1204/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1204/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 1255/2015).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1204 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1204/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Γ. Κ. του Η., κατοίκου ..., 2) Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 4) Β. Κ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κάντζιο.
Του αναιρεσιβλήτου -καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και των Κ. συζύγου Γ. Κ. και Ε. χήρας Η. Κ., οι οποίες δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 12/1997 του Εφετείου Κέρκυρας, που ανέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, 228/1999 εν μέρει οριστική, 13/2004 του Εφετείου Κέρκυρας, 148/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και 45/2013 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25-5-2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1855/2017 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το αναφερόμενο στο σκεπτικό ζήτημα και ειδικότερα αν για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν προ της 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί, και μετά την 1-1-2016, να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 10/2018 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία αποφάνθηκε ότι για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 25-6-2019 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 25-6-2019 κλήση των αναιρεσειόντων νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 25-5-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ.45/2013 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 10/2018 αποφάσεως της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία είχε παραπεμφθεί η υπόθεση με την υπ' αριθ. 1855/2017 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού, για λόγους γενικότερου ενδιαφέροντος, αλλά και για τη ενότητα της νομολογίας, με την οποία (απόφαση της Ολομέλειας), κρίθηκε ότι η ένδικη από 27-5-2016 αίτηση αναιρέσεως, η οποία στρέφεται κατά της υπ' αριθ.45/31-5-2013 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Κέρκυρας έχει ασκηθεί εντός της κατά το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 31- 5-2013 και η αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 27-5-2016 με αριθμό 13/27-5-2016, και αναπέμφθηκε στη συνέχεια η υπόθεση ενώπιον του ίδιου ως άνω τμήματος, προκειμένου το τελευταίο να αποφασίσει ως προς λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, για τους οποίους είχε επιφυλαχθεί με την ως άνω παραπεμπτική απόφασή του.
Η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 45/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 10-5-1993 αγωγή η τρίτη ενάγουσα Ε.
χήρα Η. Κ. κατάρτισε με το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο είχε πρόθεση να αποπερατώσει τη διάνοιξη της επαρχιακής οδού ... στο τμήμα αυτής ... και προς τούτο θα διερχόταν από το ακίνητο αυτής, σύμβαση περί απ' ευθείας εξαγοράς εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου τμήματος του ακινήτου της επιφάνειας 12.457 τ.μ.
για το σκοπό αυτό, για την οποία καταρτίστηκε το υπ' αριθ…./1991 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Ανδρέα Παϊπέτη που μεταγράφηκε νόμιμα, ότι όρος της σύμβασης αυτής ήταν ότι το έργο θα εκτελεστεί σύμφωνα με την ΤΥ/Οικ./…/…-7-1991 απόφαση του Νομάρχη Κέρκυρας και τη μελέτη του μηχανικού Χ. Ρ. και ότι το Ελληνικό Δημόσιο είχε υποχρέωση να κατασκευάσει στο ακίνητο οποιαδήποτε έργα είχαν κριθεί σκόπιμα και αναγκαία ώστε να εξασφαλίζεται η ομαλή αποχέτευση των ομβρίων υδάτων και αποστράγγιση της οδού, ώστε να μην προκαλείται οποιαδήποτε ζημία από τα όμβρια ύδατα στα εκατέρωθεν της οδού κτήματα της πωλήτριας, ότι παρά τα συμφωνηθέντα το Ελληνικό Δημόσιο κατά την εκτέλεση του έργου δεν εφάρμοσε τη μελέτη Ρ., ούτε κατασκεύασε τα έργα αποχέτευσης των ομβρίων υδάτων, ότι η ενάγουσα Ε.
