Legislator Case Law & Legislation
1204/2014 AI generated

1204/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1204/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1204/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (καθ' ημάς 1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.147/1914, "δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ.

Keywords

AI generated
previous legal status enforceable title territorial scope of the Treaty deprivation of existing use exclusion zone order action for boundary determination
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1204 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1204/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. χήρας Π. Μ., το γένος Θ. Κ., 2) Α. Μ. του Π. και 3) Θ. Μ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Αντωνιάδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11847/2003 μη οριστική, 503/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 127/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/9/2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 24/2/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914 στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους.

Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 1.2.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το αρθρ. 2 παρ. 3 του ίδιου ως άνω νόμου 147/1914, η Ελληνική Νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (καθ' ημάς 1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.147/1914, "δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ.

και αρθρ. 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζϊί-εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους.

Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημόσιων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος.

Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δζεμαγήλ Αχίρ 1275 (καθ' ημάς 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σαμπάν 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μονίμου εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης.

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί δασών, ήτοι εκτάσεων που καλύπτονται από αυτοφυή, μη καρποφόρα ή καρποφόρα δένδρα, οι οποίες εξουσιάζονταν μόνο με έκδοση έγγραφου τίτλου [ταπίου] κατ' εφαρμογή και των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1923 (=1875) "περί εξελέγξεως τίτλων δασών" (ΟλΑΠ 609/1963, ΑΠ 1122/2008), Περαιτέρω, με το διάταγμα 2468/1917 της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημόσιων γαιών του οθωμανικού δικαίου.

Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από 20.5.1917, ως προς τους καλλιεργούμενους και μόνο αγρούς το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα αρθρ. 49 επ.

τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.

Η κυριότητα δε όλων των λοιπών κατηγοριών δημόσιων γαιών με την απελευθέρωση των νέων χωρών κατά το 1912 περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60 της Συνθήκης της Λωζάνης), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το ν. 4793/1930 και της από 21.6.1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών ή με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται.

Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1248 και. 1614 του οθωμανικού ΑΚ, που δεν αναγνώριζαν το θεσμό της χρησικτησίας ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητα, 1 και 2 του ν. 197/1914, που επέκτεινε την ισχύ της ελληνικής νομοθεσίας σε διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που προέβλεπαν το θεσμό της χρησικτησίας στις Νέες Χώρες, το ν.δ.

της 22.4/16.5.1926, με το οποίο απαγορεύτηκε από 11.5.1915 και μετέπειτα οποιαδήποτε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα ακίνητα της κυριότητάς του και των άρθρων 2 και 4 ν. 1539/1938, που περιέχει όμοιες προς το άνω διάταγμα διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η υπό τρίτου κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητο της κυριότητας του Δημοσίου που κείται στις Νέες Χώρες (ΑΠ 787/2001).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: Επίδικο ακίνητο στην υπό κρίση υπόθεση είναι ένα διαιρετό και αυτοτελές τμήμα αγρού εμβαδού 18.100 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα αγρού συνολικής εκτάσεως 36.200 τ.μ. που βρίσκεται στην περιοχή της κοινότητας Ασβεστοχωρίου του Δήμου Χορτιάτη του νομού Θεσσαλονίκης και συνορεύει κατά τον αναφερόμενο τίτλο κτήσεως (.../1966 συμβόλαιο πώλησης συμβ/φου Αυγής Χατζησταύρου-Νοταρά σε συνδυασμό με αριθμό .../1968 πράξη διανομής συγκυρίων της ίδιας ως άνω συμβ/φου) βόρεια με οδό Θεσσαλονίκης-Χορτιάτη, επί προσόψεως μέτρων γραμμικών 60,68 και 73,82 τεθλασμένη σε πλευρά Α-Β-Γ, νότια με αγροτική οδό και χέρσο επί πλευράς γραμμικών μέτρων 128,02 σε πλευρά Ε-Δ, ανατολικά με το υπόλοιπο τμήμα του ίδιου ακινήτου ιδιοκτησίας Π.

