Supreme Court allows appeal against eviction order due to improper service of additional appeal grounds violating procedural time limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against a first-instance eviction order, ruling that the lower court erred in dismissing additional appeal grounds. The appellant submitted supplementary arguments on August 16, 2019, but the court rejected them as untimely because they were served only eight days before the hearing, whereas the law requires thirty days for ordinary proceedings or ten days for tenancy disputes. The court held that the lower court incorrectly applied the tenancy dispute time limit, thereby violating the appellant's right to present their case, and ordered the case remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 520 para. 2 and 591 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The court must examine additional appeal grounds ex officio if served within the statutory time limit, and a lower court's rejection of such grounds based on an incorrect application of the procedural deadline constitutes a ground for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1204 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1204/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Γ., κατοίκου ….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ανδρεαδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Σ. και 2) Ε. Χ. του Ι., κατοίκων ….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Στέλλα Καλίκα - Σαρικλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2893/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 721/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-9-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ., 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 "Περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατ' άρθρο 54 του Εισ.Ν.Α.Κ., σαφώς συνάγεται ότι επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, ιδρύεται, κυρίως μεν χωριστή (διηρημένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε αναγκαστική συγκυριότητα, κατ' ανάλογη μερίδα επί των μερών του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3741/1929.
Εξάλλου, λαμβανομένου υπ' όψη ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 Α.Κ. και 1 του ν. 3741/1929 χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα "superficies solocedit", που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α' του Α.Κ., οποιοδήποτε μέρος του όλου του ακινήτου, το οποίο δεν ορίσθηκε ή δεν ορίσθηκε εγκύρως, με τον συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από τον νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι' αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (ΑΠ 447/2013).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 5, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1, 13 του ν. 3741/1929, 787, 1002 και 1117 A.Κ., προκύπτει ότι, επί οικοδομής, που έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορεί, με τη νομίμως μεταγεγραμμένη συστατική της οροφοκτησίας συμβολαιογραφική πράξη, να παραχωρηθεί σε ένα δικαιούχο οριζόντιας ιδιοκτησίας το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής προς τα άνω με την προσθήκη νέου ορόφου επί του δώματος ("ταράτσας"), το οποίο, εωσότου κατασκευασθεί ο νέος όροφος, ανήκει κατά συγκυριότητα και χρήση σε όλους από κοινού τους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων (ΑΠ 220/2013).
Στην οριζόντια ιδιοκτησία που συνιστάται με αυτό τον τρόπο, ο οροφοκτήτης αποκτά, αφενός δικαίωμα προσδοκίας πλήρους κυριότητας επί του μελλοντικού ορόφου, το οποίο τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τούτου και αφετέρου δικαίωμα αναγκαστικής συγκυριότητας, κατ' ανάλογη μερίδα, στα κοινά μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατ' ενδεικτική στις πιο πάνω διατάξεις του ν. 3741/1929 απαρίθμηση, το έδαφος, οι αυλές, η στέγη (δώμα - ταράτσα) κ.λ.π.
Όμως, ο ιδιοκτήτης που είναι δικαιούχος της επεκτάσεως της οικοδομής με την επέκταση του μελλοντικού ορόφου στο δώμα αυτής, δεν αποκτά κατά νόμο και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του δώματος, το οποίο, εωσότου κατασκευαστεί ο νέος όροφος, παραμένει στην κοινή χρήση και στην αναγκαστική συγκυριότητα καθενός οροφοκτήτη, εκτός εάν, με τη συστατική πράξη ή κατόπιν συμφωνίας όλων των συνιδιοκτητών, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται, έχει παραχωρηθεί στο δικαιούχο της επεκτάσεως και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του δώματος, οπότε αυτό δεν ανήκει πλέον στην κοινή χρήση των λοιπών συνιδιοκτητών (ΑΠ 1002/2014).
Η σύσταση της οροφοκτησίας ολοκληρώνεται με τη μεταγραφή της συστατικής πράξεως και από τότε υπάρχει, από νομικής πλευράς, η οροφοκτησία, απλώς το δικαίωμά της δεν είναι πλήρες, αλλά θα συμπληρωθεί με την αποπεράτωση του ορόφου, ώστε να υφίσταται πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 947 παρ. 1 Α.Κ. Μετά την ανέγερσή του, ο νέος όροφος περιέρχεται στον δικαιούχο της επεκτάσεως, κατ' αποκλειστική κυριότητα νομή και κατοχή και με το ανάλογο ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής (ΑΠ 220/2013).
Η άσκηση όμως του δικαιώματος επεκτάσεως της οικοδομής καθ' ύψος, προϋποθέτει την τήρηση των σχετικών διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας. Επομένως, για να είναι νόμιμη η άσκηση του δικαιώματος αυτού από το συνιδιοκτήτη του ενιαίου οικοπέδου -στον οποίο χορηγήθηκε με την κοινή συμφωνία όλων των λοιπών συνιδιοκτητών, δια της συστατικής πράξεως που έχει μεταγραφεί- και να καταστεί αυτός αποκλειστικά κύριος του νέου κτίσματος άνωθεν του δώματος, πρέπει η κατασκευή αυτού να γίνει με την τήρηση των πολεοδομικών διατάξεων, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή η προσθήκη του κτίσματος γίνει αυθαιρέτως, κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων, ο φορέας του άνω δικαιώματος δεν αποκτά αποκλειστική επ' αυτού κυριότητα και οι λοιποί συνιδιοκτήτες εξακολουθούν να έχουν το δικαίωμα της αναγκαστικής συγκυριότητας, συγκατοχής και συγχρήσεως όλου του (κοινοχρήστου) χώρου του δώματος.
