Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination damages citing lack of legal basis and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by a private foundation and several individuals against a labor court decision. The plaintiffs argued the lower court erred in rejecting their claims for termination damages based on invalid successive contracts and unjust enrichment. The court ruled the appeals inadmissible because the lower court correctly applied the law and the appeals lacked substantive grounds for re-examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 5, 6 of PD 146/2004; Article 7 of PD 146/2004; Article 904 of the Civil Code: The court must reject appeals where the lower court correctly applied substantive law regarding invalid contracts and unjust enrichment without entering the merits of the dispute.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1205 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1205/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α) Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου - κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΩΝ (Ε.ΚΕ.Ψ.Υ.Ε.)" νομίμως εκπροσωπούμενου, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσούφη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μήλλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Και
Β)Των αναιρεσειουσών: 1)Κ. Σ. του Ν., κατοίκου …, 2)Α. Α. του Δ., κατοίκου …, 3)Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 4)Β. Κ. του Α., κατοίκου … και 5)Ε. Τ. του Χ., κατοίκου …. Οι 1η, 2η, 3η και 4η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μήλλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και η 5η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΩΝ (Ε.ΚΕ.Ψ.Υ.Ε.)" νομίμως εκπροσωπούμενου, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσούφη, που κατέθεσε προτάσεις,
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1059/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 386/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Α αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 8/4/2019 αίτησή του και οι αναιρεσείουσες με την από 3/7/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων τους, την απόρριψη των αιτήσεων των αντιδίκων τους και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015). Στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 8.4.2019, με αριθμό κατάθεσης 3522/8.4.2019 αίτησης του αναιρεσείοντος - εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΩΝ (Ε.ΚΕ.Ψ.Υ.Ε)", κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Β. Κ. και β) της από 3.7.2019, με αριθμό κατάθεσης 6313/10.7.2019 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων Κ. Σ. και άλλων (5) συνολικά κατά του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΩΝ (Ε.ΚΕ.Ψ.Υ.Ε)", με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ' αριθ. 386/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος μετά τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Απαράδεκτη κηρύσσεται επίσης η συζήτηση, όταν από το φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου (ΟλΑΠ 13/2007, ΑΠ 198/2019, ΑΠ 242/2014, ΑΠ 872/2006, ΑΠ 1093/2005).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 79, 75, 76 παρ.1 και 576 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, εκτός της περιπτώσεως της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αρμοδίους απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως της συζητήσεως και δεν έχει κλητευθεί νομίμως, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν και χωρεί νομίμως ως προς τους διαδίκους, οι οποίοι μετέχουν προσηκόντως της συζητήσεως ή έχουν κλητευθεί νομίμως.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 3.7.2019 αίτησης αναίρεσης η πέμπτη αναιρεσείουσα Ε. Τ. δεν εμφανίστηκε, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του σχετικού πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατ' άρθρ. 242 ΚΠολΔ. πλην όμως από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, αφού κανένας από τους παρισταμένους διαδίκους δεν αποδεικνύει είτε κλήτευση της αναιρεσείουσας από τους ίδιους, είτε επίσπευση της συζήτησης από την απολειπομένη αναιρεσείουσα, διά της προσκομιδής της οικείας έκθεσης επίδοσης στην πρώτη περίπτωση ή του προς αυτούς νομίμως επιδοθέντος αντιγράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση και τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στη δεύτερη περίπτωση επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς την Πέμπτη αναιρεσείουσα και να χωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, απλούς ομοδίκους της, καθόσον πρόκειται για εργατική διαφορά.
Με τις από 8.4.2019, με αριθμό καταθέσεως 3522/8.4.2019 και από 3.7.2019, με αριθμό καταθέσεως 6313/10.7.2019 αιτήσεις αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 386/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατόπιν της από 3.5.2017, με αριθμό κατάθεσης 3389/2017 έφεσης των εναγουσών - αναιρεσειουσών και της αναιρεσίβλητης Β.