Κ. (νυν Κ. Μ.) σε πλευρά γραμμικών μέτρων 128,86 πλευρά Γ-Δ και δυτικά με ιδιοκτησία ήδη Β. Τ. σε πλευρά 145,64 γραμμικών μέτρων (τεθλασμένη 78,25 και 67,58) πλευρά Ε-Α. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατέστησαν κύριοι του ανωτέρω ακινήτου δυνάμει της υπ' αριθμ. .../27-7-2001 συμβολαίου δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς εξ αδιαθέτου της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Αντωνίας Ψαράκη-Αγοραστούδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης, με την οποία αποδέχθηκαν την κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου και πατέρα τους κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη (σύζυγος) και κατά 3/8 ο καθένας από τους λοιπούς (τέκνα).

Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του δικαιοπαρόχου τους Π. Μ. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1996 συμβολαίου αγοράς και του υπ' αριθμ. .../1968 συμβολαίου διανομής της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Αυγής Χατζησταύρου Νοταρά, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης και ότι δικαιοπάροχοι του Π.

Μ. ήταν οι Γ. Κ. και Π. Κ., οι οποίοι απέκτησαν το επίδικο, που αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου εκτάσεως 51.200 τ.μ., δυνάμει των υπ' αριθμ. .../1-4-1966 και .../2-4-1966 συμβολαίων πώλησης της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Α. Χατζησταύρου-Νοταρά. Σύμφωνα με τα τελευταία συμβόλαια οι Γ. Κ. και Π. Κ. απέκτησαν με αγορά από τους Ι.

Γ., Ε. Γ., Μ. Π., Δ. Π., Κ. Π. και Δ. Γ. του Ι. την κυριότητα ενός ακινήτου, εμβαδού 51.200 τ.μ., που κατά τα αναφερόμενα στους εν λόγω τίτλους συνορεύει ανατολικά με κτήμα Π. και χερσότοπο, δυτικά με Δημόσιο κτήμα, βόρεια με δρόμο Χορτιάτη-Θεσσαλονίκης και νότια με χερσότοπο, το ακίνητο δε αυτό οι ανωτέρω απώτεροι δικαιοπάροχοι φέρονται ότι το απέκτησαν δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1-4-1966 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμ/φου Θεσσαλονίκης, με την οποία αποδέχθηκαν την κληρονομιά του αρχικού δικαιοπαρόχου Δ.

Γ., ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, νεμόταν το ανωτέρω ακίνητο, το οποίο απαρτιζόταν από τέσσερις αγρούς, τους οποίους ο αρχικός δικαιοπάροχος νεμόταν από το 1891 οπότε και εξεδόθησαν οι υπ' αριθμ. 351, 352, 353 και 354/1891 τίτλοι κυριότητας (τάπια). Όπως, όμως, αποδείχθηκε, το ευρύτερο ακίνητο των 51.200 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί το ήδη επίδικο των 18.100 τ.μ., και βρίσκεται στη θέση "Σιβρί-τεπέ", είναι επικλινές με κλίση, που κυμαίνεται από 5%-30% περίπου, το έδαφος του είναι πετρώδες, εν μέρει σχιστολιθικό και εν μέρει τελείως άγονο.

Καλύπτονταν δε κατά αραιά διαστήματα εν μέρει από πουρνάρια και εν μέρει από χορτολιβαδική βλάστηση, εμπίπτει δε στη μείζονα έκταση του Δάσους-Πάρκου Θεσσαλονίκης, που με την με αριθμ. 50113/2580/20-5-1935 απόφαση του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας κηρύχθηκε αναδασωτέα, γεγονός που το επιβεβαιώνει και η ανωτέρω διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη (βλ.

