Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding voluntary representation and statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding a fee dispute. The appellant argued that the lower court erred by applying Article 211 of the Civil Code to a case involving voluntary representation by a third party, which the Supreme Court found legally impossible. Furthermore, the court rejected the claim that the opposing party's fee was time-barred, noting that the final inability to enforce a time-barred debt extinguishes the obligation entirely, making the appellant's argument on factual evaluation inadmissible. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 211 of the Civil Code; Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: Voluntary representation by a third party is not legally possible, and appeals cannot review factual evaluations regarding the statute of limitations on fees.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1204 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1204/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ιωάννη Χαλκίδη του Ε., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κλεάνθη Ρούσσο, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Σ. Α. (S. A.), το γένος Μ. (M.), κατοίκου Γερμανίας, 2. Α. Π. (A. P.), το γένος Μ. (M.), κατοίκου Γερμανίας, 3. Ε. - Μ. Τ. (E. - M. T.?ss), το γένος Μ. (M.), κατοίκου Γερμανίας, και 4.Έ. Λ. (H. L.), το γένος Μ. (M.), κατοίκου Ελβετίας, όλων κληρονόμων εξ αδιαθέτου της Α. Μ., η οποία ήταν μοναδική κληρονόμος του Α. Μ.. Άπασες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπόκοτα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 2-2-2023.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 454/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-12-2021 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 31ης - 1 - 2023, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 179/2024 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 342/2024 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ..
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο, ο οποίος παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια (...) της γραμματείας του δικαστηρίου.
Η επαναλαμβανόμενη κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί (...) συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 32/2023). Στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της υπό κρίση από 2-12-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9526-1167/3-12-2021 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 454/25-1-2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών συζητήθηκε αρχικά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αντιμωλία των διαδίκων κατά τη δικάσιμο της 31-1-2023.
Οι αναιρεσίβλητοι μάλιστα είχαν καταθέσει νόμιμα και προτάσεις (άρθρο 570 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ). Η έκδοση όμως απόφασης δεν κατέστη δυνατή από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, η οποία ήδη συνταξιοδοτήθηκε. Μετά από αυτό η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμό 179/2024 πράξη που εξέδωσε αφαίρεσε τη δικογραφία από τη Δικαστή που προαναφέρθηκε (άρθρα 573 παράγραφος 1 και 307 εδάφιο β του ΚΠολΔ) και στη συνέχεια ο Πρόεδρος του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμό 342/16-11-2024 πράξη του διέταξε νόμιμα να επαναληφθεί κατά τη σημερινή δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, η οποία διεξήχθη αντιμωλία των διαδίκων. 2.
Με την από 2-12-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9526-1167/3-12-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 454/25-1-2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 591 παράγραφος 1, 667 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ.
Α 87/23-7-2015) επί της από 2-9-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7191/2010 έφεσης που είχε ασκήσει ο αρχικά εναγόμενος, A. M., υπηκόου Γερμανίας, κατοίκου B. Γ., κατά της υπ' αριθμό 112/8-6-2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - μέσα στη διετή προθεσμία από την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε (άρθρο 518 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 553 παράγραφος 1, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3 και 566 παράγραφος 1 ΚΠολΔ).
Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 3. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής που αφορούν στην παρούσα δίκη: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, Ι.
Χ. του Ε., κάτοικος Αθηνών, στην από 20-5-2009 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 92912-265/29-5-2009 αγωγή του - την οποία απείχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε στρέψει κατά του εναγομένου A. M., υπηκόου Γερμανίας, κατοίκου B. Γ. και είχε κοινοποιήσει στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.) εξέθεσε τα εξής :
Ότι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1998 είχε καταρτίσει ως Αρχιτέκτων Μηχανικός με τρίτο πρόσωπο, άμεσο αντιπρόσωπο του εναγομένου, σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών έναντι οριστής αμοιβής. Ότι παρέσχε προσηκόντως τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο από 18-12-1998 έως και το μήνα Απρίλιο του έτους 2000. Ότι η αμοιβή του με βάση το χρόνο 181 ωρών που είχε απασχοληθεί για τις εργασίες, τις οποίες είχε εκτελέσει και ανέφερε αναλυτικά στην αγωγή, ανερχόταν στο ποσό των 53.530 Ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 19% και ότι, τέλος, ο εναγόμενος, μολονότι είχε οχληθεί, αρνείτο να καταβάλει σε αυτόν την αμοιβή που προαναφέρθηκε.
Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει για την αιτία που προαναφέρθηκε στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.) συγκεκριμένο χρηματικό ποσό από την επίδοση της αγωγής. Ο εναγόμενος αρνήθηκε την ιστορική βάση της αγωγής και, επικουρικά, προέβαλε την ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσής εναντίον του με τον ισχυρισμό ότι από τότε που είχε γεννηθεί η αξίωση του ενάγοντος κατ' αυτού και ήταν δικαστικά επιδιώξιμη έως και την επίδοση της ένδικης αγωγής εναντίον του είχε παρέλθει ο νόμιμος χρόνος παραγραφής.
Ο ενάγων αντέτεινε παραδεκτά ότι η παραγραφή είχε διακοπεί με την έγερση προηγούμενης αγωγής του εναντίον του. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δίκασε την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας και εξέδωσε την υπ' αριθμό 112/8-6-2010 οριστική απόφαση, με την οποία δέχθηκε την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, την οποία είχε προβάλει ο ενάγων ως απάντηση στην ένσταση παραγραφής που είχε προβάλει ο εναγόμενος και μετά από αυτό δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα ως αμοιβή για την παροχή υπηρεσιών προς τον εναγόμενο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό νομιμότοκα.
Ο εναγόμενος άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 2-9-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7191/2010 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 520 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή εναντίον του.
Μετά την άσκηση της έφεσης και, συγκεκριμένα, στις 21-10-2010 πέθανε ο εναγόμενος και κληρονομήθηκε νόμιμα κατά το γερμανικό δίκαιο από τη σύζυγό του A. M., η οποία μετά το θάνατό της κληρονομήθηκε νόμιμα κατά το ίδιο δίκαιο από τους αναιρεσιβλήτους. Οι αναιρεσίβλητοι επομένως συνέχισαν νόμιμα τη δίκη που είχε ανοιγεί με την άσκηση της έφεσης, διότι είχαν υπεισέλθει στη δικονομική θέση του αρχικά εκκαλούντος (άρθρα 591, 62, 313 παράγραφος 1 δ και 286 επ.
του ΚΠολΔ). Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 454/25-1-2021 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και μετά από αυτό κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ειδικότερα τα εξής: "αποδεικνύονται τα ακόλουθα (...): Ο ενάγων είναι διπλωματούχος αρχιτέκτων μηχανικός , μέλος του ΤΕΕ , και διατηρεί τεχνικό γραφείο στην Αθήνα (...). Την 10.12.1998 ο ενάγων συνήψε με τον Κ.Π., δικηγόρο Αθηνών, που ενεργούσε επ' ονόματι και για λογαριασμό του εναγομένου A.
M., εμπόρου και κατοίκου Μπουχλόε Γερμανίας, που ήταν πελάτης του, ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο του ανετέθη να παράσχει συμβουλευτικές και τεχνικές υπηρεσίες, επί όλων των πολεοδομικών και άλλων τεχνικής φύσεως θεμάτων, σε σχέση με ακίνητο, ιδιοκτησίας του ως άνω πελάτη του (...) κειμένου (...) στον Ταύρο Αττικής.
Ο ως άνω δικηγόρος (...) κατά τα μέσα του έτους 1995 κατόπιν (...) γνωριμίας με τον δικηγόρο Γερμανίας, Β. Χ., που ενεργούσε ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος του εναγομένου (...) είχε αναλάβει, έναντι αμοιβής, (χωρίς συμφωνία για το ύψος αυτής), να προβεί σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες ώστε να επιτευχθεί η πώληση του ως άνω ακινήτου.
Σε εκτέλεση της εντολής αυτής, ο Κ.P. πέραν των νομικών του υπηρεσιών, θα έδιδε εντολή σε μεσίτες για την ανεύρεση αγοραστών του ακινήτου και θα διαπραγματευόταν μαζί τους (...) παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις ο ως άνω δικηγόρος Κλ.Ρούσσος, κατ' εντολήν του A. M. ανέλαβε να διεκπεραιώσει την αλλαγή χρήσης του ακινήτου (...).
Προς διευθέτηση των ως άνω πολεοδομικών θεμάτων που ανέκυψαν, ο δικηγόρος Κ.Ρ. ενεργών ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του εναγομένου (...) υπέγραψε το από 10.12.1998 συμφωνητικό με τον ενάγοντα, με το οποίο ο τελευταίος ανέλαβε να παράσχει συμβουλευτικές και τεχνικές υπηρεσίες προς τον εναγόμενο, αναφορικά με το (...) ακίνητό του.
Επίσης συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή του ενάγοντος για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε , θα προσδιορισθεί κατά δίκαια κρίση από τον Κ.Ρ. με βάση το χρόνο απασχόλησης και τη συμβολή αυτού στην επίτευξη της εκποιήσεως του ακινήτου και δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Επίσης συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή θα κατεβάλετο κατά δίκαια κρίση από τον εναγόμενο (...) από τίμημα που θα εισέπραττε από την εκποίηση του ακίνητου.