Ωστόσο, αν το αυθαίρετο κτίσμα νομιμοποιηθεί μεταγενέστερα, βάσει ισχύουσας νομοθετικής ρυθμίσεως, και ο έχων ανεγείρει τούτο τηρήσει τις προβλεπόμενες από τη ρύθμιση αυτή προϋποθέσεις, τότε η άσκηση του δικαιώματος επεκτάσεως καθ' ύψος της οικοδομής από τον δικαιούχο είναι επιτρεπτή, αφού το ανεγερθέν κτίσμα απέβαλε πλέον το χαρακτήρα του αυθαιρέτου και κατέστη νόμιμο (πρβλ.
ΑΠ 1213/2020, 220/2013, 1553/2009). Κατά συνέπειαν, μετά τη νομιμοποίηση του αυθαιρέτου κτίσματος, οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων δεν έχουν το δικαίωμα, επικαλούμενοι τη στέρηση της χρήσεως από αυτούς του κοινόκτητου και κοινόχρηστου δώματος, να ζητήσουν με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και την παράλειψη της μελλοντικής παρεμποδίσεώς τους στη χρήση του δώματος (ΑΠ 615/2006).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 8 του ν. ... (Τροποποίηση και συμπλήρωση πολεοδομικών διατάξεων, ρύθμιση συναφών θεμάτων και θεμάτων του Ταμείου Νομικών), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 23 παρ. 6 περ. γ' του ν. 2300/1995 (Α' 69) και 9 παρ. 5 του ν. 3212/2003 (Α' 308): "Με απόφαση του Νομάρχη μπορεί να εγκρίνεται η εξαίρεση ή όχι από την κατεδάφιση αυθαιρέτων κατασκευών εάν πρόκειται για μικρές παραβάσεις, των οποίων κατασκευών η κατεδάφιση θα κατέληγε σε υπέρμετρη βλάβη του κτιρίου ή θα έθετε σε κίνδυνο τη φέρουσα κατασκευή αυτού ή θα παράβλαπτε την αισθητική εμφάνιση των κτιρίων ή θα απαιτούσε υπέρμετρες δαπάνες για την αποκατάσταση της αισθητικής και των οποίων η διατήρηση εν πάση περιπτώσει δεν θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια της κατασκευής ούτε θα απέβαινε σε βάρος της πόλεως.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων καθορίζονται οι μικρές παραβάσεις για τις οποίες είναι δυνατή η εξαίρεση από την κατεδάφιση, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, οι ειδικότερες προϋποθέσεις της εξαίρεσης, οι όροι εφαρμογής της διάταξης αυτής και κάθε σχετικό θέμα. Η απόφαση της εξαίρεσης εκδίδεται με σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος του Νομού.
Στην περίπτωση αυτή επιβάλλονται τα προβλεπόμενα από την παράγραφο 2 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983 πρόστιμα. Με την απόφαση εξαίρεσης, το επιβαλλόμενο πρόστιμο διατήρησης της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, μπορεί να μετατρέπεται σε πρόστιμο εφάπαξ. Το ύψος του εφάπαξ αυτού προστίμου ορίζεται στο τετραπλάσιο του προστίμου ανέγερσης της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου.
Σε περίπτωση που έχει εκδοθεί η απόφαση εξαίρεσης, μπορεί να εκδίδεται συμπληρωματική απόφαση του οικείου νομάρχη. Τυχόν βεβαιωθέντα πρόστιμα διατήρησης συμψηφίζονται με το εφάπαξ καταβαλλόμενο πρόστιμο. Τυχόν καταβληθέντα πρόστιμα διατήρησης κατά το ποσό που υπερβαίνουν το ποσό του εφάπαξ προστίμου δεν επιστρέφονται.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων καθορίζονται οι προϋποθέσεις για τη μετατροπή του προστίμου διατήρησης σε εφάπαξ καταβαλλόμενο πρόστιμο είτε αυτή γίνεται με την απόφαση της εξαίρεσης από την κατεδάφιση είτε με συμπληρωματική απόφαση νομάρχη, καθώς και η σχετική διαδικασία και κάθε άλλη λεπτομέρεια".
H διάταξη του άρθρου 9 παρ. 8 του ν. ..., που επιτρέπει τη νομιμοποίηση πολεοδομικών παραβάσεων (όπως και οι προϊσχύσασες του άρθρου 124 παρ. 3 του ΓΟΚ/73 (ν. 8/1973, Α' 124), στενώς ερμηνευτέα, ως εισάγουσα εξαίρεση από τον κανόνα της κατεδαφίσεως των αυθαίρετων κατασκευών, δεν αντίκειται στο άρθρο 24 του Συντάγματος, καθ' όσον η εξαίρεση από την κατεδάφιση επιτρέπεται μόνο για παραβάσεις ήσσονος σημασίας, που δεν επιφέρουν δυσμενείς επιπτώσεις στη λειτουργικότητα και την πολεοδομική ισορροπία της περιοχής και, ως εκ τούτου, δεν επηρεάζουν σοβαρώς τους όρους διαβιώσεως των κατοίκων της, η σχετική δε κρίση των αρμοδίων οργάνων στηρίζεται σε αυστηρώς πολεοδομικά και κτιριολογικά κριτήρια (βλ.