κεφ. Ε, σελ. 31). Της ανωτέρω αναδάσωσης εξαιρέθηκαν οι συμπαγείς γεωργικές εκτάσεις, στις οποίες και δεν συμπεριλήφθηκε και το ευρύτερο ακίνητο ή το επίδικο τμήμα αυτού. Μετά την κήρυξη της αναδάσωσης, ακολούθησαν δασικές απαγορευτικές διατάξεις (βλ. τις 1/3-1-1938, 5/27-1-1951, 6/27-10-1951, 717/1953, 8/13-12-1962, 6/6-8-1964, 98/23-10-1969, προσκομιζόμενες απαγορευτικές δασικές διατάξεις), με τις οποίες απαγορεύτηκε κάθε πράξη διακατοχής ή χρήσης της αναδασωτέας έκτασης (σπορά, υλοτομία κλπ).

Η ανωτέρω έκταση, μέρος της οποίας αποτελεί και το επίδικο, παρουσίαζε την ανωτέρω εικόνα από τουρκοκρατίας και κατά την εποχή της απελευθέρωσης, ενώ αποκλείεται η καλλιέργεια του από μέρους του αρχικού δικαιοπαρόχου Δ. Γ.. Ειδικότερα στις αεροφωτογραφίες έτους 1945 η εν λόγω έκταση εμφανίζεται με δασική βλάστηση κατά θέσεις, διάσπαρτα σε ποσοστό 18-20% και χωρίς ίχνη καλλιέργειας, ενώ στις αεροφωτογραφίες έτους 1960 η δασική βλάστηση εμφανίζεται αυξημένη και καλύπτει ποσοστό 35% αυτής (έκτασης), όπως βεβαιώνει στην από 31-1-2003 έκθεση φωτοερμηνείας η δασολόγος Α.

Τ., η οποία εξετάστηκε και ως μάρτυρας και ρητά κατέθεσε για τη δασική μορφή του επιδίκου και ότι τα εμφανιζόμενα στις αεροφωτογραφίες διάκενα δεν προέρχονται από αγροτική καλλιέργεια, αλλά είναι διάκενα δασικής έκτασης, το δε επονομαζόμενο "αμπέλι Γ." βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από το επίδικο. Για τη δασική μορφή της έκτασης συμφωνεί και ο διορισθείς από το εναγόμενο τεχνικός σύμβουλος Σ.

Π., δασολόγος, στην από 14-9-2009 έκθεσή του. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, των διορισθέντων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως άνω πραγματογνωμόνων, αντίθετα για τμήμα εμβαδού 8.745,57 τ.μ. [που περιλαμβάνεται στο 351 ταπί] αναφέρει ότι στις αεροφωτογραφίες του 1945 εμφανίζεται ότι καλλιεργούνταν, ενώ για την υπόλοιπη έκταση ότι δεν καλλιεργούνταν και ότι την ίδια εμφάνιση είχε και στις αεροφωτογραφίες του 1960, με αυξημένη τη δασική βλάστηση στο μη καλλιεργούμενο τμήμα, αλλά το συμπέρασμα αυτής αντικρούεται από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία.

Περαιτέρω, προέκυψε ότι οι Γ. Κ. και Π. Κ. [πωλητές της επίδικης έκτασης προς το δικαιοπάροχο των εναγόντων Π. Μ.], όταν αγόρασαν το έτος 1966 με τα προαναφερθέντα υπ' αριθμ. .../16-4-1966 και .../2-4-1966 συμβόλαια της συμ/φου Θεσσαλονίκης Αυγής Χατζησταύρου-Νοταρά, που μεταγράφηκαν νόμιμα, την περιγραφόμενη στα εν λόγω συμβόλαια ευρύτερη έκταση των 51.200 τ.μ., μετέβαλαν τη μορφή αυτής.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο Γ. Κ. κατά τα έτη 1967 και 1968 [δηλαδή μετά την αγορά του ακινήτου και τη διανομή κατά τα προδιαληφθέντα] προέβη στην κατάληψη έκτασης 36 στρεμμάτων στη θέση "Σιβρή-Τεπέ" της περιφέρειας "Σειχ-Σου", κατασκευάζοντας περίφραξη, δημιούργησε βαθμίδες και φύτευσε αμυγδαλιές και κυπαρίσσια, όπως αναφέρεται στο από 24-3-1970 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής.