Ότι ο Κ.Ρ. θα μεριμνήσει να εισπράξει την αμοιβή του ενάγοντος από τον εναγόμενο (...) μαζί με τη δική του αμοιβή. Ότι ο ενάγων υποχρεούται να παρέχει κάθε είδους συνδρομή στον Κ.Ρ. για την είσπραξη της αμοιβής του από τον [εναγόμενο] όπως λεπτομερή περιγραφή εργασιών, ενημέρωση για τις ενέργειες του κλπ. Επίσης συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που ο εναγόμενος (...) δεν καταβάλει την αμοιβή στον ενάγοντα, θα μεριμνήσει για τη δικαστική είσπραξη αυτής ο Κ.Ρ.
μαζί με τη δική του αμοιβή. Τέλος, ο ενάγων δήλωσε ότι ουδεμία αξίωση έχει ή διατηρεί κατά του Κ.Ρ. σε περίπτωση που ο τελευταίος για οποιοδήποτε λόγο δεν θα επιτύγχανε την είσπραξη της ως άνω αμοιβής από τον εναγόμενο (...). Σε εκτέλεση της άνω συμφωνίας, ο ενάγων μηχανικός συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις μεσιτών και δικηγόρων, όπου πρόσφερε τις τεχνικές και επιστημονικές του γνώσεις και την εμπειρία του (25 έτη επαγγελματικής πείρας) , ως προς το ακίνητο και τις διαδικασίες για την επίλυση των σχετικών προβλημάτων, είτε παρείχε το τεχνικό και επιστημονικό υπόβαθρο και την τεχνική υποστήριξη στους συμβούλους του εναγομένου ή των υποψηφίων αγοραστών του ακινήτου, παράλληλα δε συνεργαζόταν με τους υπαλλήλους των αρμόδιων τεχνικών υπηρεσιών για τη δρομολόγηση των κατάλληλων νομίμων διαδικασιών με σκοπό την έκδοση αποφάσεων που θα βελτίωναν την πολεοδομική κατάσταση του ακινήτου με τελικό στόχο την υπό ευνοϊκούς όρους για τον εναγόμενο πώληση του ανωτέρω ακινήτου. (...) [Η] οφειλή του εναγομένου [προς τον ενάγοντα] ανέρχεται ήδη σε 24.238,81 ευρώ.
Ο εναγόμενος πρότεινε παραδεκτώς (...) ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης του ενάγοντος, επικαλούμενος ότι η αξίωση αυτή έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ.5 ΑΚ, διότι η αξίωση ανάγεται στα έτη 1998,1999 και η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο πενταετίας.
Η παραγραφή του άρθρου 250 αρ.5 ΑΚ, αρχίζει από το τέλος του έτους που γεννήθηκε η αξίωση , ενώ η αγωγή του ενάγοντος ασκήθηκε (επιδόθηκε) την 31.7.2009. Ο ενάγων (ήδη εφεσίβλητος) στον πρώτο βαθμό πρότεινε παραδεκτώς (...) αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής με την επικαλούμενη ως αφορώσα το ίδιο αντικείμενο δίκης και, συνακόλουθα, την ίδια αξίωση, προγενέστερη από 29.12.2003 (με ΓΑΚ 187911/2003 και ΕΑΚ 591/29.12.2003) αγωγή του Κ.Ρ.
κατά του εναγόμενου, που απορρίφθηκε, για τυπικό λόγο, με την υπ' αριθ. 1427/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με συνέπεια αυτός (ο ενάγων) να επανέλθει με την ένδικη (από 20.5.2009) αγωγή που άσκησε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Σχετικά με τον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγομένου τον οποίο αυτός επαναφέρει με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τ[ου] πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με το άρθρο 261 § 1 εδ. α' ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοση αυτής κατά τα άρθρα 215 § 1 και 221 § 1 ΚΠολΔ (...).
Εν προκειμένω, με την από 29.12.2003 αγωγή που άσκησε ο Κ.Ρ., δικηγόρος, μη διάδικος στην παρούσα δίκη, ζήτησε από τον εναγόμενο εκτός από τη δική του αμοιβή, και την αμοιβή του εδώ ενάγοντος (...), ως εκδοχέας και μόνος δικαιούχος της απαίτησης, επικαλούμενος ότι του εκχωρήθηκε αυτή από τον [ενάγοντα]. Η αγωγή ως προς την εκχωρηθείσα απαίτηση (αμοιβή του Ι..Χ.), απορρίφθηκε για λόγους τυπικούς (λόγω αοριστίας) με την με αρ. 1427/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε την 19.3.2009.