Κ.. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή η ανωτέρω έφεση κατά της υπ' αριθμό 99/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 6.12.2011, με αριθμό καταθέσεως 6034/2011 αγωγή των αναιρεσειουσών, με την οποία ζητούσαν: 1) να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που τους συνέδεε με το εναγόμενο ΝΠΙΔ και ήδη αναιρεσείον, ήταν εκείνη της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους ήταν άκυρη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται το μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, γ) να επιδικασθούν σ' αυτές τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 17.9.2011 μέχρι 17.9.2013, δ) άλλως σε περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση που τους συνέδεε με το εναγόμενο ήταν εκείνη της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου να τους επιδικασθούν τα ως άνω ποσά ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως πριν τη λήξη της χωρίς σπουδαίο λόγο, ε) άλλως στην περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου να τους επιδικασθούν ως αποζημίωση απολύσεως τα αναφερόμενα ποσά, στ) επιπλέον να επιδικασθούν στην ενάγουσα - αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη Β.
Κ., τα επιδόματα εορτών και αδείας από της προσλήψεώς της μέχρι της καταγγελίας (16.9.2011), και σε όλες τις αναιρεσείουσες τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2012 και 2013, ζ) άλλως σε περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας τους ήταν άκυρη να επιδικασθούν όλα τα προαναφερόμενα ποσά, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση του εναγομένου α) απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την έφεση ως προς τις ενάγουσες αναιρεσείουσες Κ. Σ., Α. Α. και Ε. Μ. και β) κατόπιν αποδοχής σχετικού λόγου εφέσεως εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως προς την τέταρτη ενάγουσα - αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη Β.
Κ., ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από 1.7.2008 μέχρι 16.9.2011 και από 11.2.2008 μέχρι 16.9.2001, αντίστοιχα και αφού κρατήθηκε η υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγής προς την ως άνω ενάγουσα και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 8205,59 ευρώ νομιμοτόκως.
Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 556 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Α. Επί της από 8.4.2019 αίτησης αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΩΝ (Ε.ΚΕ.Ψ.Υ.Ε)" Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του AΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεων του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους ορούς της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού οποίον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζόμενου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικό στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι ποσοτικό στοιχείο, δηλ.
η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 997/2017, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 465/2013, ΑΠ 666/2009).
Σημειώνεται ότι δε αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο τρόπος προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του απασχολούμενου, η ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ, η χορήγηση σε αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η ασφάλισή του σε ταμείο ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών ή μη (ΑΠ 573/2018 ΑΠ 997/2017).
Κατά τη διάταξη ταυ άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσής, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με 'την μορφή διατακτικού.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν αρκούσαν για την εφαρμογή του, ή δεν εφήρμοσε το νόμο καράτι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ, 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 19/2017, ΑΠ 130/2016).
Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικός τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά του στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.
Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας- δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1212/2019, ΑΠ 119.1/2019, ΑΠ 1190/2019, ΑΠ 93/2019).
Απαραίτητη πάντως προϋπόθεση για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναίρεσης αποτελεί η κατάρτιση εκ μέρους του δικαστηρίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του ελάσσονος πρότασης εκτίμησης αποδείξεων. Πρέπει δηλαδή το δικαστήριο να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι να απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση τυχόν σφάλμα ελέγχεται με τον λόγο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1482/2019, ΑΠ 405/2017.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα σχετικά με την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη Β. Κ.: "...Το εναγόμενο ν.π.ι.δ με την επωνυμία "Ελληνικό Κέντρο Ψυχικής Υγείας και Ερευνών (Ε.ΚΕ.Ψ.Υ.Ε)" είναι κοινωφελές ίδρυμα, το οποίο συστάθηκε με το β.δ 146/1964 και λειτουργεί με βάση το άρθρο 6 του ν.δ 572/1970 ως ν.π.ι.δ υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Κράτους, ασκούμενη από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, από το οποίο χρηματοδοτείται.
Το εναγόμενο έχει ως αποστολή την άσκηση προληπτικής ψυχικής υγείας στους ανηλίκους και τους γονείς τους και στα μέλη κοινωνικών ομάδων που εμφανίζουν ειδική προς τούτο ανάγκη, καθώς και την τήρηση στατιστικών στοιχείων επί θεμάτων ψυχικής υγείας για επιστημονική εκμετάλλευση και αξιοποίησή τους. Με το άρθρο 30 παρ. 2 του Ν. 3329/2005 εντάχθηκε στις Μονάδες Ψυχικής Υγείας, που προβλέπονται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2716/1999 και αποτελεί νομικό πρόσωπο του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το τακτικό προσωπικό του οποίου προσλαμβάνεται μόνο μέσω της διαδικασίας ΑΣΕΠ.