Στο συνοδεύον δε το εν λόγω πρωτόκολλο τοπογραφικό διάγραμμα η καταληφθείσα έκταση συνορεύει ανατολικά και δυτικά με δημόσια δασική έκταση, βόρεια με αμαξιτή οδό Ασβεστοχωρίου-Εγκαταστάσεων ΟΤΕ και νότια με δημόσια δασική έκταση-εγγύς ανώνυμης αμαξιτής οδού. Κατά του πρωτοκόλλου αυτού ασκήθηκε από τον Γ.

Κ. ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 3614/1970 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που την απέρριψε, επειδή, όπως έγινε δεκτό, οι επικαλεσθείσες από τον ανακόπτοντα φορολογικές εγγραφές του απώτερου δικαιοπαρόχου του Δ. Γ. δεν αποτελούν τίτλους ή τρόπον κτήσεως κυριότητας, επικουρικά δε επειδή η καταληφθείσα από αυτόν έκταση, δεν συμπίπτει με αυτήν που αναφέρεται στις προσκομισθείσες βεβαιώσεις της Τουρκικής Οικονομικής Εφορίας.

Γίνεται επίσης δεκτό ότι η καταληφθείσα έκταση λόγω θέσεως, εδαφολογικής συνθέσεως και υφής ουδέποτε προσφέρονταν για γεωργική εκμετάλλευση ή ότι είχε διενεργηθεί επ' αυτής οιαδήποτε διακατοχική πράξη. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της ασκηθείσας από τον ανακόπτοντα εφέσεως, με την με αριθμό 32/1972 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Δηλαδή, προέκυψε ότι καμία πράξη κατοχής, καλλιέργειας και εξουσιάσεως δεν είχε λάβει χώρα επί του ακινήτου αυτού πριν από το έτος 1968-1969. Όπως προεκτέθηκε οι ενάγοντες επικαλούνται την εκ μέρους του αρχικού δικαιοπαρόχου τους Δ. Γ., δεκαετή διηνεκή εξουσίαση [του οθωμανικού δικαίου] τεσσάρων αγρών από τη συνένωση των οποίων, ως συνεχόμενων κατά τους ισχυρισμούς τους, προήλθε η ανωτέρω έκταση, μέρος της οποίας αποτελεί το επίδικο, για τους οποίους (αγρούς) έγιναν τέσσερις εγγραφές στο βιβλίο πρώτης κτηματολογικής καταγραφής (Γιοκλαμά) μηνός Δεκεμβρίου του τουρκικού έτους 1307 (1891).

Τα ακίνητα αυτά στις ανωτέρω εγγραφές προσδιορίζονται ως αγροί, κατηγορίας δημοσίας γης και περιγράφονται ως εξής: 1) αύξων αριθμός τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου) 351, τοποθεσία: Τοπ Αλτί-Συκιά Γερί (=τόπος Συκιάς] σύνορα: οδός προς Χορτιάτη και εκ δύο πλευρών εγκαταλελειμμένος τόπος και Θ., 2) αύξων αριθμός τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου) 352, τοποθεσία:

παρά τα σύνορα του Κ. Τ., σύνορα: οδός προς Θεσσαλονίκη και Δ. και εγκαταλελειμμένος τόπος, 3) αύξων αριθμός τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου) 353, τοποθεσία: παρά τα σύνορα του Κ.-Τ., σύνορα: οδός προς Θεσσαλονίκη και εκ δύο πλευρών εγκαταλελειμμένος τόπος και 4) αύξων αριθμός τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου) 354, τοποθεσία:

