1204/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1204/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 911 περ.1 του ιδίου Κώδικος, "ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή: 1. σε περίπτωση απαίτησης αχρεωστήτου, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους". Ως γνώση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται η θετική τοιαύτη και δεν αρκεί αμφιβολία ή υπαίτιος άγνοια ή απλή αμφισβήτηση εκ μέρους του ζημιωθέντος (Α.Π. 1475/2009).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1204 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1204/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." πρώην "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανθή Φλωροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5415/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2864/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-8-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 15-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 εδ. α’ του Α.Κ., "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια". Κατά δε το άρθρο 909 Α.Κ., "η υποχρέωση για απόδοση κατά το προηγούμενο άρθρο αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά το χρόνο της επίδοσης της αγωγής".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 911 περ.1 του ιδίου Κώδικος, "ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή: 1. σε περίπτωση απαίτησης αχρεωστήτου, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους". Ως γνώση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται η θετική τοιαύτη και δεν αρκεί αμφιβολία ή υπαίτιος άγνοια ή απλή αμφισβήτηση εκ μέρους του ζημιωθέντος (Α.Π. 1475/2009).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 3156/2003 "Ομολογιακά δάνεια, τιτλοποίηση απαιτήσεων και απαιτήσεων από ακίνητα και άλλες διατάξεις": "Για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώρηση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11, καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων εκατό (100) ευρώ, αποκλειομένης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους".
Από το διάταξη αυτή προκύπτει ότι, στο προστατευτικό καθεστώς του ως άνω νόμου, που αποσκοπεί στην διευκόλυνση της μακροπροθέσμου χρηματοδοτήσεως των ελληνικών επιχειρήσεων μέσω ομολογιακών δανείων, υπάγεται κάθε εγγραφή συστάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων, επομένως και της προσημειώσεως υποθήκης, η οποία αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσιδίκου επιδικάσεως της απαιτήσεως με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα εγγραφής της προσημειώσεως.
Τέλος, οι διατάξεις, του άρθρου 5 του ν. 325/1976, της 1505/25/26-9-2002 αποφάσεως του Υπ. Δικ., των άρθρων 1, 2 και 3 του α.ν. 153/1967, του ν.δ. 811/1971 και της Υ.Α. 262/2005 προβλέπουν, μεταξύ άλλων, την εκκαθάριση των εισπραττομένων από τον άμισθο υποθηκοφύλακα και υπέρ αυτού δικαιωμάτων ανά τρίμηνο, μετά από παρακράτηση της αμοιβής του, των δαπανών μισθοδοσίας των υπαλλήλων, των εισφορών (εργατικών και εργοδοτικών) υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων και των εξόδων λειτουργίας και μηχανοργανώσεως του Υποθηκοφυλακείου.
Τα επί πλέον των ανωτέρω εισπραττόμενα δικαιώματα κατατίθενται ως δημόσιο έσοδο στο οικείο Δημόσιο Ταμείο ανά τρίμηνο και εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου μηνός της λήξεως του τριμήνου (άρθρο 2 α.ν. 153/1967).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Την 31-7-2007 η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ARCANIA BETA PROPERTIES ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ"...βάσει των διατάξεων του ν.3156/2003 προέβη στην έκδοση κοινού ομολογιακού δανείου ποσού 40.500.000 ευρώ, εξασφαλισμένου με εμπράγματες ασφάλειες επί ενός ακινήτου της ίδιας, στην Ανθούσα Αττικής.
Με την από 31-7-2007 σύμβαση, η ενάγουσα τράπεζα (ήδη αναιρεσείουσα) ορίστηκε πληρεξούσια καταβολών και εκπρόσωπος των εκάστοτε ομολογιούχων δανειστών, ενώ με το από 27-7-2007 πρόγραμμα του εν λόγω ομολογιακού δανείου, όπως τροποποιήθηκε την 29-10-2008, συμφωνήθηκε η παροχή δικαιώματος εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί του ακινήτου της ανωτέρω εταιρίας προς εξασφάλιση των κάθε είδους απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών.
Για την εξασφάλιση της απαίτησης της ενάγουσας τράπεζας από την ανωτέρω σύμβαση ομολογιακού δανείου, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 21165Σ/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε υπέρ αυτής προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 14.250.000 ευρώ σε ακίνητο της εταιρίας "ARCANIA BETA S. Α.", το οποίο υπάγεται στην περιφέρεια αρμοδιότητας του εναγομένου. ...
