Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for missing parties and unfounded arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court decision regarding a custody dispute. The appellant argued that the lower court erred in calculating living expenses and failed to expedite the hearing due to absent parties. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant did not properly summon absent parties and the cited arguments did not constitute valid grounds for appeal under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 559, 560 of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if the appellant fails to properly summon absent parties or if the grounds cited do not fall within the statutory list of appealable errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1204 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1204/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Δ. του Σ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κούβαρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... ... ΑΕ" (πρώην "Τράπεζα ... ... ... ΑΕ"), καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" (πρώην "..."), 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 3η και η 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3516/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7017/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 1ο και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 421/2023, ΑΠ 94/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1294/2022). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο, παρά την απουσία του (ΑΠ 1338/2023, ΑΠ 993/2023, ΑΠ 787/2022, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 244/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ... και ..., εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Ν. Μ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 29-10-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 86261/161/2-11-2021, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7-4-2023) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.
Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (7-4-2023), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 7017/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ.
ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην: α) της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, β) της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Τ.Ε." και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ... A.E.", λόγω καθολικής διαδοχής της εν λόγω τρίτης εφεσίβλητης, από την τελευταία και γ) της πέμπτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης, ως προς τις οποίες χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 25-6-2013 αίτηση του αναιρεσείοντος, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 28-6-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη και όχι απλώς παροδική, περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από τον πιστωτή (ΑΠ 991/2023, ΑΠ 1435/2022, ΑΠ 71/2020, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 65/2017).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 1329/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017).
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
To ζήτημα της αδυναμίας πληρωμών ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών κρίνεται με έλεγχο της προσωρινότητας ή μη των αιτίων της μη πληρωμής. Έτσι, η αδυναμία πληρωμών για να επιφέρει τη νομική συνέπεια της υπαγωγής στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010, πρέπει να είναι μόνιμη και όχι προσωρινή. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, η οποία πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 416/2023, ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδαφ.
α' και β' Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς". Κατά την άνω διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδαφ. α' Κ.Πολ.Δ., (όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ.
α' Κ.Πολ.Δ.), ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1103/2023, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Επίσης, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ελέγχεται, κατά το ως άνω εδάφιο β' αυτού, [που είναι αντίστοιχο με αυτό του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. β` ΚΠολΔ] και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ιδρύεται ο προκείμενος λόγος μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης του εδαφίου β' του αριθμού 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι, στον κανόνα αυτό των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που προσκομίστηκαν, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, γιατί στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1234/2023, ΑΠ 302/2022, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, του άρθρου 560 αριθμός 1 εδαφ. α' και β' Κ.Πολ.Δ., δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ( ΑΠ 20/2023, ΑΠ 302/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7017/2021 τελεσίδικη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείων) είναι σήμερα 42 ετών (ημερομηνία γέννησης: 24.5.1978), κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης (28.6.2013) ήταν άγαμος, ενώ από την 11.7.2015 είναι έγγαμος με την Ε.Ο.... (βλ.
το υπ' αρ. πρωτοκ. ... πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης από το Δήμο Αθηναίων) και κατοικούν στην Αθήνα (οδός ...). Ο αιτών είναι υπαξιωματικός του Γενικού Επιτελείου Στρατού (στο βαθμό του αρχιλοχία) και τα μοναδικά του εισοδήματα προέρχονται από τον μηνιαίο μισθό του. Η σύζυγος του είναι μόνιμη υπάλληλος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκάδας (κλάδος ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού) από την 16.3.2011 και κατά το χρονικό διάστημα από 15.9.2015 έως 14.9.2017 έλαβε, κατόπιν της υπ' αρ. ...
