Supreme Court dismisses appeal on tort liability, upholding lower court's finding of fault and damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment awarding damages to the plaintiffs. The court found the lower court's reasoning regarding the tortfeasor's negligence and the causal link to the loss sufficient and legally sound. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the plaintiffs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330(b), 914 of the Civil Code: The Supreme Court's review of a lower court's factual findings on tort liability is limited to checking for legal errors in the application of law, not re-evaluating the evidence or the assessment of damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1205 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1205/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Γ. του Δ. και 2) Π. Δ. του Χ., συζ. Ι. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Δημητρουλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3802/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 892/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ορθή υπαγωγή μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οδηγού Δ.
Μ. (οδηγού του υπ' αριθ. ...5 ΙΧΕ αυτοκινήτου), καθώς και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, έτσι ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι Εφετείο, με το να δεχτεί ότι υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού με βάση τα γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, η περιγραφόμενη, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συμπεριφορά του ως άνω οδηγού (έστω και αν συνιστά παράβαση ΚΟΚ, λόγω παραβιάσεως της διπλής διαχωριστικής γραμμής), σε κάθε δε περίπτωση δεν του προσδίδει, καμία υπαιτιότητα στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών: "...Στις 14-12-2011 και περί ώρα 15:50' περίπου, ο πρώτος των εναγόντων, Ι.
Γ., ηλικίας τότε 45 ετών, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ...6 δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, εκινείτο επί της λεωφόρου …, στη …, με κατεύθυνση από … προς …., καταλαμβάνοντας το μέσο περίπου του ρεύματος πορείας του, με κανονική ταχύτητα, η οποία δεν υπερέβαινε τα 50χλμ/ώρα. Την ίδια ημερομηνία και ώρα ο πρώτος εναγόμενος και μη διάδικος στην παρούσα δίκη, Δ.
Μ., ηλικίας τότε 73 ετών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...5 ΙΧΕ αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν σφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "... - ...", εκινείτο επί της αυτής ως άνω λεωφόρου, με αντίθετη όμως κατεύθυνση από εκείνη της παραπάνω δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ήτοι από ....
Η λεωφόρος … είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και στο ύψος του ΟΑ 58 διαχωρίζεται κατά μήκος με διπλή συνεχομένη γραμμή. Στο σημείο αυτό, η λεωφόρος είναι ευθεία και οριζόντια, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10 μ., η ορατότητα δεν περιορίζεται, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ορίζεται στα 50χιλ/ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής, και κατά τον παραπάνω χρόνο επικρατούσαν αίθριες καιρικές συνθήκες, υπήρχε φως ημέρας και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική (βλέπε έκθεση αυτοψίας).
Όταν ο οδηγός του, ως άνω, ΙΧΕ αυτοκινήτου πλησίασε στο προαναφερόμενο σημείο της λεωφόρου, προτιθέμενος να στρίψει προς τα αριστερά, να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου και να εισέλθει στον ιδιωτικό χώρο στάθμευσης της οικίας του, που βρίσκεται στον ΟΑ …8 και εφάπτεται αυτής, μολονότι αυτό απαγορευόταν, λόγω της υπάρχουσας στο οδόστρωμα διπλής συνεχόμενης κατά μήκος γραμμής, δεν κατέστησε έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τον αντίστοιχο (αριστερό) δείκτη κατεύθυνσης του οχήματός του, ούτε κινήθηκε προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος και από εκεί ακινητοποιώντας το αυτοκίνητό του να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει την στροφή προς τα αριστερά χωρίς κίνδυνο ή παρακώληση των λοιπών χρηστών της λεωφόρου, οι οποίοι κινούνταν πίσω, μπροστά ή πλάι του και ιδίως εκείνων που εκινούντο από δεξιά του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, λαμβάνοντας υπόψη την θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, αλλά, μειώνοντας μόνο την ταχύτητά του, έστριψε προς τα αριστερό απότομα, αιφνιδιαστικά, απροειδοποίητα και παντελώς ανέλεγκτα και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και εκείνη την στιγμή και σε πολύ κοντινή απόσταση εκινείτο η ...6 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο στο συγκεκριμένο σημείο.
Αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών του οδηγού του ...5 ΙΧΕ αυτοκινήτου ήταν να παρεμβληθεί το αυτοκίνητό του στην ευθεία πορεία της άνω δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οδηγός της οποίας λόγω της απρόβλεπτης και αιφνιδιαστικής κίνησης του αυτοκινήτου προς την πορεία του και της πολύ μικρής απόστασης που τον χώριζε απ' αυτό, δεν μπόρεσε να αντιδράσει με άμεση και αποτελεσματική τροχοπέδηση, ώστε να ακινητοποιήσει αυτή και παρά τον ενστικτώδη αποφευκτικό ελιγμό που πραγματοποίησε προς τα αριστερά, δεν κατέστη δυνατό να αποφύγει την σύγκρουση και επέπεσε με την δεξιά πλευρά της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του στην οπίσθια δεξιά γωνία και τον οπίσθιο προφυλακτήρα του ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατά την στιγμή που το εμπρόσθιο τμήμα αυτού είχε εισέλθει στον ιδιωτικό χώρο στάθμευσης, ακολούθως ανατράπηκε με την αριστερή πλευρά της μοτοσυκλέτας του στο οδόστρωμα και σύρθηκε επ' αυτού σε απόσταση 28 μ.
καταλήγοντας στο αντίθετο προς την αρχική πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, με συνέπεια να τραυματισθεί ο οδηγός αυτής, πρώτος ενάγων και να προκληθούν ζημιές στην δίκυκλη μοτοσυκλέτα του. Οι παραπάνω συνθήκες της σύγκρουσης και κυρίως η αιφνίδια και χωρίς προειδοποίηση μετακίνηση του οδηγού του ...5 ΙΧΕ αυτοκινήτου προς τα αριστερά, προκύπτει με σαφήνεια από την από 20-03-2012 ένορκη προανακριτική κατάθεση της αυτόπτου μάρτυρος και τρίτης προς τους διαδίκους Ι.
