1204/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 576 παρ.3.ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Legislator headnote
AI generated1204/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, που εκτιμάται ως αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 16ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δέχθηκε ότι δεν υπήρχε δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 34/1985 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών περί αποβολής των ιδιοκτητών του απαλλοτριωμένου επιδίκου ακινήτου, με την οποία κρίθηκε ότι δεν συντελέστηκε η απαλλοτρίωση αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1204 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1204/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Θ. χας Ε. Μ. το γένος Γ. Β., 2. Ε. Μ. του Ε., κατοίκων αμφοτέρων, ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεώργιο Γώγο και κατέθεσαν προτάσεις, 3. Ε. Μ. του Ε., συζ. Π. Κ., 4. Γ. Μ. του Ε., κατοίκων αμφοτέρων, ... οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεώργιο Γώγο και κατέθεσαν προτάσεις, 5. Α. χήρας Ι. Μ. το γένος Κ. Κ. κατοίκου ..., 6. Χ. Μ. του Ι., 7. Μ. Μ. του Ι., 8. Γ. χήρας Η. Μ., το γένος Μ. Μ., 9. Μ. Μ. του Η. και 10. Μ. Μ. του Η., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Σερρών, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Δήμαρχο Σερρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Ζυγούρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 216/17-6-1986 κύρια αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την 112/16-7-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:113/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1530/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-11-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 29-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των 1ου,2ου,3ου,4ου των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 576 παρ.3.ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν κλητεύθηκαν για την παρούσα δικάσιμο οι εκ των αναιρεσειόντων Α. χήρα Ι. Μ., Χ. Μ., Μ. Μ., Γ. χήρα Η. Μ., Μ. Μ. του Η. και Μ. Μ.. Ούτε προκύπτει ότι κατά την αρχική δικάσιμο της 9-11-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την παρούσα δικάσιμο, είχαν εκπροσωπηθεί νομίμως με δικηγόρο που είχε πληρεξουσιότητα για επίσπευση της συζητήσεως . Άρα ως προς αυτούς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση και ως προς τους λοιπούς παρόντες διαδίκους να προχωρήσει νομίμως η συζήτηση της αναίρεσης..
1. Κατά το άρθρο 559 αριθ.16ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε αν υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Η διάταξη καλύπτει το ουσιαστικό δεδικασμένο, δηλαδή τη δεσμευτικότητα της δικαστικής διάγνωσης μιας έννομης σχέσης, ενώ το τυπικό δεδικασμένο ή τελεσιδικία, δηλαδή το απρόσβλητο της απόφασης με ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (άρθρ. 321 ΚΠολΔ), καλύπτεται από τα άρθρο 559 αριθ. 14 για παράνομη κήρυξη ή μη κήρυξη του απαραδέκτου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 331ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα. Επομένως η τελεσίδικη απόφαση, που εκδίδεται σε δίκη περί αποβολής του ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος ακινήτου, έχει ως αναγκαία προϋπόθεση της διαγνωστικής κρίσεως της (ως προδικαστικό ζήτημα) την έρευνα της συντελέσεως ή όχι της απαλλοτρίωσης, για την οποία αρμόδια να κρίνουν οριστικά είναι τα πολιτικά δικαστήρια κατά την τακτικά δικαστήρια και ειδικότερα το Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.2,18 και 29ΚΠολΔ.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, που εκτιμάται ως αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 16ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δέχθηκε ότι δεν υπήρχε δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 34/1985 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών περί αποβολής των ιδιοκτητών του απαλλοτριωμένου επιδίκου ακινήτου, με την οποία κρίθηκε ότι δεν συντελέστηκε η απαλλοτρίωση αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναιρετέα είναι η απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως, όταν διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι στην περίπτωση αυτή, λόγω της αντιφάσεως των αιτιολογιών, δεν προκύπτει ποιά πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασής του και συνεπώς δεν δύναται να κριθεί περαιτέρω αν ορθώς εφαρμόστηκε ο νόμος.
Κατ' ακολουθίαν στην περίπτωση που υπάρξει στην προσβαλλόμενη απόφαση κύρια αιτιολογία και επικουρική και αντίφαση των δυο αυτών αιτιολογιών, δεν δημιουργείται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι και στις δυο συγχρόνως αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μια από αυτές και μάλιστα προεχόντως στην κύρια και επιβοηθητικώς στην επικουρική.
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 19ΚΠολΔ υπάρχει όταν η απόφαση δεν έχει τις αναγκαίες παραδοχές, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε, όχι όμως όταν οι ελλείψεις ανάγονται αποκλειστικά στον αποδεικτικό συλλογισμό, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια.
