να προβλεφθούν εξαρχής, δεν ισχύει, για την αξίωση αυτή, η διακοπτική ενέργεια της πρώτης αγωγής, διότι η ζητούμενη με τη δεύτερη αγωγή πρόσθετη αποζημίωση είναι διαφορετική απαίτηση, για άλλο μέρος της ζημίας του παθόντος, εκτός εκείνου που είχε καταχθεί στη δίκη με την πρώτη αγωγή.

Έτσι, αν παρήλθε πενταετία από το χρόνο γνώσεως από τον παθόντα των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας (αναφορικά με τον υπόχρεο προς αποζημίωση) ή από την επομένη του ατυχήματος (αναφορικά με τον ασφαλιστή), η αξίωση αποζημιώσεως, που κατάγεται σε κρίση με τη δεύτερη αγωγή, έχει υποκύψει σε παραγραφή (Ολ.Α.Π. 40/1996, Α.Π. 1357/2021, Α.Π. 1349/2021, Α.Π. 401/2020).

Όπως έχει προεκτεθεί, μόνο αν οι συνέπειες της αδικοπραξίας δεν ήταν δυνατό να προβλεφθούν, όταν καθορίστηκε το ποσό της αρχικής αποζημιώσεως, η παραγραφή της με τη δεύτερη αγωγή ασκουμένης αξιώσεως αρχίζει να διανύεται, τόσο ως προς το υπόχρεο προς αποζημίωση φυσικό πρόσωπο, όσο και ως προς τον ασφαλιστή, από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (Α.Π. 1357/2021, Α.Π. 1349/2021, Α.Π. 401/2020, Α.Π. 747/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ. γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της εφέσεως ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ενστάσεως, τα οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).

Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο εφέσεως από τον εκκαλούντα, δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται, κατά τα ανωτέρω, από τους λόγους εφέσεως και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 717/2022, ΑΠ 194/2021, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 1529/2001).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/08). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 619/2021, Α.Π. 668/2021, Α.Π. 996/2020) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 1282/2022, Α.Π. 717/2022, Α.Π. 552/2022, Α.Π. 312/2022).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1667/2022, Α.Π. 512/2022, Α.Π. 1275/2021). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο (Ολ.ΑΠ 2/2008, Α.Π. 1682/2022, Α.Π. 764/2021, Α.Π. 547/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 20-11-2006 και με αριθμό καταθέσεως 31247/1537/2007 αγωγή του, με την οποία ζητούσε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω του τραυματισμού του κατά το τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 17.7.2005, στην εθνική οδό Πρέβεζας- Ηγουμενίτσας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αρχικώς, η υπ' αριθμ. 2384/2008 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, στη συνέχεια δε η υπ' αριθμ. 3177/2010 οριστική απόφαση αυτού, με την οποία κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος είναι αμφότεροι οι εμπλακέντες οδηγοί, ο μεν πρώτος εναγόμενος, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, κατά ποσοστό 60%, ο δε ενάγων, ήδη αναιρεσείων κατά ποσοστό 40% και επιδίκασε στον τελευταίο αποζημίωση, λόγω απώλειας εισοδημάτων χρονικού διαστήματος από 1-8-2005 μέχρι 30-9-2009, κατά το οποίο κατέστη ανίκανος να ασκήσει την εργασία του (ως ηλεκτρολόγος), συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ατύχημα, καθώς και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής του βλάβης.

Η ανωτέρω οριστική απόφαση επιδόθηκε από τον ενάγοντα στον αντίκλητο των εναγομένων, στις 29.7.2011, χωρίς αυτοί να ασκήσουν έφεση, ενώ ο ενάγων, άσκησε μεν την 25.7.2011 έφεση με αριθμό καταθέσεως 5465/2011, πλην όμως, με την από 10.10.2011 δήλωσή του, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με αριθμό 3852/27.10.2011, παραιτήθηκε από την άνω έφεση, οπότε η πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη.

Στη συνέχεια, ο ήδη αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των ιδίων εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, τη δεύτερη κατά σειρά, από 28-12-2011 και με αριθμό καταθέσεως 365/14/2012, αγωγή, με την οποία, επικαλούμενος πρόκληση σ' αυτόν εκ του ατυχήματος μόνιμης ολικής αναπηρίας, η οποία έγινε γνωστή σ' αυτόν το πρώτον κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009, ζητούσε, για την αιτία αυτή, αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων για το χρονικό διάστημα από 1.10.2009 μέχρι 30.9.2015, επιφυλασσόμενος να ζητήσει αποζημίωση και για το επόμενο χρονικό διάστημα, μέχρι την 17.3.2051.

Επί της δεύτερης αυτής αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3540/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε αυτήν εν μέρει και αναγνώρισε την εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα αποζημίωση λόγω στερήσεως εισοδημάτων εξ αιτίας της προκληθείσας σ' αυτόν μόνιμης ολικής αναπηρίας.