Κ., η οποία κατέθεσε: "....μπροστά από μένα κινούνταν το υπ' αριθμ. ...5 ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο πλησιάζοντας στον ΟΑ ….8 της λεωφόρου …. εντελώς απροειδοποίητα, χωρίς φλάς, έστριψε αριστερά, παραβιάζοντας την διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, με σκοπό να εισέλθει σε ιδιωτικό χώρο στάθμευσης στον ΟΑ 58. Ταυτόχρονα από το αντίθετο ρεύμα ερχόταν η υπ' αριθμ. ...6 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, η οποία συγκρούστηκε με το ΙΧΕ αυτοκίνητο κατά την είσοδό του στον ιδιωτικό χώρο στάθμευσης.
Από τη σύγκρουση η δίκυκλη μοτοσυκλέτα ανετράπη στο οδόστρωμα και οδηγός και μοτοσυκλέτα ερχόντουσαν προς τα πάνω μου. Εγώ αντανακλαστικά τελείως ακινητοποίησα το όχημά μου και ευτυχώς οδηγός και μοτοσυκλέτα σταμάτησαν την ανέλεγκτη πορεία πριν πέσουν πάνω μου...". Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τ.Τ.
Σαλαμίνας. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και των εξ' αυτού συνεπειών είναι ο οδηγός του παραπάνω αναφερόμενου ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος από αμέλειά του και συγκεκριμένα έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει, καταβάλλοντας την επιμέλεια, του μέσου συνετού οδηγού κάτω από ανάλογες συνθήκες, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς και επιπροσθέτως σκοπεύοντας να πραγματοποιήσει τον προαναφερόμενο ελιγμό προς τα αριστερά, σε σημείο μάλιστα που αυτό απαγορευόταν, δεν πλησίασε προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος και δεν κατέστησε έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή με τους αντίστοιχους δείκτες κατεύθυνσης όπως είχε υποχρέωση, ούτε βεβαιώθηκε προηγουμένως αν μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, με αποτέλεσμα να εισέλθει απότομα και απροειδοποίητα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου … και να παρεμβληθεί ξαφνικά στην πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του πρώτου ενάγοντος, ενεργώντας έτσι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 8α, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 2 και 23 παρ. 2 του ΚΟΚ, παραβάσεις οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα.
Αντίθετα, στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του πρώτου ενάγοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας ότι ο πρώτος ενάγων, οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, την οποία ουδόλως είχε μειώσει εν όψει του ότι στην πορεία του υπήρχαν πινακίδες με την ένδειξη Κ-15 (αναγγελία κινδύνου λόγω διάβασης πεζών) και Κ-16 (αναγγελία κινδύνου λόγω συχνής κίνησης παιδιών) και έτσι δεν αντελήφθη έγκαιρα τον ως άνω ελιγμό του ΙΧΕ αυτοκινήτου και επέπεσε επ' αυτού με σφοδρότητα, μολονότι μεσολάβησε επαρκής χρόνος από την στιγμή της έναρξης του ελιγμού μέχρι την είσοδό του στον ιδιωτικό χώρο στάθμευσης, δεν αποδείχθηκε βάσιμος από ουσιαστική άποψη, καθόσον, εκτός του ότι αναιρείται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο.
Ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, εκινείτο με κανονική ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50χλμ./ώρα, εντός του ρεύματος πορείας του, και η διάβαση πεζών, με την συχνή κίνηση παιδιών, για την οποία υπάρχουν οι ως άνω πινακίδες, αποδείχθηκε ότι υπάρχουν μετά το σημείο που συγκρούστηκαν τα δύο οχήματα, δεν μπορούσε δε, ενόψει του ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο παρεμβλήθηκε στην πορεία του εντελώς ξαφνικά και απρόβλεπτα, κατά την στιγμή που τον χώριζε ελάχιστη απόσταση απ' αυτό, να αποφύγει την σύγκρουση οσηδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε, ο δε διενεργηθείς απ' αυτόν ελιγμός προς τα αριστερά ήταν η μόνη ενδεδειγμένη αποφευκτική από μέρους του ενέργεια.
Επομένως, οι σχετικοί νόμιμοι ισχυρισμοί της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, τους οποίους προέβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο, ελέγχονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, με τις αυτές ή άλλες αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ίδια ως προς την υπαιτιότητα για την επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με τους σχετικούς πρώτο και δεύτερο λόγους της από 3-4-2014 έφεσής της ελέγχονται ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα...".