Ήδη, μετά τη δημοσίευση του Ν. 3899/2010, εμπίπτει πλέον και στις διατάξεις του Κεφαλαίου Α' του Ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί ΔΕΚΟ". Την 1η Ιουλίου 2008, με σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ του εναγόμενου και της τέταρτης ενάγουσας Β. Κ., η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να συμβάλει με την ειδικότητα της νοσηλεύτριας, στην ενίσχυση του έργου της θεραπευτικής ομάδας του Ξενώνα Αθήνας - Αιγάλεω, που διατηρούσε το εναγόμενο και ειδικότερα να παρέχει τις υπηρεσίες της στον ως άνω χώρο, αντί αμοιβής 1.200,00 ευρώ μηνιαίως.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε μέχρι τις 31.12.2008, πλην όμως, μετά τη λήξη της, η τέταρτη ενάγουσα εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες της ως νοσηλεύτρια, μέχρι τις 31.1.2009, ενώ, ακολούθως, την 1η Φεβρουάριου 2009; καταρτίστηκε νέα σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, ομοίου περιεχομένου με αυτήν της 1ης Ιουλίου 2008, διάρκειας μέχρι τις 31.12.2009.
Ωστόσο, και μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής, η τέταρτη ενάγουσα εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο, το οποίο με την …/….1.2011 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, αποφάσισε τη συνέχιση παροχής υπηρεσιών των συμβασιούχων, εφόσον οι τελευταίοι το επιθυμούν, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας διορισμού προσωπικού μέσω ΑΣΕΠ (βλ.
το …/….2.2011 έγγραφο ταυ Ε.ΚΕ.Ψ.Υ.Ε)... Στα πλαίσια των ανωτέρω συμβάσεων η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της συνεχώς και αδιαλείπτως στη ΜΗΠ/ΥΕΕΑ Αιγάλεω από 1.7.2008 έως τις 16.9.2011, οπότε το εναγόμενο, το οποίο να σημειωθεί στερείται οργανισμού προσωπικού και απασχολεί στις Μονάδες του μόνο προσωπικό με συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου (βλ.
την …/...5.2015 βεβαίωσή του), αποφάσισε τη λήξη της συνεργασίας με απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου (βλ. το …/...9.2011 έγγραφο του Ε.ΚΕ.Ψ.Υ.Ε). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 1.7.2008 έως 16.9.2011, η τέταρτη ενάγουσα, η οποία απασχολείτο οκτώ (8) ώρες ημερησίως και σαράντα (40) εβδομαδιαίως, υπαγόταν στις εντολές και οδηγίες, ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών της, των αρμοδίων οργάνων του εναγόμενου, το οποίο, αποβλέποντας αποκλειστικά και μόνο στην παροχή της εργασίας της, καθόριζε δεσμευτικά το ωράριο και τις συνθήκες απασχόλησής της και την υποχρέωνε να ακολουθεί το επιστημονικό πρόγραμμα και τις παροχές ψυχικής υγείας που προέκρινε, ενώ, συγχρόνως, ήλεγχε, δια των οργάνων του την τήρηση των εντολών και οδηγιών του από την ενάγουσα αυτή.
Η απασχόληση αυτή είχε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, τα χαρακτηριστικά σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και όχι παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, πλην όμως άκυρης, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, με συνέπεια η τέταρτη ενάγουσα να συνδέεται με το εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας, δικαιούμενη ευθέως εκ του νόμου τα επιδόματα εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους.
