Supreme Court dismisses divorce appeal on procedural grounds and lack of legal interest in the appeal request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the final divorce judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court's reasoning was flawed and that the appeal lacked legal interest, but the court found these arguments baseless. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible and ordered the appellant to pay the appeal fee to the state treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 566(1), 576(1) of the Civil Procedure Code; The appeal is inadmissible if the appellant fails to demonstrate a legal interest in the appeal or if the appeal is based on grounds that do not affect the substantive outcome of the divorce proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1205 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1205/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Χ. του Π., συζύγου Π. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γεωργίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Τσουνάκα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 10/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6429/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4851/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/1/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 6/5/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 15-1-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4851/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών και απέρριψε την από 22-11-2010 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 6429/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές η από 10-12-2009 αγωγή της αναιρεσείουσας και η από 5-5-2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου και κηρύχθηκε λυμένος ο μεταξύ τους υφιστάμενος γάμος. Η αίτηση αναίρεσης, η οποία φέρεται προς συζήτηση με την από 20-4-2018 κλήση του αναιρεσίβλητου για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, μετά τη ματαίωση της συζήτησης κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 18-5-2015, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης τους να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.
Κατά το άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντα. Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο, αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός, σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει της διάταξης του άρθρου 1444 παρ. 1 ΑΚ.
Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου η μία και λόγω διετούς διάστασης των συζύγων η άλλη και το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε και τις δύο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται, ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δύο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επεδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους.
Οι αιτιολογίες της απόφασης για τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης δεν ασκούν καμία δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις τους, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν στοιχεία διατακτικού, δεν παράγεται δεδικασμένο.
Συνεπώς ουδείς από τους διαδίκους συζύγους έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει κατ' άρθρο 516 παρ. 2 ΚΠολΔ, έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης. Κατά μείζονα λόγο, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την άσκηση της έφεσης από τον ένα μόνο διάδικο, κατά της πρωτόδικης απόφασης και δη κατά το μέρος που δέχτηκε την αγωγή του αντιδίκου συζύγου του, διότι με την παραδοχή της δικής του αγωγής επήλθε, λόγω του αμετακλήτου της απόφασης ως προς την αγωγή αυτή, το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου και δεν υπάρχει πλέον το αντικείμενο της δίκης.
Το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 516 ΚΠολΔ, αποτελεί την προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης έφεσης, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά, αν ο διάδικος που ασκεί την έφεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση, και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ (ΑΠ 477/2012, ΑΠ 701/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το πρωτοδικείο με την υπ' αριθ. 6429/2010 απόφασή του δέχτηκε την από 5-5-2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου περί διαζυγίου, λόγω διετούς διάστασης και την από ΙΟ¬Ι 2-2009 αγωγή της αναιρεσείουσας για ισχυρό κλονισμό του γάμου τους από λόγο συνδεόμενο με το πρόσωπο του αναιρεσίβλητου και κήρυξε τη λύση του γάμου.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 22-11-2010 έφεσή της με την οποία παραπονέθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και δέχτηκε και την αγωγή του αναιρεσίβλητου, ενώ έπρεπε να την απορρίψει. Το εφετείο^ με την υπ'αριθ. 4851/2012 απόφασή του^ απέρριψε την άνω έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη, δεχόμενο, ότι ενόψει του διαπλαστικού αποτελέσματος της λύσης του γάμου των διαδίκων, στο οποίο ως αποκλειστικό αντικείμενο της δίκης κατέληξε η πρωτόδικη απόφαση, δεχόμενη και τη δική της αγωγή, αυτή δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της.
Έτσι που έκρινε το εφετείο και απέρριψε την έφεση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει ότι το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο κήρυξε ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, την έφεσή της κατά της υπ' αριθ. 6429/2010 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που κήρυξε λυμένο το γάμο μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου, δεχόμενο τις αγωγές τους, καθόσον αυτή περιείχε αιτιάσεις για τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, που τη θίγουν και δεν την ωφελούν και από τις οποίες προέκυπτε σε βάρος της ουσιαστικό δεδικασμένο βλαπτικό των συμφερόντων της.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, ανεξαρτήτως ότι δεν περιέχει σαφή και ορισμένη έκθεση των ιστορικών στοιχείων που τον θεμελιώνουν και συγκεκριμένα ποιες είναι οι αιτιολογίες που τη βλάπτουν και ποιο είναι το ουσιαστικό δεδικασμένο που προκύπτει από αυτές σε βάρος της, για τη λύση του γάμου, σε κάθε περίπτωση, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη του αμέσως ανωτέρω εξεταζομένου λόγου, ενόψει ότι αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα της λύσης του γάμου, οι αιτιολογίες της απόφασης για τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης δεν ασκούν καμία δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις τους, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν στοιχεία διατακτικού, δεν παράγεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας σε άλλη δίκη μεταξύ τους.
Τέλος, η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και τέταρτο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους της αίτησης αναίρεσης, όπως εκτιμώνται, προβάλλει αντιστοίχως ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) το λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονείτο, ότι το πρωτοδικείο δέχτηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου για τη λύση του γάμου τους, παρόλον ότι σώρευσε ανεπιτρέπτως σ' αυτή, έστω και επικουρικά, αντιφατικά αιτήματα περί λύσης του γάμου τους λόγω ισχυρού κλονισμού, και συγκεκριμένα τεκμαιρομένου λόγω συνεχούς διετούς διάστασής, άλλως για λόγους που αφορούν το πρόσωπο της και β) το λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονείτο, ότι το πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του τις υπ'αριθ. …46 και …47/11-12-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Α. Τ.-Λ., που λήφθηκαν με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, παρόλον ότι δεν αποτελούν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο στη διαδικασία των γαμικών διαφορών. Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον προϋποθέτουν εξέταση κατ' ουσίαν της έφεσης και των λόγων της και στη συγκεκριμένη περίπτωση το εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση για έλλειψη εννόμου συμφέροντος προς άσκησή της εκ μέρους της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας.
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 49/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσίβλητου που νίκησε, δεν επιδικάζονται, ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2014 αίτηση της Α Χ., συζ. Π. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4851/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