Περαιτέρω, από το άρθρο 340 παρ 2 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση οι λόγοι που οδήγησαν τον δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του, προκύπτει ότι δεν επιβάλλεται υποχρέωση του δικαστηρίου να αναφέρει στο αιτιολογικό της απόφασής του κάθε ένα από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, από τα οποία κατέληξε στο πόρισμά του.
Συνεπώς και η παράλειψη του Εφετείου να αναφέρει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία κατέληξε στο σχηματισμό της κρίσης του δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας και δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα περιστατικά: "Περαιτέρω, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκε ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση έχει εμβαδόν 3.010 τ.
μ. και γι' αυτήν καθορίσθηκε η αποζημίωση και όχι 3,482 τ.μ., όπως ισχυρίζονται, οι εναγόμενοι. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο άνω πραγματογνώμονας Γ. Κ., με την υπ' αριθμ. 8/1993 πραγματογνωμοσύνη του, η οποία όπως προαναφέρθηκε εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, αναφέρει ότι δεν μπορεί να επιμετρηθεί ακριβώς το εμβαδόν διότι δεν υπάρχουν τα αναλυτικά στοιχεία (μετρήσεις πεδίου του συντήξαντος τεχνικού ή συντεταγμένες κορυφών αυτού), ενώ στο έδαφος δεν ήταν υλοποιημένα τα όρια Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ και ότι μετά από εμβαδομέτρηση που έγινε με το εμβαδόμετρο σε τρεις διαδοχικές μετρήσεις προέκυψαν εμβαδά α) 3472 τ.μ., β) 3500 τ .μ.
και γ) 3476 τ.μ ( μέσος όρος 3.489 τ.μ.), διατυπώνει όμως την άποψη ότι η φωτοτυπία του τοπογραφικού διαγράμματος επί της οποίας έγινε η εμβαδομέτρηση (διότι τα πρωτότυπα βρίσκονταν στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων) δεν μπορεί να είναι ακριβής διότι τo διαφανές χαρτί (πρωτότυπο) όταν μπαίνει στο θερμαινόμενο χώρο του φωτογραφικού μηχανήματος διαστέλλεται.
Σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση είναι μεγαλύτερη των 3.010 τ.μ., και συγκεκριμένα 3.482τ.μ., όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι είναι συγκύριοι και της υπόλοιπης έκτασης των 472 τ.μ. (3.482-3.010), ούτε άλλωστε και οι ίδιοι επικαλούνται με ποιο τρόπο έγιναν κύριοι της έκτασης των 472τ.μ., καθόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και συγκεκριμένα από το υπ' αριθμ. .../1939 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Σερρών Γεωργίου Φωτιάδη, με το οποίο η απώτερη δικαιοπάροχός τους Ε.
χήρα Ε. Τ., συνέστησε προίκα υπέρ του γαμβρού της Μ. Μ. (πατέρα των εναγομένων) στο οποίο μνημονεύεται ο αρχικός τίτλος κυριότητας της (υπ' αριθμ. .../23-6-1932 συμβόλαιο του άνω συμβολαιογράφου ) και το υπ' αριθμ. πρωτ. 18328/1982 έγγραφο της Εφορίας Σερρών, προκύπτει ότι το ακίνητο που είχε μεταβιβαστεί από την Εθνική Τράπεζα στην άνω δικαιοπάροχό τους με το υπ' αριθμ. .../23-6-1932 συμβόλαιο, και το οποίο στη συνέχεια αποτέλεσε το αντικείμενο του προικοσυμφώνου, είχε εμβαδόν 3.010 τ.μ.
περίπου και αποτελούσε τμήμα του υπ' αριθμ. Α.Κ. 3160/1 ακινήτου συνολικής έκτασης 3.760 τ.μ. η δε υπόλοιπη έκταση μεταφέρθηκε σε άλλο αριθμό κτήματος (Α.Κ. 7354) και μαζί με άλλα κτήματα εκποιήθηκε στο Δήμο Σερρών. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ακίνητο αυτό των 3.010 τ.μ. συνομολογείται ότι εμπίπτει στο απαλλοτριωθέν και ότι ανήκει στη συγκυριότητα των εναγομένων.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τα λοιπά έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι ήτοι α) την υπ. αριθμ. 61/1976 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών με την οποία διατάχθηκε η αυτούσια διανομή του επιδίκου ακινήτου μεταξύ των εναγομένων, στην οποία αναφέρεται ότι αυτό έχει εμβαδόν 3.482 τ.μ., β) την υπ' αριθμ. 81/1975 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Μ.
Ζ. και Κ. Π., που. διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 196/1974 προδικαστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, στα πλαίσια της δίκης διανομής, γ) το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την άνω πραγματογνωμοσύνη και δ) την υπ' αριθμ. 36/12-5-1976 έκθεση εξαγωγής κλήρων του εντεταλμένου Πρωτοδίκη Σερρών ενώπιον του οποίου έγινε η κλήρωση των μερίδων στις οποίες χωρίσθηκε το επίδικο ως έχον εμβαδόν 3.482 τ.μ.