ΣτΕ Ολομ. 564/2005, πρβλ. ΣτΕ 3240/1999, 1831/2005 κ.ά.). Συνακόλουθα, σύμφωνες με την ως άνω συνταγματική διάταξη είναι και οι διατάξεις της Υ.Α. 7587/2004, με τις οποίες εξειδικεύεται η έννοια των μικρών παραβάσεων και οι λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 παρ. 8 του ν. ..., και καθορίζεται η διαδικασία για τη χορήγηση της εξαιρέσεως και την επιβολή των σχετικών κυρώσεων (ΣτΕ 1180/2015).
Εξ άλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 1 αρ. 1 και 2 περ. γ του Ν. 4178/2013 "Αντιμετώπιση της Αυθαίρετης Δόμησης Περιβαλλοντικό Ισοζύγιο και άλλες διατάξεις" προβλέπεται ότι: 1) "Από τη δημοσίευση του παρόντος απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η μεταβίβαση ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο, στο οποίο έχει εκτελεστεί αυθαίρετη κατασκευή ή έχει εγκατασταθεί αυθαίρετη αλλαγή χρήσης, όπως ειδικότερα ορίζεται στα άρθρα 5 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του ν. 1577/1985" (άρθρο 1 αρ. 1) και 2) "Από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα ακίνητα, στα οποία έχουν εκτελεστεί αυθαίρετες κατασκευές ή έχουν εγκατασταθεί αυθαίρετες χρήσεις:
α) ........ β) ...... γ) που έχουν εξαιρεθεί από την κατεδάφιση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 1337/1983 (Α ? 33) ή των παραγράφων 8 και 10 του άρθρου 9 του ν. ..." (άρθρο 1 αρ. 2 περ. γ). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η με την απόφαση του Νομάρχη και μετά από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 9 παρ. 8 ν. ..., εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαίρετης κατασκευής -με την επιβολή των προβλεπόμενων από τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 1337/1983 προστίμων (δυναμένου του προστίμου διατηρήσεως να καθορισθεί, με την ίδια απόφαση που εγκρίνει την εξαίρεση, σε πρόστιμο εφάπαξ) και μετά την οποία εγκύρως μεταβιβάζεται το ακίνητο στο οποίο έχει εκτελεστεί αυθαίρετη κατασκευή ή συνιστάται εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού- συνιστά νομιμοποίηση αυτού, μετά την οποία οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων δεν έχουν το δικαίωμα, επικαλούμενοι τη στέρηση της χρήσεως από αυτούς του κοινόκτητου και κοινόχρηστου δώματος, να ζητήσουν με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και την παράλειψη της μελλοντικής παρεμποδίσεώς τους στη χρήση του δώματος.
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 5/2020, 10/2011, ΑΠ 500/2020, 2001/2017).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 6504/2020, 895/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του πρώτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγου αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. 30.147/27-12-1984 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Α.
Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πειραιώς στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ... σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ... εξοφλητική πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου και την υπ' αριθμ. ... πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιώς Βαρβάρας Δόξα - Παπαστεργίου που επίσης μεταγράφηκαν νόμιμα στον τόμο ...
με αύξοντα αριθμό ….. και στον τόμο ….. με αύξοντα αριθμό ….., αντίστοιχα, των ως άνω βιβλίων, ο εναγόμενος Γρηγόριος Καρασάββας και ο Κ. Κ., κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του ευρισκομένου στη λεωφόρο ……. και ήδη λεωφόρου ……. αρ. ….., στον ……, οικοπέδου με εμβαδό 563,49 τ.μ. Επί του οικοπέδου αυτού, οι παραπάνω συγκύριοι, κατόπιν έκδοσης, της υπ' αριθμ.
…… άδειας, από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου …… (όπως αυτή διαμορφώθηκε με τις υπ' αριθμ. ... και ... αναθεωρήσεις για αλλαγή όψης και κάτοψης δώματος και για κατασκευή πισίνας, αντίστοιχα), ανήγειραν πολυώροφη οικοδομή (πολυκατοικία), αποτελούμενη από πυλωτή με πέντε θέσεις στάθμευσης και τρεις ορόφους υπέρ αυτής (πυλωτής).