χήρα Η. Κ. τμήμα της εκτάσεως αυτής επιφάνειας 5.328,50 τ.μ. μεταβίβασε με πωλητήριο συμβόλαιο χωρίς να λάβει γι' αυτό τίμημα καθόσον θεωρήθηκε ότι αυτοαποζημιώνεται λόγω της απόκτησης των εκατέρωθεν της οδού τμημάτων του ακινήτου της προσώπου επί της επαρχιακής οδού, καθώς και ότι με τα αναφερόμενα στην αγωγή συμβόλαια που καταρτίστηκαν μεταξύ της τρίτης ενάγουσας και των λοιπών εναγόντων στις 13-11-1991 αυτή μεταβίβασε σ' εκείνους λόγω γονικής παροχής (στον πρώτο ενάγοντα) και δωρεάς (στις λοιπές ενάγουσες) τα περιγραφόμενα διαιρετά τμήματα από το ακίνητο της.
Περαιτέρω, η τρίτη ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ουδόλως ωφελήθηκε το απομένον ακίνητο της από την κατασκευή της επαρχιακής οδού, δεν απέκτησε πρόσωπο σ' αυτήν και δεν έχει πρόσβαση και συνεπώς δεν υφίστατο υποχρέωση αυτοαποζημίωσης, συμφώνησε δε ως προς τούτο από ουσιώδη πλάνη ως προς το δίκαιο και ζήτησε, λόγω ακυρότητας της σύμβασης που κατάρτισε ως προς το αντίστοιχο τμήμα της, να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει το ποσό των 18.649.750 δραχμών που δεν της είχε καταβληθεί.
Οι λοιποί ενάγοντες ισχυρίζονται ότι λόγω της μη εκτελέσεως του έργου σύμφωνα με τα ως άνω συμφωνηθέντα και των εκτιθέμενων πλημμελειών του, που επιφέρουν τις διαλαμβανόμενες συνέπειες στα ακίνητα τους, τα τελευταία έχουν υποστεί την αναφερόμενη μείωση της αξίας τους, καθώς επίσης έχουν προκληθεί σ' αυτά οι περιγραφόμενες ζημίες για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται να δαπανηθεί το αναφερόμενο, για κάθε συγκεκριμένο ακίνητο, χρηματικό ποσό.
Ζητούσαν δε (οι λοιποί πλην της τρίτης ενάγουσας) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρο, το πρώτο τούτων ως κύριος του έργου και αντισυμβαλλόμενο στη σύμβαση, ο δεύτερος, η τρίτη και η τέταρτη ως όργανα του Ελληνικού Δημοσίου που προχώρησαν στην κατά τον ανωτέρω τρόπο εκτέλεση του έργου επιδείξαντες τουλάχιστον βαριά αμέλεια και ευθύνονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 104 και 105 του Εισ.
Ν ΑΚ και 914 του ΑΚ και ο πέμπτος ως ανάδοχος του έργου επίσης κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, να καταβάλουν σε κάθε ένα των εναγόντων το αναφερόμενο στην αγωγή χρηματικό ποσό κατά το οποίο από αυτές τις αιτίες ζημιώθηκαν. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 14/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τις αξιώσεις των τότε εναγόντων και ήδη εκκαλούντων με την αιτιολογία της ελλείψεως δικαιοδοσίας των Πολιτικών Δικαστηρίων για τις εν λόγω αξιώσεις αποζημιώσεώς τους εξαιτίας του ότι αυτές απευθύνονται και προς το Ελληνικό Δημόσιο, αρμοδίων όντων για την εξέταση της διαφοράς τους αυτής των Διοικητικών Δικαστηρίων, ενώ κρίθηκε νόμιμη η αγωγική αξίωση της Ε.
χήρας Η. Κ. και διατάχθηκε η διεξαγωγή εμμαρτύρων αποδείξεων ως προς την αξίωση αυτή. Κατ' αυτής της αποφάσεως, ως προς την ως άνω οριστική της διάταξη, άσκησαν έφεση οι τότε ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και επ' αυτής (εφέσεως) εκδόθηκε η υπ' αριθ. 12/1997 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, η οποία απεφάνθη ότι ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τις αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων-εκκαλούντων που επιστηρίζονταν στα άρθρα 105 και 106 Εισ.
