Supreme Court allows appeal against excessive mental distress damages violating proportionality principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding mental distress damages. The appellants argued that the awarded amounts were disproportionately high compared to judicial practice and common sense. Consequently, the Court found the lower court violated the principle of proportionality and remanded the case for re-evaluation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The principle of proportionality requires that civil compensation for mental distress must not exceed amounts typically awarded in similar cases, and excessive awards violate this fundamental legal standard.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1204 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1204/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
ΝΠΙΔ με την επωνυμία «Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Μπούτσικο και Εύα Τσελώνη - Παρασκευοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Α. Π. του Γ., κατοίκου ... Αττικής,
2) Ε. Ο. του Γ., κατοίκου ... Αττικής, για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της 3) Γ. Π. του Α.,
4) Μ. - Ά. Π. του Α., κατοίκου ... Αττικής,
5) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ... Αττικής και
6) Β. Π. του Γ., κατοίκου ... Αττικής,
οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπιμπλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.09.2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (η 2η ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Μ. - Ά. Π., ήδη ενηλικιωθείσα - 4η αναιρεσίβλητη και Γ. Π.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1723/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5856/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25.02.2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Η κρινόμενη από 25.02.2020 (αρ. κατ.2001/204/2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 5856/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διατάξεων των άρθρων 591 και 614 παρ.6 του ΚΠολΔ έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 28.09.2016 και με αρ. κατάθεσης 502255/3305/30-9-2016 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι στρεφόμενοι κατά του D. G., του ήδη αναιρεσείοντος και της εταιρείας με την επωνυμία BAKTRIA 681 EOOD L.T.D. ισχυρίστηκαν, ότι την 04.04.2016 ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, προστηθείς στην οδήγηση αυτού από την ιδιοκτήτρια του, τρίτη εναγόμενη, το οποίο έφερε βουλγαρικές πινακίδες κυκλοφορίας, είχε σύνηθη τόπο στάθμευσης την Βουλγαρία και ήταν εφοδιασμένο με το οικείο πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα) σε ισχύ, προξένησε τροχαίο ατύχημα οφειλόμενο σε αποκλειστική του υπαιτιότητα κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του A. Π., τέκνου της πρώτης ενάγουσας, μνηστήρα της δεύτερης ενάγουσας, πατέρα της τρίτης και τέταρτης των εναγουσών, όπως νομίμως εκπροσωπήθηκαν πρωτοδίκως από την ασκούσα την επ’ αυτών γονική μέριμνα μητέρα τους, δεύτερη ενάγουσα και αδελφού των λοιπών εναγόντων, κατά την σύγκρουση του παραπάνω αυτοκινήτου με τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του έκτου των αναιρεσιβλήτων, που οδηγούσε κατά τον χρόνο του ατυχήματος o Α. Π. .
Με βάση τα παραπάνω και μετά την παραίτηση των εναγόντων από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον πρώτο και την τρίτη των εναγομένων, που έλαβε χώρα νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και την τροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ζήτησαν να αναγνωριστεί, ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει σε κάθε έναν από αυτούς τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς και το ποσό των 1.220 ευρώ στον πέμπτο αναιρεσίβλητο, το οποίο καταβλήθηκε από αυτόν για έξοδα κηδείας του θανόντος, ως και το ποσό των 1.700,49 στον έκτο αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση για την καταστροφή της μοτοσυκλέτας και δαπάνες μεταφοράς και φύλαξης αυτής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1723/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία θεωρήθηκε αυτή ως μη ασκηθείσα κατά του πρώτου και της τρίτης των εναγομένων και έγινε μερικά δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της, ως προς το δεύτερο εναγόμενο, αφού κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος τυγχάνουν και οι δύο εμπλακέντες σε αυτό (ατύχημα) οδηγοί, καθορίζοντας το ποσοστό συνυπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος όσον αφορά στον Α. Π. σε 20% και στον D. G. σε 80%.
Κατά της απόφασης αυτής και ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν οι παρακάτω αντίθετες εφέσεις:
(α) η ασκηθείσα από τους ενάγοντες-εκκαλούντες από 20.11.2017 και με αρ. κατάθεσης 601966/506718/2017 έφεση και
(β) η ασκηθείσα από το εναγόμενο εκκαλούν από 29.11.2017 και με αρ. κατάθεσης 603353/506822/2017 έφεση.
Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν (η τρίτη εκκαλούσα Μ. Ά. Π. αρχικά εκπροσωπηθείσα από την μητέρα της, δεύτερη εκκαλούσα, ενηλικιώθηκε και συνέχισε η ίδια την ενώπιον του Εφετείου δίκη), εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε ότι συνυπαίτιοι του ένδικου ατυχήματος είναι και οι δύο οδηγοί, καθόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας σε 10 % για τον Α. Π. και 90% για τον D. G. .
Στην συνέχεια απέρριψε την δεύτερη έφεση, ενώ έκανε δεκτή την πρώτη έφεση, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή δέχτηκε αυτήν μερικά ως βάσιμη στην ουσία της, επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα ποσά που αναφέρονται σε αυτή.
[III] Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρο 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
[IV] Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχονται αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνονται σε αυτή ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος, δεδομένου ότι δεν εξειδικεύεται η συγκέντρωση του οινοπνεύματος στο αίμα του θανόντος, η οποία συναρτάται απολύτως με τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του στο παραπάνω ατύχημα. Περαιτέρω δεν αιτιολογείται επαρκώς για ποιο λόγο προσδιορίζεται το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος σε μόλις 10%, ενώ του ετέρου εμπλακέντος οδηγού σε 90%,καίτοι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και οι δύο οδηγοί είχαν καταναλώσει υπερβολική ποσότητα οινοπνεύματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 5856/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ.1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα ουσιώδη για την έκβαση του προκείμενου αναιρετικού λόγου πραγματικά περιστατικά:
«| [...] Στις 04.04.2016 και περί ώρα 0.5.15' ο Α. Π., 50 ετών, οδηγώντας με κανονική ταχύτητα, αλλά ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, με ποσοστό απροσδιόριστο, που υπερέβαινε σε κάθε περίπτωση το όριο των 0,20 gr/lt αίματος (άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2696/1999 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 της Υ.Α 2500/15/135-i, ΦΕΚ Β' 2077/2011), την με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του τετάρτου των εναγόντων - εκκαλούντων -εφεσιβλήτων, Β. Π. του Γ., εκινείτο στην αριστερή λωρίδα της Λεωφόρου Βουλιαγμένης στη Γλυφάδα Αττικής, με κατεύθυνση από την Αθήνα προς τη Βούλα, πλησίαζε δε στον οικοδομικό αριθμό 154 αυτής. Η πιο πάνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με διαχωριστική λωρίδα πλάτους 3,00 μέτρων, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτος οδοστρώματος 10,50 μ.
για την κατεύθυνση προς τη Βούλα, ευθεία και ανωφερής με μικρή κλίση για την ίδια κατεύθυνση, ενώ η ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα για τα οχήματα που κινούνται σ' αυτήν είναι 80 χλμ/ώρα, που υποδεικνύεται με πινακίδα Ρ-32. Κατά τον ως άνω χρόνο ήταν νύχτα με επαρκή τεχνητό φωτισμό, επικρατούσε καλοκαιρία, ενώ η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κίνηση των οχημάτων ήταν αραιή.
Κατά την ίδια χρονική στιγμή ο μη διάδικος D. G. οδηγούσε, με ταχύτητα, το ύψος της οποίας δεν προέκυψε από το μνησθέν αποδεικτικό υλικό, πλην όμως τούτο ήταν μεγαλύτερο από το ειρημένο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία «BAKTRΙA 681 EOOD Ltd», το οποίο είχε τόπο συνήθους στάθμευσης τη Βουλγαρία, το Εθνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης της οποίας είχε προσυπογράψει με το αντίστοιχο Ελληνικό Γραφείο το Τμήμα III της Ενοποιημένης Συμφωνίας, αλλά υπό την επίδραση οινοπνεύματος, που ανευρέθη σε ποσοστό 1,52 gr./lt αίματος, μετρημένο με την μέθοδο της αιμοληψίας.