Τοπ Αλτί, παρά τα σύνορα του Κ. Τ., σύνορα: Στενός δρόμος και εκ δύο πλευρών εγκαταλελειμμένος τόπος. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι τοποθεσίες που βρίσκονται τα ακίνητα αυτά, για τα οποία εκδόθηκαν τουρκικοί τίτλοι την ίδια ημερομηνία διαφέρουν και το γεγονός ότι στις εγγραφές αυτές δεν προσδιορίζονται τα ακίνητα ως συνεχόμενα [όμορα], όπως θα συνέβαινε αν αναγράφονταν ως συνορείτης "ίδιος ή ιδιοκτήτης" σύνηθες για την εποχή εκείνη, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα παραπάνω περιγραφόμενα ακίνητα δεν ταυτίζονται με το επίδικο, αλλά αφορούν άλλα ακίνητα.

Οι διορισθέντες ως άνω πραγματογνώμονες με την έγγραφη έκθεση τους καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι από την επίδικη έκταση τμήμα εμβαδού 13.495,70 τ.μ., με τα αναφερόμενα στην έκθεση και τοπογραφικό στοιχεία, εμπίπτει στον τίτλο κυριότητας 351 μηνός Δεκεμβρίου 1307 (1891) επ' ονόματι του Δ. Γ., ενώ η υπόλοιπη έκταση δεν εμπίπτει στους παραπάνω επικαλούμενους τουρκικούς τίτλους [τάπια].

Όμως το εν λόγω συμπέρασμα της παραπάνω πραγματογνωμοσύνης δεν ενισχύεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, αλλά αντίθετα πλήρως αντικρούεται τόσο από την κατάθεση της μάρτυρος από την πλευρά του εναγομένου, όσο και από την προαναφερθείσα τεχνική έκθεση του Σ. Π., ο οποίος, στην εμπεριστατωμένη έκθεσή του, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι παραπάνω τίτλοι δεν εφαρμόζουν επί του επιδίκου.

Τα ίδια δε δέχθηκε σχετικά με τη φύση του ευρύτερου ακινήτου και την εφαρμογή των ως άνω ταπίων και η με αριθμό 1384/1992 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, όπως αναφέρθηκε, στο υπό στοιχείο II κεφάλαιο της παρούσας, επί της υπ' αριθμ. κατ. 53/10-1-1976 αγωγής των Γ. και Π. Κ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, και αφορούσε την ευρύτερη έκταση των 51.200 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται και η ήδη επίδικη, γεγονός που, χωρίς να αποτελεί κατά τα προεκτεθέντα δεδικασμένο για τους ήδη ενάγοντες, ενισχύει την παραπάνω κρίση του παρόντος Δικαστηρίου.

Πρέπει να σημειωθεί ότι αντίθετη από τα παραπάνω κρίση δεν μπορεί να στηριχθεί στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες υπ' αριθμ. 348/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και με την οποία έγιναν δεκτές οι αντιρρήσεις της πρώτης ενάγουσας και διατάχθηκε η διόρθωση του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα και χάρτη της Διεύθυνσης Δασών Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας για το λόγο ότι η αντιλέγουσα αξιώνει βάσιμα εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας στην επίδικη έκταση των 18.100 τ.μ., καθόσον το μεν με την 21833/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε μετά από έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, η εν λόγω δίκη καταργήθηκε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 14 του Ν. 2664/1999 περί Κτηματολογίου, το δε οι εκδιδόμενες επί αντιρρήσεων κατά δασικού χάρτη αποφάσεις δεν δεσμεύουν το επιλαμβανόμενο της αγωγής κυριότητας Δικαστήριο.

Αλλά ούτε και από τη διενεργηθείσα στα πλαίσια της προαναφερθείσας δίκης πραγματογνωμοσύνη του Χ. Π., τεχνικού Δασοπονίας, μπορεί να στηριχθεί διαφορετική από την παραπάνω κρίση [ως προς το ότι δεν εμπίπτει το επίδικο ακίνητο στους επικαλούμενους αρχικούς τίτλους], καθόσον το συμπέρασμα αυτής (έκθεσης) ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στους περιγραφόμενους και επικαλούμενους τούρκικους τίτλους (351, 352, 353 και 354 τάπια) αντικρούεται από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα από την προαναφερθείσα τεχνική έκθεση, που επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο και την κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρος από την πλευρά του.