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε αποκλειστικώς υπαίτιο του ατυχήματος τον πρώτο εναγόμενο εκ του λόγου ότι, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ...5 ΙΧΕ αυτοκίνητό του και κινούμενος με αυτό επί της λεωφόρου …, στη …, η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και στο ύψος του ΟΑ 58 διαχωρίζεται κατά μήκος με διπλή συνεχόμενη γραμμή, επιχείρησε στροφή του οχήματός του προς τα αριστερά στο πιο πάνω ύψος της οδού, μολονότι αυτό απαγορευόταν λόγω της υπάρχουσας στο οδόστρωμα διπλής συνεχόμενης κατά μήκος γραμμής, και χωρίς έστω προηγουμένως να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος και να καταστήσει εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του αυτή με τους αντίστοιχους δείκτες κατεύθυνσης όπως είχε υποχρέωση, ούτε να βεβαιωθεί προηγουμένως αν μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, προκειμένου, να εισέλθει, αφού προηγουμένως θα διέσχιζε καθέτως το αντίθετο προς την κατεύθυνσή του ρεύμα πορείας της οδού, στον ιδιωτικό χώρο στάθμευσης της οικίας του, που βρίσκεται στον ΟΑ 58 και εφάπτεται αυτής, με αποτέλεσμα να εισέλθει απότομα και απροειδοποίητα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου … να παρεμβληθεί ξαφνικά στην πορεία της εν λόγω μοτοσυκλέτας και να συγκρουστεί με αυτή, με συνέπεια τον τραυματισμό εξ αιτίας της σύγκρουσης του οδηγού της μοτοσυκλέτας, ενώ, περαιτέρω, αιτιολογημένως αποφάνθηκε ότι το ατύχημα αυτό δεν προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ούτε ότι συνετέλεσε σ' αυτό πταίσμα του οδηγού αυτής, δεδομένου ότι ο τελευταίος εκινείτο με κανονική ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50χλμ/ώρα, εντός του ρεύματος πορείας του, και η διάβαση πεζών, με την συχνή κίνηση παιδιών για την οποία υπάρχουν οι ως άνω πινακίδες αποδείχθηκε ότι υπάρχουν μετά το σημείο που συγκρούστηκαν τα δύο οχήματα, επί πλέον δε, δεν μπορούσε, ενόψει του ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο παρεμβλήθηκε στην πορεία του εντελώς ξαφνικά και απρόβλεπτα, κατά την στιγμή που τον χώριζε πολύ μικρή απόσταση απ' αυτό, να αντιδράσει με άμεση και αποτελεσματική τροχοπέδηση, ώστε να ακινητοποιήσει αυτή για να αποφύγει την σύγκρουση, και μάλιστα παρά τον ενστικτώδη αποφευκτικό ελιγμό που πραγματοποίησε προς τα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση, την οποία, δεν μπορούσε να αποφύγει οσηδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε, ο δε διενεργηθείς απ' αυτόν αποφευκτικός ελιγμός που πραγματοποίησε προς τα αριστερά ήταν η μόνη ενδεδειγμένη αποφευκτική από μέρους του ενέργεια.
Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφ' όσον διέλαβε στην απόφασή του τις παραπάνω σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Οι επικαλούμενες δε με το αναιρετήριο ελλείψεις της αποφάσεως, επειδή το Εφετείο, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα α) δεν αναφέρει και δεν προσδιορίζει σε ποια θέση του οδοστρώματος κινείτο ο ασφαλισμένος στην αναιρεσείουσα οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας …5 ΙΧΕ οχήματος Δ. Μ. καθώς και με πόση ταχύτητα κινείτο αρχικά και σε πόση αυτή κατήλθε, κατά τη μείωση (σύμφωνα με την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης), όταν και έστριψε (διενήργησε τον ελιγμό) προς τα αριστερά, β) αναφέρει ότι κατά τον ελιγμό η δίκυκλη μοτοσικλέτα ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση, αιτιολογία που είναι ανεπαρκής, λόγω της γενικότητάς της, γ) δεν κάνει καμία αναφορά για την απόσταση που διανύθηκε από τον ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα οδηγό, από την έναρξη του αριστερού ελιγμού μέχρι τη σύγκρουση και πιο συγκεκριμένα, σε πόση ακριβώς απόσταση, από το σημείο εκείνο της έναρξης του αριστερού ελιγμού, βρισκόταν η ...6 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, δ) δεν αναφέρει αν ο πρώτος ενάγων και οδηγός της υπ' αριθ. ...6 δίκυκλης μοτοσυκλέτας αντιλήφθηκε την κίνηση του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οδηγού και σε ποιά απόσταση, ούτε κάνει αναφορά για τις τελικές θέσεις των οχημάτων, μετά τη σύγκρουση, ενώ τέλος δε εξηγεί γιατί ο ενστικτώδης αποφευκτικός ελιγμός προς τα αριστερά, ήταν ενδεδειγμένη ενέργεια αποφυγής της σύγκρουσης, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, επί πλέον δε, ο από το αριθμό 19 του ως άνω άρθρου λόγος και κατά ένα μέρος ως απαράδεκτος.
Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.
Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως, από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθούν, όλοι οι όροι της αποζημίωσης για τη μέλλουσα αυτή ζημία.
Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 122/2006, 2076/2006).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιό της που αφορά απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, εξ αιτίας της ανικανότητάς του για εργασία, λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου, για το λόγο ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες, εξ αιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, καθόσον:
Ενώ αναφέρει ότι είχε μισθώσει μαζί με τον συνάδελφό του Ι. Π. το με αριθμό κυκλοφορίας ….6 ΑΧΕ αυτοκίνητο ταξί από τον ιδιοκτήτη του Ν. Α., το οποίο εκμεταλλευόταν ανά μια 12ωρη βάρδια ο καθένας ημερησίως, κατέβαλαν μηνιαίο μίσθωμα ο καθένας 600 ευρώ, στη συνέχεια αναφέρει ότι από την εργασία του αυτή, ήτοι από την εκμετάλλευση του ως άνω ταξί, 12 ώρες ημερησίως και τις επτά (7) ημέρες της εβδομάδος, κέρδιζε για τον εαυτό του το καθαρό ποσό των 40 ευρώ κατά μέσον όρο ημερησίως, δεν προσδιορίζει και δεν εξειδικεύει:
α) αν η εκμετάλλευση του ταξί, ήταν κατά 50% για ένα έκαστο των συνεκμεταλλευτών, β) πόσα ήταν τα μικτά μηνιαία έσοδα από την εκμετάλλευση ολόκληρου του ταξί, γ) πόσα ήταν τα συνολικά έξοδα (στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το μίσθωμα των 600 € για τον ίδιο και 1.200 € για αμφότερους τους οδηγούς) και δ) πόσα απέμειναν τα καθαρά έσοδα και για τους δύο οδηγούς, και στη συνέχεια να εξαχθεί το καθαρό κέρδος, για ένα έκαστο των οδηγών, καθιστώντας αναιρετέα και εκ του λόγου αυτού την προσβαλλόμενη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 892/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με το ως άνω ζήτημα, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 45 ετών και υγιής, πριν από τον τραυματισμό του ασκούσε το επάγγελμα του αυτοκινητιστή και δη οδηγού ταξί.