με την άνω οριστική απόφαση διανομής, καθόσον αυτά δεν είναι ικανά να στηρίζουν δικαίωμα κυριότητας των εναγομένων έναντι του ενάγοντος επί της έκτασης των 472 τ.μ. (3.482-3.010). Επίσης, δεν αναιρούνται ούτε από την υπ' αριθμ. 174/15-5-1974 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Σερρών, στην οποία διηγηματικώς γίνεται αναφορά στην εισήγηση του τότε Δημάρχου ότι από την αλλοτριωθείσα έκταση (των 5.707 τ.μ.) ανήκουν 885 τ.μ.
στον Ε. Μ., 1.163 τ.μ., στον Η. Μ. και 1.434 τ.μ. στον Ι. Μ., καθόσον πρόκειται για μια αόριστη αναφορά που δεν θεμελιώνεται σε έγγραφα ( τίτλους κυριότητας ~ κλπ) και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ομολογία εναγομένου περί του εμβαδού του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι εκκαλούντες. Εξάλλου, όπως ήδη προαναφέρθηκε, κατά της άνω Πράξης αναλογισμού, η οποία συντάχθηκε μετά από αίτηση του πρώτου εναγομένου (Ε.
Μ.) και η οποία κοινοποιήθηκε στους ενδιαφερομένους (αδελφούς Μ. ήτοι στους εναγομένους), με την οποία καθορίσθηκε το εμβαδόν του απαλλοτριούμενου ακινήτου σε 3.010 τ.μ., δεν υποβλήθηκε ένσταση προς τον Νομάρχη Σερρών από τους τελευταίους ούτε και προσβλήθηκε με προσφυγή ή με άλλο ένδικο μέσο η υπ' αριθμ. πρωτ. 60962/1969 απόφαση του Νομάρχη Σερρών με την οποία κυρώθηκε η άνω Πράξη, με αποτέλεσμα να καταστεί αυτή αμετάκλητη και να προχωρήσει στη συνέχεια η διαδικασία της απαλλοτρίωσης βάσει των άνω στοιχείων.
Η μη προσβολή δε εκ μέρους τους της άνω Πράξης, αλλά και η μη αμφισβήτηση του εμβαδού του επιδίκου κατά τη συζήτηση της αίτησης του Δήμου Σερρών περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αυτού, οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι ο καθορισμός του εμβαδού και των ορίων του επιδίκου ακινήτου σ' αυτήν (Πράξη αναλογισμού), έγινε με βάση τις υποδείξεις των ιδίων και τους προσκομισθέντες τίτλους ιδιοκτησίας τους, που αφορούσαν έκταση 3.010 τ.μ.
και ως εκ τούτου συμφωνούσαν με το περιεχόμενο της και δεν είχαν λόγο να αντιλέξουν περί αυτού. Δεν μπορεί δε να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, ότι δηλαδή το ακίνητο είχε εμβαδόν 3.482 τ.μ., από το γεγονός ότι στην άνω Πράξη αναφέρεται ότι αυτό έχει εμβαδόν 3.010 τ. μ. "ως έγγιστα", διότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εμβαδομέτρηση οι αποκλίσεις είναι ελάχιστες (μικρότερες της τάξεως του + - 5%) .
Με βάση τα παραπάνω, η αποζημίωση που κατατέθηκε υπέρ των εναγομένων για το απαλλοτριωθέν ακίνητο τους είναι πλήρης, από της δημοσιεύσεως δε στο ΦΕΚ της κατάθεσης αυτής (16-10-1979) συντελέστηκε η απαλλοτρίωση και έκτοτε ο υπέρου η απαλλοτρίωση ενάγων, Δήμος Σερρών, απέκτησε την κυριότητα του απαλλοτριωθέντος.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια σχετικά με τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και στη . συνέχεια δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της πρώτης έφεσης και ο δεύτερος λόγος της δεύτερης έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".