Επίσης σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγήσει το από 1-6-1988 πιστοποιητικό της άλλοτε Κοινότητας Ασβεστοχωρίου, που αποτελεί απόσπασμα της υπ' αριθμ. 54/1988 απόφασης του κοινοτικού συμβουλίου και εκδόθηκε βάσει του άρθρου 14 του ν. 1734/1987 [με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 67 του ν. 998/1979 με τίτλο "Αγροί που άλλαξαν μορφή - ρύθμιση αγρών σε δασικές εκτάσεις"], με την οποία βεβαιώνεται, κατόπιν αιτήσεως των εναγόντων, ότι ο Δ.

Γ., σύμφωνα με τις υπάρχουσες εγγραφές στα βιβλία του τούρκικου κράτους, που υπάρχουν στο αρχείο της, καλλιεργούσε μέχρι το θάνατό του, τέσσερις αγρούς, τα όρια των οποίων ορίζονται όπως ακριβώς φαίνονται από τους προαναφερθέντες τούρκικους τίτλους και εκτέθηκαν παραπάνω, χωρίς αναφορά στα σημερινά όρια, γεγονός που μαρτυρεί ότι οι απαρτίζοντες το Κοινοτικό Συμβούλιο προφανώς δεν γνώριζαν ποια ακίνητα αφορούν οι εν λόγω τίτλοι κατά το χρόνο λήψεως της εν λόγω απόφασης.

Ούτε το ότι με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες υπ' αριθμ. 331/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτή εν μέρει αγωγή του Κ. Μ., και αναγνωρίσθηκε κύριος έκτασης 2.560 τ.μ., ως περιλαμβανόμενη στον υπ' αριθμ. 351 ταπί μηνός Δεκεμβρίου 1307 (τίτλο που επικαλούνται και οι εδώ ενάγοντες), μπορεί να στηρίξει διαφορετική από την παραπάνω κρίση, καθόσον το μεν η εν λόγω απόφαση δεν έχει τελεσιδικήσει, το δε δεν αφορά την επίδικη έκταση.

Με βάση τα προαναφερθέντα το Δικαστήριο οδηγείται στη κρίση, ότι το επίδικο ακίνητο δεν εμπίπτει εντός της έκτασης που εξουσίαζε αρχικά ως σύνολο ο απώτερος δικαιοπάροχος του Γ. και Π. Κ., Δ. Γ., με βάση τους προαναφερθέντες τίτλους του τούρκικου κτηματολογίου και εν συνεχεία φέρονται ότι κατείχαν οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους και συνεπώς οι προαναφερθέντες απόκτησαν παρά μη κυρίων.

Έτσι ουδέποτε απόκτησαν και οι ίδιοι με παράγωγο τρόπο την κυριότητα του επιδίκου, ώστε να δικαιούνται να την μεταβιβάσουν περαιτέρω. Αλλά ούτε και με πρωτότυπο τρόπο απόκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, αφού οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους ουδέποτε επελήφθησαν της νομής αυτού, ούτε ασφαλώς είχαν ποτέ προβεί σε καλλιέργεια αυτού, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η ακαταλληλότητα του εδάφους αποτελούσε εμπόδιο για μια τέτοια ενέργεια, όπως ασφαλώς και η ισχύουσα απαγόρευση.