Ο εν λόγω οδηγός εξήλθε από την οδό Πριγκ. Πέτρου, που διασταυρώνεται κάθετα με την Λεωφόρο Βουλιαγμένης, είχε, δε, την πρόθεση να εισέλθει στην Λεωφόρο με κατεύθυνση προς την Αθήνα, εξαιτίας όμως των μειωμένων αντανακλαστικών του που οφειλόταν στην ρηθείσα κατανάλωση αλκοόλ, δεν ακολούθησε το ρεύμα πορείας προς την Αθήνα, αλλά από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής και επιτηδειότητας κατά την οδήγηση, εισήλθε στο αντίθετο - προς τη Βούλα - ρεύμα κυκλοφορίας και συνέχισε να κινείται σ' αυτό, ενεργώντας συνεχείς μικρούς ελιγμούς δεξιά και αριστερά, χωρίς να αντιληφθεί το λάθος του, παρά το γεγονός που η οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου Ε. - Ε. Μ., που εκινείτο κανονικά στην Λεωφόρο με κατεύθυνση προς τη Βούλα και προπορευόταν του Α. Π., αντιλήφθηκε την αντίθετη κίνησή του. Τούτο διότι το πιο πάνω αυτοκίνητο ερχόταν κατά πάνω της και, για να τον προειδοποιήσει για το σχετικό κίνδυνο, του έκανε «σινιάλο» με τα φώτα πορείας και την κόρνα του δικού της αυτοκινήτου, Τελικά η μνησθείσα οδηγός κατόρθωσε να τον αποφύγει ενεργώντας δεξιό αποφευκτικό ελιγμό, πλην όμως αυτός συνέχισε την πορεία του αντίθετα στο ρεύμα για απόσταση μεγαλύτερη των 400 μέτρων, και, εν τέλει, στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 154, συγκρούσθηκε μετωπικά με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Α.
Π., ο οποίος, λόγω του ότι βρισκόταν, ωσαύτως, υπό την επήρεια οινοπνεύματος και είχε, εν μέρει, τουλάχιστον, μειωμένα αντανακλαστικά, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον κίνδυνο και δεν ενήργησε κάποιο αποφευκτικό ελιγμό. Ειδικότερα, μάλιστα, το οικείο σημείο σύγκρουσης εντοπίζεται στην κατεύθυνση προς τη Βούλα της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, στην αριστερή λωρίδα αυτής, ενώ και τα δύο οχήματα συγκρούσθηκαν με τις εμπρόσθιες επιφάνειές τους.
«Εν συνεχεία», το σώμα του Α. Π. εκτινάχθηκε ψηλά και κατέπεσε με σφοδρότητα στο οδόστρωμα, ενώ η δίκυκλη μοτοσικλέτα εκτράπηκε αριστερά της αρχικής της πορείας και κατέληξε επί της διαχωριστικής νησίδας της Λεωφόρου. Εξαιτίας της σφοδρότατης σύγκρουσης και της πτώσης του στο οδόστρωμα ο Α. Π. τραυματίστηκε θανάσιμα, ενώ αμφότερα τα οχήματα υπέστησαν σοβαρές υλικές ζημίες.
Με τα εν λόγω δεδομένα το ένδικο τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα των εμπλεκομένων οδηγών, και ειδικότερα σε ποσοστό 90% του D. G. και σε ποσοστό 10% του (θανόντος) Α. Π., καθόσον αμφότεροι οι πιο πάνω οδηγοί δεν προείδαν το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς τους, εξαιτίας μη καταβολής της προσοχής και επιμέλειας που με αντικειμενική κρίση μπορούσαν και έπρεπε να καταβάλουν, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, ως μέσοι, συνετοί και ενσυνείδητοι οδηγοί οχημάτων (άρθρο 330 παρ.2 του ΑΚ), με βάση τον νόμο, την κοινή πείρα και τις προεκτεθείσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, την οποία (επιμέλεια και προσοχή) αν επιδείκνυαν, θα μπορούσαν να προβλέψουν και να αποφύγουν το πιο πάνω ατύχημα.
Ειδικότερα η υπαιτιότητα του D. G. συνίσταται στο ότι, «ούτος» ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου, η οποία μείωνε τα αντανακλαστικά του, δεν οδηγούσε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του, αλλά εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα πορείας της ειρημένης οδού, ενεργώντας ταυτόχρονα συνεχείς ελιγμούς δεξιά - αριστερά, με συνέπεια να συγκρουσθεί με την κανονικά κινούμενη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Α.
Π. (παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 16 παράγραφοι 3 και 4, 42 παρ. 1 του ΚΟΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 της Υ.Α 2500/15/135-ί), η δε υπαιτιότητα του Α. Π. συνίσταται στο ότι οδηγούσε το όχημά του ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου, η οποία μείωνε τα αντανακλαστικά του, με συνέπεια να οδηγεί χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του, να μην αντιληφθεί έγκαιρα την κίνηση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο D.