την 9-6-2009 η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση στον εναγόμενο υποθηκοφύλακα Σπάτων (ήδη αναιρεσίβλητο), με την οποία ζητούσε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του ανωτέρω ακινήτου και ύψους ποσού και τη χορήγηση των σχετικών πιστοποιητικών εγγραφής..., προσφερόμενη στην καταβολή των παγίων δικαιωμάτων του ποσού 100 ευρώ, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.2 του ν.3156/2003, εφόσον αφορούσε σε εγγραφή ασφάλειας για ομολογιακό δάνειο.
Ωστόσο ο εναγόμενος αξίωσε την καταβολή των αναλογικών του δικαιωμάτων όπως αυτά προβλέπονται στα άρθρα 1,5 του Ν.325/1976, 20 παρ.5 του Ν. 2145/1993, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ.100132/1996 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα απαίτησε την καταβολή αναλογικών δικαιωμάτων του σε ποσοστό 7,75%ο επί του ποσού της εγγραφής, ήτοι 110.504,53 ευρώ.
Ενόψει της καταστάσεως που προέκυψε...,η ενάγουσα, θέλοντας να αποφύγει τη χρονική καθυστέρηση που θα συνεπαγόταν η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 791 Κ.Πολ.Δικ...., αφού επέδωσε στον εναγόμενο την από 10-6-2009 εξώδικη δήλωσή της..., στην οποία ανέφερε ότι προέχει η εξασφάλιση απαίτησης και ότι επρόκειτο να καταβάλει τα αναλογικά δικαιώματα που της ζητήθηκαν με την επιφύλαξη να αναζητήσει δικαστικώς κάθε ποσό που θα καταβάλει αχρεωστήτως πλέον τόκων και εξόδων, την 11-6-2009 κατέβαλε για την αιτία αυτή το ως άνω ποσό (110.504,53 ευρώ)...
Με τον τρόπο αυτό πέτυχε την εγγραφή της προαναφερόμενης προσημείωσης υποθήκης. Ωστόσο...η αμοιβή που ζήτησε και έλαβε ο εναγόμενος εσφαλμένα υπολογίστηκε βάσει των διατάξεων του Ν.325/1976 που ρυθμίζει τα αναλογικά δικαιώματα και όχι βάσει των διατάξεων του άρθρου 14 του Ν.3156/2003, όπως ήταν το ορθό, δεδομένου ότι η ένδικη προσημείωση υποθήκης διατάχθηκε προς εξασφάλιση απαιτήσεως από κοινό ομολογιακό δάνειο του Ν.3156/2003.
Οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.325/1976,της απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης 1505/25/26-9-2002, των άρθρων 1,2 και 3 του Α.Ν. 153/1967 του Ν.Δ. 811/1971 και της Υ.Α. 262/2005 προβλέπουν...την εκκαθάριση των εισπραττομένων από τον άμισθο υποθηκοφύλακα και υπέρ αυτού δικαιωμάτων ανά τρίμηνο, μετά την παρακράτηση της αμοιβής του, των δαπανών μισθοδοσίας των υπαλλήλων, των εισφορών ...
υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων και των εξόδων λειτουργίας...του Υποθηκοφυλακείου. Τα επί πλέον των ανωτέρω εισπραττόμενα δικαιώματα κατατίθενται ως δημόσιο έσοδο στο οικείο Δημόσιο Ταμείο ανά τρίμηνο και εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου μηνός της λήξης του τριμήνου (άρθρο 2 Α.Ν. 153/1967).
Εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι από το συνολικό ποσό των 110.404,53 ευρώ, που εισέπραξε ο εναγόμενος ως αμοιβή του επιπλέον του νομίμου παγίου ποσού των 100 ευρώ, ένα μέρος αυτού, ήτοι 106.246,68 ευρώ, δεν το κράτησε ο ίδιος και επομένως δεν κατέστη ως προς αυτό πλουσιότερος, αλλά το κατέβαλε στο Ελληνικό Δημόσιο και στο ΤΑΧΔΙΚ για λογαριασμό των οποίων το εισέπραξε.
Για ποσό όμως 4.157,87 ευρώ, ο εναγόμενος αβάσιμα ισχυρίζεται ότι και αυτός ο πλουτισμός δεν σώζεται διότι αναλώθηκε για τη λειτουργία του υποθηκοφυλακείου, καθόσον η ανάλωση του ποσού αυτού έγινε με αντίστοιχη εξοικονόμηση δαπανών, στην οποία ο εναγόμενος θα έπρεπε να είχε προβεί εξ ιδίων διότι οι λειτουργικές δαπάνες αποτελούν υποχρέωση του άμισθου υποθηκοφύλακα...Επομένως, ο εναγόμενος οφείλει να αποδώσει στην ενάγουσα το ποσό των 4.157,87 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 11-6-2009, διότι έκτοτε έλαβε γνώση του αχρεωστήτου της απαίτησης με την επίδοση σ1 αυτόν της προαναφερόμενης εξώδικης δήλωσης της ενάγουσας.