Προς τούτο δε είχε μισθώσει μαζί με τον συνάδελφό του Ι. Π. το με αριθμό κυκλοφορίας ….6 ΔΧΕ αυτοκίνητο ταξί από τον ιδιοκτήτη του Ν. Α., το οποίο εκμεταλλευόταν μια 12ωρη βάρδια ο καθένας ημερησίως, κατέβαλαν μηνιαίο μίσθωμα ο καθένας 600 ευρώ και είχαν αναλάβει τη συντήρησή του και την αποκατάσταση τυχόν βλαβών από τη χρήση του.
Ο ενάγων από την εργασία του αυτή, ήτοι από την εκμετάλλευση του ως άνω ταξί, 12 ώρες ημερησίως και τις επτά (7) ημέρες της εβδομάδος, κέρδιζε για τον εαυτό του το καθαρό ποσό των 40 ευρώ κατά μέσον όρο ημερησίως. Εξαιτίας του τραυματισμού του, κατέστη ανίκανος για την άσκηση του, ως άνω, επαγγέλματός του, για το χρονικό διάστημα από 14-12-2011 έως 6-9-2013, με συνέπεια να απολέσει εισοδήματα, συνολικού ύψους 24.960 ευρώ (20 μήνες χ 30 ημέρες χ 40 € ημερησίως = 24.000 € + 24 ημέρες χ 40 € = 960 €), ποσό, το οποίο θα κέρδιζε, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν συνέβαινε το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο εξ αυτού τραυματισμός του, απορριπτομένου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου ως προς το υπερβάλλον, ως υπερβολικού.
Από το ποσό όμως αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 14.719,91 ευρώ, το οποίο έλαβε ο ενάγων από το ΙΚΑ, όπου ήταν ασφαλισμένος, ως επιδότηση λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία, για το ίδιο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (βλ. την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. πρωτ. …54/23-10-2013 απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ), όπως ο ίδιος άλλωστε δέχεται, δικαιουμένου αυτού να λάβει το συνολικό ποσό των 10.240,69 (24.960 - 14.719,31) ευρώ, ως αποζημίωση, από την ως άνω αιτία".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, και κρίνοντας ότι ο ενάγων δικαιούτο να λάβει ως αποζημίωση από την ως άνω αιτία το συνολικό ποσό των 10.240,69 (24.9606 - 14.719,316) ευρώ και ότι συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, επιδίκασε στον ενάγοντα για την ίδια αιτία το μεγαλύτερο ποσό των 16.480,69 ευρώ, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, μετά από παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού έκτου λόγου της έφεσης της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου του αντίστοιχου σχετικού λόγου της αντέφεσης του πρώτου εφεσιβλήτου-ενάγοντος, και εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, επιδίκασε στον ενάγοντα για την ίδια αιτία το ποσό των 10.240,69 ευρώ.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προέβη στον υπολογισμό του ποσού του απωλεσθέντος εισοδήματος του πρώτου αναιρεσίβλητου, αφού δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκμεταλλευόταν για τον εαυτό του, επί μια 12ωρη βάρδια ημερησίως, το με αριθμό κυκλοφορίας ...6 ΑΧΕ αυτοκίνητο ταξί, το οποίο είχε μισθώσει από τον αναφερόμενο ιδιοκτήτη του Ν.
Α. μαζί με το συνάδελφό του Ι. Π., ο οποίος επίσης εκμεταλλευόταν αυτό για τον εαυτό του κατά την άλλη 12ωρη βάρδια ημερησίως, και ότι από την εκμετάλλευση του ως άνω ταξί, 12 ώρες ημερησίως και τις επτά (7) ημέρες της εβδομάδος, κέρδιζε για τον εαυτό του το καθαρό ποσό των 40 ευρώ κατά μέσον όρο ημερησίως. Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφ' όσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κεφάλαιό της που αφορά απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου εξ αιτίας της ανικανότητάς του για εργασία, λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και ειδικότερα ως προς το ύψος των εισοδημάτων αυτών, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων.
Οι επικαλούμενες δε με το αναιρετήριο ελλείψεις της αποφάσεως, επειδή το Εφετείο δεν προσδιορίζει και δεν εξειδικεύει: α) αν η εκμετάλλευση του ταξί, ήταν κατά 50% για ένα έκαστο των συνεκμεταλλευτών, β) πόσα ήταν τα μικτά μηνιαία έσοδα από την εκμετάλλευση ολόκληρου του ταξί, γ) πόσα ήταν τα συνολικά έξοδα (στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το μίσθωμα των 600 € για τον ίδιο και 1.200 € για αμφότερους τους οδηγούς) και δ) πόσα απέμειναν τα καθαρά έσοδα και για τους δύο οδηγούς, και στη συνέχεια να εξαχθεί το καθαρό κέρδος, για ένα έκαστο των οδηγών, αβασίμως προβάλλονται εφόσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο ενάγων συνεκμεταλλευόταν το ως άνω ταξί με τον προαναφερόμενο συνάδελφό του Ι.
Π., ενώ από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σαφώς προκύπτει ότι με αυτή έγινε δεκτό ότι καθένας από τους παραπάνω μισθωτές του ταξί, εκμεταλλευόταν αυτό για τον εαυτό του επί μια 12ωρη βάρδια ημερησίως, κερδίζοντας, καθόσον αφορά στον ενάγοντα, καθαρό ποσό, 40 ευρώ ημερησίως και δεν υπήρχε συνεκμετάλλευση τούτου κατά 50%, με τον εν λόγω συνάδελφό του, Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως της αποφάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθόσον αφορά το κεφάλαιο περί απώλειας εισοδημάτων του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, είναι αβάσιμος κατά ένα μέρος και απαράδεκτος κατά το άλλο μέρος.
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται επίσης με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ.ΑΠ 18/1998, ΑΠ 103/ 2013, ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 1967/2006).
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 103/2013, ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 103/2013, ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007).
