Legislator Case Law & Legislation
1203/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment regarding severance compensation and contract invalidity.

Case Number 1203/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment in a labor dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly applied Article 416 of the Civil Code regarding severance pay and failed to properly invalidate the employment contract. The court rejected these claims, finding that the First Instance Court correctly interpreted the law and provided sufficient reasoning to justify its decision on the compensation and contract termination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 416 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court will dismiss an appeal if the lower court has correctly applied substantive law and provided adequate reasoning, rendering the appeal unfounded.

Keywords

AI generated
labor dispute severance compensation contract invalidity Article 416 Civil Code appeal dismissal legal reasoning court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 416 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1203 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1203/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Λ. του Γ., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαθεοδωρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον πρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Νικολέττα Ραϊτσίου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04-10-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1052/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-05-2024 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό την κρίση, από 15-5-2024 με αριθμ.καταθ.4565/445/15-5-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 171/17-1-2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, επί της από 2-11-2022 με αριθ. καταθ.108376/5652/3-11-2022 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "...", κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 1052/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την οριστική αυτή απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας επί της από 4-10-2021 (αριθμ.καταθ.77188/1940/2021) αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος-ενάγοντος, αφού την είχε απορρίψει ως μη νόμιμη ως προς την αιτούμενη εύλογη χρηματική αποζημίωση και ως προς το τρίτο επικουρικό της αίτημα, της επιδίκασης αποζημίωσης λόγω αποχώρησης του ενάγοντος μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησής του με πλήρη σύνταξη κατ'άρθρο 8 εδ.α'του ν.3198/1955, την είχε κρίνει νόμιμη κατά τα λοιπά και την είχε δεχθεί ως προς τα κύρια αιτήματά της κατ'ουσία και συγκεκριμένα α) είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της από 3(4)-9-2021 καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ-εργοδότη και β) είχε υποχρεώσει το τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και να του καταβάλει, το μεν καταψηφιστικά, το δε αναγνωριστικά, το συνολικό ποσό των (20.000+48.438,34=) 68.438,24 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 4-9-2021 έως 3-3-2023.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση αυτή, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τα ανωτέρω κύρια αιτήματά της που είχαν γίνει δεκτά κατ'ουσία πρωτοδίκως.

Ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το πρώτο (σε συνδ. με το δεύτερο) επικουρικό της αίτημα-της επιδίκασης αποζημίωσης λόγω απομάκρυνσης του ενάγοντος από τον εναγόμενο εργοδότη του μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος, κατ'άρθρο 8 εδ.β'ν. 3198/1955, που είχε κριθεί και πρωτοδίκως νόμιμο μέχρι του ποσού των 15.000 ευρώ, κατ'άρθρο 2 ν.173/1967, όπως τροπ.

με το άρθρο 21 παρ.13 του ν.3144/2003-κατά παραδοχή της, επαναφερθείσας με λόγο έφεσης, εκ του άρθρου 416 ΑΚ ένστασης του εναγομένου-εκκαλούντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από την δημοσίευση της τελευταίας (17-1-2024) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (28-1-2024) δεν παρήλθε διετία (αρθ.552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ.577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (αρθ.577 παρ.3 του ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 167 ΑΚ η καταγγελία είναι απευθυντέα δικαιοπραξία και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, από την περιέλευσή της στον παραλήπτη της (ΑΠ 885/2024, ΑΠ 129/2023, ΑΠ 1127/2019, ΑΠ 982/2017), για την οποία (περιέλευση), απαιτείται και αρκεί, η εγχείριση του εγγράφου που την περιέχει, στο πρόσωπο που αφορά και αυτή μπορεί να γίνει είτε με την παράδοση του εγγράφου στα χέρια του, είτε με νομότυπη επίδοση όταν η φυσική εγχείριση δεν είναι εφικτή (ΑΠ 1127/2019, ΑΠ 982/2017).

Μετά δε την περιέλευση της καταγγελίας σε αυτόν που αφορά δεν μπορεί να γίνει ανάκλησή της από τον καταγγέλλοντα, ακόμη και με τη συναίνεση του παραλήπτη, αφού η ανάκληση έχει νομική ενέργεια μόνο αν γίνει προηγουμένως ή ταυτοχρόνως με την καταγγελία (άρθρο 168 Α.Κ.) ούτε, περαιτέρω, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ότι αυτή δεν αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της, όταν δε γίνεται μετά από προειδοποίηση η λύση της σύμβασης επέρχεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο της προθεσμίας προειδοποίησης (ΑΠ 919/2022, ΑΠ 1206/2020).

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σύμβασης. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική (εφόσον ο νόμος τάσσει προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει ν` ασκηθούν τα σχετικά δικαιώματα, άρθρο 279 ΑΚ) και λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (αρθ.280 ΑΚ), αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (Ολ ΑΠ 1338/1985, ΑΠ 1883/2024, ΑΠ 1909/2023, ΑΠ 48/2023, ΑΠ 344/2021).

