Legislator Case Law & Legislation
1204/2019 AI generated

1204/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1204/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2017 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/1/2018 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1204/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ενάγων με τον πρώτο εναγόμενο κατάρτισαν την από 26-7-2005 έγγραφη σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος αναγνώρισε ότι του οφείλει το ποσό των 169.446 ευρώ. Με την από 3-8-2005 εξώδικη πρόσκληση του, που κοινοποιήθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις 4-8-2005, ο ενάγων τον κάλεσε να προβεί εντός 20 ημερών στην εξόφληση της ως άνω οφειλής, πλην όμως η ως άνω προθεσμία παρήλθε άπρακτη.

Keywords

AI generated
assignment of claims acquisition of possession vendor's statutory lien offeror consignment of debt hire-purchase agreement
AI generated
67/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
1252/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
454/2013
Το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ.
1020/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6035/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/12/2005 αίτησή του.
925/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1204 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1204/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χρήστου Παντρεμένου του Βασιλείου, κατοίκου Ατσιπόπουλου Ρεθύμνου Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Οικονόμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πάτση και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2017 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/1/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με τις διατάξεις του άρθρου 479 του ΑΚ, που ορίζουν ότι αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων, για τα χρέη, που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση και ότι η ευθύνη αυτού, που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει, καθιερώνεται αναγκαστική, εκ του νόμου, σωρευτική αναδοχή των χρεών, με την έννοια του άρθρου 477 του ΑΚ και δημιουργείται, έτσι, παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων, κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως (ΑΠ 1039/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "...Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και από όλα τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Ο ενάγων με τον πρώτο εναγόμενο κατάρτισαν την από 26-7-2005 έγγραφη σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος αναγνώρισε ότι του οφείλει το ποσό των 169.446 ευρώ. Με την από 3-8-2005 εξώδικη πρόσκληση του, που κοινοποιήθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις 4-8-2005, ο ενάγων τον κάλεσε να προβεί εντός 20 ημερών στην εξόφληση της ως άνω οφειλής, πλην όμως η ως άνω προθεσμία παρήλθε άπρακτη.

Εν συνέχεια ο ενάγων με βάση την ως άνω έγγραφη σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, εξέδωσε σε βάρος του πρώτου εναγομένου την αρ. 204/2005 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε αυτός να του καταβάλει το ως άνω ποσό των 169.446 ευρώ νομιμοτόκως από 25-8-2005. Ο πρώτος εναγόμενος άσκησε κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής την από 30-9-2005 ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 188/2009 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που ήδη τελεσιδίκησε.

Η ως άνω απαίτηση του ενάγοντος κατά του πρώτου εναγομένου υφίσταται ακόμα. Ο πρώτος εναγόμενος δυνάμει των με αρ. ...83/2005, ...84/2005 και ...82/2005 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Α. Τ. - Μ., που καταχωρήθησαν νόμιμα στο κτηματολογικό γραφείο Ε. Β., πώλησε και μεταβίβασε τα περιγραφόμενα στα συμβόλαια αυτά και στην αγωγή τρία ακίνητα, κατά το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό 1/2 εξ αδιαίρετου, τα οποία αποτελούσαν το σύνολο της περιουσίας του, συνολικής αξίας 130.220,37 ευρώ.

Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος διατηρεί μεσιτικό γραφείο στο …. και είναι γνωστός του πρώτου εναγομένου, γνώριζε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης ότι μεταβιβάστηκε σε αυτόν η όλη περιουσία του πρώτου εναγομένου ως σύνολο, καθώς τα τρία αυτά ακίνητα εξαντλούσαν το σύνολο του ενεργητικού της περιουσίας του πρώτου εναγομένου.

Ενόψει των πιο πάνω αποδειχθέντων περιστατικών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ, ο δεύτερος εναγόμενος κατέστη συνυπόχρεος με τον πρώτο εναγόμενο για την καταβολή του χρέους του τελευταίου από την πιο πάνω σύμβαση αναγνώρισης χρέους, που καταρτίστηκε μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του ενάγοντος, αφού μεταβιβάστηκε σ' αυτόν (δεύτερο εναγόμενο) εν γνώσει του το σύνολο της περιουσίας του πρώτου εναγομένου.

Έτσι ο δεύτερος εναγόμενος ευθύνεται μέχρι την αξία των μεταβιβασθέντων σ' αυτόν στοιχείων της περιουσίας, που απέκτησε για τα χρέη αυτής. Ο ισχυρισμός του δεύτερου εναγομένου ότι για την επίδικη οφειλή δεν ευθύνεται ο ίδιος αλλά ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος ανέλαβε το σύνολο της επίδικης οφειλής, είναι άνευ εννόμου επιρροής, εφόσον αυτός ευθύνεται κατ' άρθρο 479 ΑΚ, σωρευτικά με τον μεταβιβάσαντα το σύνολο της περιουσίας του (πρώτο εναγόμενο).

Συνεπώς τα αντιθέτως ισχυριζόμενα από τον εκκαλούντα στον πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσής του είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα ως ουσιαστικά βάσιμη με όμοιες παραδοχές δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με την παραπάνω κρίση του, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι ο ήδη αναιρεσείων, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε, εν γνώσει του, το σύνολο της περιουσίας του αναφερομένου στην αναιρεσιβαλλομένη φυσικού προσώπου, (μη διαδίκου, στην προκειμένη αναιρετική δίκη), ευθύνεται, σωρευτικά, έναντι του ήδη αναιρεσιβλήτου, δανειστή του μεταβιβάσαντος, έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων, για τα χρέη, που ανήκουν στην περιουσία, κατά το χρόνο της μεταβιβάσεώς της και, συνακόλουθα, οδηγήθηκε στο καταφατικό, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, δικανικό του πόρισμα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, αφού, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, αυτήν έπρεπε να εφαρμόσει.

Επομένως, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον ο αναιρεσείων υποστηρίζει το αντίθετο ισχυριζόμενος, για τη θεμελίωσή του, ότι δυνάμει των αναφερομένων στην αναιρεσιβαλλομένη δικαστικών αποφάσεων διαρρήχθηκαν οι μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες των ενδίκων ακινήτων η κυριότητα, των οποίων, απωλέσθηκε, ως εκ τούτου, από αυτόν και επανακτήθηκε από το μεταβιβάσαντα, ήδη μη διάδικο στην προκειμένη δίκη, με αποτέλεσμα να μη συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις να εφαρμοσθεί η προαναφερθείσα διάταξη, που εφάρμοσε το Εφετείο, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τούτο δε διότι, ο λόγος αυτός, στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο δικανικό του πόρισμα, στηρίχθηκε στα περιστατικά, που αναφέρονται στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή του, ενώ, όπως προκύπτει, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, αυτό στηρίχθηκε σε άλλα.

ΙΙ. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 46/2017 Εφετείου Κρήτης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, χωρίς να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, αφού ο τελευταίος δεν κατέθεσε προτάσεις και δεν υπέβαλε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, σχετικό αίτημα (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-01-2018 αίτηση αναίρεσης της 46/2017 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και,

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