Για να ιδρύεται όμως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 103/2013, ΑΠ 1266/2011) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 928, 929, 1389 και 1390 του Α.Κ., όπως τα δύο τελευταία ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 1329/1983, συνάγεται ότι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του ενός συζύγου από αδικοπραξία και στέρησης εντεύθεν από τον άλλο σύζυγο των προσωπικών υπηρεσιών που προσέφερε εκείνος ως συνεισφορά του για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ανάλογο με τις δυνάμεις του, αλλά και στην ατομική επιχείρηση του άλλου συζύγου, ή στις αγροτικές εργασίες του, δικαιούται ο άλλος σύζυγος ν' απαιτήσει ατομικά από τον υπαίτιο του τραυματισμού και από τον κατά νόμο ενεχόμενο για τις από την αδικοπραξία αυτή ζημίες, αποζημίωση, για τη στέρηση των υπηρεσιών, που συνιστούσαν την από το νόμο οφειλόμενη συμβολή του παθόντος συζύγου στις οικογενειακές ανάγκες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 929 εδ.
β' του Α.Κ., και για κάθε δαπάνη που διενήργησε ατομικά, και μάλιστα ανεξάρτητα του αν προσέλαβε ή όχι υποκατάστατη δύναμη για την παροχή των υπηρεσιών τις οποίες ο τραυματισθείς θα παρείχε στον άλλο σύζυγο με την έννοια που προαναφέρθηκε (Ολ.ΑΠ 39/1997, ΑΠ 243/2011, ΑΠ 850/2009). Η ύπαρξη βεβαίως και το μέγεθος της ζημίας θα είναι σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, συνάρτηση του συσχετισμού των δυνάμεων, των συζύγων, από τον οποίο θα προκύπτει η υποχρέωση συνεισφοράς του παθόντος συζύγου με την παροχή προσωπικής εργασίας για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, στοιχεία τα οποία θα ερευνήσει το δικαστήριο σύμφωνα με όσα θα έχουν προτείνει σχετικώς οι διάδικοι, ο συσχετισμός δε των προσφερόμενων, κατά περίπτωση, υπηρεσιών είναι αναγκαίος όχι για να υπολογιστούν αποτιμώμενα χρηματικώς τα συνολικά εισοδήματα των δύο συζύγων και να επιμεριστούν στη συνέχεια για τον κάθε ένα ανάλογα με τις ανάγκες και τη συμβολή του στη δημιουργία του οικογενειακού προϋπολογισμού, όπως συμβαίνει για τον καθορισμό του ύψους της διατροφής, αλλά για να προσδιοριστεί το ύψος της απώλειας που υπέστη ο επιζών σύζυγος από τη μη προσφορά υπηρεσιών, τις οποίες θα είναι υποχρεωμένος να αναπληρώσει με την απασχόληση οικιακής βοηθού, την οποία όμως δεν είναι αναγκαίο και να προσλάβει (βλ.
σχ. ΑΠ 84/2005).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, μέσω του οποίου ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής, άλλως από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, επειδή το Εφετείο, με το να απορρίψει τον έβδομο λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας με τον οποίο επανέφερε τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό της περί αοριστίας της αγωγής ως προς το αγωγικό κονδύλιο, για την καταβολή αποζημιώσεως στη δεύτερη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, λόγω στέρησης των προσωπικών υπηρεσιών του τραυματισθέντος κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα συζύγου της, κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, στη μεν πρώτη περίπτωση, για την εφαρμογή του άρθρου 929 εδ. β' Α.Κ. αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα των όσων κατά νόμο απαιτούνται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στη δε δεύτερη, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Επίσης, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όλως επικουρικώς, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, το Εφετείο, δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμο το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι αναφορικά με το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο, η δεύτερη ενάγουσα εξέθεσε και τα εξής: "ΖΗΜΙΕΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΑΠΟ ΕΜΑΣ Ζημία από τη στέρηση των υπηρεσιών του πρώτου από εμάς. Εξ αιτίας της παράνομης και εγκληματικά αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου που προξένησε τον ένδικο τραυματισμό του πρώτου από εμάς, η σύζυγός του - δεύτερη από εμάς υπέστην ζημία και από τη στέρηση των υπηρεσιών του συζύγου μου, που συνιστούσαν την εκ του νόμου οφειλόμενη συμβολή της στις οικογενειακές ανάγκες σύμφωνα με τις ΑΚ 1389 και 1390.
Σύμφωνα με τη Νομολογία (Ολ.ΑΠ 39/1997, ΑΠ 984/2003) τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983 ορίζουν ότι "οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν για την αντιμετώπιση των οικογενειακών τους αναγκών, καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του. Η συνεισφορά αυτή οφείλεται και με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών, ως ένα μέσο για την αντιμετώπιση των αναγκών του κοινού οίκου, στο μέτρο των δυνατοτήτων του κάθε συζύγου.
Στην υποχρέωση συνεισφοράς που έχει, ανάλογα με τις δυνάμεις του κάθε σύζυγος, αντιστοιχεί αμοιβαίο εκ του νόμου δικαίωμα του άλλου να αξιώνει τη συνεισφορά των υπηρεσιών αυτών. Παράγεται δηλαδή ενοχική οικογενειακής φύσεως αξίωση που αντικείμενο έχει την υποχρέωση του άλλου να συμβάλλει στις οικογενειακές ανάγκες με την παροχή των υπηρεσιών του.
Έτσι στην περίπτωση τραυματισμού του ενός συζύγου και συνακόλουθης ανικανότητάς του να προσφέρει τις προσωπικές του υπηρεσίες, δικαιούται ο άλλος σύζυγος να απαιτήσει από τον υπαίτιο του τραυματισμού αποζημίωση για την στέρηση των υπηρεσιών που συνιστούσαν την εκ του Νόμου οφειλόμενη συμβολή του θύματος στις οικογενειακές ανάγκες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 929 εδ.