Ειδικότερα, η τέταρτη ενάγουσα, που απασχολήθηκε με απλή σχέση εργασίας από 1.7.2008 έως 16.9.2011, δικαιούται...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ότι η σχέση που συνέδεε την αναιρεσίβλητη ενάγουσα Β. Κ., με το αναιρεσείον - εναγόμενο είχε τα χαρακτηριστικά σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και όχι παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 648, 649, 668 και 672 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίας ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του Εφετείου ότι υφίστατο νομική εξάρτηση της αναιρεσείουσας από τον εργοδότη της, υπό την έννοια του δικαιώματος των αρμοδίων οργάνων του τελευταίου να ασκούν τον έλεγχο και την εποπτεία ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής των υπηρεσιών της και να δίδει δεσμευτικές γι' αυτή εντολές και οδηγίες για την επιμελή εκτέλεση του επιστημονικού προγράμματος και τις παροχές ψυχικής υγείας που προέκρινε, αρκούσαν για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων και τον χαρακτηρισμό της συνδέοντας τους διαδίκους σχέσης ως σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, η έννοια της οποίας προσδιορίστηκε από το Δικαστήριο σαφώς με βάση τη φύση και το είδος των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν και τις πραγματικές συνθήκες εκτελέσεως της εργασίας ανεξάρτητα του χαρακτηρισμού που προσέδωσαν σ' αυτήν οι διάδικοι και καθιστούν εφικτό τον σχετικό αναιρετικό έλεγχο.
Το γεγονός ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ήταν κατά του ισχυρισμούς του εναγομένου - αναιρεσείοντος ασφαλισμένη στον ΟΑΕΕ δεν αποτελεί από μόνο του αποκλειστικό και ασφαλές κριτήριο της ανυπαρξίας σχέσης εξηρτημένης εργασίας. Η δε προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε πλήρη, εμπεριστατωμένη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ως προς την πράγματι ανατεθείσα και παρεχόμενη από την ενάγουσα αναιρεσίβλητη εργασία ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αναφέροντας με σαφήνεια, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της τις περιστάσεις υπό τις οποίες ασκούσε τα καθήκοντά της, τη φύση και το είδος των υπηρεσιών που παρείχε και την ύπαρξη της απαιτούμενης νομικής εξάρτησής της από τον εργοδότη της ΝΠΙΔ.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι με βάση τις συναφθείσες μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης έγγραφες συμβάσεις, η σχέση που τους συνέδεε ήταν εκείνη των ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ότι από ... κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυπτε ότι η φύση της συμβάσεως ήταν εκείνη της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι αν η προσβαλλομένη απόφαση είχε λάβει υπόψη και είχε εκτιμήσει σωστά τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα τις ως άνω συμβάσεις θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή η σχέση που τους συνέδεε ήταν εκείνη των ανεξαρτήτων υπηρεσιών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι αυτές πλήττουν την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως.
Κατά συνέπεια, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η από 8.4.2019 αίτηση αναίρεσης του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΩΝ (Ε.ΚΕ.Ψ.Υ.Ε)" και να καταδικασθεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας αυτού (άρθρ.176 και 183 ΚΠολΔ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, απορριπτομένου ως άνευ αντικειμένου μετά την απόρριψη της αναίρεσης, του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατ' άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ., που υπέβαλε με τις προτάσεις του.
Β. Επί της από 3.7.2019 αίτησης αναίρεσης των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών Κ. Σ. και λοιπών (πλην της πέμπτης αναιρεσείουσας Ε. Τ.). 2. Με την αναθεώρηση-του Συντάγματος του έτους 2001 (ΦΕΚ A' 85/18-4-20010 κοκ με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ.7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.
Επίσης, στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ.8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους κα: τη χρονική διάρκεια-των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.2.
Νόμος ορίζει, επίσης, τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι. απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους, σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του δημόσιου τομέα Στους προαναφερόμενους κανόνες (που διατυπώθηκαν το πρώτο με τις διατάξεις του ν. 2190/1994) υπάγεται ενόψει της πιο πάνω διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παρ.3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, με τις διατάξεις της οποίας τα κράτη - μέλη όφειλαν μέχρι την 10-7-2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές τους νομοθεσίες και ειδικότερα η ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής αφορά σε ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Η προσαρμογή της ημεδαπής έννομης τάξης στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερημένα, με το π.δ. 81/2-4-2003 για τους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα και με το π.δ. 164/19-7-2004 για τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.
Με το π.δ. 164/2004 εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου προς επίτευξη του στόχου της άνω οδηγίας που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθρο 5 του τελευταίου π.δ. ορίζονται τα εξής: 1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή διαφορετικούς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεών αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής σύμβασης συνάπτονται: για την εξυπηρέτηση αδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησής. 3.
Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που τη δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως απ' αυτήν. 4. Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επόμενου άρθρου".
Κατά το άρθρο 6 του ίδιου π.δ. "1. Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογήν του προηγούμενου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογήν άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας. 2.
Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως διευθυντικά στελέχη εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος.
Εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς. Προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 7 του ως άνω προεδρικού διατάγματος είναι η κατάρτιση σύμβασης ή συμβάσεων κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 δηλαδή:
α) είτε η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, εκτός εάν δικαιολογείται από τους αναφερόμενους αντικειμενικούς λόγους, β) είτε σε κάθε περίπτωση, οι διαδοχικές κατά τα ανωτέρω συμβάσεις να είναι περισσότερες από τρεις, γ) είτε οι κατά τα ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή του προηγούμενου, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, εκτός εάν, μεταξύ άλλων, οι εργαζόμενοι προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οπωσδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος οπότε επιτρέπεται η υπέρβαση του χρονικού αυτού ορίου.
Ως κύρωση δε για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφτηκε από το άρθρο 7 ΠΔ 146/2004 η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του (ΑΠ 91/2018, ΑΠ 518/2019, ΑΠ 651/2018).
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, νομικός χαρακτηρισμός που αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των Δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΠ 257/2019, ΑΠ 61/2018, ΑΠ 1301/2017), αφού έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 257/2019, ΑΠ 651/2018, 1310/2017).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 904 εδ α Α.Κ., το οποίο εφαρμόζεται και επί Δημοσίου επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου καθώς και επί νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ.
β' της ίδιας διάταξης περ. γ', η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως, σε περίπτωση παροχής που έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημία και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας.
Αν δεν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, δηλαδή η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι, η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική, όσο και από δικονομική άποψη είναι επιβοηθητικής φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις από άλλη αξίωση (τη σύμβαση, αδικοπραξία, ευθέως από το νόμο), εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα τα οποία στηρίζεται η αγωγή από άλλη νόμιμη αξίωση και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση κατ' άρθρ. 219 ΚΠολΔ της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής.
Αν η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Τούτο διότι στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο, αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση ή άλλο νόμιμο λόγο κύρια βάση της αγωγής, απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για ορισμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης.
Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον ενάγοντα λόγου της ακυρότητας της συμβάσεως που διεγνώσθη ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και έτσι είναι δεδομένη κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσεως. Είναι όμως, αναγκαία στην περίπτωση αυτή η απλή επίκληση ακυρότητας της σύμβασης ή η ανυπαρξία των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων (ΑΠ Ολ 23/2003, ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 15/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, με την από 6.12.2011 αγωγή τους εξέθεσαν ότι οι τρεις πρώτες αυτών, προσλήφθηκαν στις 17.1.2006 με έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διαρκείας ενός έτους από 17.1.2006 μέχρι 16.1.2007 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, το οποίο ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εντάσσεται στις Μονάδες Ψυχικής Υγείας του άρθρου 4 παρ.1 Ν. 2716/1999 υπάγεται όσο αφορά τις προσλήψεις του προσωπικού στις διατάξεις του Ν. 2150/1994 περί ΑΣΕΠ και ως προς το μισθολογικό καθεστώς του προσωπικού του στις διατάξεις του Ν. 3205/2003, προκειμένου να απασχοληθούν στις υπηρεσίες εξωνοσοκομειακής φροντίδας του τελευταίου, ως βοηθός μάγειρας - γενικών καθηκόντων η πρώτη και ως νοσηλεύτρια η δεύτερη και τρίτη έναντι του αναφερομένου μηνιαίου μισθού, ότι επίσης προσελήφθη από το εναγόμενο και η τέταρτη ενάγουσα - αναιρεσείουσα Β.