Με την υπ' αριθμ. ... δε πράξη του συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πειραιώς στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ..., οι ανωτέρω (ο εναγόμενος και ο Κ. Κ.) υπήγαγαν το οικόπεδο και τα κτίσματα που θα ανεγείροντο σε αυτό, στις περί οριζοντίων ιδιοκτησιών διατάξεις του Ν. 3741/1929, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, συστήνοντας τις εξής αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες:
Α] στο Υπόγειο: α) την υπό στοιχεία Υ-1 αποθήκη, εμβαδού 42,80 τ.μ, με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 50/1000 και β) την υπό στοιχεία Υ-2 αποθήκη, εμβαδού 67,80 τ.μ, με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 80/1000, Β] στον Α' υπέρ της πυλωτής όροφο: α) το υπό στοιχεία Α-1 διαμέρισμα, εμβαδού 121,50 τ.μ., με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 145/1000 και β) το υπό στοιχεία Α-2 διαμέρισμα, εμβαδού 121,50 τ.μ., με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 145/1000, στον Β' υπέρ της πυλωτής όροφο:
α) το υπό στοιχεία Β-1 διαμέρισμα, εμβαδού 121,50 τ.μ., με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 145/1000, με παράρτημα και παρακολούθημα την υπό στοιχεία ΝΞΟΠΝ θέση της πυλωτής και β) το υπό στοιχεία Β-2 διαμέρισμα, εμβαδού 121,50 τ.μ., με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 145/1000, με παράρτημα και παρακολούθημα την υπό στοιχεία ΙΚΛΗΙ θέση της πυλωτής, Δ] στον Γ' υπέρ της πυλωτής όροφο:
α) το υπό στοιχεία Γ-1 διαμέρισμα, εμβαδού 121,50 τ.μ., με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 145/1000, με παράρτημα και παρακολούθημα την υπό στοιχεία ΑΒΓΔΑ θέση της πυλωτής και β) το υπό στοιχεία Γ-2 διαμέρισμα, εμβαδού 121,50 τ.μ., με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 145/1000, με παράρτημα και παρακολούθημα την υπό στοιχεία ΕΖΗΘΕ θέση της πυλωτής.
Σχετικά με το δώμα υπέρ του Γ' ορόφου της πυλωτής, αναγράφεται στην ως άνω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ότι "....περιλαμβάνει τις απολήξεις του κλιμακοστασίου, πλατύσκαλου, φρέατος ανελκυστήρα, φωταγωγού και το υπόλοιπο κοινόχρηστο τμήμα του δώματος. Σε περίπτωση μελλοντικής επέκτασης στο ακίνητο αυτό, το δικαίωμα κατασκευής ορόφου ή ορόφων θα ανήκει και στους δύο συνιδιοκτήτες Γ.
Κ. και Κ. Κ. κοινώς και αδιαιρέτως κατ' ισομοιρίαν". Δυνάμει της εν λόγω σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας οι παραπάνω συμβαλλόμενοι διένειμαν μεταξύ τους τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες κατά τρόπο ώστε ο εναγόμενος να λάβει τις υπό στοιχεία Α-1, Β-1, Γ-1 οριζόντιες ιδιοκτησίες και το 1/2 εξ αδιαιρέτου των Υ-1 και Υ-2 οριζοντίων ιδιοκτησιών και ο Κ.
Κ. τις υπό στοιχεία Α-2, Β-2, Γ-2 οριζόντιες ιδιοκτησίες και το 1/2 εξ αδιαιρέτου των Υ-1 και Υ-2 οριζοντίων ιδιοκτησιών, ήτοι έκαστος των Γ. και Κ. Κ. έλαβαν 500/1000 εξ αδιαιρέτου. Τέλος, στην ίδια πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας συμφωνήθηκε ότι ο κάθε ιδιοκτήτης οριζόντιας ιδιοκτησίας της ανωτέρω οικοδομής θα δικαιούται να τροποποιεί ελεύθερα την περιεχόμενη στην ως άνω πράξη σύσταση οροφοκτησίας, όσον αφορά τις ιδιοκτησίες του και θα δικαιούται να συνενώνει δύο ή περισσότερες ιδιοκτησίες σε μια ή να υποδιαιρεί μια ιδιοκτησία σε δύο ή περισσότερες ιδιοκτησίες και να υπογράφει μόνος του τις σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις, οι οποίες θα μεταγράφονται στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο.
Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. ... πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ. Σ. -Γ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ….., στον τόμο 1169 με αύξοντα αριθμό 67, ο Κ. Κ. προέβη σε τροποποίηση της ως άνω υπ' αριθμ. ... πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, αποχωρίζοντας τη θέση στάθμευσης της πυλωτής με στοιχεία ΕΖΗΘΕ από το υπό στοιχεία Γ-2 διαμέρισμα του γ' υπέρ της πυλωτής ορόφου και προσαρτώντας την στο υπό στοιχεία Α-2 διαμέρισμα του α' υπέρ της πυλωτής ορόφου.
Δυνάμει δε του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Μάρθας Δασκαλάκη -Γιαννάκου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα ως άνω βιβλία μεταγραφών (στον τόμο 1173 με αύξοντα αριθμό 3), ο πρώτος ενάγων κατέστη συγκύριος, με αγορά από τον Κ. Κ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του ως άνω υπό στοιχεία Α-2 διαμερίσματος εμβαδού 121,50 τ.μ., με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 72,5/1000, καθώς και της υπό στοιχεία ΕΖΗΘΕ θέσης στάθμευσης της πυλωτής, που αποτελεί παρακολούθημα και παράρτημά του.
Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ. 20.520/19-11-2009 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Μάρθας Δ. Γ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, στον τόμο 1296 με αύξοντα αριθμό 130, ο πρώτος ενάγων κατέστη συγκύριος, με αγορά από την Α. Μ., και του υπολοίπου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου υπό στοιχεία Α-2 διαμερίσματος, όπως και της προαναφερθείσας επίσης υπό στοιχεία ΕΖΗΘΕ θέσης στάθμευσης.
Οπότε, με βάση τα ως άνω συμβόλαια, ο πρώτος ενάγων απέκτησε την πλήρη κυριότητα του υπό στοιχεία Α-2 διαμερίσματος του α' υπέρ του ισογείου ορόφου, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 145/1000. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Κ. - Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ….., σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ... πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος της ίδιας συμβολαιογράφου, ο δεύτερος ενάγων απέκτησε την κυριότητα, με αγορά από τον Κ. Κ., του ως άνω υπό στοιχεία Β-2 διαμερίσματος του β' υπέρ του ισογείου ορόφου της εν λόγω πολυκατοικίας, εμβαδού 121,50 τ.μ., με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 145/1000, καθώς και της υπό στοιχεία ΙΚΛΜΙ θέσης στάθμευσης της πυλωτής, που αποτελεί παρακολούθημα και παράρτημά του.
Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. ... πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιώς Βαρβάρας Δόξα, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, στον τόμο 1225 με αύξοντα αριθμό 93, ο εναγόμενος και ο Κ. Κ. προέβησαν σε τροποποίηση της ως άνω υπ' αριθμ. ... πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, υποδιαιρώντας τις υπό στοιχεία Υ-1 και Υ-2 αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες - αποθήκες του υπογείου σε περισσότερες οριζόντιες ιδιοκτησίες δια ανακατανομής των ανηκόντων σε αυτές ποσοστών εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί του οικοπέδου.
Κατά τον τρόπο αυτό προέκυψαν οι εξής αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες - αποθήκες του υπογείου: α) η υπό στοιχεία Υ-1 αποθήκη εμβαδού 24,30 τ.μ., με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 29/1000, β) η υπό στοιχεία Υ-2 αποθήκη εμβαδού 31 τ.μ., με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 36/1000, γ) η υπό στοιχεία Υ-3 αποθήκη εμβαδού 8,40 τ.μ., με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 10/1000, δ) η υπό στοιχεία Υ-4 αποθήκη εμβαδού 7,60 τ.μ, με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 9/1000 και ε) η υπό στοιχεία Υ-5 αποθήκη εμβαδού 39,30 τ.μ, με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 46/1000.
Με την ίδια δε ως άνω συμβολαιογραφική πράξη (υπ'αριθμ....), οι αρχικοί οικοπεδούχοι (ο εναγόμενος και ο Κ. Κ.), προέβησαν μεταξύ τους σε αυτούσια διανομή των ανωτέρω αποθηκών του υπογείου και συγκεκριμένα ο πρώτος εξ αυτών (εναγόμενος) έλαβε τις ανωτέρω υπό στοιχεία Υ-1 και Υ-2 αποθήκες, στις οποίες αντιστοιχεί συνολικά 65/1000 εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και ο δεύτερος (Κ.
Κ.) τις ανωτέρω υπό στοιχεία Υ-3, Υ-4 και Υ-5 αποθήκες στις οποίες αντιστοιχεί συνολικά 65/1000 εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου. Στις 5-12-2013 απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο Κ. Κ., και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους αμφιθαλείς αδερφούς του, ήτοι τον Γ. Κ. (εναγόμενο), τον Α.
Κ. και την Ε. Π., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά, με την υπ'αριθμ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 1329 και με αύξοντα αριθμό 155 των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, η οποία (κληρονομιά) κατά το χρόνο θανάτου του περιλάμβανε το προαναφερθέν υπό στοιχεία Γ-2 διαμέρισμα του γ' ορόφου της εν λόγω πολυώροφης οικοδομής με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 145/1000, καθώς και τις ανωτέρω υπό στοιχεία Υ-3, Υ-4 και Υ-5 αποθήκες του υπογείου ορόφου, της εν λόγω οικοδομής, με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 10/1000, 9/1000 και 46/1000 αντίστοιχα.
Επομένως, κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της ένδικης αγωγής ο εναγόμενος είναι: Α] πλήρης κύριος: α) της υπό στοιχεία Υ-1 αποθήκης, εμβαδού 24,30 τ.μ, με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 29/1000, β) της υπό στοιχεία Υ 2 αποθήκης, εμβαδού 31 τ.μ, με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 36/1000 και Β] από 5-12-2013, συγκύριος σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου:
α) του υπό στοιχεία Γ-2 διαμερίσματος, εμβαδού 121,50 τ.μ, με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 145/1000, β) της υπό στοιχεία Υ-3 αποθήκης, εμβαδού 8,40 τ.μ, με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 10/1000, γ) της υπό στοιχεία Υ-4 αποθήκης, εμβαδού 7,60 τ.μ, με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 9/1000 και δ) της υπό στοιχεία Υ-5 αποθήκης εμβαδού 39,30 τ.μ, με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 46/1000.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο ανέγερσης της εν λόγω οικοδομής από τους ως άνω αρχικούς ιδιοκτήτες, (τον εναγόμενο και τον αδερφό του), οι τελευταίοι καθ' υπέρβαση, της προαναφερθείσας άδειας δόμησης και κατά παράβαση των τότε ισχυόντων πολεοδομικών διατάξεων, ανήγειραν υπέρ του γ' ορόφου στο κοινόχρηστο δώμα της ανωτέρω οικοδομής κτίσμα 35,38 τ.μ.