G. εντελώς αντικανονικά, ήτοι αντίθετα ως προς τη φορά της οδού, και να μην ενεργήσει κάποιον επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό (παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1 και 4 και 42 παρ. 1 του ΚΟΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 της Υ.Α 2500/15/135-ί). Αντίθετα από το προμνησθέν αποδεικτικό υλικό ουδόλως προέκυψε ότι κάποιο από τα συγκρουσθέντα οχήματα εκινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η σχετική σύγκρουση ήταν σφοδρή, όχι λόγω υπερβολικής ταχύτητας κάποιου εκ των εμπλακέντων στο ανωτέρω ατύχημα οχημάτων, αλλά λόγω του ότι αυτή ήταν μετωπική, και δη έλαβε χώρα αυτή χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος αποφευκτικός ελιγμός «τινός» εκ των οδηγών των ίδιων οχημάτων.
Συνακόλουθα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμη από ουσιαστική άποψη, την ούτως ή άλλως ορισμένη και νόμιμη ένσταση του εναγομένου - εφεσίβλητου - εκκαλούντος περί συνυπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και θανόντος κατά το ένδικο ατύχημα Α. Π., αλλά κατά ποσοστό 20%, και όχι κατά 10%, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Με τα εν λόγω δε δεδομένα τα όσα διισχυρίζεται το εναγόμενο - εφεσίβλητο - εκκαλούν, «Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης» με τον πρώτο λόγο της έφεσης του περί μικρότερου (του 80%) τουλάχιστον ποσοστού συνευθύνης του οδηγού του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα για την πρόκληση του τελευταίου, είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν και απορριπτέος, ενώ, αντίθετα, ο πρώτος λόγος της από 20.11.2017 και με αυξ. αριθμ. έκθ. καταθ. 601966/506718/20-11-2017 έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων-εφεσιβλήτων, με τον οποίο οι εν λόγω διάδικοι υποστηρίζουν ότι αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του αυτού αυτοκινητικού ατυχήματος τυγχάνει ο D. G. (οδηγός του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου), και όχι κατά ποσοστό 80%, που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είναι εν μέρει βάσιμος από ουσιαστική άποψη|».
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ’ όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών της προκλήσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η θέση των δύο οχημάτων πριν και μετά το ατύχημα, το ακριβές σημείο κίνησης της μοτοσυκλέτας επί της οδού, η οδηγική συμπεριφορά των δύο οδηγών κατά τον πριν το ατύχημα χρόνο, ως και η υπαιτιότητα που τους αποδίδεται και συνίσταται συγκεκριμένα (α) όσον αφορά στον D.
G., ότι αυτός ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όπως στην προσβαλλόμενη εξειδικεύεται, κινήθηκε στο αντίθετο ρεύμα πορείας της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με την κανονικά κινούμενη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Α. Π. και 9β) όσον αφορά στον θανόντα οδηγό, ότι ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δεν κατέστη δυνατόν να αντιληφθεί έγκαιρα την κίνηση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο D.
G. και να ενεργήσει επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό. Δηλαδή αναλύονται όλα τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμά του περί συνυπαιτιότητας των δύο οδηγών και της οδηγικής συμπεριφοράς τους, που τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ατυχήματος. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών, αλλά ούτε και της ανεπάρκειας αυτών, όπως αυτό (αναιρεσείον) διατείνεται, σύμφωνα με τις παραπάνω αιτιάσεις του.
Οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον ελλείψεις, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα, ως και η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση που θα επιδικαστεί, η οποία κρίση εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου σύμφωνα με τα πραναφερθέντα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Συνεπώς, ο δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος, αντίστοιχα, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
[V] Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 259/2009). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτό νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ισχυρισμών του ότι στο αίμα του αποβιώσαντος οδηγού ανιχνεύτηκε αιθυλική αλκοόλη, ανερχόμενη σε ποσότητα 3,11g/l αίματος και 2,80 g/l αίματος, κατά την πρώτη και δεύτερη μέτρηση, αντίστοιχα, και ότι, συνεπώς αυτός, κατά τον χρόνο του ατυχήματος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, η οποία (κατάσταση μέθης) συναρτάται απολύτως με το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο (ποσοστό συνυπαιτιότητας) προσδιορίστηκε εσφαλμένα μόνο σε 10%, ανερχόμενο σε ποσοστό καταφανώς υψηλότερου τούτου.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι: (α) από 13.06.2016 με αριθμό πρωτ. 1003 και (β) από 29.8.2016 με αριθμό πρωτ. 1982 εκθέσεις τοξικολογικής εξέτασης του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής Αθηνών. Από τις εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι πράγματι το αναιρεσείον, προκειμένου να αποδείξει τον ως άνω ισχυρισμό του, επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν, από δε την προσβαλλομένη απόφαση δεν διαπιστώθηκε έλλειψη προσκομίσεως αυτών.