Τούτο δε αποτελεί ένα πρόσθετο στοιχείο για να ενισχυθεί η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για διαφορετικά ακίνητα, αν θεωρηθεί αληθινός ο ισχυρισμός ότι ο Δ. Γ. κατά τη 10ετία πριν το έτος 1917 καλλιεργούσε τους αγρούς, που αναφέρονται στους τούρκικους τίτλους. Άλλωστε και ο Γ. Κ. μετά την αγορά του ακινήτου, δεν προέβη σε κανενός είδους καλλιέργεια αυτού, είτε ως συνέχεια αυτής των άμεσων δικαιοπαρόχων του, είτε για πρώτη φορά, αλλά προέβη σε εκχέρσωση και εμφύτευση δένδρων, επιδιώκοντας να θεωρηθεί νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου διαφορετικού εκείνου που αναφέρονταν στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο.

Θα πρέπει, επίσης, να λεχθεί ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Π. Μ., μετά την αγορά του επιδίκου από τους Γ. και Π. Κ. και ιδιαίτερα μετά τη γενόμενη αποβολή των τελευταίων από το επίδικο, ουδέποτε το κατείχε με διάνοια κυρίου, ούτε άσκησε σ' αυτό διακατοχικές πράξεις. Ενόψει αυτών ούτε αυτός κατέστη κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, αφού δεν ήταν κύριοι οι δικαιοπάροχοι του και συνακόλουθα ούτε και οι ενάγοντες, αφού στηρίζουν το δικό τους δικαίωμα στην κληρονομική διαδοχή από αυτόν.

Τέλος ούτε με πρωτότυπο τρόπο απόκτησαν τη κυριότητα, αφού ούτε αυτοί, ούτε ο άμεσος δικαιοπάροχός τους, αλλά ούτε και οι προηγούμενοι είχαν ποτέ τη διάνοια κυρίου νομή και κατοχή του επιδίκου, αφού πλήρως αποδείχθηκε ότι η εν λόγω έκταση ήταν από την εποχή της τουρκοκρατίας δημόσια δασική έκταση, η οποία εκχερσώθηκε μετά το έτος 1966 και όχι καλλιεργούμενη ιδιωτική αγροτική έκταση, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ενόψει μάλιστα του ότι οι επικαλούμενοι τίτλοι του τούρκικου κτηματολογίου [που κατά τα γενόμενα δεκτά ως άνω δεν εφαρμόζουν επί του επιδίκου] αφορούν αγρούς και όχι δασική έκταση.

Η εν λόγω έκταση ήταν δάσος και πριν από την απελευθέρωση της περιοχής από την τουρκική κατοχή το έτος 1912 και κατά την έννοια του οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) ανήκε στο οθωμανικό κράτος ως δημόσια γαία (δάσος) και με την απελευθέρωση της περιοχής περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου, βάσει του άρθρου 60 της Συνθήκης της Λωζάνης, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη.

Επομένως η ένδικη αγωγή, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες στην αρχή της παρούσας σκέψης διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας στις δημόσιες γαίες κατά τον Οθωμανικό νόμο και σε εκείνες των άρθρων 1710, 1711, 1813, 1820, 1846, 1192, 1193, 1198 ΑΚ και 10 και 176 ΚΠολΔ, αποδεικνύεται ως ουσιαστικά αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του υπ' αριθμ. 2468/1917 διατάγματος της προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης και του ν. 1072/1917 (που κύρωσε το υπ' αριθμ. 2468/1917 διάταγμα), ούτε τις του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), που - όσον αφορά τις διατάξεις του που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσης - διατηρήθηκε σε ισχύ στις Νέες Χώρες με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 147/1914, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που και οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά .μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερo λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα και καταλήξει στην κρίση του περί ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αναγνωριστικής συγκυριότητας ακινήτου αγωγής των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι, αφενός, την υπ' αριθμ. 25/2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων από το Δικαστήριο πραγματογνωμόνων Α.

Π., αγρονόμου τοπογράφου της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας με βαθμό Α' και της Ε. Α., Δασολόγου υπαλλήλου του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης με βαθμό Α', και αφετέρου τα ακόλουθα έγγραφα, ήτοι: 1) το από 1.6.1988 πιστοποιητικό της Κοινότητας Ασβεστοχωρίου, 2) την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Τεχνικού Δασοπόνου Χ.