Ας σημειωθεί δε ότι κατά το χρόνο κατασκευής του κτίσματος αυτού κανείς εξ αυτών (αρχικών ιδιοκτητών) δεν είχε δικαίωμα επέκτασης της οικοδομής με κατασκευή ορόφου ή ορόφων ούτε δικαίωμα ανέγερσης κτίσματος στον κοινόχρηστο δώμα, καθώς είχε εξαντληθεί ο συντελεστής δόμησης. Οπότε, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το ανωτέρω αυθαίρετο κτίσμα, στο οποίο, άλλωστε, δεν αντιστοιχούσε εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, κατέστη κοινόκτητο και κοινόχρηστο.
Το κτίσμα αυτό, μετά από τη μεταβίβαση των οριζόντιων ιδιοκτησιών σε άλλους συνιδιοκτήτες, μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες, ήταν προσβάσιμο σε όλους τους συγκυρίους της πολυκατοικίας, η πόρτα του παρέμενε ξεκλείδωτη και το χρησιμοποιούσαν κατά καιρούς για την αποθήκευση εργαλείων και λοιπών αντικειμένων (βλ.
σχετικά και υπ' αρ.1437 και 1438/2-12-2015 ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Π. του Κ. κατοίκου της εν λόγω πολυκατοικίας και Φ. Π. του Κ., συνιδιοκτήτριας αυτής, αντίστοιχα, που προσκομίζουν οι ενάγοντες και λήφθηκαν στα πλαίσια της δίκης ασφαλιστικών μέτρων της ένδικης υπόθεσης, οι οποίοι επιβεβαιώνουν τα παραπάνω και ότι, μόλις τον Οκτώβριο του 2015, ο εναγόμενος άρχισε οικοδομικές εργασίες στο κτίσμα αυτό, κλειδώνοντας την πόρτα και εμποδίζοντας τους την πρόσβαση σε αυτό).
Ύστερα από την από 26-1-2004 αίτηση των ως άνω αρχικών συνιδιοκτητών κι ενώ, σύμφωνα με τα παραπάνω, αυτοί είχαν μεταβιβάσει τις προαναφερθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες σε τρίτους, εκδόθηκε κατ' άρθρο 9 παρ. 8 Ν. ... η υπ' αριθμ. πρωτ. ... απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς με την οποία (μετά από σχετική θετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου ΧΟΠ), εγκρίθηκε η εξαίρεση του ανωτέρω αυθαιρέτου κτίσματος (του δώματος) από την κατεδάφιση και η μετατροπή του προστίμου διατήρησης σε εφάπαξ, ενώ με την υπ' αριθμ.
πρωτ. ... απόφαση της προϊσταμένης του Τμήματος Ελ. Κατασκευών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Πειραιώς, τους επιβλήθηκε πρόστιμο ανέγερσης και εφάπαξ πρόστιμο διατήρησης για το εν λόγω αυθαίρετο κτίσμα, ποσού 1.100,89 ευρώ και 4.403,59 ευρώ, αντίστοιχα. Η ως άνω απόφαση περί εξαίρεσης από την κατεδάφιση του επίμαχου αυθαιρέτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί νομιμοποίηση αυτού, καθώς δεν εμπίπτει στις διατάξεις κάποιου νόμου περί νομιμοποίησης.
Είναι σαφές ότι απλώς εξαιρέθηκε από την κατεδάφιση. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της έφεσης με τον οποίο ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κακώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν επήλθε νομιμοποίηση αυτού, υποστηρίζοντας ότι η εξαίρεση από την κατεδάφιση εξομοιούται με νομιμοποίηση, οπότε μετά από αυτήν κατέστησαν συγκύριοι αυτού αυτός και ο αδερφός του ως δικαιούχοι του δικαιώματος υψούν της εν λόγω οικοδομής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, μόνο μετά τη νομιμοποίηση του αυθαιρέτου κτίσματος, πράγμα που δεν συνέβη εν προκειμένω, ο έχων το δικαίωμα επέκτασης καθ' ύψος της οικοδομής αποκτά αποκλειστική κυριότητα επί του κτίσματος και του υπ' αυτού καταλαμβανόμενου χώρου του δώματος, αλλιώς αυτό παραμένει κοινόκτητο και κοινόχρηστο.......
Σημειωτέον δε ότι, ανεξάρτητα του ποιος έκανε χρήση του εν λόγω αυθαίρετου κτίσματος κι αν αυτό χρησιμοποιείτο ως αποθήκη ή κατοικία, δηλ. ακόμη κι αν δεχθούμε ότι το χρησιμοποιούσε από την κατασκευή του και έκτοτε αποκλειστικά ο εναγόμενος και μέλη της οικογένειας του, το κτίσμα αυτό συνεχίζει να ανήκει στην κοινή κτήση και χρήση όλων των συνιδιοκτητών, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι επιτρεπτή η κτήση κυριότητας σε κοινόκτητο μέρος της οικοδομής, εφόσον αυτό δεν αποτελεί αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία".