Κ. ως νοσηλεύτρια, με έγγραφη σύμβαση που καταχρηστικά επιγράφονταν ως ανεξαρτήτων υπηρεσιών καθόσον υπέκρυπτε σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διαρκείας από 1.7.2008 έως 31.12.2008,ότι όλες οι ανωτέρω συμβάσεις ανανεώθηκαν κατά τη λήξη τους διαδοχικά, με νέες έγγραφες συμβάσεις ορισμένης διάρκειας και συγκεκριμένα από 17.1.2007 μέχρι 16.1.2008, από 17.1.2008 μέχρι 16.1.2009 για τις τρεις πρώτες και από 1.2.2009 μέχρι 31.12.2009 για την τέταρτη, ότι μετά τη λήξη δε της τελευταίας χρονικά για κάθε μία σύμβασης, συνέχισαν να παρέχουν στο εναγόμενο τις ίδιες υπηρεσίες, ενώ με την υπ' αριθ.
…/….1.2001 απόφαση του Δ.Σ. το εναγόμενο με το από 8.2.2011 έγγραφό του αποφάσισε να εξακολουθήσει να τις απασχολεί στις υπηρεσίες του μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας πρόσληψης προσωπικού μέσω ΑΣΕΠ, που, όμως, μέχρι σήμερα δεν έχει πραγματοποιηθεί, ότι καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, υποκείμενες στον έλεγχο και τις οδηγίες και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του τελευταίου με συνέπεια να αποτελούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, κάθε μία δε σύμβαση να συνιστά μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον λόγω της φύσεως και του είδους τους οι συμβάσεις αυτές δεν δικαιολογούν τον καθορισμό ορισμένης διάρκειας και ότι στις 16.9.2011 το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους καταγγέλλοντας έτσι τις συμβάσεις τους, χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Με βάση το ιστορικό αυτό και ισχυριζόμενη επιπλέον η τέταρτη εξ αυτών ότι από την πρόσληψή της μέχρι τις 16.9.2011 το εναγόμενο δεν της κατέβαλε επιδόματα εορτών και αδείας, ζήτησαν 1) να αναγνωρισθεί ότι κάθε μία ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 2) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους, 3) να τους επιδικασθούν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως μισθοί υπερημερίας μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, επικαλούμενες το άρθρο 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920 και τις διατάξεις της οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, 4) άλλως στην περίπτωση που κριθεί ότι οι συμβάσεις τους ήταν εργασίας ορισμένου χρόνου να επιδικασθούν σ' αυτές τα ως άνω ποσά ως αποζημίωση κατ' άρθρο 672 ΑΚ, λόγω καταγγελίας των συμβάσεών τους πριν τη λήξη της χωρίς σπουδαίο λόγο, 5) επί πλέον να επιδικασθούν στην τέταρτη εναγομένη τα αναφερόμενα ποσά για δώρα εορτών και επίδομα αδείας ετών 2008, 2009, 2010 και 2011, 6) άλλως σε περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία των συμβάσεών τους να επιδικασθούν σ' αυτές τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση απολύσεως, εφόσον γίνει δεκτό ότι πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου άλλως και εφόσον κριθεί ότι οι συμβάσεις τους ήταν άκυρες για οποιονδήποτε λόγο και συνδέονταν συνεπώς με το αναιρεσίβλητο με απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, να επιδικασθούν τα ως άνω ποσά, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού το αναιρεσίβλητο θα τα κατέβαλε σε άλλους εργαζόμενους που παρείχαν τις ίδιες και υπό τις αυτές συνθήκες υπηρεσίες, τους οποίους θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1059/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη στο σύνολό της την αγωγή, με την αιτιολογία, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη της ότι δεν καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, ακόμη και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του Ν. 2180/1999 και κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο διαδικασίας επιλογής προσωπικού και της ρητής απαγόρευσης του άρθρου 103 του Συντάγματος, ούτε ότι είναι δυνατή η μετατροπή τους ακόμη και με βάση την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι αναιρεσείουσες την από 3.5.2017 έφεσή τους, ισχυριζόμενες, μεταξύ άλλων, ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμο και το επικουρικό αίτημα της αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης, για το οποίο σε κάθε περίπτωση ήταν εφαρμοστέο το άρθρο 7 παρ. 2 ΠΔ 146/2004, εφόσον επρόκειτο για άκυρες συμβάσεις που εκτελέστηκαν, το οποίο όμως δεν εφήρμοσε.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, εκτός από το αίτημα για επιδίκαση στην τέταρτη ενάγουσα δώρων και επιδομάτων αδείας του χρονικού διαστήματος από 2008 μέχρι 2011. Ειδικότερα, το Εφετείο, από την επισκόπηση της απόφασης, δέχτηκε, τα ακόλουθα, όσον αφορά το σκέλος της κατά το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη: "...Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε ανωτέρω, κατά την κύρια βάση της, κατά το μέρος, δηλαδή, που στηρίζεται στην επικαλούμενη ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που στην πραγματικότητα, κατά τους ισχυρισμούς πάντοτε των εκκαλουσών, συνέδεε κάθε μία αυτών με το εφεσίβλητο, το οποίο υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και, με βάση αυτή, ζητείται να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων και να υποχρεωθεί το εφεσίβλητο αφενός να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και αφετέρου να τους καταβάλει κυρίως αποδοχές υπερημερίας (μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας) λόγω άκυρης καταγγελίας και επικουρικά αποζημίωση απόλυσης και αποδοχές (επιδόματα εορτών και αδείας) υπερημερίας, είναι μη νόμιμη.