Όπως, όμως, προκύπτει από την τελευταία (προσβαλλομένη απόφαση), το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη, εκτός άλλων και « [...] όλα ανεξαιρέτως, τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγήν δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας τα οποία συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [...]».
Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο εκείνο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο εφετείο το ήδη αναιρεσείον, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.
Επομένως, ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο εκτίμησε εσφαλμένως το περιεχόμενο των αγνοηθέντων ως άνω αποδεικτικών μέσων, από το οποίο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
[VI] Επειδή, αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, δεν απορρίπτονται όμως και οι δύο, αλλά μόνον ο δεύτερος από αυτούς (ΑΠ 579/2007). Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται αφ’ ενός μεν ότι το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφ’ ετέρου δε ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, επειδή προσέδωσε στο έγγραφο αυτό μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι’ αυτό καθορίζει ο νόμος, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο (πρώτο) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν προσέδωσε την αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου στα προαναφερθέντα έγγραφα (ως άνω αναφερόμενες εκθέσεις τοξικολογικής εξέτασης του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής Αθηνών).
Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος, προεχόντως διότι αντιφάσκει με το πρώτο σκέλος του ίδιου λόγου, αφού δεν νοείται το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη τα ως άνω έγγραφα και παράλληλα να προσέδωσε σ’ αυτά μικρότερη αποδεικτική δύναμη. Ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα προσδιόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας του αποβιώσαντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος μόλις σε 10% αντί του καταφανώς υψηλότερου, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν προσβάλλεται η κρίση του δικαστηρίου ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος στο οποίο προσδιόρισε την συνυπαιτιότητα του θανόντος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου σύμφωνα με τα στην αρχή της παρούσας αναφερθέντα.
[VII] Από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).
Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ`) του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1864/2017).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΟλΑΠ Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης αποζημιώσεως κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, που επιβάλλει το άρθρ. 25 § 1 του Συντάγματος, ως και η διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, άλλως καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας στους αναιρεσίβλητους ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, το υπέρμετρο ποσό των 90.000 ευρώ στην πρώτη αναιρεσίβλητη, μητέρα του θανόντος ,το ποσό των 50.000 ευρώ στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ,μνηστή του θανόντος, το ποσό των 100.000 ευρώ σε κάθε μία από τις τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, θυγατέρες αυτού (θανόντος) και το ποσό των 57.000 σε κάθε ένα από τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, αδελφούς του θανόντος.
Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού έκρινε κατά τις σχετικές παραδοχές του, οι οποίες ήδη παραπάνω εκτίθενται, ότι το τροχαίο ατύχημα και ο εξ αυτού θανάσιμος τραυματισμός του Α. Π., υιού της πρώτης αναιρεσίβλητης, μνηστήρα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, πατέρα της τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων και αδελφού των λοιπών οφείλεται σε συνυπαιτιότητα του θανόντος και του εναγόμενου οδηγού (D. G., μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) του με αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης δέχτηκε και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη:
«| [...] Από το προεκτεθέν αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ο θανών διατηρούσε ιδιαίτερα στενό δεσμό με την μητέρα του, πρώτη των εναγόντων -εκκαλούντων - εφεσιβλήτων, τα (ανήλικα κατά το χρόνο του θανάτου του) τέκνα του, Μ. - Ά. Π. του Α. και της Ε. (γεννηθείσας την 13η Μαΐου του έτους 2000) και Γ. Π. του Α. και της Ε. (γεννηθείσα την 10η Μαΐου του έτους 2010), και τους αδελφούς του Χ.
Π. του Γ. και Β. Π. του Γ. (τρίτο και τέταρτο από τους ενάγοντες -εκκαλούντες - εφεσιβλήτους). Όλοι οι ανωτέρω εκ των εναγόντων - εκκαλούντων -εφεσιβλήτων, εξαιτίας του αδόκητου και αιφνιδίου θανάτου του Α. Π. του Γεωργίου, οι οποίοι, όπως προελέχθη, συνδέονταν με αυτόν με στενούς δεσμούς στοργής και αγάπης, και, μάλιστα, χωρίς να ενδιαφέρει αν ο θανών συγκατοικούσε με αυτούς (ΟλΑΠ 10/2011 ΝοΒ 2011. 1522, ΟλΑΠ 21/2000 ΕλΔνη 42.55, AΠ 1590/2014 ΝοΒ 2015.282, ΑΠ 1218/2008 ΝοΒ 2008. 131), δοκίμασαν υπέρμετρη θλίψη και στενοχώρια από την απώλεια του μνησθέντος στενού συγγενούς τους (εξ αίματος).