Με βάση δε τα δεκτά γενόμενα υπ' αυτού, το δικαστήριο της ουσίας οδηγήθηκε στην κρίση ότι "το κτίσμα εμβαδού 35,38 τ.μ. στο δώμα υπέρ του Γ' ορόφου της ως άνω πολυώροφης οικοδομής επί της ... αρ. 117 στον Πειραιά, ανήκει στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους αυτής, και οφείλει ο εναγόμενος να παραδώσει στους ενάγοντες κλειδιά της εξώπορτας του εν λόγω κτίσματος καθώς επίσης και τη σύγχρηση αυτού σε καθένα από αυτούς, κατά το ποσοστό της συγκυριότητάς τους (145/1000 εξ αδιαιρέτου" και ότι "το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση με το παρόν.......
και έκανε την αγωγή εν μέρει δεκτή κι ως ουσιαστικά βάσιμη ...... δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε το νόμο....." και, εν τέλει, απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ., 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 "Περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε.
Και τούτο διότι, ενώ δέχτηκε, ανέλεγκτα, με την προσβαλλόμενη απόφαση: 1) ότι ο εναγόμενος Γρηγόριος Καρασάββας και ο Κ. Κ., συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του περιγραφόμενου οικοπέδου, ανήγειραν επ' αυτού πολυώροφη οικοδομή, την οποία, με την υπ' αριθμ. ... πράξη του συμβολαιογράφου Πειραιώς Α.
Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, υπήγαγαν στις περί οριζοντίων ιδιοκτησιών διατάξεις του Ν. 3741/1929, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, συστήνοντας τις αναφερόμενες αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, 2) ότι στην ως άνω πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, σε σχέση με το δώμα υπέρ του Γ' ορόφου της πυλωτής, αναφέρεται ότι "....περιλαμβάνει τις απολήξεις του κλιμακοστασίου, πλατύσκαλου, φρέατος ανελκυστήρα, φωταγωγού και το υπόλοιπο κοινόχρηστο τμήμα του δώματος.
Σε περίπτωση μελλοντικής επέκτασης στο ακίνητο αυτό, το δικαίωμα κατασκευής ορόφου ή ορόφων θα ανήκει και στους δύο συνιδιοκτήτες Γ. Κ. και Κ. Κ. κοινώς και αδιαιρέτως κατ' ισομοιρίαν", όρος, δυνάμει του οποίου, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το δώμα παρέμεινε στην κοινή χρήση και στην αναγκαστική συγκυριότητα κάθε οροφοκτήτη, οι δε προαναφερθέντες συνιδιοκτήτες του οικοπέδου απέκτησαν δικαίωμα προσδοκίας πλήρους κυριότητας επί του μελλοντικού ορόφου, υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής του, 3) ότι κατά το χρόνο ανεγέρσεως της εν λόγω οικοδομής από τους ως άνω αρχικούς ιδιοκτήτες (τον εναγόμενο και τον αδερφό του), οι τελευταίοι, καθ' υπέρβαση της άδειας δομήσεως και κατά παράβαση των τότε ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων, ανήγειραν υπέρ του γ' ορόφου, στο κοινόχρηστο δώμα της ανωτέρω οικοδομής, κτίσμα 35,38 τ.μ., 4) ότι κατόπιν αιτήσεως των ως άνω αρχικών συνιδιοκτητών, εκδόθηκε, κατ' άρθρο 9 παρ. 8 Ν. ..., η υπ' αριθμ.
πρωτ. ... απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς με την οποία (μετά από σχετική θετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου ΧΟΠ), εγκρίθηκε η εξαίρεση του ανωτέρω αυθαιρέτου κτίσματος (δώματος) από την κατεδάφιση και η μετατροπή του προστίμου διατήρησης σε πρόστιμο εφάπαξ και 5) ότι με την υπ' αριθμ. πρωτ. ... απόφαση της προϊσταμένης του Τμήματος Ελ.