Τούτο διότι οι επικαλούμενες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας των τριών πρώτων εκκαλουσών και παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών των λοιπών καταρτίστηκαν ως ορισμένου χρόνου υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων, και δη μετά την έναρξη ισχύος (18-4-2001) του αναθεωρημένου άρθρου 103 του) Συντάγματος με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ' αυτό και συνεπώς, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Ούτε είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και εάν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει την ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ, τέλος, οι επίδικες συμβάσεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου ούτε κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ 164/2004, αφού αυτές καταρτίστηκαν μετά την έναρξη ισχύος του, την 10.7.2004.
Εφόσον δε, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως αορίστου χρόνου δεν οφείλεται ούτε αποζημίωση απόλυσης, με συνέπεια η αγωγή κατά το (επικουρικό) αίτημα καταδίκης του εφεσιβλήτου σε καταβολή αποζημίωσης λόγω καταγγελίας να είναι μη νόμιμη και κατά την επικουρική της βάση, η οποία κρίνεται μη νόμιμη και ως προς τα αιτήματα καταβολής αποδοχών (μισθοί και επιδόματα) υπερημερίας, που δεν δύνανται να στηριχθούν στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις.
Σημειώνεται ότι το άρθρο 7 του π.δ 164/2004, για τη μη αυτεπάγγελτη εφαρμογή του οποίου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραπονούνται οι εκκαλούσες, επικαλούμενες με την έφεση ότι η αποζημίωση απόλυσής τους οφείλεται με βάση το άρθρο αυτό, προϋποθέτει την επίκληση εκ μέρους τους κατάρτισης άκυρων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, κατά παράβαση του άρθρου 5 του ίδιου π.δ, πλην όμως, εν προκειμένω, οι εκκαλούσες στηρίζουν την εν λόγω αξίωσή τους κυρίως στην καταγγελία της έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που στην πραγματικότητα τις συνέδεε με το εφεσίβλητο, άλλως στην απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου..." Με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα στο ιστορικό της αγωγής περιστατικά και κατά το μέρος που κρίνονται απαραίτητα για την εκτίμηση των αναιρετικών λόγων, επί των οποίων θεμελιώνουν οι αναιρεσείουσες τα αιτήματά τους, η αγωγή, ως προς την κύρια βάση στηρίζεται σε έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως προς δε τη σωρευόμενη με την πρώτη επικουρική βάση με την οποία αξιώνουν αποζημίωση απόλυσης στηρίζεται στην λόγω έγκυρης καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως κατά τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 και Ν. 3198/1955.
Περαιτέρω ως προς τη σωρευόμενη κατά δικονομική επικουρικότητα δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ζητούν επίσης την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης η αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας ήταν άκυρες για οποιονδήποτε λόγο και εξέλιπε έτσι η νόμιμη αιτία καταβολής της αποζημίωσης από έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Αντίθετα από τα παραπάνω προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχεται επικουρική βάση που να στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 7 π.δ. 146/2004, αφού οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, δεν επικαλούνται πραγματικά περιστατικά κατάρτισης των επιδίκων διαδοχικών συμβάσεων κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 ΠΔ 146/2004, ούτε θεμελιώνουν το σχετικό αίτημα της αγωγής στη διάταξη του άρθρου 7 ΠΔ 146/2004, αλλά αμιγώς στο άρθρο 904 επ.