Με τις παραδοχές αυτές ως προς την έκταση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, η οποία κατά την κρίση του Εφετείου ανέρχεται σε 3.010τ.μ., εκτιμώντας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν στα δικαστήρια της ουσίας, και καταλήγοντας στο αποδεικτικό πόρισμα ότι συντελέστηκε η απαλλοτρίωση από τη δημοσίευση της κατάθεσης της αποζημίωσης στο ΦΕΚ και έκτοτε (16-10-1979) ο Δήμος Σερρών απέκτησε την κυριότητα του απαλλοτριωθέντος, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν το αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 7 παρ.1 και 3 αν.1731/1939, που ίσχυε κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης και 17 παρ. 2 και 4 εδ.γ' του Συντάγματος 1975, τις οποίες και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε πλαγίως.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του και ο συναφής τρίτος λόγος πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο σκέλος του οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι με επάλληλη αιτιολογία δέχεται, ότι και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση είναι μεγαλύτερη των 3.010τ.μ. και συγκεκριμένα 3.482 τ.μ., όπως αυτοί ισχυρίστηκαν, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι οι αναιρεσείοντες είναι συγκύριοι και της υπόλοιπης έκτασης των 472 τ.μ. (3.482-3.010) δηλαδή το Εφετείο ασχολήθηκε με ζήτημα που δεν ήταν αντικείμενο της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού δεν πλήττεται επιτυχώς (ως άνω) η κύρια αιτιολογία. Για τον ίδιο λόγο απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι και ο όγδοος λόγος του αναιρετηρίου που πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της αποφάσεως ως αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 10, 11γ και 14ΚΠολΔ.
3.Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από το συνδυασμό της διατάξεως των άρθρων 339 και 395 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται, ότι αν επιτραπεί η απόδειξη με μάρτυρες, είναι δεκτά και τα δικαστικά τεκμήρια που το δικαστήριο μπορεί να συναγάγει και από άκυρη πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 1207/1976, ΑΠ 868/1986).
Συνεπώς ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη άκυρη πραγματογνωμοσύνη λόγω μη όρκισης του πραγματογνώμονα, την οποία το Εφετείο εκτίμησε ως δικαστικό τεκμήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του που πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη με την αιτίαση, ότι προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση των αναιρεσειόντων έχει εμβαδόν 3.010 τ.μ., στηρίχθηκε αποκλειστικά στην υπ' αριθμ. 8/1993 άκυρη τεχνική πραγματογνωμοσύνη, που εκτίμησε ως δικαστικό τεκμήριο καθώς και στο υπ' αριθμ. .../1939 προσύμφωνο και το 18328/1982 έγγραφο της Εφορίας Σερρών, χωρίς να λάβει υπ' όψιν και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν αυτοί και προσκόμισαν στο δικαστήριο της ουσίας Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα ότι το απαλλοτριωθέν ακίνητο των αναιρεσειόντων έχει εμβαδόν 3.010τ.μ.
συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που μνημονεύονται στον εν λόγω αναιρετικό λόγο, όπως το υπ' αριθμ. 8194/1978 έγγραφο της Οικονομικής Εφορίας Σερρών, την υπ' αριθμ. 21091/1977 βεβαίωση του Δημάρχου Σερρών κ.λ.π. Επομένως, μετά τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα των διαδίκων, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα και συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ. 11ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
4. Ο από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των ορισμών του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται μόνο προκειμένου περί αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχουν ορισμένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη, και όχι ως προς τα ελευθέρως κατά τον κανόνα του άρθρου 340ΚΠολΔ εκτιμώμενα από το δικαστήριο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1046/1999). Επομένως, οι πέμπτος και έκτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αιτίαση, ότι προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην ανωτέρω άκυρη 8/1993 πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα Γ. Κ., την οποία εκτίμησε ως δικαστικό τεκμήριο, κατά παράβαση των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτη.
5. Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα ότι αποδείχτηκαν, χωρίς όμως να είχε εκτιμήσει σχετικές αποδείξεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να μορφώσει γνώμη ως προς την έκταση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και την υπ' αριθμ. 8/1993 ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία εκτίμησε ως δικαστικό τεκμήριο. Κρίνοντας έτσι ουδόλως δέχτηκε παρά το νόμο πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Επομένως, οι έκτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος τους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
6. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτό. Ως έγγραφο νοείται το κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ιδίου κώδικα αποδεικτικό έγγραφο. Τέτοιο δε έγγραφο δεν είναι η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα επί ζητήματος, για το οποίο διατάχθηκε από το δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη κατά το άρθρο 368 επ. ΚΠολΔ, διότι αποτελεί ιδιαίτερο κατά το άρθρο 339 του ιδίου κώδικα αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων. Επομένως, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 8/1993 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Γ. Κ., που διορίσθηκε με απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι παρόντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένη όμως κατά το άρθρο 281 παρ.2 του ν. 3463/2006.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14-11-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 1530/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης, ως προς τους αναιρεσείοντες Α. χήρα Ι. Μ., Χ. Μ. του Ι., Μ. Μ. του Ι., Γ. χήρα Η. Μ., Μ. Μ. του Η. και Μ. Μ. του Η.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς παρόντες αναιρεσείοντες Και
Καταδικάζει του παρόντες αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια πενήντα (1.350)ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