Ακολούθως ο εδώ ενάγων άσκησε την ένδικη αγωγή, εντός 6 μηνών από την απόρριψη της από 29.12.2003 αγωγής, εκθέτοντας ότι ο Κ.Ρ. άσκησε την από 29.12.2003 αγωγή , ζητώντας και τη δική του αμοιβή κατ' εντολήν του, την οποία (εντολή) ανακαλεί και ασκεί την ένδικη αγωγή. Η παραγραφή της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος αρχίζει από το τέλος του έτους 2000 (...).
Από το χρόνο, όμως, που γεννήθηκε η επίδικη αξίωση (31.12.2000) και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (επίδοση την 31.7.2009), παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ετών, με αποτέλεσμα να έχει παραγραφεί η αξίωση αυτή του ενάγοντος έναντι του εναγομένου κατά την βάσιμη σχετική ένσταση του τελευταίου.
Και ναι μεν ο ενάγων επικαλείται διακοπή της παραγραφής με την επίδοση της προγενέστερης από 29.12.2003 αγωγής του Κ.. Ρ. στον εναγόμενο πριν την πάροδο της πενταετίας, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος, αφού η προγενέστερη αγωγή δεν ασκήθηκε από τον ενάγοντα, αλλά από τον Κ.Π., ο οποίος όμως (...).Επομένως (...) η ένδικη αγωγή δεν αποτελεί επανέγερση της προηγούμενης, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΑΚ, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα των διαδίκων, και δεν διακόπτει την παραγραφή της ένδικης αξίωσης (...).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της και (...) να απορριφθεί η αγωγή.". 4.α.1. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο (...) δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Τέτοιος λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό, μόνο, δίκαιο (ΑΠ 19/2022). Περαιτέρω η ένσταση (άρθρο 262 παρ. 1 α ΚΠολΔ πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα. Η ένσταση είναι ποσοτικά αόριστη, αν δεν αναφέρονται σε αυτή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το νόμο για να θεμελιωθεί το αίτημά της (ΑΠ 245/2024, ΑΠ 19/2022).
Ο συγκεκριμένος εξάλλου λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός, αν ο αναιρεσείων επικαλείται στο αναιρετήριο ότι προέβαλε στο Δικαστήριο της ουσίας τον ισχυρισμό ότι η ένσταση είναι ποσοτικά αόριστη, επειδή δεν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παράγραφος 1, (ΑΠ 245/2024, ΑΠ 1676/2001).
Από το συνδυασμό περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 247, 249, 250, 251, 261, 270, 272, 277 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ένσταση παραγραφής είναι ορισμένη, όταν αναφέρονται σε αυτή α) ο χρόνος κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση, β) το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής και γ) ο χρόνος επίδοσης της αγωγής. Σε διαφορετική περίπτωση ο ισχυρισμός ότι η επίδικη αξίωση έχει υποπέσει σε παραγραφή είναι αόριστος και συνεπώς απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 245/2024, ΑΠ 1453/2022, ΑΠ 448/2015).
Στο πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 262 παράγραφος 1 α ΚΠολΔ, 247, 250 αριθμός 17, 253, 261 παράγραφος 1 εδάφιο α, 270 παράγραφος 2 και 277 ΑΚ και ότι για το λόγο αυτό υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός ορθώς 14 και όχι 1 του ΚΠολΔ με συνέπεια να πρέπει να αναιρεθεί.
Ο αναιρεσείων επικαλείται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ένσταση - την οποία ο αρχικά εναγόμενος είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως απάντηση στην αγωγή και είχε επαναφέρει παραδεκτά με την έφεσή του και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο - ότι η επίδικη αξίωση του εφεσιβλήτου-ενάγοντος κατά του εκκαλούντος-εναγομένου είχε υποπέσει σε παραγραφή ήταν ορισμένη και συνεπώς παραδεκτή, μολονότι ο ενιστάμενος δεν είχε επικαλεσθεί σε αυτή πότε είχε επιδοθεί σε αυτόν η ένδικη αγωγή.
Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα έπρεπε να είχε απορρίψει την ένσταση αυτή ως απαράδεκτη και να απορρίψει για το λόγο αυτό την έφεση που είχε ασκήσει ο αρχικά εναγόμενος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως αβάσιμη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς το πρώτο σκέλος του είναι αόριστος και πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 562 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), επειδή ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι είχε προβάλει ως εφεσίβλητος τον ισχυρισμό αυτό με τις από 19-10-2020 προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Ο αναιρεσείων έπρεπε να είχε εκθέσει στο δικόγραφο της αναίρεσής του το γεγονός που προαναφέρθηκε, επειδή ο ισχυρισμός για αοριστία και συνεπώς απαράδεκτο της ένστασης ερευνάται βέβαια αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, αλλά δεν αφορά στη δημόσια τάξη για να εμπίπτει για το λόγο αυτό στην εξαίρεση που προβλέπεται από το άρθρο 562 παράγραφος 3 γ ΚΠολΔ και να προβάλλεται επομένως παραδεκτά ως λόγος αναίρεσης, χωρίς προηγουμένως να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. 4.α.2.
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών που κατήρτισαν τη σύμβαση.
Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι δημιουργείται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας με σκοπό να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018).
Οι διατάξεις που προαναφέρθηκαν αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή, την άποψη του δηλούντος. Η υποκειμενική ερμηνεία δεν πρέπει να προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος.
Η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή, την άποψη που επικρατεί στις συναλλαγές. Η αντικειμενική ειδικότερα ερμηνεία επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ανέλεγκτα διαπιστώνει έστω και έμμεσα ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των προσώπων που κατάρτισαν τη δικαιοπραξία και ότι συνεπώς υπάρχει ανάγκη να συμπληρωθούν ή να ερμηνευθούν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, δεν προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών ή προσφεύγει σε αυτούς για να τις συμπληρώσει και να τις ερμηνεύσει, αν και δέχεται επίσης ανέλεγκτα ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και ασαφής και ότι επομένως δεν έχει ανάγκη από συμπλήρωση ή από ερμηνεία με συνέπεια και στις δύο περιπτώσεις το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε να μην είναι σύμφωνο με τη συναλλακτική καλή πίστη και με τα χρηστά ήθη (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 1312/2022, ΑΠ 917/2020).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.
Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι με την από 10-12-1998 έγγραφη συμφωνία του με τρίτο πρόσωπο, Δικηγόρο, είχε μεταβιβάσει την απαίτησή του κατά του αρχικά εναγομένου σε αυτόν, χωρίς όμως να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, μολονότι διέγνωσε έμμεσα ότι υπήρχαν κενά και ασάφειες στις δηλώσεις βούλησης τόσο του ίδιου, όσο και του αντισυμβαλλομένου του στη δικαιοπραξία που προαναφέρθηκε και ότι συνεπώς οι δηλώσεις βούλησής τους, οι οποίες είχαν περιληφθεί στη συμφωνία αυτή, έπρεπε να συμπληρωθούν και να ερμηνευθούν για να ανευρεθεί το αληθινό τους νόημα και να χαρακτηρισθεί τελικά η δικαιοπραξία ως πληρεξουσιότητα και όχι εκχώρηση.
Ο αναιρεσείων επικαλείται επιπλέον ότι, αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά την έρευνα της βασιμότητας της έφεσης που είχε ασκήσει ο αρχικά εναγόμενος, είχε προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, θα είχε δεχθεί ότι η από 10-12-1998 έγγραφη συμφωνία τους υπάγεται στο δικαιοπρακτικό τύπο της πληρεξουσιότητας και όχι της εκχώρησης με συνέπεια περαιτέρω να δεχθεί ότι ο Δικηγόρος Αθηνών είχε ασκήσει ως άμεσος αντιπρόσωπός του την από 29-12-2003 και με ΓΑΚ 187911/2003 και ΕΑΚ 591/29-12-2003 προηγούμενη από την ένδικη αγωγή κατά του αρχικά εναγομένου και όχι ως εκδοχέας της απαίτησης και ότι επομένως η έγκυρη επίδοση της αγωγής αυτής στον εναγόμενο είχε διακόψει την παραγραφή της αξίωσής του εναντίον του.