Ο εναγόμενος κατά το χρόνο λήψεως του ποσού των 110.504,53 ευρώ (11-6-2009), γνώριζε την έκδοση παρόμοιων αποφάσεων που προσδιόριζαν το ύψος της καταβολής πάγιου τέλους στο ποσό των 100 ευρώ σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο ίδιο υποθηκοφυλακείο Σπάτων (όπως υπ’ αριθμ.4086/2007 και 4028/ 2009, αποφάσεις στις οποίες υπήρξε και διάδικος) και κατά συνέπεια είχε λάβει γνώση των σχετικών διατάξεων και της εν προκειμένω ανυπαρξίας του χρέους συνεπεία του οποίου κατέστη πλουσιότερος από μη νόμιμη αιτία...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την αγωγή και δη για το ποσό των 4.157,87 ευρώ, απέρριψε δε αυτήν ως αβάσιμη για το επί πλέον αιτούμενο ποσό των 106.246,68 ευρώ, το οποίο ο εναγόμενος κατέβαλε ως δημόσιο έσοδο στο Ελληνικό Δημόσιο και στο ΤΑΧΔΙΚ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904, 909 και 911 του Α.Κ., διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, δεν παρατίθεται με σαφήνεια και πληρότητα ο λόγος για τον οποίο το Εφετείο ήχθη στην απόρριψη της αγωγής για το επί πλέον του επιδικασθέντος χρηματικό ποσό των 106.246,68 ευρώ. Συγκεκριμένα, ως προς το ποσό τούτο το Εφετείο δέχεται αρχικώς ότι ο αναιρεσίβλητος δεν το κράτησε ο ίδιος και επομένως δεν κατέστη ως προς αυτό πλουσιότερος, αλλά το κατέβαλε στο Δημόσιο και στο ΤΑΧΔΙΚ για λογαριασμό των οποίων το εισέπραξε.
Ακολούθως όμως το Εφετείο, αιτιολογώντας την παραδοχή της αγωγής για το ποσό των 4.157,87 ευρώ αναφέρει επί λέξει ότι : "ο εναγόμενος αβάσιμα ισχυρίζεται ότι και ο πλουτισμός αυτός δεν σώζεται διότι αναλώθηκε για τη λειτουργία του υποθηκοφυλακείου... Επομένως,... οφείλει να αποδώσει ...το ποσό των 4.157,87 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 11-6-2009, διότι έκτοτε έλαβε γνώση του αχρεωστήτου της απαίτησης με την επίδοση σ’ αυτόν της προαναφερόμενης εξώδικης δήλωσης της ενάγουσας".
Από τις ανωτέρω αιτιολογίες συνάγεται εμμέσως ότι η απόρριψη της αγωγής κατά το προεκτεθέν αίτημά της έλαβε χώρα με την παραδοχή της εκ του άρθρου 909 Α.Κ. ενστάσεως του εναγομένου ότι δεν ήταν πλουσιότερος κατά τον χρόνο επιδόσεως της αγωγής, χωρίς όμως να προσδιορίζεται ούτε ο χρόνος καταβολής του επιπλέον του επιδικασθέντος ποσού στους κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης δικαιούχους αυτού Ελληνικό Δημόσιο και ΤΑΧΔΙΚ, στοιχείο θεμελιωτικό της ως άνω ενστάσεως αλλά και χωρίς να γίνεται περαιτέρω οποιαδήποτε αναφορά περί της προβληθείσης συναφώς από την αναιρεσείουσα εκ του άρθρου 911 περ.1 Α.Κ.
αντενστάσεως ότι δηλαδή αυτός τελούσε εν γνώσει του αχρεωστήτου του προαναφερομένου χρηματικού ποσού ήδη από της εισπράξεώς του. Μάλιστα το Εφετείο την γνώση του αχρεωστήτου την οποία δέχεται με την προσβαλλομένη απόφαση, (χωρίς όμως και να διευκρινίζει εάν πρόκειται για θετική τοιαύτη συναγομένη από τελεσίδικη δικαστική κρίση, ενόψει της πολυπλοκότητος των σχετικών διατάξεων ή από άλλο γεγονός), την αξιολογεί μόνο για την επιδίκαση τόκων επί του ποσού των 4.157,87 ευρώ, για το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή, και δεν την συνδέει καθόλου με την ρηθείσα σχετική αντένσταση της εναγούσης.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή της αιτήσεως ως προς τον μοναδικό λόγο αυτής με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εκτίμηση του νοηματικού αυτού περιεχομένου, αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 1) πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει. Πρέπει επίσης να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 183 και 491 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα, και να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην καταβαλούσα (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 12 ν.4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 2864/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην καταβαλούσα.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