αιτήσεώς της, άδεια άνευ αποδοχών, καθόσον ο αιτών σύζυγός της μετατέθηκε στην Κύπρο, για να υπηρετήσει σε Ελληνική Υπηρεσία του Δημοσίου. Το ετήσιο εισόδημα του αιτούντος ανερχόταν το οικονομικό έτος 2006 (για τα εισοδήματα που απέκτησε από 1.1.2005 έως 31.12.2005) σε 13.177,86 ευρώ, πλέον ποσού 2.969,50 ευρώ για επίδομα αυτοτελώς φορολογούμενο (ήτοι 1.345,61 ευρώ μηνιαίως), το οικονομικό έτος 2007 (για τα εισοδήματα που απέκτησε από 1.1.2006 έως 31.12.2006) σε 15.389,24 ευρώ, πλέον ποσού 2.524,08 ευρώ για επίδομα (ήτοι 1.492,77 ευρώ μηνιαίως), το οικονομικό έτος 2008 (για τα εισοδήματα που απέκτησε από 1.1.2007 έως 31.12.2007) σε 13.632,13 ευρώ, πλέον ποσού 2.969,50 ευρώ για επίδομα (ήτοι 1.383,46 ευρώ μηνιαίως), το οικονομικό έτος 2009 (για τα εισοδήματα που απέκτησε από 1.1.2008 έως 31.12.2008) σε 15.556,72 ευρώ, πλέον ποσού 3.052,34 ευρώ για επίδομα (ήτοι 1.550,75 ευρώ μηνιαίως), το οικονομικό έτος 2010 (για τα εισοδήματα που απέκτησε από 1.1.2009 έως 31.12.2009) σε 17.009,07 ευρώ, πλέον ποσού 3.052,34 ευρώ για επίδομα (ήτοι 1.671,78 ευρώ μηνιαίως), το οικονομικό έτος 2011 (για τα εισοδήματα που απέκτησε από 1.1.2010 έως 31.12.2010) σε 16.143,80 ευρώ, πλέον ποσού 2.088,42 ευρώ για επίδομα (ήτοι 1.519,35 ευρώ μηνιαίως), το οικονομικό έτος 2012 (για τα εισοδήματα που απέκτησε από 1.1.2011 έως 31.12.2011) σε 14.844,71 ευρώ, πλέον ποσού 1.184,26 ευρώ για επίδομα (ήτοι 1.335,75 ευρώ μηνιαίως), το οικονομικό έτος 2013 (για τα εισοδήματα που απέκτησε από 1.1.2012 έως 31.12.2012) σε 15.101,79 ευρώ πλέον ποσού 2.292,46 ευρώ για επίδομα (ήτοι 1.449,52 ευρώ μηνιαίως), το οικονομικό έτος 2014 (για τα εισοδήματα που απέκτησε από 1.1.2013 έως 31.12.2013) σε 13.544,02 ευρώ, πλέον ποσού 2.292,46 ευρώ για επίδομα (ήτοι 1.319,71 ευρώ μηνιαίως), το φορολογικό έτος 2014 σε 14.429,90 ευρώ, πλέον ποσού 4.584,92 ευρώ για επίδομα (ήτοι 1.584,56 ευρώ μηνιαίως), το φορολογικό έτος 2015 σε 14.992,07 ευρώ, πλέον ποσού 2.292,46 ευρώ για επίδομα (ήτοι 1.440,37 ευρώ μηνιαίως) για τον ίδιο και 10.315,56 ευρώ για την σύζυγό του, η οποία, όμως, όπως προεκτέθηκε από 15.9.2015 δεν λάμβανε μισθό, λόγω της ληφθείσας διετούς άδειας άνευ αποδοχών (βλ.
τα εκκαθαριστικά σημειώματα του αιτούντος για τα οικονομικά και φορολογικά έτη, αντίστοιχα, που προεκτέθηκαν, σε συνδυασμό με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αιτούντος στην σελίδα 2 των ταυτάριθμων με την εκκαλούμενη Πρακτικών δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Με βάση τα προεκτεθέντα αποδεικνύεται ότι ο αιτών λάμβανε από το 2005 έως και το 2015 ως μηνιαίο μισθό από την εργασία του το ποσό των 1.463,057 ευρώ κατά μέσο όρο.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αιτών το χρονικό διάστημα από 5.9.2015 έως 12.9.2017 μετακόμισε στην Κύπρο, καθόσον υπηρέτησε στην Λ (35) Μονάδα Καταδρομών, που εδρεύει στο ... Κύπρου (βλ. την από 28.1.2016 Βεβαίωση) και για στον λόγο αυτό μίσθωνε διαμέρισμα στην Λάρνακα, αντί μηνιαίου μισθώματος 400 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αιτών έχει στην ψιλή του κυριότητα το υπό στοιχεία 1-1 διαμέρισμα, επιφανείας 69 τ.μ, του ισογείου ορόφου πολυκατοικίας επί της οδού ..., στο υπ' αρ. 140 Ο.Τ, στην θέση "Ελληνορώσων" στην Αθήνα, που είναι κτισμένο το 1955, το οποίο αναλυτικά περιγράφεται στην υπ' αρ. ...
συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας οριζοντίων ιδιοκτησιών με παρακράτηση επικαρπίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, ... (όπως διορθώθηκε με την υπ' αρ. 16.499/6.9.2002 πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου). Το ανωτέρω ακίνητο - στο οποίο επικαρπώτρια είναι η μητέρα του, γεννημένη το 1957 - έχει αντικειμενική αξία 37.558,08 ευρώ (βλ.
ΕΝΦΙΑ 2016) και αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο αιτών έχει στην πλήρη κυριότητά του μία δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας APRILIA, κυβισμού 1.000 cc, με έτος πρώτης αδείας κυκλοφορίας το 2005, εμπορικής αξίας 3.000 ευρώ. Πέραν των ανωτέρω, ο αιτών δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία.
Η σύζυγος του αιτούντος την 12.6.2017 (χρόνος συζήτησης της κρινόμενης αίτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) τελούσε ακόμα σε άδεια άνευ αποδοχών από την εργασία της ως δημόσια υπάλληλος, ενώ είχε στην ψιλή κυριότητα της δύο ακίνητα στην Λευκάδα (οδός ...) επιφάνειας 43,50 τμ έκαστο, έτους κατασκευής το 1975, αντικειμενικής αξίας 22.837,50 ευρώ το πρώτο και 11.510,10 ευρώ το δεύτερο (βλ.
ΕΝΦΙΑ 2016). Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης (κατάθεση αίτησης 28.6.2013) ο αιτών είχε αναλάβει τα κατωτέρω εκτιθέμενα χρέη, συνολικού ποσού 82.533,20 ευρώ, τα οποία θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης.
Ειδικότερα, οι οφειλές του αιτούντος ανέρχονταν : Α) Ως προς πρώτη καθ' ης και ήδη εφεσίβλητη Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) σε 6.252,89 ευρώ (κεφάλαιο : 4.033,65 ευρώ, τόκοι : 2.192,24 ευρώ, έξοδα : 27 ευρώ) που απέρρεε από την υπ' αρ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, Β) Ως προς το καθ' ου η αίτηση "...
ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε" - του οποίου καθολική διάδοχος έχει, πλέον, καταστεί η Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ... Α.Ε." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) - σε 11.006,73 ευρώ (κεφάλαιο : 10.843,40 ευρώ, τόκοι : 163,31 ευρώ) από την υπ' αρ. 130615800 σύμβαση πίστωσης, για την αποπληρωμή του οποίου είχε συμφωνηθεί καταβολή μηνιαίας δόσης 186,52 ευρώ, με παρακράτηση από το μηνιαίο μισθό του, Γ) Ως προς την τρίτη καθ' ης και ήδη εφεσίβλητη Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ...
Α.Ε.": α) σε 31.628,38 ευρώ (κεφάλαιο: 24.728,77 ευρώ, τόκοι: 6.886,61 ευρώ και έξοδα : 13 ευρώ) από την υπ' αρ. 2068186358 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, β) σε 334,71 ευρώ (κεφάλαιο : 207,60 ευρώ και τόκοι 127,11 ευρώ) από την υπ' αρ. 4792730926767894 σύμβαση πιστωτικής κάρτας και γ) σε 68,10 ευρώ (κεφάλαιο: 38,77 ευρώ και τόκοι: 29,33 ευρώ) από την υπ' αρ. ...
σύμβαση πιστωτικής κάρτας), Δ) Ως προς την καθ' ης και ήδη εφεσίβλητη Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη) : α) σε 16.970,76 ευρώ (κεφάλαιο : 10.592,16 ευρώ και τόκοι : 6.378,70 ευρώ ) από την υπ' αρ. ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης και β) σε 38,50 ευρώ (κεφάλαιο : 38,02 ευρώ και τόκοι: 0,48 ευρώ) και Ε) ως προς το εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) σε 16.233,13 ευρώ, που απέρρεε από την υπ' αρ. 21/95969/2010 σύμβαση δανείου για μικροεπισκευές ποσού 20.000 ευρώ, για την αποπληρωμή του οποίου είχε συμφωνηθεί καταβολή μηνιαίας δόσης 230,76 ευρώ, με παρακράτηση από το μηνιαίο μισθό του.
Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω οφειλές του αιτούντος μειώθηκαν από την 1.11.2013 έως τον χρόνο συζήτησης της κρινόμενης αίτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω καταβολής συνολικού ποσού 11.881,76 ευρώ - δυνάμει της από 4.10.2013 προσωρινής διαταγής του Δικαστή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου - στο ποσό των 70.651,45 ευρώ. Τ' ανωτέρω δάνεια, τα οποία λήφθηκαν το χρονικό διάστημα από 2005 έως και το 2010, όπως συνομολογεί ο αιτών (βλ.
στην σελίδα 36 των εγγράφων προτάσεων του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου), ο τελευταίος επικαλείται ότι τα έλαβε για επισκευή της κύριας κατοικίας του και για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας (παραπάρεση, καρκίνο) της μητέρας του ..., υπαλλήλου του Γ.Ε.Σ, η οποία λαμβάνει, πλέον, σύνταξη, λόγω αναπηρίας της σε ποσοστό 80% (από 11.11.2014 έως 30.11.2017).
Όμως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η μητέρα του αιτούντος, την πενταετία 2005 - 2010 έχρηζε οικονομικής ενίσχυσης από τον ίδιο τον αιτούντα για την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη, λαμβανομένων υπόψη ότι : α) ήταν υπάλληλος του Γ.Ε.Σ, ασφαλισμένη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ και η νοσηλεία της - όποτε απαιτήθηκε - γινόταν σε δημόσιο νοσοκομείο (βλ.
νοσηλεία στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο από 26.1.2006 έως 7.2.2006), β) είναι έγγαμη και ο σύζυγός της εργάζεται λαμβάνοντας το ποσό των 1.100 ευρώ κατά μέσο από την εργασία του (βλ. στην σελ. 3 των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη Πρακτικών δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) και γ) δεν προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως καμία απόδειξη παροχής υπηρεσιών νοσηλείας της σε ιδιωτικό νοσοκομείο ή ιδιωτική κλινική, στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, για το προαναφερόμενο κρίσιμο χρονικό διάστημα.
Περαιτέρω, ο αιτών ισχυρίζεται με την υπό κρίση αίτηση, ότι λόγω της ευρείας οικονομικής ύφεσης, σε συνδυασμό με την μείωση των εισοδημάτων του, οφειλόμενη στις διαδοχικές περικοπές του μηναίου μισθού του και των επιδομάτων και δώρων που ελάμβανε, δε δύναται να εξυπηρετήσει τα άνω χρέη του έναντι των πιστωτριών τραπεζών κι, ως εκ τούτου, έχει περιέλθει από το 2013 και εντεύθεν, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του.
Όμως, λαμβανομένου υπόψη ότι: α) οι εύλογες βασικές βιοτικές ανάγκες του αιτούντος - με βάση τις συνθήκες της ζωής του έως τον Ιούλιο του 2015 που ήταν άγαμος και την ηλικία του και, δη, για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, καταναλωτικά αγαθά, μετακινήσεις, λειτουργικά έξοδα κατοικίας (ηλεκτρισμός, ύδρευση, κοινόχρηστα, θέρμανση, επισκευές), υπηρεσίες τηλεφωνίας, για προμήθεια ειδών και για υπηρεσίες ατομικής φροντίδας, καθώς και για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη - ανέρχονταν στο ύψος των 500 ευρώ μηνιαίως, το οποίο, άλλωστε, ανταποκρίνεται στην απαίτηση διατήρησης του ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης του (άρθρο 2 παρ. 1 Συντάγματος), β) ο μηνιαίος μισθός του αιτούντος ανέρχεται σε 1.463,057 ευρώ κατά μέσο όρο, γ) ότι η μηνιαία δόση για την αποπληρωμή των οφειλών του αιτούντος προς τους καθ' ων πιστωτές του ανερχόταν σε 600 ευρώ, κατά μέσο όρο και δ) η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης (28.6.2013) και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των άνω ληξιπρόθεσμων χρεών του έναντι των καθ' ων η αίτηση, καθόσον η σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του - των οποίων ο ίδιος προσδιορίζει τη μηνιαία δόση στο συνολικό ποσό των 700 ευρώ (βλ.