Η μη κοινοποίηση δηλαδή της αγωγής στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, που κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης εκ μέρους του εργαζομένου της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, που είναι σχετική (ΑΠ 1883/2024, ΑΠ 48/2023, ΑΠ 1909/2023), και κατ` ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις, της πραγματικής του απασχόλησης και της καταβολής μισθών υπερημερίας (ΑΠ 1909/2023, ΑΠ 48/2023).

Ως εκ τούτου, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία καθίσταται έγκυρη και ο εργαζόμενος δικαιούται να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Η προαναφερθείσα διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητά της (ΑΠ 1909/2023, ΑΠ 48/2023, ΑΠ 344/2021), και υπό την ισχύ του άρθρου 66 του ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α'101/19-6-2021) για τις γενόμενες από τις 19-6-2021 και εντεύθεν καταγγελίες, όπως στην προκείμενη περίπτωση.

Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018).

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται, εν όλω ή εν μέρει, εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 2/2020, ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 293/2023, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014).

Τέλος, κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.

Επομένως, δεν ιδρύεται αν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΑΠ 1740/2023, ΑΠ 1201/2022, ΑΠ 589/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως κατά περιεχόμενο εκτιμάται, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, αληθώς από τον αριθμό 1 (και όχι 1 και 17) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ, και μετά από, κατά παραδοχή αυτής, εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, την αγωγή του ως μη νόμιμη, κατά τα κύρια αιτήματά της α) της αναγνώρισης της ακυρότητας της από 3-9-2021 καταγγελίας, εκ μέρους του αντιδίκου του, της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, άλλως ως καταχρηστικής οφειλόμενης στη ιδιότητά του ως συνδικαλιστικού στελέχους και συνακόλουθα β) της πραγματικής του απασχόλησης και γ) της επιδίκασης μισθών υπερημερίας, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 49 παρ. 1 του πδ 410/1988, όπως αντικ.

με το άρθρο 11 παρ.1 της από 30-12-2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου και 1Α. 4 περ.2 του ν.4093/2012, που δεν ήσαν εφαρμοστέες και κατ'εσφαλμένη ερμηνεία τους τις εφάρμοσε, ως και τις σχετικές με το κύρος της καταγγελίας διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 669 παρ.2, 1, 3 του ν.2112/1920, 5 και 8 του ν.3198/1995, όπως αντικ. με το άρθρο 5 παρ.1 του ν.435/1976, σε συνδ.

αρθ.66 του ν. 4808/2021, και 14 παρ.10 του ν.1264/1982, όπως τροπ. με αρθ.88 του ν.4808/2021, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, ενώ αυτές ήταν εφαρμοστέες, τις οποίες εάν ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε το Εφετείο θα απέρριπτε την έφεση κατ'ουσία και θα επικύρωνε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ως ουσιαστική βάσιμη την αγωγή του ως προς τα άνω κύρια αιτήματά της.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 4-10-2021 (αριθ.εκθ.καταθ.77188/1940/2021) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως κατά περιεχόμενο εκτιμάται, ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] ισχυρίστηκε ότι το εναγόμενο [ήδη αναιρεσίβλητο] ν.π.ι.δ.

με την επωνυμία "ΟΚΑΝΑ-Οργανισμός Κατά των Ναρκωτικών", στο οποίο παρείχε τις υπηρεσίες του ως οδοντίατρος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι η σύμβαση αυτή δεν είχε λυθεί αυτοδικαίως λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησής του, όπως το ίδιο είχε ισχυριστεί στο παρελθόν, την κατήγγειλε για τον ίδιο λόγο με το από 51/20-7-2021 έγγραφό του που του επέδωσε στις 20-7-2021, δηλώνοντάς του ότι η σύμβαση εργασίας του θα λυθεί στις 26-8-2021 και καλώντας τον έκτοτε να απέχει από κάθε υπηρεσία.

Ότι μεταγενέστερα, στις 3-9-2021 το εναγόμενο, του κοινοποίησε την υπ'αριθμ. 3810/2-9-2021 Πράξη του με την οποία, του γνωστοποίησε τη λύση της σύμβασής τους, λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησής του (των 67 ετών), η Πράξη δε αυτή του εναγομένου συνιστά καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εναγομένου η οποία είναι άκυρη, διότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, άλλως διότι εχώρησε προσχηματικώς, λόγω δήθεν συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησής του, το οποίο είχε συμπληρώσει ήδη από τις 31-12-2017, ενώ στην πραγματικότητα έγινε λόγω της ιδιότητας του συνδικαλιστικού στελέχους, του Γενικού Γραμματέα του "...", που κατείχε με λήξη της θητείας του στις 31-10-2021.