Ν.ΑΚ ελλείψει δικαιοδοσίας, όμως έσφαλε ως προς την απόρριψη σιγή και άνευ αιτιολογίας των ιδίων αγωγικών αξιώσεων που επιστηρίζονται παράλληλα σε αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων - εφεσιβλήτων καθόσον πρόκειται περί ιδιωτικής διαφοράς και αφού εξαφάνισε κατ' αυτό την εκκαλουμένη, ανέπεμψε την εξέταση της αγωγής ως προς τις αξιώσεις αυτές των εναγόντων-εκκαλούντων στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Ακολούθως, το Δικαστήριο αυτό εξέδωσε την υπ' αριθ.228/1999 απόφαση, με την οποία αφού συνεκδικάστηκαν η από 16-6-1997 κλήση της Ε. χήρας Η. Κ. (προς περαιτέρω συζήτηση μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που διατάχθηκαν με την υπ' αριθ. 14/1995 απόφαση) και η από 12-6-1997 κλήση των καλούντων-εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (κατόπιν της ανωτέρω αναπομπής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο) αφενός απορρίφθηκε η αγωγή της Ε.
χήρας Η. Κ. ως αβάσιμη κατά την ουσία της και αφετέρου κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη η αγωγή των καλούντων-εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (κατά το μέρος που αναπέμφθηκε) και διατάχθηκαν αποδείξεις. Κατά της οριστικής διάταξης της ως άνω απόφασης ο Γ. Κ. του Η. και Α. Ν. Μ., το γένος Η. Κ. ως καθολικοί διάδοχοι της ενάγουσας Ε.
χήρας Η. Κ., η οποία απεβίωσε την 24-7-1998, άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 13/2004 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη. Ακολούθως μετά τη διενέργεια των αποδείξεων, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, επανέφεραν με κλήση προς συζήτηση την από 10- 5-1993 αγωγή κατά το μέρος που αφορά τις δικές τους αγωγικές αξιώσεις και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 148/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία ανακλήθηκε η υπ' αριθ. 228/1999 προδικαστική απόφαση κατά την προαναφερόμενη μη οριστική της διάταξη (αναβολή έκδοσης αποφάσεως επί των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων-αναιρεσειόντων και διεξαγωγή εμμαρτύρων αποδείξεων γι' αυτή) και στη συνέχεια απορρίφθηκε η αγωγή για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, η οποία απερρίφθη, με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (Ολ.ΑΠ 19/2005). Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 1255/2015).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία (ΑΠ 108/2019,ΑΠ 59/2019,ΑΠ 1218/2018) Το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος.
Ως τέτοιο, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 322 παρ ιβ ΚΠολΔ νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής).
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 322 παρ 1 εδ. β του ίδιου κώδικα, η ενεργητική και η παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου ως διαδικαστική προϋπόθεση της διεξαγωγής της δίκης, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δεδικασμένου εφ' όσον στη νέα μεταξύ των ίδιων διαδίκων δίκη, πρόκειται για την αυτή έννομη σχέση.
Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324), καθώς και εκείνης του άρθρου 322 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη (ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 1415/2009), όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Οι οριστικές και τελεσίδικες αποφάσεις που απορρίπτουν την αγωγή για τυπικό λόγο ή επειδή αυτή ασκήθηκε πρόωρα, διότι το δικαίωμα που φέρεται στη δίκη δεν γεννήθηκε ακόμη ή δεν είναι απαιτητό, αποτελούν μεν δεδικασμένο ως προς τα ζητήματα αυτά που κρίθηκαν τελεσίδικα, δεν δημιουργούν όμως δεδικασμένο και ως προς την ύπαρξη του δικαιώματος (ΑΠ 466/2004, ΑΠ 1467/1998.).
Τέλος, δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης (ΑΠ 1559/2017). Αν η κρίση για το δεδικασμένο στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή όχι του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο (ΑΠ Ολομ. 7/2013, ΑΠ 1255/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του. δέχτηκε, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα: "Με βάση το περιεχόμενο που προεκτέθηκε η αγωγή των ήδη εκκαλούντων, κατά τη βάση αυτής που στηρίζεται στην καταρτισθείσα μεταξύ της δικαιοπαρόχου τους Ε.