β' του ΑΚ. Κατά συνέπεια ο σύζυγος νομιμοποιείται να απαιτήσει αποζημίωση για στέρηση των υπηρεσιών αυτών, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του άλλου συζύγου από τον υπαίτιο του τραυματισμού". Επειδή το μέτρο της υποχρεώσεως του κάθε συζύγου για συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες προσδιορίζεται κατ' άρθρον 1390 ΑΚ ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται ανάλογα με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 84/2005).
Επειδή, συναφώς, έχει γίνει δεκτό από τη Νομολογία, ότι το μέγεθος της ζημίας που μπορεί να ζητηθεί ως αποζημίωση θα εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τις δυνάμεις και από το συσχετισμό των δυνάμεων των συζύγων από τον οποίο θα προκύπτει η υποχρέωση και το μέγεθος συνεισφοράς του παθόντος συζύγου με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος από εμάς εργαζόταν ως οδηγός ταξί, συνεισφέροντας, όπως στο οικείο κεφάλαιο της απώλειας των εισοδημάτων του αναφέρθηκε, μηνιαία έσοδα ποσού 2.700,00 ευρώ στον οικογενειακό προϋπολογισμό, συνεισέφερε όμως, προ του ένδικου τραυματισμού του στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και με τις προσωπικές του υπηρεσίες για τη φροντίδα του κοινού οίκου, (αγορά τροφίμων και λοιπών οικιακών ειδών, πληρωμή λογαριασμών, συνδρομή στη φροντίδα και επιμέλεια των τριών ανηλίκων κοινών τέκνων μας και συγκεκριμένα μεταφορά τους σε ιατρούς και κοινωνικές εκδηλώσεις, φροντίδα για την αναψυχή τους κλπ, τα οποία τέκνα μας ήταν κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος 1, 2 και 4 ετών, φροντίδα του κήπου του σπιτιού, αναγκαίες επιδιορθώσεις στην οικία), υπηρεσίες τις οποίες προσέφερε τουλάχιστον επί 3 ώρες ημερησίως και οι οποίες αποτιμώνται τουλάχιστον στο ποσό των 540,00 ευρώ μηνιαίως, με βάση τα συνήθως καταβαλλόμενα σε οικιακούς βοηθούς για την παροχή κατ' οίκον εργασίας, οι οποίοι αμείβονται με τουλάχιστον 6 ευρώ/ώρα.
α. Εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του και των σοβαρότατων συνεπειών αυτού, που τον έχουν καταστήσει έως και σήμερα ανίκανο όχι απλώς να βοηθήσει με τα παιδιά και το σπίτι μας αλλά ακόμη και να αυτοεξυπηρετηθεί, ο σύζυγός μου πρώτος από εμάς κατά το χρονικό διάστημα από το ένδικο ατύχημα μέχρι και σήμερα ήταν ανίκανος να προσφέρει στον κοινό οίκο τις ως άνω υπηρεσίες που έως τότε προσέφερε ως συμβολή του στις οικογενειακές ανάγκες κατ' άρθρον 1389 και 1390 ΑΚ.
Τις υπηρεσίες αυτές τις οποίες πρόσφερε ο σύζυγός μου μέχρι τον τραυματισμό του αναγκάστηκα, εξαιτίας της ως άνω αδυναμίας του συζύγου μου, να προσφέρω στον κοινό οίκο από τον τραυματισμό του συζύγου μου έως και σήμερα εγώ, με εντατικοποίηση των προσπαθειών μου και πέραν όσων προσέφερα έως τότε στα πλαίσια της υποχρέωσής μου για συνεισφορά κατά το μέτρο των δυνάμεών μου για την αντιμετώπιση των οικογενειακών μας αναγκών.
Συνεπώς, οι εναγόμενοι μου οφείλουν μέχρι σήμερα για την αιτία αυτή το ποσό των (17 μήνες χ 540 ευρώ) 9.180,00 ευρώ. β. Δυστυχώς, όπως εκτέθηκε και στο οικείο κεφάλαιο του τραυματισμού του πρώτου από εμάς, η διαδικασία της πωρώσεως του κατάγματος της κνήμης του είναι ακόμη εν εξελίξει και δεν μπορεί καν να εκτιμηθεί ακόμη πότε θα του αφαιρεθεί το σύστημα της εξωτερικής οστεοσύνθεσης, πολλώ δε μάλλον πότε θα μπορέσει ξανά να εργαστεί, σύμφωνα δε με τις εκτιμήσεις των θεραπόντων ιατρών του είναι απολύτως βέβαιο ότι δε θα είναι σε θέση να εκτελεί οποιαδήποτε εργασία, επομένως ούτε και να παρέχει τις ανωτέρω αναφερθείσες υπηρεσίες που προσέφερε στον κοινό μας οίκο στα πλαίσια της υποχρέωσής του τουλάχιστον για ένα έτος ακόμη, ήτοι τουλάχιστον μέχρι το τέλος Μαΐου 2014.
Επομένως, είναι βέβαιο ότι για το χρονικό διάστημα από σήμερα έως το τέλος του μηνός Μαΐου 2014 θα αναγκαστώ να συνεχίσω να προσφέρω στον κοινό οίκο εγώ τις υπηρεσίες αυτές (αγορά τροφίμων και λοιπών οικιακών ειδών, πληρωμή λογαριασμών, συνδρομή στη φροντίδα και επιμέλεια των τριών ανηλίκων κοινών τέκνων μας, τα οποία ήταν κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος 1, 2 και 4 ετών, φροντίδα του κήπου του σπιτιού, αναγκαίες επιδιορθώσεις στην οικία) με εντατικοποίηση των προσπαθειών μου και πέραν όσων προσέφερα έως τον τραυματισμό του συζύγου μου στα πλαίσια της υποχρέωσής μου για συνεισφορά κατά το μέτρο των δυνάμεών μου για την αντιμετώπιση των οικογενειακών μας αναγκών.