ΑΚ, καθόσον ζητούν την αποζημίωση απόλυσης ως ωφέλεια, την οποία προσπορίστηκε το αναιρεσίβλητο, αφού θα κατέβαλε το ίδιο ποσό, σε εργαζόμενο που είχε απασχοληθεί με έγκυρη σύμβαση εργασίας, αγωγική βάση διαφορετική από εκείνη του άρθρου 7 ΠΔ 146/2004. Το άρθρο 7 ΠΔ 146/2004 για καταβολή των αναφερομένων σ' αυτό παροχών, σε περίπτωση που οι συμβάσεις εργασίας έχουν συναφθεί κατά παράβαση των παρ. 5 και 6 αυτού και είναι εκ του λόγου τούτου άκυρες, ιδρύει ευθέως ενοχή εκ του νόμου και όχι κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Η ενοχή αυτή εκ του νόμου αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού του άρθρου 904 ΑΚ, καθόσον η αξίωση, που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, είναι επιβοηθητικής φύσεως, κατά την έννοια της ουσιαστικής επικουρικότητας. Παρέχεται δηλαδή όταν η αξίωση δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε νόμιμη αιτία από τη σύμβαση, την αδικοπραξία ή ή απευθείας σε κάποια διάταξη του νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1, αιτιώμενες ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις τωνάρθρων7 ΠΔ 146/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 904 ε.π. ΑΚ, και απέρριψε έτσι ως μη νόμιμη τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής ως προς το κεφάλαιο για καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, ενώ στο δικόγραφο της αγωγής εκτίθεντο περιστατικά για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και την παραδοχή του επικουρικού αιτήματος, αφού αναφέρουν ρητά τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Όπως προαναφέρθηκε όμως η αγωγή δεν περιέχει βάση που να θεμελιώνεται στο άρθρο 7 ΠΔ 146/2004, το οποίο προβλέπει ευθέως την παροχή της αποζημίωσης απολύσεως σε περίπτωση ακυρότητας των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αποκλείοντας έτσι την εφαρμογή του άρθρου 904 ε.π. λόγω της ουσιαστικής επικουρικότητάς του.
Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ότι στην αγωγή δεν εκτίθεντο περιστατικά εφαρμογής του άρθρου 7 ΠΔ 146/2004 και απέρριψε τη δεύτερο επικουρική βάση της αγωγής, ορθά δεν εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου αυτού, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που διατείνεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ., για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρ. 7 ΠΔ 164/2004, καθώς και των γενικών διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρ. 904 ΑΚ). Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι οι προεκτεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, με τις οποίες απέρριψε ως μη νόμιμη τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης απόλυσης είναι ελλιπείς, καθόσον, αν και έκρινε ότι οι αξιώσεις τους περί αποζημίωσης απόλυσης δεν μπορούν να θεμελιωθούν σε έγκυρη σύμβαση εργασίας, αλλά οι ίδιες αξιώσεις θεμελιώνονται στην επικουρική βάση της απλής σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο θα πρέπει να γίνει επίκληση και της αιτίας ακυρότητας των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας κατά τις διατάξεις των άρθρ. 5 και 6 π.δ. 146/2004, ώστε να εφαρμοστεί το άρθρο 7 αυτού και οι γενικές διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Ο λόγος αυτός της αίτησης τυγχάνει προεχόντως απαράδεκτος, διότι εν προκειμένω το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη.
Κατά συνέπεια, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 3.7.2019 αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, πλην της Ε. Τ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 8.4.2019 αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΩΝ (Ε.ΚΕ.Ψ.Υ.Ε.)" και την από 3.7.2019 αίτηση αναίρεσης της Κ. Σ. και λοιπών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της υποθέσεως ως προς την αναιρεσείουσα της από 3.7.2019 αναίρεσης Ε. Τ..
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της άνω αιτήσεως αναίρεσης ως προς την αναφερόμενη αναιρεσείουσα.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8.4.2019 αίτηση αναίρεσης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΩΝ (Ε.ΚΕ.Ψ.Υ.Ε.)" στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3.7.2019 αίτηση αναίρεσης ως προς τις 1η, 2η, 3η και 4η των αναιρεσειουσών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις παραπάνω αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