Κατασκευών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του ….., επιβλήθηκε για το εν λόγω αυθαίρετο κτίσμα, σε βάρος των ως άνω αρχικών συνιδιοκτητών, πρόστιμο ανεγέρσεως και εφάπαξ πρόστιμο διατηρήσεως, στη συνέχεια έκρινε ότι η ως άνω απόφαση εξαιρέσεως από την κατεδάφιση του επιδίκου αυθαιρέτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί νομιμοποίηση αυτού, καθώς δεν εμπίπτει στις διατάξεις κάποιου νόμου περί νομιμοποιήσεως και ότι το κτίσμα αυτό παρέμεινε κοινόκτητο και κοινόχρηστο, με επακόλουθο να έχουν το δικαίωμα οι ενάγοντες- ήδη αναιρεσίβλητοι να ζητήσουν με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η χορηγηθείσα, με την παραπάνω απόφαση του Νομάρχη, που εκδόθηκε υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 9 παρ. 8 ν. ... και μετά από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, εξαίρεση από την κατεδάφιση του ενδίκου αυθαίρετου κτίσματος, για την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο ανεγέρσεως και εφάπαξ πρόστιμο διατηρήσεως, και μετά την έκδοση της οποίας εξαιρούνται, το μεν κτίσμα, της (ισχύουσας επί των αυθαιρέτων κτισμάτων) απαγόρευσης μεταβιβάσεως και συστάσεως επ' αυτού εμπραγμάτου δικαιώματος, οι δε ιδιοκτήτες και μηχανικοί, της επιβολής σε βάρος τους των, κατ' άρθρο 17 του ν. 1337/1983, ποινικών και διοικητικών κυρώσεων, επέρχονται δηλαδή όλες οι συνέπειες της νομιμοποιήσεως αυθαιρέτων, συνιστά νομιμοποίηση αυτού, μετά την οποία οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων δεν έχουν το δικαίωμα, επικαλούμενοι τη στέρηση της χρήσεως από αυτούς του κοινόκτητου και κοινόχρηστου δώματος, να ζητήσουν με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, όπως εν προκειμένω.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (έλλειψη αιτιολογιών, άλλως ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την παραδοχή της προσβαλλομένης ότι η εξαίρεση από την κατεδάφιση του επιδίκου κτίσματος δεν συνιστά νομιμοποίηση αυτού), αφού αναφέρεται στην ίδια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και καλύπτεται πλήρως από την αναιρετική εμβέλεια του γενομένου δεκτού πρώτου λόγου αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 περ. ζ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται με ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζητήσεως της εφέσεως.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 111 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η άσκηση των προσθέτων λόγων, στις ειδικές διαδικασίες, ολοκληρώνεται με την κατάθεση αυτών στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τουλάχιστον οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση της εφέσεως και την επίδοσή τους στον εφεσίβλητο εντός της ίδιας προθεσμίας.
Η παράλειψη της καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, αλλά και της επιδόσεώς του πριν από την ανωτέρω προθεσμία, επάγεται το απαράδεκτο αυτών λόγω ελλείψεως προδικασίας, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους. Εξάλλου, το άρθρο ένατο του άρθρου 1 του πιο πάνω νόμου, με τον παράτιτλο "μεταβατικές διατάξεις", ορίζει, στη μεν παρ. 2, ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 έως 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1η-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές, στη δε παρ. 4, ότι κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1η-1-2016.
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 12 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., ορίζεται ότι στις δίκες, που κατά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ. είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο. Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί κατά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την περί τούτου διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του άρθρου 24 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., αποδίδει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία η εγκυρότητα διαδικαστικής πράξεως, όπως είναι και η άσκηση προσθέτων λόγων εφέσεως, κρίνεται με βάση το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειας αυτής.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, μετά την 1η-1-2016, οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, στην ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, μεταξύ των οποίων και οι μισθωτικές διαφορές (άρθρο 614 περ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ασκούνται μόνο με ίδιο δικόγραφο, που κατατίθεται και επιδίδεται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση της εφέσεως (ΑΠ 1252/2018).
Τέλος, με το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 (ΟλΑΠ 2/2001).
Δικονομικό απαράδεκτο είναι αυτό που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 1252/2018, 164/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτους τους ασκηθέντες εκ μέρους του, με αυτοτελές δικόγραφο, που επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αντιδίκους του, πρόσθετους λόγους εφέσεως.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 2893/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως αυτά ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 4335/23-7-2015, λόγω του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, προ της 1ης-1-2016), και ότι η ασκηθείσα κατ' αυτής, από 5-9-2018 και με αριθμό καταθέσεως 9286/690/2018 έφεση, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία (βλ. 2ο φύλλο αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
Στη συνέχεια όμως, ως προς τους ασκηθέντες, από 16-8-2019 και με αριθμό καταθέσεως .../213/2019, πρόσθετους λόγους αυτής, έκρινε ότι: "Όσον αφορά, όμως, στους ως άνω πρόσθετους λόγους της έφεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο [.......], είναι απορριπτέοι ως απαραδέκτως ασκηθέντες, πράγμα που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, λόγω μη εμπρόθεσμης επίδοσής τους στους καθών - εφεσίβλητους.
Ειδικότερα, από την επίδοση του αντιγράφου αυτών στους τελευταίους, που έλαβε χώρα στις 27-8-2019 (όπως προκύπτει από τις υπ' αρ. 4013 και 4012/27-8-2019, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Ζ. Π. Θ., που προσκομίζει ο εκκαλών- ασκών τους πρόσθετους λόγους), μέχρι τη συζήτηση της έφεσης (19-9-2019), δεν έχει παρέλθει διάστημα τριάντα ημερών, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. .....".
Με την κρίση όμως αυτή το Εφετείο, εφαρμόζοντας εσφαλμένα την ισχύουσα επί της τακτικής διαδικασίας διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους εφέσεως, αφού αυτοί, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, επιδόθηκαν στους εφεσιβλήτους στις 27-8-2019, μέχρι δε τη συζήτηση της εφέσεως, που έλαβε χώρα την 19-9-2019, παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ημερών, που απαιτείται εν προκειμένω [εφόσον η ένδικη διαφορά υπάγεται στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η οποία και εφαρμόσθηκε], σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 περ.
ζ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα, ενόψει της νίκης του (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα ..., 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 721/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