Συνεπώς πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να μου καταβάλουν για την αιτία αυτή το ποσό στο οποίο αποτιμώνται κατά τα ανωτέρω οι υπηρεσίες αυτές, ήτοι το ποσό των 540,00 ευρώ μηνιαίως σε περιοδικές κατά μήνα παροχές, άλλως μηνιαίες δόσεις, από 1.6.2013 μέχρι 31.5.2014, προκαταβαλλόμενο την 1η ημέρα κάθε ημερολογιακού μηνός, εντόκως από την καθυστέρηση κάθε δόσης μέχρι την εξόφλησή της, δεδομένου δε ότι η κατάσταση της υγείας του πρώτου από εμάς συζύγου μου εξακολουθεί να είναι άθλια, με αποτέλεσμα να είναι άγνωστο το αν και πότε θα μπορέσει ξανά να παράσχει στον κοινό οίκο προσωπικές υπηρεσίες, η δεύτερη από εμάς επιφυλάσσομαι ρητά του δικαιώματός μου να αξιώσω την ζημία μου από τη στέρηση των υπηρεσιών που ο πρώτος από εμάς παρείχε στον κοινό μας οίκο, για το μεταγενέστερο της 31.5.2014 χρονικό διάστημα".
Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, αυτή περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη νομική θεμελίωσή της, ως προς το αγωγικό κονδύλιο, καταβολής αποζημιώσεως στη δεύτερη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, λόγω στέρησης των προσωπικών υπηρεσιών του τραυματισθέντος κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα συζύγου της, στις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 929 εδ.
β' ΑΚ, αφού αναφέρεται σ' αυτή, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη γάμου μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας και του τραυματισθέντος κατά το ένδικο ατύχημα πρώτου ενάγοντα, η συνεισφορά του παθόντος συζύγου στην αντιμετώπιση των οικογενειακών τους αναγκών, πέραν του εισοδήματος που αποκόμιζε ως οδηγός ταξί, ποσού 2.700 ευρώ μηνιαίως και με την προσφορά των προσωπικών υπηρεσιών που προσέφερε στον κοινό οίκο και στη φροντίδα των τέκνων τους, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος ενός, δύο και τεσσάρων ετών, οι οποίες συνίσταντο στις αναφερόμενες σ' αυτή αναλυτικά εργασίες, η αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών στο ποσό των 540 ευρώ μηνιαίως, η ανικανότητα του ενάγοντος για την παροχή των ως άνω υπηρεσιών του κατά τον κρίσιμο χρόνο, λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα και η εντατικοποίηση των προσπαθειών της δεύτερης ενάγουσας και πέραν της προσφοράς των προσωπικών υπηρεσιών που προσέφερε έως τον τραυματισμό του συζύγου της στα πλαίσια της υποχρέωσής της για συνεισφορά κατά το μέτρο των δυνάμεών της για την αντιμετώπιση των οικογενειακών τους αναγκών, δεν ήταν δε αναγκαίο, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, για το ορισμένο της αγωγής, ενόψει δε του ότι δεν πρόκειται για διατροφή, αλλά για αποζημίωση, λόγω στέρησης των υπηρεσιών του συζύγου για τη λειτουργία του κοινού οίκου να αναφέρεται σ' αυτή το σύνολο των οικογενειακών αναγκών των εναγόντων συζύγων και η απαιτούμενη δαπάνη για την αντιμετώπισή τους, ούτε να γίνεται στο δικόγραφο της αγωγής αποτίμηση της συνεισφοράς που θα παρείχε ο δικαιούχος σύζυγος για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αφού η αποτίμηση αυτή, άλλωστε, μπορεί να θεμελιώσει καταλυτικό της αξιώσεως ισχυρισμό του εναγομένου (ΑΠ 212/2013, ΑΠ 873/2012, ΑΠ 153/2005).
Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, το οποίο έκρινε αβάσιμη και απορριπτέα τη σχετική νόμιμη ένσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής της δεύτερης ενάγουσας, την οποία, όπως δέχτηκε, παραδεκτά προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε νόμιμα στο Δικαστήριο με την έφεσή της, με την αιτιολογία ότι το αγωγικό αίτημα της δεύτερης ενάγουσας ήταν επαρκώς ορισμένο επειδή περιέχει όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία για την εγκυρότητα αυτού, που επιτάσσουν οι διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 929 εδ.
β' ΑΚ, ήτοι την ύπαρξη γάμου, τη συνεισφορά του τραυματισθέντος συζύγου της δεύτερης ενάγουσας με τις προσωπικές του υπηρεσίες στην αντιμετώπιση των αναγκών του κοινού οίκου τους, τη συνεισφορά της ίδιας, την αποτίμηση της συνεισφοράς του συζύγου της μηνιαίως και το χρόνο ανικανότητάς του για την παροχή των ως άνω υπηρεσιών του, δεν αρκέστηκε για τη νομική επάρκεια της αγωγής, ως προς το ως άνω αγωγικό κονδύλιό της, σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή του στις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 929 εδ.
β' ΑΚ, και επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά την κύρια βάση του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ καθόσον αφορά στην πρώτη επικουρική βάση του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ενόψει του ότι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετική πλημμέλεια αφορά στη νομική επάρκεια της αγωγής και όχι σε ποσοτική αοριστία αυτής, ώστε να στοιχειοθετείται η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, είναι, απαράδεκτος και απορριπτέος.
Εξάλλου, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 892/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με τη βάση και αίτημα της αγωγής για καταβολή αποζημιώσεως στη δεύτερη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, λόγω στέρησης των προσωπικών υπηρεσιών του τραυματισθέντος κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα συζύγου της έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων είναι παντρεμένος με τη δεύτερη ενάγουσα και έχουν αποκτήσει τέσσερα τέκνα.