Ο αναιρεσείων προσθέτει, τέλος, ότι στην περίπτωση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα απέρριπτε ως αβάσιμη την έφεση, την οποία είχε ασκήσει ο αρχικά εναγόμενος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτουν τα εξής ως προς το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε:
α) ότι ο αναιρεσείων, εκκαλών-ενάγων, είχε ασκήσει κατά του αρχικά εναγομένου την από 20-5-2009 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 92912-265/29-5-2009 αγωγή του από σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με την οποία είχε ζητήσει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος για την αιτία που προαναφέρθηκε να καταβάλει στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.) νομιμότοκα την αμοιβή του που ανερχόταν σε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, β) ότι η επίδικη αξίωση του αναιρεσείοντος κατά του αρχικά εναγομένου είχε γεννηθεί στις 31-12-2000 και ήταν έκτοτε δικαστικά επιδιώξιμη, γ) ότι ο αναιρεσείων είχε επιδώσει την αγωγή του στον αρχικά εναγόμενο στις 31-7-2009, δηλαδή μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος πέντε (5) ετών από τη γέννηση της αξίωσης και τη δυνατότητα δικαστικής επιδίωξής της, δ) ότι ο αναιρεσείων με την από 10-12-1998 σύμβαση που είχε καταρτίσει εγγράφως με τρίτο πρόσωπο, Δικηγόρο Αθηνών, είχε μεταβιβάσει έγκυρα με εκχώρηση στο συγκεκριμένο Δικηγόρο τη μελλοντική του απαίτηση κατά του αρχικά εναγομένου για καταβολή της αμοιβής του, ε) ότι ο εκδοχέας είχε αναγγείλει την εκχώρηση στον αρχικά εναγόμενο, στ) ότι ο εκδοχέας είχε ασκήσει σε προγενέστερο χρόνο κατά του αρχικά εναγομένου την από 29-12-2003 και με ΓΑΚ 187911/2003 και ΕΑΚ 591/29-12-2003 αγωγή του με αίτημα να υποχρεωθεί ο αρχικά εναγόμενος να καταβάλει σε αυτόν την αμοιβή, την οποία δικαιούτο να αξιώσει ο αναιρεσείων από αυτόν, ζ) ότι η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ' αριθμό 1427/19-3-2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η) ότι ο αναιρεσείων είχε επιδώσει την ένδικη αγωγή του κατά του αρχικά εναγομένου στις 31-7-2009, θ) ότι ο αναιρεσείων είχε προβάλει παραδεκτά ως ενάγων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως απάντηση στην ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης - την οποία είχε προτείνει ο αρχικά εναγόμενος ως άμυνα κατά της αγωγής - την αντένσταση ότι η παραγραφή είχε διακοπεί με την έγερση της προγενέστερης αγωγής, την οποία είχε ασκήσει ο Δικηγόρος-εκδοχέας κατά του αρχικά εναγομένου, ι) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμό 112/8-6-2010 απόφαση, με την οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αντένσταση διακοπής της παραγραφής που είχε προβάλει ο αναιρεσείων ως απάντηση στην ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης που είχε προτείνει ο αρχικά εναγόμενος και μετά από αυτό δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως ουσιαστικά βάσιμη, ια) ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της απόφασης αυτής την από 20-5-2009 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7191/2010 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ιβ) ο αναιρεσείων είχε προτείνει ως εφεσίβλητος και εν πάση περιπτώσει είχε επαναφέρει παραδεκτά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την αντένσταση που προαναφέρθηκε και ιγ) ότι η αντένσταση διακοπής της παραγραφής έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή η από 29-12-2003 αγωγή κατά του εναγομένου είχε ασκηθεί από τρίτο πρόσωπο και, ειδικότερα, από τον εκδοχέα της επίδικης απαίτησης και όχι από τον αναιρεσείοντα-εκχωρητή, ώστε να υπάρχει ταυτότητα διαδίκων μεταξύ των δύο αγωγών και να διακοπεί για το λόγο αυτό η παραγραφή.
Μετά από αυτά το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης, την οποία οι αναιρεσίβλητοι είχαν επαναφέρει ενώπιόν του με ειδικό λόγο έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε μετά από αυτό την εκκαλουμένη υπ' αριθμό 112/8-6-2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά του αρχικά εναγομένου ως παραγεγραμμένη.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περαιτέρω δεν διέγνωσε κενό ή αμφιβολία ως προς το αληθινό νόημα των δικαιοπρακτικών δηλώσεων, οι οποίες είχαν περιληφθεί στην από 10-12-1998 έγγραφη σύμβαση εκχώρησης που είχε καταρτίσει ο αναιρεσείων ως εκχωρητής με το Δικηγόρο που προαναφέρθηκε ως εκδοχέα της απαίτησης. Το Μονομελές Εφετείο επομένως έκρινε ότι η σύμβαση ήταν σαφής και για το λόγο αυτό δεν προσέφυγε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για να διαπιστώσει το προσήκον νόημα των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των προσώπων που την είχαν καταρτίσει.
Η αναιρεσιβαλλομένη αναφέρει βέβαια ότι η σύμβαση που προαναφέρθηκε υπάγεται στο δικαιοπρακτικό τύπο της εκχώρησης, επειδή ο εκδοχέας της απαίτησης, Δικηγόρος, είχε επικαλεσθεί στην αγωγή του κατά του αρχικά εναγομένου ότι είναι εκδοχέας της αξίωσης του αναιρεσείοντος εναντίον του. Η αναφορά όμως αυτή αποτελεί επιχείρημα του Δικαστηρίου για να θεμελιώσει την αποδεικτική κρίση του ότι ο αναιρεσείων είχε έγκυρα μεταβιβάσει με εκχώρηση την απαίτησή του κατά του αρχικά εναγομένου σε τρίτο πρόσωπο και όχι έμμεση διαπίστωση ότι η σύμβαση περιείχε κενά ή ασάφειες ως προς το νόημα των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των προσώπων που την είχαν καταρτίσει.