Κατά της άνω οριστικής αποφάσεως ασκήθηκε έφεση από τους εναγομένους και αντέφεση από τον ενάγοντα, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4662/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν, τόσο την έφεση όσον και την αντέφεση, οπότε η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη.

Με την ένδικη από 28.5.2015 και με αριθμό καταθέσεως 61918/3146/2015, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή, ο ήδη αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, σε μηνιαίες δόσεις, λόγω απώλειας εισοδημάτων, για το χρονικό διάστημα από 1.10.2015 μέχρι 30.9.2020.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1684/2016 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, μετ' αποδοχή της προβληθείσας από τους εναγομένους, ήδη αναιρεσίβλητους, ενστάσεως παραγραφής. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 27-1-2017 και με αριθμό καταθέσεως 506496/500444/2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1790/2019 απόφαση, με την οποία το ανωτέρω δικαστήριο δέχτηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "...Ο ενάγων και νυν εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) άσκησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων (ήδη αναιρεσιβλήτων) την με αριθμό 31247/2006 [πρώτη] αγωγή του, με την οποία ζητούσε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω του τραυματισμού του συνεπεία του [...] ατυχήματος, το οποίο συνέβη στις 17.7.2005 και ώρα 22.20 στην εθνική οδό Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε [...] η με αριθμό 3177/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία έκρινε την υπαιτιότητα των εμπλακέντων μερών στην πρόκληση του ατυχήματος και επιδίκασε στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία του τραυματισμού του εκ του ατυχήματος και αποζημίωση για την ζημία από την απώλεια των εισοδημάτων από την επαγγελματική του εργασία, την οποία δεν μπορούσε πλέον να ασκήσει συνεπεία του τραυματισμού του.

Η ανωτέρω οριστική απόφαση επιδόθηκε από τον ενάγοντα στον αντίκλητο των εναγομένων στις 29.7.2011, χωρίς αυτοί να ασκήσουν έφεση, ενώ ο ενάγων άσκησε μεν την 25.7.2011 έφεση με αριθμό καταθέσεως 5465/2011, πλην όμως με την από 10.10.2011 δήλωσή του η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με αριθμό 3852/27.10.2011 παραιτήθηκε από την άνω έφεση, οπότε η πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη. [...].

Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε την δεύτερη κατά σειρά αγωγή του κατά των εναγομένων, με αριθμό 365/2012, επικαλούμενος πρόκληση σ' αυτόν εκ του ατυχήματος μόνιμης ολικής αναπηρίας, η οποία έγινε γνωστή σ' αυτόν το πρώτον κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009 και ζητούσε για την αιτία αυτή αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων για το χρονικό διάστημα από 1.10.2009 μέχρι 30.9.2015, επιφυλασσόμενος να ζητήσει αποζημίωση και για το επόμενο χρονικό διάστημα μέχρι την 17.3.2051.

Επί της δεύτερης αυτής αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 3540/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε αυτήν μερικώς και αναγνώρισε την εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα αποζημίωση, λόγω στερήσεως εισοδημάτων εξ αιτίας της προκληθείσης σ' αυτόν μόνιμης ολικής αναπηρίας.

Κατά της άνω οριστικής αποφάσεως ασκήθηκε έφεση από τους εναγομένους και αντέφεση από τον ενάγοντα. Τελικώς, εκδόθηκε η με αριθμό 4662/2015 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 30.10.2015, καθώς επίσης απέρριψε κατ' ουσίαν τόσον την έφεση όσον και την αντέφεση, οπότε η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη.

Με την ένδικη από 28.5.2015 αγωγή, όπως αυτή περιορίσθηκε κατά ένα μέρος από καταψηφιστική σε αναγνωριστική, ζητεί ο ενάγων να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον, να καταβάλουν σ' αυτόν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, σε μηνιαίες δόσεις, λόγω απώλειας εισοδημάτων για το χρονικό διάστημα από 1.10.2015 μέχρι 30.9.2020 νομιμοτόκως από την καθυστέρηση καταβολής εκάστης επί μέρους μηνιαίας δόσεως και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Σημειωτέον ότι η ένδικη αγωγή με γενικό αριθμό καταθέσεως 61918/3.6.2015 κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 3.6.2015 και επιδόθηκε σε έκαστον από τους δύο πρώτους εναγόμενους στις 29.7.2015 ενώ στην τρίτη εναγόμενη επιδόθηκε στις 17.6.2015. Επομένως, από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009, οπότε ο ενάγων έλαβε γνώση των δυσμενών συνεπειών του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος και συγκεκριμένως της προκλήσεως σ' αυτόν μόνιμης ολικής αναπηρίας, σύμφωνα με όσα αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων και δέχθηκε με ισχύ δεδικασμένου η με αριθμό 3540/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ετών και επομένως οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος κατά των εναγομένων έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, τόσο του άρθ. 937 ΑΚ έναντι των εναγομένων φυσικών προσώπων, όσο και στην πενταετή παραγραφή της παρ. 2 του αρθ. 10 του Ν.489/1976 έναντι της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας...".