στην σελίδα 26 των εγγράφων προτάσεων του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου) - δεν αποβαίνει αρνητική και, συνεπώς, επιτρέπει σε αυτόν να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών, με συνέπεια να μη δύναται να καταγνωσθεί μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής. Σημειωτέον ότι η προεκτεθείσα κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από :
α) την μεταβολή της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος από τον Ιούλιο του 2015 - οπότε είναι, πλέον, έγγαμος και διαμένει στην Λάρνακα Κύπρου - καθόσον η σύζυγος του είναι δημόσιος υπάλληλος και λαμβάνει μηνιαίο μισθό 1.146,17 ευρώ κατά μέσο όρο (βλ. το εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογικού έτους 2015 για τα δηλωθέντα εισοδήματα της συζύγου του αιτούντος έως τον Σεπτέμβριο του 2015), ενώ η άδειά της, άνευ αποδοχών, είναι πρόσκαιρη (έως την 14.9.2017) και β) το γεγονός ότι ο αιτών και η σύζυγός του προέβησαν σε προσπάθειες Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, που συνεπάγονται αυξημένες δαπάνες, καθόσον πέραν του ότι δεν προσκομίστηκαν σχετικές αποδείξεις για το κόστος τους, κρίνεται, σε κάθε περίπτωση, ότι οι εν λόγω δαπάνες ήταν παροδικές και για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Σημειωτέον, τέλος, ότι η μετάθεση του αιτούντος σε υπηρεσία στην Κύπρο για τη διετία 2015 - 2017 δεν αποδείχθηκε ότι οδήγησε σε μείωση των μηνιαίων εισοδημάτων του, δεδομένου ότι: α) το στρατιωτικό προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων που υπηρετεί στην Κύπρο λαμβάνει ειδική μηνιαία αποζημίωση εξωτερικού, βάσει του κατεχόμενου διοικητικού βαθμού και β) για την αντιμετώπιση της δαπάνης αποδεδειγμένης συσκευασίας και μεταφοράς της οικοσκευής του στρατιωτικού προσωπικού από και προς την Κύπρο, καταβάλλονται σε αυτούς εφάπαξ ποσά (336 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Ενόψει των προεκτεθέντων, δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, με συνέπεια να μην συντρέχει η σχετική ως άνω προϋπόθεση, που θέτει το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, ώστε να μπορεί ο εν λόγω διάδικος να υπαχθεί στη ρύθμιση του ανωτέρω Νόμου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ότι ο αιτών περιήλθε άνευ δόλου του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και δέχθηκε την αίτηση εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν, και ειδικότερα : 1) καθόρισε την επί πενταετία μηνιαία καταβολή του αιτούντος προς τους καθ' ων πιστωτές του στο ποσό των 100 ευρώ, συμμέτρως καταβλητέο μεταξύ τους, εντός του πρώτου δεκαημέρου έκαστου μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης μήνα και 2) εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντος, που έχει κατά ψιλή κυριότητα, που βρίσκεται στην Αθήνα (οδός ...), επιφανείας 69 τ.μ, επιβάλλοντας στον αιτούντα την υποχρέωση να καταβάλει στους καθ' ων πιστωτές του, για τη διάσωση αυτής, το ποσό των 30.046,46 ευρώ, σε 180 μηνιαίες δόσεις, ποσού 166,92 ευρώ έκαστη, συμμέτρως καταβλητέο μεταξύ τους, με έναρξη της καταβολής των μηνιαίων δόσεων την 1η ημέρα του πρώτου μήνα μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, καταβλητέα έκαστη εντός του πρώτου δεκαημέρου κάθε μήνα, έντοκα, χωρίς ανατοκισμό, με σταθερό επιτόκιο το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, έσφαλε και, επομένως, ο δεύτερος λόγος της έφεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, καθώς και εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος.
