Legislator Case Law & Legislation
1204/2009 AI generated

1204/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1204/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1204/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όταν δεν αναφέρεται στην αγωγή το περιστατικό του αδικαιολόγητου πλουτισμού ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου (πέραν των απαιτήσεών του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) την προσαύξηση του 100% λόγω της παράνομης υπερωριακής απασχόλησης και η αγωγή δεν είναι αόριστη, κατά το μέρος που ζητείται με αυτή η πιο πάνω προσαύξηση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1204 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1204/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΑ ΣΕΛΟΝΤΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΤΑΡΤΗ EUROFISH HELLAS ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΕΞΑΓΩΓΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΙΧΘΥΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROFISH HELLAS - ΑΣΤΑΡΤΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καραντώνη.

Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Βερβενιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2144/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 4540/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 22-7-2003 αίτησή της και τους από 22-8-2004 πρόσθετους λόγους.

Εκδόθηκε η 1221/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε τη 4540/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 8033/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-11-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 10-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.-Κατά της διατάξεις του άρθρου 1 §§ 1 και 2 του Ν. 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέραν από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια διάρκειας της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως, που είναι ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα πέραν των απαιτήσεών τους από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου τους.

Επί παροχής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού.

Όταν δεν αναφέρεται στην αγωγή το περιστατικό του αδικαιολόγητου πλουτισμού ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου (πέραν των απαιτήσεών του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) την προσαύξηση του 100% λόγω της παράνομης υπερωριακής απασχόλησης και η αγωγή δεν είναι αόριστη, κατά το μέρος που ζητείται με αυτή η πιο πάνω προσαύξηση.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα στον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλει την αιτίαση ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσίβλητος ζητούσε πρόσθετη αμοιβή ίση προς 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου του εξαιτίας μη νόμιμης υπερωριακής εργασίας του, είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτήν οι προϋποθέσεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ο λόγος αυτός, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, σε κάθε περίπτωση, η ανωτέρω προσαύξηση 100% θα υπολογιστεί με βάση το νόμιμο ωρομίσθιο, την οποία (προσαύξηση) δικαιούται, κατά τα ανωτέρω, ο ενάγων εκ του νόμου.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του , κατά το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη μέρος της, όπως από αυτή προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε ,στις 10-2-1995, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΤΑΡΤΗ EYROFISH HELLAS ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΕΞΑΓΩΓΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΙΧΘΥΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" , της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση είναι η αναιρεσείουσα, και προσέφερε σ' αυτήν την εργασία του ως οδηγός αυτοκινήτου μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσης στις 8-2-1999.Ότι για τον αναιρεσίβλητο ισχύει η πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία και το καθεστώς των 40 εργάσιμων ωρών εβδομαδιαίως και, συνεπώς, η αναιρεσείουσα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει αμοιβή για την πέραν των 48 ωρών εβδομαδιαίως παράνομη υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσιβλήτου.

Ότι, ενόψει του γεγονότος ότι στο αγωγικό δικόγραφο δεν υπάρχει βάση από το αδικαιολόγητο πλουτισμό, ούτε καν επιγραμματικώς αναφερόμενη, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει για τις αναφερόμενες στην απόφαση ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης την ως άνω προσαύξηση 100% υπολογιζόμενη επί του εκάστοτε ισχύοντος ωρομισθίου, σύμφωνα με τις οικείες για τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα ΣΣΕ , με βάση τις οποίες αμειβόταν κατά την επίδικη σύμβαση εργασίας.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, και είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά τα σχετικά έτερα σκέλη του, με τα οποία προβάλλονται οι αιτιάσεις για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1, 9 και 19 του ΚΠολΔ, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 του ίδιου Κώδικα.

ΙΙ.- Ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποτελεί δε μέσο διασφαλίσεως του συζητητικού συστήματος (άρθρ.106 ΚΠολΔ) και της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως.

Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν, όμως, "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από αυτές ή τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολίας για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρξει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Δεν ιδρύεται όμως, ο παραπάνω λόγος, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της , κατά τον οποίο, εφόσον ο αναιρεσίβλητος ζητούσε αμοιβή για υπερωρίες, υπερεργασίες και εργασία την Κυριακή και τις άλλες εξαιρετέες ημέρες, δεν μπορεί οι αναφερόμενες στο 5ο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης απλές αποδείξεις πληρωμής να αφορούν την καταβολή του μισθού, τα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων και τα επιδόματα αδείας των αναφερομένων στο αναιρετήριο μηνών, τα οποία έχει λάβει ο αναιρεσίβλητος, αλλά αφορούν την καταβολή και την εξόφληση των υπερωριών, υπερεργασιών και την εργασία την Κυριακή και τις άλλες εξαιρετέες ημέρες.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά τα προαναφερόμενα, αλλά απλό επιχείρημα που αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το μέρος τους που περιέχουν τους ισχυρισμούς των διαδίκων και των προτάσεων της αναιρεσείουσας στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ένσταση εξοφλήσεως των υπερωριών, υπερεργασιών και της εργασίας κατά την Κυριακή και τις άλλες εξαιρετέες ημέρες (που αποτελεί "πράγμα") δεν είχε υποβάλλει η αναιρεσείουσα.

Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό πρώτο μέρος του. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι οι αποδείξεις πληρωμής των μηνών 7/4, 19/4, 19/6, 2/8/1995, άνευ ημερομηνίας, 23/1, 6/2, 4/3, 3/5,, 4/6, 3/7, 12/7, 4/9, 3/10, 4/11,11/12, 23/12, 31/12/1996, 6/2, 12/3, 3/4, 5/5, 6/6, 3/7, 5/8,,5/8, 15/9, 9/10, 23/12/1997, 8/1, 9/2, 5/3, 13/4, 5/5, 10/9, 6/10, 2/12/1998 και 13/1/1999 δεν μπορούν να αφορούν την καταβολή των μισθών και διαφόρων επιδομάτων των χρονικών αυτών διαστημάτων αλλά την καταβολή και εξόφληση της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου για την εργασία των υπερωριών και την εργασία την Κυριακή και τις εξαιρετέες ημέρες, αφού τους μισθούς και τα διάφορα επιδόματα των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων ο αναιρεσίβλητος τα έχει λάβει με τις αναφερόμενες αριθμημένες και σφραγισμένες από αυτήν αποδείξεις πληρωμής και τα δελτία κατάθεσης στην 'Αλφα Τράπεζα Πίστεως, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, και, ακόμη δεν έλαβε υπόψη και την κατάθεση του μάρτυρά της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τόσο τα άνω έγγραφα όσο και την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, στην απόφαση αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός άλλων, οι καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, από τα οποία εκείνα που παραπάνω αναφέρθηκαν μνημονεύονται ειδικώς , καθώς, επίσης, μνημονεύεται ότι οι λοιπές προσκομισθείσες αποδείξεις δεν αφορούν, όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενό τους, εξόφληση ωρών υπερωρίας αλλά μισθού διαφόρων μηνών, δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων και αποδοχών αδείας.

Από αυτά δεν δημιουργείται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα. Επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ και πρέπει ο ανωτέρω λόγος κατά το σχετικό μέρος του να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι για τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας το Εφετείο έπρεπε να διατάξει αποδείξεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι ασυμβίβαστο προς το όλο πνεύμα και την οικονομία των άρθρ.663 επ.

ΚΠολΔ, με το οποίο θεσπίζεται ειδική διαδικασία εκδίκασης των εργατικών διαφορών, όπως η εφαρμοσθείσα στην προκείμενη υπόθεση, και ιδίως των άρθρ. 670 και 671, από τα οποία προκύπτει ότι η επ' ακροατηρίου συζήτηση πρέπει να τερματίζεται σε μια δικάσιμο. Ακόμη, η αναιρεσείουσα με το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ με την παραμόρφωση των ανωτέρω εγγράφων αποδείξεων και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι με αυτές εξοφλήθηκαν μισθοί, δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων και τα επιδόματα αδείας και όχι υπερωρίες, υπερεργασίες και εργασία την Κυριακή και τις άλλες εξαιρετέες ημέρες.

Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του συνεκτίμησε τα ανωτέρω έγγραφα μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, αλλά απέδωσε σ' αυτά νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ως ορθό η αναιρεσείουσα.

Συνεπώς, είναι απορριπτέος ο άνω λόγος ως αβάσιμος και κατά το ανωτέρω μέρος του.

IΙΙ.- Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με βάση την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.

Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει την μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 λόγος αναιρέσεως. Στην περίπτωση της κρινόμενης διαφοράς, με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι είναι αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, επειδή περιέχει στο αιτιολογικό της αντιφατικές διατάξεις και συγκεκριμένα, ενώ δέχεται στο 7ο φύλλο ότι ο αναιρεσίβλητος λάμβανε από την αναιρεσείουσα από 10/2, 1/4, 1/7/1995, 1/1, 1/3, 19/1996, 1/1, 1/4, 1/11/1997, 1/1/1998 και1/1/1999 μηνιαίως σταθερά ως μισθό το ποσό των 138.944, 172.944, 204.824, 239.463 και 239.463 δραχ., στο 5ο φύλλο δέχεται ότι οι αναφερόμενες σε αυτό απλές αποδείξεις της εταιρείας αφορούν μισθό, τα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων και τα διάφορα επιδόματα αδείας των μηνών αυτών.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το προαναφερόμενο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί η πιο πάνω πλημμέλεια που αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό αυτής, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και επί παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Επομένως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται από τον άνω αναιρετικό λόγο, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων ή εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το τρίτο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, προκειμένου να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης στην εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων της εταιρείας της αναιρεσείουσας και να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτή έχει εξοφλήσει στον αναιρεσίβλητο την αμοιβή του για τις επίδικες υπερωρίες του.

Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερόμενα, ο λόγος αυτός, κατά το προαναφερόμενο μέρος του, είναι απαράδεκτος, αφού με αυτό παραπονιέται η αναιρεσείουσα για παράβαση από την αναιρεσιβαλλομένη διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΙV.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλείψεις, όμως, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία.

Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη ότι δεν αιτιολογεί καθόλου την κρίση της για τη μη απόδειξη της πληρωμής των επίμαχων υπερωριών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η αναιρεσιβαλλομένη αιτιολογεί επαρκώς και με την επιβαλλόμενη πληρότητα και σε σαφές πόρισμα καταλήγει ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες αποδείξεις αφορούν καταβολή στον αναιρεσίβλητο μισθών διαφόρων μηνών, δώρων εορτών, αποδοχών και επιδομάτων αδείας και όχι υπερωριών, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη ότι δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε για να καταλήξει στο πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας συμψηφισμού των καταβαλλομένων στον αναιρεσίβλητο αποδοχών με κάθε τυχόν απαίτηση αυτού για νυκτερινή εργασία και εργασία τις Κυριακές και αργίες, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίζεται το άνω πόρισμά της , δηλαδή δεν περιέχει για το άνω θέμα επαρκείς αιτιολογίες.

Όμως οι ελλείψεις ως προς την αιτιολόγηση του σαφώς διατυπωμένου πορίσματος και την εκτίμηση των αποδείξεων ( στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η κρίση της για το επίμαχο ζήτημα στηρίζεται "στο ως άνω αποδεικτικό υλικό"), δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία και, συνεπώς ο εν λόγω ( πέμπτος ) λόγος κατά το αντίστοιχο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη ότι δεν αναφέρθηκε καθόλου στην προβολή από αυτήν νομίμως της ένστασης συμψηφισμού. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση αυτή, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτή, και δεν μπορεί να θεμελιωθεί ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

Άρα, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το άνω μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και, τέλος, με τον ίδιο ( πέμπτο ) λόγο αναίρεσης αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη ότι, αν είχε λάβει υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά της και τις μισθολογικές καταστάσεις της που αυτή προσκόμισε, θα είχε απορρίψει τα κονδύλια του αναιρεσιβλήτου τα σχετικά με τις αμοιβές για εργασία την Κυριακή, τις εξαιρετέες ημέρες και τη νύκτα κατά παραδοχή της άνω ένστασής της.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, καμιά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Εφετείο και για τα παραπάνω θέματα έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς, ο ίδιος ( πέμπτος ) λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

V.- Κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Για να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου λόγω μη λήψης υπόψη πραγματικού ισχυρισμού ή εσφαλμένης απορρίψεως αυτού, πρέπει να προβληθεί ο ισχυρισμός όχι μόνο στο Πρωτοδικείο αλλά και στο Εφετείο και μάλιστα νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν εξέτασε την ένστασή της για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, παρόλο που έχει πλήρως ικανοποιηθεί για τις αξιώσεις του. Ωστόσο, δεν επικαλείται με ποιο τρόπο επαναφέρθηκε ο ισχυρισμός της αυτός, που είχε προταθεί στην πρωτόδικη δίκη, στο Εφετείο, αν δηλαδή προβλήθηκε με κύριο ή πρόσθετο λόγο της έφεσής της, κατά τα άρθρα 520 και 525 § 1 ΚΠολΔ ή με τις προτάσεις της με πρόσθετο λόγο έφεσης κατά το άρθρο 674 § 1 ΚΠολΔ. Δεν αρκεί η γενική και αόριστη μνεία ότι "προτάθηκε νόμιμα και παραδεκτά". Επομένως, το Εφετείο που δεν απάντησε στον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης και κατά το τελευταίο μέρος του, εφόσον δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-11-2007 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΑ ΣΕΛΟΝΤΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8033/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