Το Εφετείο, δηλαδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε 1) ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων γνώριζε την επελθούσα εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, μόνιμη γενική αναπηρία του, στην οποία στηρίζει την ένδικη αξίωσή του (για επιδίκαση διαφυγόντων εισοδημάτων χρονικού διαστήματος από 1.10.2015 μέχρι 30.9.2020), ήδη από τον Οκτώβριο του 2009, όπως έγινε δεκτό, με δύναμη δεδικασμένου, με την υπ' αριθμ. 3540/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που έκρινε επί της από 28-12-2011, προηγούμενης αγωγής του (με την οποία είχε καταχθεί σε δίκη όμοια αξίωση αυτού, για επιδίκαση, λόγω της επελθούσας μόνιμης γενικής αναπηρίας του, διαφυγόντων εισοδημάτων προγενέστερου χρονικού διαστήματος, από 1.10.2009 μέχρι 30.9.2015, ως προς το οποίο και μόνο επήλθε, με την άσκησή της, διακοπή της παραγραφής) και 2) ότι από το χρόνο αυτό (Οκτώβριο του 2009), που συνιστά την αφετηρία της παραγραφής της αξιώσεώς του για διαφυγόντα εισοδήματα λόγω της απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του, μέχρι την άσκηση της ένδικης από 28-5-2015 αγωγής, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 3.6.2015, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, με επακόλουθο να έχει υποκύψει σε παραγραφή η ένδικη αξίωση, τόσο έναντι των φυσικών προσώπων, όσο και έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας.

Κατόπιν τούτου δε, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας αποφάσεως, δεχθέν ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, μετ' αποδοχή της προβληθείσας από τους εναγομένους, ήδη αναιρεσιβλήτους, ενστάσεως παραγραφής. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, λόγω παραγραφής της ασκηθείσας με αυτή αξιώσεως, δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη αγωγικό του ισχυρισμό, τον οποίο επανέφερε με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του, ότι υπήρξε απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, ενόψει του ότι, κατά το έτος 2013, διαπιστώθηκε και περιήλθε για πρώτη φορά σε γνώση του, ότι εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα αντιμετωπίζει, πλην της σωματικής του αναπηρίας, και προβλήματα ψυχικής υγείας, με συνέπεια, από το χρόνο αυτό, να αρχίζει νέα, πενταετής, παραγραφή.

Επίσης, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα και συγκεκριμένα τις με αρ. πρωτ. .../09-10-2013, .../13-8-2014 και .../11-5-2015 ιατρικές βεβαιώσεις- γνωματεύσεις του ...

Νοσοκομείου και τις με αριθμούς .../10-12-2014, .../12-8-2015 και .../30-3-2015 ιατρικές βεβαιώσεις του ... Νοσοκομείου Αττικής, καθώς και την πιστοποίηση των ευρημάτων της ψυχικής του υγείας από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές ΚΕΠΑ, από τα οποία αποδεικνυόταν το πρόβλημα της ψυχικής του υγείας. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, ενόψει του ότι, όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει στο αναιρετήριο, προκύπτει δε και από την παραδεκτή επισκόπηση της εφέσεώς του και των κατά τη συζήτηση αυτής εγγράφων προτάσεών του, ο με το παραπάνω περιεχόμενο ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από αυτόν ενώπιον του Εφετείου με λόγο της εφέσεώς του, όπως απαιτείται, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αλλά απαραδέκτως, με τις έγγραφες προτάσεις του και, συνεπώς, το Εφετείο δεν είχε εξουσία να τον ερευνήσει.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον η ένδικη αξίωση του ενάγοντος- αναιρεσείοντος, για καταβολή απωλεσθέντων εισοδημάτων, θεμελιώνεται στη δυσμενή συνέπεια της μόνιμης ολικής ανικανότητάς του προς εργασία, που ήταν γνωστή σ' αυτόν από τον Οκτώβριο του 2009, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν συνιστά αφετηρία νέας παραγραφής η εκ μέρους του μεταγενέστερη επίκληση επιπλέον λόγων ανικανότητας, όπως, εν προκειμένω, η επικαλούμενη βλάβη στην ψυχική υγεία αυτού.

Συνεπώς, η παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη τον ως άνω, αλυσιτελώς προβληθέντα, ισχυρισμό, δεν ιδρύει τον, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως. Για τον ίδιο δε λόγο είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, αφού, τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, προσκομίστηκαν από τον αναιρεσείοντα προς απόδειξη της βασιμότητας του ισχυρισμού της επελθούσας μεταγενέστερα βλάβης στην ψυχική του υγεία, ισχυρισμός όμως, ο οποίος δεν ασκεί, κατά τα προαναφερθέντα, ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2021 (αρ. κατ. 6033/779/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1790/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