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και, στην συνέχεια, αφού το Δικαστήριο τούτο κρατήσει την υπόθεση και την εκδικάσει στην ουσία της (535 παρ. 1 ΚΠολΔ), ακολούθως, να απορρίψει την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7017/2021 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του πέμπτου καθ'ου η αίτηση - εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου Ν.Π.Π.Δ.
με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ και ΔΑΝΕΙΩΝ", κατά της υπ' αριθμ. 3516/2017 εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών [ με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η ένδικη από 25-6-2013 αίτηση του αναιρεσείοντος για την υπαγωγή του στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και είχαν ρυθμισθεί οι οφειλές του, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, με τον καθορισμό μηνιαίων καταβολών προς τους πιστωτές του, ενώ είχε εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του] και, αφού εξαφάνισε την ανωτέρω εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ένδικη από 25-6-2013 αίτηση του αναιρεσείοντος και απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος η προϋπόθεση της περιέλευσής του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία δεν εφάρμοσε, κρίνοντας ότι δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, αν και συνέτρεχαν όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, που είχε νόμιμα επικαλεστεί, τα οποία πληρούν την προϋπόθεση αυτή, δηλαδή της περιέλευσής του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών.
Ειδικότερα, παραπονείται ότι έσφαλε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τις παραδοχές του: α) ότι οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης για ένα (1) άτομο, το οποίο διαμένει εκτός του τόπου κατοικίας του, λόγω υπηρεσίας, ανέρχονται στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, αν και οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης για ένα (1) άτομο καθορίστηκαν από την ΕΛ.ΣΤΑΤ.
για το έτος 2015 στο ποσό των 1.003,05 ευρώ, β) ότι η μηνιαία καταβλητέα δόση για την εξυπηρέτηση των δανείων του ανερχόταν στο ποσό των 600 ευρώ, αν και ο ίδιος ανέφερε ότι αυτή ανερχόταν στο ποσό των 700 ευρώ γ) ότι η μέση μισθοδοσία του ανερχόταν στο ποσό των 1.463,057 ευρώ, την οποία υπολόγισε προσθέτοντας τα μεικτά εισοδήματα 11 ετών, ενώ η καθαρή μισθοδοσία του, με βάσει τα σημειώματα μισθοδοσίας του, ουδέποτε υπερέβη το ποσό των 1000 ευρώ, ενώ από το έτος 2015 και μετά, έπρεπε να λάβει υπόψη του δαπάνες διαβίωσης για δύο (2) άτομα, γιατί η σύζυγός του ήταν άνευ αποδοχών και επιπλέον είχαν προχωρήσει σε διαδικασία υιοθεσίας τέκνου και είχε εγκριθεί και επομένως τα έξοδά τους αναμένονταν με βεβαιότητα για τριμελή οικογένεια και δ) ότι η σχέση ρευστότητάς του ήταν θετική, ενώ ακόμα και με τα εσφαλμένα δεδομένα της απόφασης ήταν αρνητική διότι : 1463,057 ευρώ - 500 ευρώ (κριθείσες ως εύλογες δαπάνες διαβίωσης) - 400 ευρώ (μίσθωμα ετών 2015-2016) - 600 (κριθείσα δόση δανείων) = -36, 943 ευρώ.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την προεκτιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό της προαναφερόμενης ουσιαστικής διάταξης και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της και την αποδοχή της ένδικης αίτησης του αναιρεσείοντος για την υπαγωγή του στις ρυθμιστικές διατάξεις του ως άνω νόμου, αλλά αντίθετα δικαιολογούσαν την απορριπτική του κρίση επί της αίτησής του αυτής και την ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος ότι δεν συντρέχει η αναγκαία προϋπόθεση της περιέλευσης του αναιρεσείοντος σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών.