χήρας Η. Κ. και του Ελληνικού Δημοσίου από 14-8-1991 σύμβαση που καταρτίσθηκε με το …/…-8-1991 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Ανδρέα Παϊπέτη, αφενός μεν ως προς όλους του ενάγοντες είναι απορριπτέα για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως ,καθόσον οι ενάγοντες στηρίζουν την αξίωσή τους στην αθέτηση της συμβατικής υποχρεώσεως που είχε αναλάβει το Ελληνικό Δημόσιο έναντι της Ε.
χήρας Η. Κ. με το …/1991 συμβόλαιο, ενώ οι ίδιοι (δεν) συνεβλήθησαν σ' εκείνη τη σύμβαση και δεν απέκτησαν από αυτή οποιοδήποτε δικαίωμα να απαιτήσουν από το Ελληνικό Δημόσιο τη συμμόρφωσή του στους όρους της σύμβασης και την εκτέλεση του έργου αποπεράτωσης της διάνοιξης και κατασκευής της επαρχιακής οδού ..., στο τμήμα αυτής ... (χ/θ 48-330 έως 48-720), ώστε από τη μη συμμόρφωση προς τους όρους αυτής να μπορούν να ασκήσουν δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση, αφετέρου δε ως προς τους λοιπούς, εκτός του Ελληνικού Δημοσίου εναγομένους και ως παθητικά ανομιμοποίητη, καθόσον και οι διάδικοι αυτοί δεν συνεβλήθησαν, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, στην κατάρτιση της σύμβασης με οποιαδήποτε ιδιότητα, ώστε να παραχθούν στο πρόσωπο αυτών υποχρεώσεις από τη σύμβαση, ήτοι με βάση τα ιστορούμενα δεν κατέστησαν οι ενάγοντες και οι συγκεκριμένοι εναγόμενοι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης από τη σύμβαση αυτή.
Επίσης, οι ενάγοντες δεν εκθέτουν στο δικόγραφο της αγωγής οποιοδήποτε άλλο τρόπο σύμφωνα με τον οποίο υπεισήλθαν οι ίδιοι στην ενοχική σχέση της συμβάσεως αυτής, ή μεταβιβάστηκαν και απέκτησαν συγκεκριμένα δικαιώματα από τη σύμβαση και ειδικότερα το ασκούμενο με την ένδικη αγωγή ούτε και ότι οι προαναφερόμενοι (πλην του πρώτου τούτων) εναγόμενοι με οποιοδήποτε τρόπο, μετά την κατάρτιση της σύμβασης υπεισήλθαν στις εξ αυτής υποχρεώσεις.
Ήδη, με τους λόγους έφεσης, οι ενάγοντες διατείνονται ότι ο μεν πρώτος τούτων υπεισήλθε στη σύμβαση και τα εξ αυτής δικαιώματα ως καθολικός διάδοχος της αποβιωσάσης στις 24-7-1998 μητρός του Ε. χήρας Η. Κ. όλοι δε ότι από την προαναφερόμενη δικαιοπάροχο τους Ε. χήρας Η. Κ., είχαν μεταβιβαστεί με εκχώρηση με τα συμβόλαια γονικής παροχής με τα οποία μεταβιβάστηκαν σ' αυτούς τα περιγραφόμενα ακίνητα, και οι αγωγές που προσβλέπουν στην προστασία της κυριότητάς τους επί των ακινήτων αυτών, μεταξύ των οποίων και η αγωγή αποζημιώσεως λόγω αθέτησης των υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου από την ανωτέρω σύμβαση. |Όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί των εκκαλούντων εναγόντων είναι νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί που διαφοροποιούν την ιστορική βάση της αγωγής τους, αφού θεμελιώνουν το επικαλούμενο με αυτήν δικαίωμα σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά σε σχέση με το δικόγραφο αυτής και αποτελούν, σύμφωνα με όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά, ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, κατά την παρούσα έκκλητη δίκη (αλλά και αν γινόταν στον πρώτο βαθμό, στον οποίο, παρά τα αντίθετα που ισχυρίζονται οι εκκαλούντες δεν είχαν προβάλει τέτοια νέα περιστατικά), απαγορευμένη από τη διάταξη του άρθρου 526 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία είναι απαράδεκτη και το απαράδεκτο τούτο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, παρεκτός του ότι, σχετικά με τον ισχυρισμό περί εκχωρήσεως δεν εκθέτουν, για το ορισμένο αυτού την αναγκαία προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της εκχώρησης και την απόκτηση από αυτούς των εκχωρούμενων απαιτήσεων και της δυνατότητας της δικαστικής επιδιώξεως αυτών, ήτοι της αναγγελίας αυτής στον οφειλέτη".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεώς των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 (και όχι και από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, απέρριψε σιωπηρά την προβληθείσα από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ένσταση δεδικασμένου απορρέοντος από την προγενέστερη υπ' αριθ. 12/1997.
απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίηση των. Από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 12/1997 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε έπειτα από την από 12-9-1995 (αριθμ κατ.69/1995) έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσίβλητης και της υπ' αριθμ. 14/1995 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, επί της ίδιας από 10-05-1993 αγωγής μεταξύ των αυτών διαδίκων, με την οποία απορρίφθηκε, και ως προς τις δύο βάσεις για έλλειψη δικαιοδοσίας.
Με την απόφαση αυτή εξαφανίστηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε σιωπηρά τη σωρευόμενη στο αρχικό δικόγραφο της από 10-05-1993 (αριθμ κατ.151/1993) αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων αποζημίωσης σε βάρος του αναιρεσιβλήτου για αθέτηση συμβατικής του υποχρέωσης (ήτοι την κατασκευή έργων αποχέτευσης και αποστράγγισης υδάτων, ώστε να μην προκαλείται ζημία στα ακίνητά τους) και αναπέμφθηκε στο ίδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για νέα κρίση.
Επομένως το Εφετείο αποφάνθηκε ως προς την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας και όχι ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, η οποία αποτελεί άλλη διαδικαστική προϋπόθεση. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ., το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε την διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής.
Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Μεταβολή της βάσεως της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του Κ.Πολ.Δικ.
αρχής της τηρήσεως προδικασίας, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 389/2010, 391/2010). Τέτοια απαγορευμένη μεταβολή της βάσης της αγωγής, υφίσταται στις περιπτώσεις που κάποιος ενάγει ως αρχικός δικαιούχος και ακολούθως ισχυρίζεται ότι η αξίωση αποκτήθηκε με κληρονομική διαδοχή άλλου ή ότι αποκτήθηκε με εκχώρηση και είναι εκδοχέας του αρχικού δικαιούχου (σχετ.
ΑΠ 841/1998). Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ ορίζεται "Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους", ενώ σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 526 του ίδιου Κώδικα "Είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης να ζητηθεί αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνη του άρθρου 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
προκύπτει ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, δεν μπορεί να μεταβάλει την βάση της, εκδικαζομένης κατά την τακτική διαδικασία, αγωγής. Δεν μπορεί επίσης να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. (ΑΠ 92/2015, ΑΠ 131/2012, ΑΠ 1027/2012). Ισχυρισμός που στηρίζει τη βάση της αγωγής απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις που επιτρέπουν σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στο δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, που μπορούν να προταθούν, μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υποθέσεως συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 του ΚΠολΔ και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς που μεταβάλουν τη βάση της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 724/2011, ΑΠ 2070/2007).
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του ΚΠολΔ συνάγεται περαιτέρω ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.
Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε την δικαστική προστασία, μέσο τελικής επιτεύξεως ή ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της δικανικής πιο πάνω αξιώσεως με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (ΑΠ 821/2010).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1710 και 1846 του ΑΚ, προκύπτει ότι το αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως από το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου είτε με διαθήκη είτε από το νόμο, είναι το σύνολο των δεκτικών χρηματικής αποτιμήσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αποβιώσαντος, περιλαμβάνονται δηλαδή όχι μόνο τα δικαιώματα ή υποχρεώσεις σε ενσώματα αντικείμενα της κληρονομιάς, αλλά κατά τρόπο, ενιαίο και όλες οι περιουσιακού χαρακτήρα έννομες σχέσεις και καταστάσεις, εφόσον από τη φύση τους ή από ειδική διάταξη νόμου ή από την ιδιωτική βούληση δεν έχουν αποκλειστεί από την κληρονομική διαδοχή.
Τέτοιες μεταβιβάσιμες περιουσιακού χαρακτήρα έννομες σχέσεις είναι και οι ενοχικές αξιώσεις του κληρονομουμένου από σύμβαση ή αδικοπραξία, συνεπώς και τα δικαιώματα από καταρτισμένη σύμβαση με την οποία οι συμβαλλόμενοι ανέλαβαν υποχρεώσεις, εφόσον αναφέρεται σε περιουσιακό, με την ανωτέρω έννοια στοιχείο του αποβιώσαντος (ΑΠ 358/2012, ΑΠ 340/2010).
Εξάλλου, περίπτωση υπεισελεύσεως μεταβιβάσεως δηλαδή όλης της ενοχικής σχέσεως ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εκ του νόμου αυτοδυνάμως, δεν προβλέπεται από το νόμο. Για τη μεταβίβαση της απαιτήσεως, της ενεργητικής όψεως της ενοχής, έχει διαμορφωθεί ο θεσμός της εκχωρήσεως που ρυθμίζεται στα άρθρα 455 έως 470 του ΑΚ.
Η σύμβαση της εκχώρησης έχει ως συνέπεια την ειδική διαδοχή στο πρόσωπο του δανειστή. Η ρύθμιση της εκχωρήσεως έχει ως βάση την αντίληψη ότι με τη σύμβαση αυτή, που καταρτίζεται μεταξύ του δανειστή και τρίτου, η απαίτηση μεταβιβάζεται αμέσως στον τρίτο (εκδοχέα), παραμένοντας όμως η ίδια. Τούτο σημαίνει ότι τόσο τα προνόμια, με τα οποία η απαίτηση ήταν τυχόν εξοπλισμένη, παραμένουν και μετά τη μεταβίβαση αλώβητα (ΑΚ 458), όσο και τα μειονεκτήματα, με τα οποία ήταν ενδεχομένως βεβαρημένη, διατηρούνται ακέραια (ΑΚ 463).
Περαιτέρω, η εκχώρηση, ως εκποιητική σύμβαση παράγει αμέσως το σκοπούμενο με αυτήν (μεταβιβαστικό) αποτέλεσμα, ώστε με τη συντέλεση αυτής ο εκδοχέας αποκτά -με την επιφύλαξη βεβαίως της τιθέμενης στο άρθρο 460 ΑΚ ρυθμίσεως- πλήρως τις εξουσίες που συγκροτούν το περιεχόμενο της εκχωρηθείσας απαιτήσεως, δικαιούμενος προεχόντως, και μάλιστα αποκλειστικά πλέον αυτός, να την εισπράξει, αφού, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460 και 461 ΑΚ, μετά την αναγγελία της εκχωρήσεως στον οφειλέτη αποκόπτεται κάθε δεσμός του τελευταίου προς τον εκχωρητή (ΑΠ 208/2016, ΑΠ 1400/2008, ΑΠ 1991/2007)..
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο για πλημμέλεια που συνδέεται με παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Στο πεδίο εφαρμογής του αναιρετικού αυτού λόγου εμπίπτει και η κήρυξη υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας απαραδέκτου κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 525 παρ. 2 και 526 εδ. 1 ΚΠολΔ, λόγω μεταβολής στην κατ' έφεση δίκη του αιτήματος της αγωγής ή της ανακοπής ή της βάσεως αυτών. (ΑΠ 856/2014).