Το Μονομελές Εφετείο επομένως δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ με συνέπεια να μην υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 4.β.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (...) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή, αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγιναν δεκτές ως νόμιμες ή απορρίφθηκαν ή έγιναν δεκτές κατ` ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, όπως και από την υπαγωγή τους στο νόμο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για την εφαρμογή του, όπως και όταν υπήγαγε τα ίδια περιστατικά σε κανόνα δικαίου, στον οποίο δεν μπορούσαν να υπαχθούν (ΟλΑΠ 5/2023).
Από το συνδυασμό περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 63 παράγραφος εδάφιο α, 64 παράγραφος 1, 116, 118 αριθμός 5, 269 παράγραφος 2 και 310 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ του ΚΠολΔ συνάγεται ότι εκούσια αντιπροσώπευση διαδίκου στην πολιτική δίκη δεν επιτρέπεται. Οι διατάξεις των άρθρων 211 επ. του ΑΚ δεν εφαρμόζονται στο αστικό δικονομικό δίκαιο.
Η εκούσια αντιπροσώπευση στη διεξαγωγή της δίκης δεν επιτρέπεται και κατά το άρθρο 713 του ΑΚ, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στον εντολοδόχο να διεξάγει οποιαδήποτε υπόθεση αναθέσει σε αυτόν ο εντολέας, επειδή στην περίπτωση αυτή η εξουσία του εντολοδόχου μπορεί να περιοριστεί μόνο στην παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας σε τρίτο πρόσωπο, δικηγόρο, ο οποίος στη συνέχεια θα ασκήσει αγωγή ή ένδικο μέσο στο όνομα του εντολέα του και θα τον εκπροσωπήσει στη δίκη.
Οι διαδικαστικές επομένως πράξεις, τις οποίες επιχειρεί εκούσιος αντιπρόσωπος διαδίκου, ακόμη και αν αυτός χορήγησε πληρεξουσιότητα σε τρίτο πρόσωπο, δικηγόρο, για τη διεξαγωγή τους απορρίπτονται και αυτεπάγγελτα (άρθρο 73 του ΚΠολΔ) ως απαράδεκτες (ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 873/2021, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 37/2014). Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211, 247, 249, 250 αριθμός 5, 251, 253, 261, 263, 270, 272, 277 του ΑΚ και 262 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.
Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι με την από 10-12-1998 έγγραφη σύμβαση, την οποία είχε καταρτίσει με τον αναιρεσίβλητο, είχε μεταβιβάσει έγκυρα με εκχώρηση την απαίτησή του κατά του αρχικά εναγομένου και ότι επομένως η από 29-12-2003 και με ΓΑΚ 187911/2003 και ΕΑΚ 591/29-12-2003 προηγούμενη από την ένδικη αγωγή που είχε ασκήσει ο εκδοχέας της απαίτησης κατά του αρχικά εναγομένου να μη διακόψει την πενταετή παραγραφή της αξίωσής του εναντίον του, διότι είχε ασκηθεί από τρίτο πρόσωπο και όχι από τον ίδιο.
Ο αναιρεσείων εκθέτει περαιτέρω ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να χαρακτηρίσει τη σύμβαση που προαναφέρθηκε ως εκούσια αντιπροσώπευση και να δεχθεί στη συνέχεια ότι η ένδικη αγωγή αποτελεί επανέγερση της από 29-12-2003 προηγούμενης αγωγής, την οποία είχε ασκήσει ο άμεσος αντιπρόσωπός του, Δικηγόρος, κατά του αρχικά εναγομένου και ότι επομένως είχε διακόψει την παραγραφή της επίδικης αξίωσής του κατά του προσώπου αυτού.
Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπήγαγε την από 18-12-1998 σύμβασή του με τον τρίτο στις διατάξεις του άρθρου 211 του ΑΚ και όχι σε αυτή του άρθρου 455 του ίδιου κώδικα θα δεχόταν ότι ο τρίτος είχε ασκήσει ως άμεσος αντιπρόσωπός του την από 29-12-2003 προηγούμενη από την ένδικη αγωγή του κατά του αρχικά εναγομένου και όχι ως εκδοχέας της απαίτησής του εναντίον του με συνέπεια να κρίνει ότι η ένδικη αγωγή του κατά του αρχικά εναγομένου να αποτελεί επανέγερση της πρώτης και να δεχθεί μετά από αυτό ότι η παραγραφή της αξίωσής του κατά του αρχικά εναγομένου είχε διακοπεί ήδη με την έγκυρη επίδοση της αγωγής που είχε ασκήσει ο άμεσος αντιπρόσωπός του κατά του αρχικά εναγομένου.