Ειδικότερα, εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως : α) ότι οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης του αναιρεσείοντος, ανέρχονται στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, χωρίς ως προς τον προσδιορισμό αυτό να δεσμεύεται από τις σχετικές ανακοινώσεις της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, οι οποίες έχουν ενδεικτική ισχύ, αφού ορίζουν απλά κατευθυντήριες γραμμές και δεν δύνανται να προδιαμορφώσουν την τελική δικαστική κρίση περί του ύψους των μηνιαίων δαπανών διαβίωσης, ούτε είναι υποχρεωτικές και δεσμευτικές για το Δικαστήριο, που οφείλει να προβαίνει στον υπολογισμό των εύλογων δαπανών σε εξατομικευμένη, για κάθε περίπτωση, βάση, αναλόγως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης κάθε φορά υπόθεσης, που εισάγεται ενώπιόν του και όχι με βάση προδιατυπωμένα και δεσμευτικά της δικαστικής κρίσης αριθμητικά - ποσοτικά όρια και γενικούς στατικούς - στατιστικούς όρους (ΑΠ 416/2023, ΑΠ 545/2023, ΑΠ 1943/2022), β) ότι το συνολικό ποσό της μηνιαίας δόσης, που έπρεπε να καταβάλει ο αναιρεσείων προς εξυπηρέτηση όλων των δανειακών του υποχρεώσεων, ανέρχεται στο ποσό των 600 ευρώ κατά μέσο όρο, γ) ότι ο μηνιαίος μισθός του αιτούντος ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο από το έτος 2005 έως και το έτος 2015, στο ποσό των 1.463,057 ευρώ κατά μέσο όρο, χωρίς να υφίσταται παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο μισθός αυτός αφορούσε σε μικτές αποδοχές, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δ) ότι η σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, ακόμα και αν ληφθεί υπόψη το μεγαλύτερο ποσό των 700 ευρώ, στο οποίο ο ίδιος προσδιορίζει τη μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση των οφειλών του, δεν αποβαίνει αρνητική και, συνεπώς, επιτρέπει σε αυτόν να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών (ήτοι 1.463,057 ευρώ - 700 ευρώ = 763,057 ευρώ) και ε) ότι συνεπεία των ανωτέρω δεν δύναται να καταγνωσθεί στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής, κατόπιν δε όλων των ανωτέρω παραδοχών απέρριψε την ένδικη αίτησή του περί υπαγωγής του στις ρυθμιστικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, η οποία, σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, δεν ήταν εφαρμοστέα και την οποία δεν παραβίασε ευθέως, όπως αβάσιμα, υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός, κατά το άνω μέρος του, είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθμός 6 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα περί μη περιέλευσης του αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τους πιστωτές του και περί μη συνδρομής στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο του ν. 3869/2010.
Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδαφ. β' Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε, στο πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 Α.Κ., με αποτέλεσμα να παραβιάσει τις διατάξεις αυτές.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο : α) δεν έλαβε υπόψη ότι οι δαπάνες διαβίωσης για ένα (1) άτομο, σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) της ΕΛΣΤΑΤ για το έτος 2015 ήταν 1.003 ευρώ και το έτος 2016 ήταν 1.039 ευρώ, τα οποία συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να προσδιορίσει τις δαπάνες διαβίωσής του, β) έλαβε υπόψη ως ποσό μηνιαίας δόσης αυτό των 600 ευρώ, καίτοι μόνο οι δύο παρακρατήσεις από το μισθό του ανέρχονταν σε 417 ευρώ, πλην όμως μόνο κατά τα διδάγματα κοινής πείρας τα καταναλωτικά δάνεια έχουν υψηλότερα επιτόκια, οπότε το ποσό μηνιαίας δόσης δεν ήταν μικρότερο των 700 ευρώ, γ) δέχθηκε ως πρόσκαιρα τα έξοδα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, καίτοι είχε προχωρήσει με τη σύζυγό του σε διαδικασία υιοθεσίας τέκνου και είχε εγκριθεί και επομένως τα έξοδά τους αναμένονταν με βεβαιότητα για τριμελή οικογένεια, δ) εξέλαβε ότι δεν υπάρχει μείωση εισοδημάτων, στηριζόμενη σε ποσά που καταβλήθηκαν εφάπαξ ετησίως και όχι μηνιαίως και δεν υπολόγισε την αύξηση των δαπανών του μετά το γάμο, ε) υπολόγισε τα εισοδήματά του μεικτά και όχι καθαρά, μη εφαρμόζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τα οποία τα εκκαθαριστικά δεν αποτυπώνουν το διαθέσιμο εισόδημα, στ) προσέθεσε στα μηνιαία εισοδήματά του τα εφάπαξ ετησίως καταβληθέντα ποσά που δεν ήταν μηνιαίως διαθέσιμα και ζ) δεν έλαβε υπόψη του την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας και την αύξηση των εξόδων του λόγω μετάθεσής του στη νήσο ...