Με το δεύτερο και τον τρίτο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των. Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 10-5-1993 αγωγής προκύπτει ότι σωρεύτηκε στο ίδιο δικόγραφο και η αγωγή των εναγόντων - αναιρεσειοντων, με την οποία ιστορούν ότι έχουν γίνει κύριοι των εκατέρωθεν της με αριθμό … επαρχιακής οδού ..., στο τμήμα αυτής ..., ακινήτων, δυνάμει των με αριθμούς …,…, … και …/…-11-1991 συμβολαίων γονικής παροχής και δωρεών εν ζωή προς αυτούς από την Ε.
χήρα Η. Κ. και ότι με το προαναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο (με αριθμό …/1991) το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ανέλαβε την υποχρέωση αφενός να κατασκευάσει στο ακίνητο που αγόρασε από το ανωτέρω πρόσωπο τα αναγκαία έργα που θα εξασφάλιζαν την ομαλή αποχέτευση και αποστράγγιση των εκατέρωθεν της οδού τμημάτων του ακινήτου που περιήλθαν στη συνέχεια σ' αυτούς, ώστε να μην προκαλείται οποιαδήποτε ζημία από τα όμβρια ύδατα και αφετέρου η εκτέλεση του έργου κατασκευής της οδού να γίνει σύμφωνα με τη με αριθμό ΤΥ/ΟΙΚ/3808/17-7-1991 απόφαση του Νομάρχη Κέρκυρας και την αναφερόμενη σ' αυτή αρχική μελέτη του μηχανικού Χ.
Ρ.. Επίσης, οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι, το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατασκεύασε την ως άνω οδό, χωρίς να τηρήσει τα εν λόγω συμφωνηθέντα και χωρίς να εφαρμόσει τη μελέτη του Χ. Ρ., με αποτέλεσμα τα ακίνητά τους να μην έχουν πρόσβαση προς την οδό και να πλημμυρίζουν από τα όμβρια ύδατα και ότι εξαιτίας της ως άνω αντισυμβατικής, υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς αυτού, και των οργάνων του (δεύτερου, τρίτης και τέταρτης εναγομένων) και επί πλέον του αναδόχου του έργου (πέμπτου εναγομένου), αφενός επήλθε μείωση της αξίας των ακινήτων τους κατά τα ποσά των 19.057.500 δρχ., 11.427.500 δρχ., 12852.500 δρχ.
και 11.457.500 δρχ. αντίστοιχα και αφετέρου τα εν λόγω ακίνητα υπέστησαν σημαντικές ζημιές, για την αποκατάσταση των οποίων (τοποθέτηση χωμάτων, κατασκευή χαντακιών) απαιτείται να δαπανήσουν τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά. Επίσης εκθέτουν στην αγωγή τους και τα εξής: "Κοινή όλων των εναγόντων δικαιοπάροχος είναι η τρίτη των εναγόντων Ε.
χήρα Η. Κ., η οποία είχε την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή του άλλοτε ενιαίου ακινήτου, (από το οποίο προσφάτως προέκυψαν τα σημερινά δικής μας ιδιοκτησίας μικρότερα οικόπεδα... Προκειμένου το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να προβεί στην αποπεράτωση της διανοίξεως της με αριθμό … επαρχιακής οδού.... υπήρξε ανάγκη η οδός αυτή να διέλθει και να κατασκευασθεί δια του ενιαίου άλλοτε κτήματος της δικαιοπαρόχου μας Ε.
χήρας Κ., και τρίτης των εναγόντων, του οποίου και κατέλαβε έκταση συνολικού εμβαδού 12.457 τ.μ... Προς το σκοπό αυτόν ανάμεσα στην ανωτέρω Ε. χήρα Η. Κ., που είναι και η δική μας δικαιοπάροχος (ήδη αναιρεσειόντων), και τρίτη των εναγόντων, συνεφωνήθη και πραγματοποιήθηκε η απ' ευθείας εξαγορά της εκτάσεως που αναφέρθηκε ανωτέρω με το με αριθμ..…/…-8-1991 συμβόλαιο απ' ευθείας εξαγοράς αγροτικού ακινήτου, που έχει μεταγραφεί...