Ο αναιρεσείων προσθέτει, τέλος, ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπήγαγε τα γεγονότα που δέχθηκε ότι είχαν αποδειχθεί στη διάταξη του άρθρου 211 του ΑΚ, θα δεχόταν ως βάσιμη την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, την οποία είχε προβάλει αυτός ως εφεσίβλητος στη δευτεροβάθμια δίκη και μετά από αυτό θα απέρριπτε ως αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει ο αρχικά εναγόμενος κατά της υπ' αριθμό 112/8-6-2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του κατά του αρχικά εναγομένου.
Από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, όπως ειδικότερα αναφέρεται στον αριθμό 2 της παρούσας, ότι η αντένσταση διακοπής της παραγραφής, την οποία είχε προβάλει ο αναιρεσείων ως εφεσίβλητος-ενάγων και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 677 έως 681 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ.
Α 87/23-7-2015) έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή η από 29-12-2003 αγωγή κατά του εναγομένου είχε ασκηθεί από τρίτο πρόσωπο και, ειδικότερα, από τον εκδοχέα της επίδικης απαίτησης και όχι από τον αναιρεσείοντα-εκχωρητή με συνέπεια στην προκειμένη περίπτωση να μην υπάρχει ταυτότητα διαδίκων μεταξύ των δύο αγωγών για να διακοπεί για το λόγο αυτό η παραγραφή της επίδικης αξίωσης του αναιρεσείοντος κατά του αρχικά εναγομένου.
Μετά από αυτά το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης, την οποία οι αναιρεσίβλητοι-εκκαλούντες είχαν επαναφέρει ενώπιόν του με ειδικό λόγο έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε μετά από αυτό την εκκαλουμένη υπ' αριθμό 112/8-6-2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά του αρχικά εναγομένου ως παραγεγραμμένη.
Το δευτεροβάθμιο επομένως δικαστήριο δεν εφήρμοσε στην προκειμένη περίπτωση τη διάταξη του άρθρου 211 του ΑΚ, η οποία σύμφωνα με όσα δέχθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη ότι είχαν αποδειχθεί δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί, διότι σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν εκούσια αντιπροσώπευση διαδίκου στην πολιτική δίκη από άλλο πρόσωπο δεν είναι κατά το νόμο δυνατή, όπως αβάσιμα επικαλείται ο αναιρεσείων με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 4.γ.Στον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε τα συναλλακτικά ήθη κατά τον υπολογισμό της αμοιβής που μπορούσε να αξιώσει ο αναιρεσείων από τον αρχικά εναγόμενο με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμοί 1 και 8 του ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα αναφέρει σε αυτόν.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ωστόσο, ερεύνησε εκ περισσού τη βασιμότητα της αξίωσης του αναιρεσείοντος κατά του αρχικά εναγομένου, επειδή δέχθηκε ότι η αξίωσή του αυτή είχε υποπέσει σε παραγραφή. Η οριστική επομένως αδυναμία του αναιρεσείοντος να εξαναγκάσει τους αναιρεσιβλήτους σε καταβολή αξίωσης που υπέπεσε σε παραγραφή έχει ως αποτέλεσμα την ανατροπή και την εξαφάνιση και οποιασδήποτε υποχρέωσης των αναιρεσιβλήτων έναντί του.
Οι αναιρεσείοντες εν πάση περιπτώσει με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης αποδίδουν ουσιαστικά στην αναιρεσιβαλλομένη σφάλμα κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση πραγματικών γεγονότων, το οποίο όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ). Ο λόγος αναίρεσης επομένως που προαναφέρθηκε πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. 5.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα - η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, ο οποίος ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 εδάφιο α, 183 και 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος πρέπει να επιστραφεί, στον αναιρεσείοντα το κατατεθέν για την άσκηση της αναίρεσης παράβολο ποσού 450 ευρώ, ανεξαρτήτως της ήττας του, δεδομένου ότι στις διαφορές από αμοιβές για παροχή εργασίας ο αναιρεσείων απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ ΑΠ 1237/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-12-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9526-1167/3-12-2021 αίτηση για αναίρεση κατά της υπ' αριθμό 454/25-1-2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την επιστροφή του υπ'αριθ. 44215883895202010074/2021 παραβόλου ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