Π., 3) των 314/1998 (από παραδρομή αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 348/1998) οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, 4) την 331/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 5) του υπ' αριθμ. 351, 352, 353, 354 τίτλους (ταπιά) σε επίσημη μετάφραση του Τουρκικού Κτηματολογίου, από το Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας, 6) την "έκθεση πραγματογνωμοσύνης" του δασολόγου Ά.

Χ., 7) το υπ' αριθμ. 275/1996 δελτίο αντιρρήσεων της πρώτης αναιρεσείουσας, 8) τη 288/1997 προδικαστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε επί του άνω δελτίου αντιρρήσεων, 9) τα πρακτικά της δίκης και τις προτάσεις τις επ' αυτού και 10) τα επίσημα αντίγραφα από το Β φορολογικό βιβλίο του τουρκικού έτους 1323 (1907) του Τουρκικού Αρχείου, από το Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία υπάρχει ειδική μνεία περί λήψης υπόψη της άνω - υπ' αριθμ. 25/2005 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, και την υπάρχουσα σ' αυτή - προσβαλλόμενη απόφαση - βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και από "όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μερικά από τα οποία μνημονεύονται, χωρίς όμως να έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τόσο την υπ' αριθμ. 25/2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης όσο και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία, μάλιστα, ειδικά μνημονεύει τα προεκτεθέντα με αριθμούς 1, 2, 3, 4 και 5, τα οποία και σχολιάζει, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία των λοιπών ή αξιολόγηση του καθενός, απ' αυτά.

Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 53/1974 και καθιερώνεται με αυτήν κανόνας ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια του άνω άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγω μη ουσιαστικής εξέτασης της διαφοράς ως εκ της μη λήψης από το Εφετείο των πιο πάνω εγγράφων, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.

Τα δημόσια έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη αν παράγουν πλήρη απόδειξη, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, εφόσον, εκτός άλλων, προέρχονται από πρόσωπο ενώπιον του οποίου έγιναν τα σ' αυτά βεβαιούμενα και είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια.

Τέτοια, όμως, αποδεικτική δύναμη δεν έχουν οι παραπάνω τίτλοι - ταπιά (351, 352, 353 και 354) και το από 1.6.1988 πιστοποιητικό (απόσπασμα της υπ' αριθμ. 54/1988 απόφασης του Κοινοτικού Συμβουλίου) της άλλοτε κοινότητας Ασβεστοχωρίου, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 14 του ν. 1734/1987, με το οποίο βεβαιώνεται, ότι, σύμφωνα με τις υπάρχουσες εγγραφές στα βιβλία του Τούρκικου Κράτους, που υπάρχουν στο αρχείο της, ο Δ.

Γ. (απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων) καλλιεργούσε μέχρι το θάνατό του τέσσερις αγρούς, τα όρια των οποίων ορίζονται όπως ακριβώς φαίνονται από τους άνω τίτλους - ταπιά, όσον αφορά του ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας των ακινήτων που περιγράφονται στους εν λόγω τίτλους με το επίδικο, αφού αναγνώριση τέτοιας ταυτότητας δεν έγινε ενώπιον των συντακτών των ανωτέρω εγγράφων, οι οποίοι και δεν ήταν αρμόδιοι να βεβαιώσουν το γεγονός αυτό.

Επομένως, το Εφετείο, με το αν εκτιμήσει, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, τα έγγραφα αυτά ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, και να καταλήξει εν τέλει, στην κρίση, ότι η επίδικη έκταση δεν περιλαμβάνεται στους παραπάνω τίτλους, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 απ. 12 ΚΠολΔ αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια και ο αντίθετος τρίτος λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση της προεκτεθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, λόγω μη ουσιαστικής εξέτασης της διαφοράς ως εκ του ότι δεν δόθηκε στο παραπάνω πιστοποιητικό η αποδεικτική δύναμη που είχε, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.9.2013 αίτηση για αναίρεση της 127/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