Η δεύτερη ενάγουσα δεν εργάζεται, αλλά η οικογένεια ζει από τα εισοδήματα του πρώτου ενάγοντος. Οι ενάγοντες με την οικογένειά τους διαμένουν στη …, σε μονοκατοικία και ο πρώτος ενάγων, πλην της συνεισφοράς του σε χρήμα, προσέφερε και προσωπική εργασία στις ανάγκες του κοινού οίκου, με τη μορφή διεκπεραίωσης διαφόρων εκκρεμοτήτων εκτός οικίας, ήτοι πραγματοποίησης αγορών και πληρωμής λογαριασμών ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ, καθώς και συντήρησης της οικίας τους από τεχνική άποψη και του κήπου αυτής, ως και της μεταφοράς των ανήλικων τέκνων τους σε ιατρούς και διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις για την ψυχαγωγία τους, για χρονικό διάστημα 2 ωρών περίπου κατά μέσον όρο ημερησίως.
Η αποτίμηση αυτών των υπηρεσιών ανέρχονται στο ποσό των 100 ευρώ το μήνα, ποσό το οποίο καλύφθηκε από τη δεύτερη ενάγουσα με εντατικοποίηση των προσπαθειών της. Τις υπηρεσίες του αυτές στερήθηκε η δεύτερη ενάγουσα από το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (14-12-2011) έως τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 22-10-2013, και θα συνεχίζει να στερείται η ίδια τουλάχιστον μέχρι τις 14-11-2013, καθόσον ο πρώτος ενάγων σύζυγός της, συνεπεία του προπεριγραφομένου σοβαρού τραυματισμού του κατά το διάστημα αυτό αδυνατούσε να επιμεληθεί τον εαυτό του, πολύ περισσότερο να παρέχει τις ως άνω προσωπικές του υπηρεσίες, απορριπτομένου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου για το μεταγενέστερο διάστημα ήτοι μέχρι 31-5-2014, ως προώρως ασκηθέν, καθόσον δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί από τώρα η πορεία της κατάστασης της υγείας του πρώτου ενάγοντος.
Επομένως, η δεύτερη ενάγουσα δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση, α) για το χρονικό διάστημα από 14-12-2011 έως 20-9-2013 (χρόνος άσκησης ένδικης αγωγής) το ποσό των 1.900 ευρώ (19 μήνες χ 100 ευρώ μηνιαίως) και β) για το χρονικό διάστημα από 21-9-2013 έως 20-10-2013 το ποσό των 100 ευρώ και γ) για το χρονικό διάστημα από 21-10-2013 έως 14-11-2013 το ποσό των 83 ευρώ (25/30 χ 100), λόγω της στέρησης των ως άνω προσωπικών υπηρεσιών του συζύγου της, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, κατά το επαρκώς ορισμένο αγωγικό αίτημά της, το οποίο περιέχει όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία για την εγκυρότητα αυτού, που επιτάσσουν οι διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 929 εδ.
β' ΑΚ, ήτοι την ύπαρξη γάμου, τη συνεισφορά του τραυματισθέντος συζύγου της δεύτερης ενάγουσας με τις προσωπικές του υπηρεσίες στην αντιμετώπιση των αναγκών του κοινού οίκου τους, τη συνεισφορά της ίδιας, την αποτίμηση της συνεισφοράς του συζύγου της μηνιαίως και το χρόνο ανικανότητάς του για την παροχή των ως άνω υπηρεσιών του (Ολ.ΑΠ 39/1997, ΑΠ 940/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ελεγχόμενης ουσιαστικά αβάσιμης και απορριπτέας της σχετικής νόμιμης ένστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής της δεύτερης ενάγουσας, την οποία παραδεκτά προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει νόμιμα στο παρόν Δικαστήριο με την έφεσή της...".
Με τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφ' όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ως άνω κεφάλαιό της που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων.
Οι προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις για ελλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης επειδή το Εφετείο δεν προσδιορίζει και δεν εξειδικεύει όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα α) πώς προκύπτει (με υπολογισμούς), πώς εξάγεται και πως αποτιμώνται οι υπηρεσίες του πρώτου ενάγοντος ότι ανέρχονται στο ποσό των 100 ευρώ το μήνα, β) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και γ) το μηνιαίο εισόδημα του ενάγοντος συζύγου, είναι απορριπτέες, καθόσον μεν αφορά στις υπό στοιχ.
α) αιτιάσεις ως απαράδεκτες, εφόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις αφορούν στην πληρέστερη κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με την αποτίμηση της προσφοράς των προσωπικών υπηρεσιών του παθόντος ενάγοντος στις ανάγκες του κοινού οίκου, το οποίο εκτίθεται στην απόφαση σαφώς, και δεν συνιστούν αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον αφορά στις λοιπές ελλείψεις ως αβάσιμες, εφόσον αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τόσο η κοινωνική και οικονομική κατάσταση του παθόντος ενάγοντος, αφ' ενός, ως επαγγελματία οδηγού ταξί με μηνιαίο εισόδημα 2.700 ευρώ και της συζύγου του, αφ' ετέρου, ως μη εργαζόμενης μητέρας τεσσάρων ανηλίκων τέκνων, όσο και το μηνιαίο εισόδημα του πρώτου ενάγοντος που ανέρχεται στο παραπάνω ποσό των 2.700 ευρώ, ενώ τέλος, καθόσον αφορά στην έλλειψη αναφοράς στην προσβαλλόμενη απόφαση του συνόλου των οικογενειακών αναγκών των εναγόντων συζύγων και της απαιτούμενης δαπάνης για την αντιμετώπισή τους, η αναφορά των στοιχείων αυτών στην απόφαση δεν είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν πρόκειται για διατροφή, αλλά για αποζημίωση, λόγω στέρησης των υπηρεσιών του συζύγου για τη λειτουργία του κοινού οίκου στο σύνολο των οικογενειακών αναγκών τους.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης και ως προς τρίτο μέρος, ήτοι τη δεύτερη επικουρική βάση του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε' Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι κατέθεσαν κοινές προτάσεις, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-7-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 892/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