Παρά τις προαναφερθείσες ρητές συμβατικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έναντι εμού της τρίτης και δικαιοπαρόχου των υπολοίπων εναγόντων και σημερινών ιδιοκτητών (ήδη αναιρεσειόντων), η κατασκευή της επαρχιακής οδού πραγματοποιήθηκε πριν από 3-4 μήνες κατά πρωτοφανή αθέτηση των συμφωνηθέντων.
Η μελέτη Χ. Ρ., που είναι και η μοναδική εγκεκριμένη μελέτη του έργου, όχι μόνο δεν εφαρμόστηκε, αλλά και παραμερίστηκε και έγιναν εργασίες τελείως αντίθετες προς αυτήν. Πρόκειται στην ουσία για παραμερισμό της νομιμότητας που πρέπει να διέπει την εκτέλεση των δημοσίων έργων, δεδομένου ότι η όλη διαδικασία της διακηρύξεως της δημοπρασίας, της κατακυρώσεως της και της αναθέσεως του έργου στον εργολάβο Ν.
Τ. έχει γίνει με βάση τη μελέτη Χ.Ρ.". Το Εφετείο, επομένως, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη του, τους ως άνω, μη νομίμως, κατά το προαναφερθέν μέρος τους, προταθέντες ισχυρισμούς περί καθολικής και ειδικής διαδοχής κατόπιν εκχωρήσεως και τους απέκρουσε ως δικονομικά απαράδεκτους, εφόσον έτσι μετεβάλετο ανεπίτρεπτα το αντικείμενο της παρούσας δίκης, αφού δέχθηκε ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων περί καθολικής διαδοχής καθώς και ειδικής διαδοχής κατόπιν εκχωρήσεως, αποτελούσαν νέους πραγματικούς ισχυρισμούς που διαφοροποιούσαν την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούσαν ανεπίτρεπτη μεταβολή της και απέρριψε τους αντιστοίχους (πρώτο και δεύτερο) λόγους της εφέσεως αυτών, δεδομένου ότι η ενάγουσα Ε.
χήρα Η. Κ. απεβίωσε στις 24-07-1998, και τη δίκη, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ.228/1999 εν μέρει προδικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία καθ' ο μέρος αφορά τη σωρευόμενη αγωγή της υπήρξε οριστική, συνέχισαν ως καθολικοί διάδοχοι της τα τέκνα της Γ. Κ. του Η. και Α. Ν. Μ. το γένος Η. Κ., ενώ κατά τα λοιπά η δίκη συνεχίστηκε από τους λοιπούς ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και, επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.
Στην περίπτωση που η προσβαλλομένη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναιρέσεως διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003).
Επομένως εφόσον δεν πλήττεται επιτυχώς η κυρία αιτιολογία απορρίψεως του ισχυρισμού περί ειδικής διαδοχής μέσω εκχωρήσεως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία απόρριψης του ίδιου ισχυρισμού ως αορίστου είναι αλυσιτελής.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται τέτοιος λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται, ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδεται με τον τρίτο κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα υπ' αριθμ…./…-111991, …/…-11-1991, …/…-11-1991, …/…-11-1991 συμβόλαια γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σπ. Αθ. Σπίγγου Από το όλο περιεχόμενο όμως της προσβαλλομένης αποφάσεως, τις αναφερόμενες σ'αυτήν δικαστικές αποφάσεις και τα λοιπά έγγραφα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω έγγραφα. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν μειωμένα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ και 22 παρ.1 και 3 ν.3693/1957). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).?
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2016 αίτηση αναίρεσης των 1) Γ. Κ. του Η., 2) Β. Κ. του Γ., 3) Ε. Κ. του Γ. και 4) Β. Κ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ.45/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