και στην Κύπρο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα ως διδάγματα της κοινής πείρας, δεν αφορούν την ερμηνεία του επικαλούμενου από αυτόν κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας του εν λόγω κανόνα δικαίου, ούτε την υπαγωγή κρίσιμων πραγματικών γεγονότων σ` αυτόν, όπως απαιτείται, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου αναίρεσης, αλλά αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κατά την ανέλεγκτη κρίση του άνω Δικαστηρίου της ουσίας και δη στις ουσιαστικές παραδοχές του σχετικά με τη μη περιέλευση σε αδυναμία πληρωμών του αναιρεσείοντος και συνεπώς, υπό την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 560 αρ. 1 περ.
β` ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστικά κρίση του Εφετείου επί των άνω πραγματικών γεγονότων, αφορούν δηλαδή την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, που δεν μπορούν να ελεγχθούν αναιρετικά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.
ΑΠ 14/2004, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Σημειώνεται ότι, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, δεν ιδρύεται μεν ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020), ιδρύεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 603/2023, ΑΠ 21/2023).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", οι διατάξεις δε αυτές είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπόμενους λόγους αναίρεσης, κατά των ως άνω αποφάσεων και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των εν λόγω αποφάσεων και ως εκ τούτου αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015).
Οι ανωτέρω δε λόγοι αναίρεσης του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ( ΑΠ 399/2020, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018) και επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 996/2023, ΑΠ 251/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμός 5 εδαφ. β' Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του :
Α) αποδεικτικά μέσα, που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει και πιο συγκεκριμένα : α) τα έγγραφα των μηνιαίων μισθοδοσιών του και δη του μηνός Ιανουαρίου 2013, Φεβρουαρίου 2016, Ιουνίου 2017, Μαΐου 2017, Απριλίου 2017 και Μαρτίου 2017, από τα οποία προκύπτει το διαθέσιμο μηνιαίο εισόδημά του, β) την αριθμ. πρωτ. 45/10-9-2020 βεβαίωση θετικής εισήγησης για υιοθεσία τέκνου και γ) το από 9-7-2015 δελτίο τύπου της ΕΛ.ΣΤΑΤ..
Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ούτε τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα προαναφερόμενα έγγραφα, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ούτε και πολύ περισσότερο το περιεχόμενο αυτών, συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., ώστε να δύναται να ιδρυθεί ο, από τον αριθμό αυτό του εν λόγω άρθρου, λόγος αναίρεσης.
Σε κάθε περίπτωση, στην πραγματικότητα ο λόγος αυτός εμπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ. και είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη περίπτωση, η οποία αφορά απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου.
Και Β) τις επικαλούμενες από αυτόν δαπάνες διαβίωσης, που αναφέρονται στις προτάσεις του, στις οποίες εμπεριέχεται το ως άνω από 9-7-2015 δελτίο τύπου της ΕΛ.ΣΤΑΤ.. Ο λόγος αυτός, κατά το αμέσως ανωτέρω σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε, με το να δεχθεί διαφορετικό ποσό ως προς το ύψος των εύλογων μηνιαίων δαπανών διαβίωσής του, από αυτό που επικαλέστηκε ο ίδιος με βάση το ανωτέρω δελτίο τύπου της ΕΛ.ΣΤΑΤ., ο προσδιορισμός των οποίων ( εύλογων δαπανών διαβίωσης από την ΕΛΣΤΑΤ), όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι δεσμευτικός για το Δικαστήριο, αλλά αποτελεί απλή εκτίμηση και λαμβάνεται υπόψη, συνεκτιμώμενος με τις λοιπές αποδείξεις.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.
β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη ( ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ .
Απορρίπτει την από 29-10-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 86261/161/2-11-2021, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7017/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