Την ίδια (υπέρμετρη) θλίψη και στενοχώρια εξ αιτίας της απώλειας του ανωτέρω - αιφνιδίως - θανόντος δοκίμασε και η δευτέρα εκ των εναγόντων - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων, Ε. Ο. του Γ.υ, μητέρα των προαναφερθέντων ανηλίκων τέκνων του, η οποία τύγχανε μνηστή του (η με πρόθεση γάμου σχέση μνηστείας αυτής και του θανόντος αποδείχθηκε από το πιο πάνω αποδεικτικό υλικό), και η οποία εντάσσεται, ως μνηστή του, στην οικογένεια του θανόντος, ως θύμα της σε βάρος του αδικοπραξίας (βλ.
σχετ. ΟλΑΠ 10/2011 ΝοΒ 2011.1522, ΑΠ 43/2012 ΝοΒ 2012.1474, ΑΠ 1541/2009 ΝοΒ 2010.436, ΑΠ 1141/2007 ΕλΔνη 48.1024 και ΑΠ 1735/2006 ΕλΔνη 48.418). Λόγω δε της ψυχικής οδύνης που τα προδιαληφθέντα πρόσωπα υπέστησαν από το θάνατο του ανωτέρω, μετά από συνεκτίμηση των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, του βαθμού υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, του είδους και του βαθμού συγγένειας του θανόντος Α.
Π. του Γ. με καθένα εκ των εναγόντων - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων (πλην της δευτέρας εξ αυτών), καθώς, επίσης, της ύπαρξης σχέσης μνηστείας με πρόθεση άμεσου γάμου του με τη δευτέρα των εναγόντων - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων, την ηλικία του θανόντος (50 ετών), την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των εκ των διαδίκων φυσικών προσώπων, σε συνδυασμό με τα δεδομένα και τους κανόνες της ανθρώπινης λογικής και πείρας το παρόν Δικαστήριο, κρίνει, εν σχέσει με τα ούτως ορισμένα αγωγικά κονδύλια για χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων, λόγω της ψυχικής οδύνης που οι τελευταίοι υπέστησαν από τον μνησθέντα θάνατο του προσφιλούς τους ατόμου, ότι η χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να επιδικασθεί στους ενάγοντες - εκκαλούντες - εφεσιβλήτους, προκειμένου να παρηγορηθούν από το έντονο ψυχικό τους άλγος, ανέρχεται:
α) στην πρώτη των εναγόντων - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων, Α. Π. του Γ., το ποσό των 90.000,00€, β) στη δευτέρα των εναγόντων - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων, Ε. Ο. του Γ., για τον εαυτό της ατομικά το ποσό των 50.000,00€, και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Γ. Π. του Α. και της Ε. το ποσό των 100.000,00 €, γ) στην ήδη ενήλικο Μ. - Ά.
Π. του Α. και της Ε. το ποσό των 100.000,00€, δ) στον τρίτο των εναγόντων - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων, Χ. Π. του Γ. το ποσό των 57.000,00 € και ε) στον τέταρτο των εναγόντων - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων το ποσό των 57.000,00€, επίσης. Με τα εν λόγω δεδομένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη αυτού απόφαση έκρινε ότι ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν οι ενάγοντες - εκκαλούντες - εφεσίβλητοι, πρέπει να τους επιδικασθούν τα μικρότερα των ανωτέρω χρηματικά ποσά, που παρατίθενται στην προδιαληφθείσα απόφαση, έσφαλε τόσο ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων όσο και ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου […]|» .
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την επιδικασθείσα στους αναιρεσίβλητους χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης κατ' άρθρο 932 Α.Κ. στα πιο πάνω ποσά, ήτοι σε αυτό των 90.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, 50.000 για την δεύτερη ενάγουσα, 100.000 ευρώ για κάθε μία από την τρίτη και τέταρτη των εναγουσών και 57.000 ευρώ για κάθε έναν από τους λοιπούς ενάγοντες, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερβαίνει, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, είναι βάσιμος ο τρίτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.
[VIII] Κατόπιν τούτου πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού της αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου, που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στο καταθέσαν αναιρεσείον (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ), όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 01.01.2016 μέσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5856/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον, που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. Και
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στο καταθέσαν τούτο αναιρεσείον.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη
Αντιπρόεδρος ΑΠ
Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