Κατόπιν τούτων ο ενάγων ζήτησε α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 3-9-2021 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους του εναγομένου λόγω μη τήρησης των νομίμων προϋποθέσεων, άλλως ως καταχρηστικής, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τον απασχολεί πραγματικά και γ) να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 68.438,34 ευρώ, ως οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 4-9-2021 έως 3-3-2023, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1052/2022 απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή, ως ασκηθείσα, στις 19-10-2021, εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν.3198/1955 από τη λύση της σύμβασης εργασίας με καταγγελία του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου στις 3-9-2021, την δέχθηκε και κατ'ουσίαν, ως προς τα ανωτέρω, υπό τα στοιχεία α, β και γ' κύρια αιτήματά της, και δη αναγνώρισε την ακυρότητα της από 3(4)-9-2021 καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υποχρέωσε το ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ.

να απασχολεί πραγματικά τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα και επιδίκασε σε αυτόν, το μεν καταψηφιστικά, το δε αναγνωριστικά, το συνολικό ποσό των (20.000+48.438,34=) 68.438,34 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 4-9-2021 έως 3-3-2023, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 2-11-2022 (με αριθ.εκθ.καταθ.108376/5652/2022) έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ κατά της άνω οριστικής απόφασης το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 171/2024 απόφασή του, έκρινε βάσιμους τους λόγους της έφεσης για την έλλειψη νομίμου ερείσματος των ανωτέρω κύριων αγωγικών αιτημάτων, και κατά παραδοχή της έφεσης, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή κατά τα άνω αιτήματά της ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία της, προγενέστερης της από 3-9-2021 καταγγελίας, αυτοδίκαιης λύσης της ένδικης σύμβασης εργασίας ιδιωτικού αορίστου χρόνου λόγω συμπλήρωσης του ορίου συνταξιοδότησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ.1 του πδ 410/1988, όπως αντικ.

με το άρθ. 11 παρ.1 της από 30-12-2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, που εφαρμόζεται στο προσωπικό των ν.π.δ.δ. αμιγώς, αλλά και εν προκειμένω, λόγω του δημοσίου σκοπού του εναγομένου ν.π.ι.δ. Περαιτέρω η αγωγή, έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο και κύρια αιτήματα, που μεταβιβάστηκαν ενώπιον του Εφετείου, και συγκεκριμένα α) της αναγνώρισης της ακυρότητας της από 3-9-2021 καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου β) της υποχρέωσης πραγματικής απασχόλησης και γ) της επιδίκασης μισθών υπερημερίας, είναι μη νόμιμη.

Και τούτο διότι για την ιστορούμενη στην αγωγή, υπ'αριθμ. 51/20-7-2021 έγγραφη, μετά από προειδοποίηση, καταγγελία της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ-εργοδότη, επιδοθείσα στον αναιρεσείοντα-εργαζόμενο στις 20-7-2021, ο τελευταίος, ως ενάγων δεν επικαλείται ακυρότητά της, και υποβληθέν αίτημά του, με αγωγή ή ένσταση, για αναγνώριση της ακυρότητάς της, που είναι σχετική, εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν.3198/1955, από τη λύση, στις 26-8-2021, της ένδικης σύμβασης εργασίας, με την πάροδο της προθεσμίας της σχετικής προειδοποίησής του, η οποία (τρίμηνη προθεσμία) λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αλλά ούτε ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής με την ασκηθείσα εντός τριμήνου από τότε ένδικη αγωγή του.

Με ταύτα, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή και κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, παρήλθε άπρακτη η, αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενη υπόψη, τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία προσβολής ως άκυρης της ανωτέρω από 20-7-2021 καταγγελίας, και έτσι αυτή κατέστη έγκυρη και επέφερε τα αποτελέσματά της, δηλαδή τη λύση της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με την πάροδο της αναφερόμενης προθεσμίας προειδοποίησης, στις 26-8-2021, μετά δε την περιέλευσή της στον αναιρεσείοντα-εργαζόμενο στις 20-7-2021, η καταγγελία αυτή δεν ανακαλείται, είτε με μεταγενέστερη δήλωση του καταγγέλλοντος εργοδότη του, είτε με συμφωνία τους.

Επομένως, μετά την επελθούσα, στις 26-8-2021, λύση της ένδικης σύμβασης εργασίας κατά τα ανωτέρω, δεν νοείται μεταγενέστερη, νέα "καταγγελία" της, εκ μέρους του αναιρεσίβλητου στις 3-9-2021, όπως υπολαμβάνει και ιστορεί ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην ένδικη αγωγή του, με την οποία, επικαλούμενος την ακυρότητα αυτής, της από 3-9-2021, "καταγγελίας" για τους αναφερόμενους, κύριους και επικουρικό, λόγους, ζητεί να αναγνωριστεί αυτή ως άκυρη, ούτε δικαιούται να αξιώνει την πραγματική του απασχόληση από τον τέως εργοδότη του και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, αλλά μόνο την καταβολή αποζημίωσης λόγω λύσης της σύμβασης εργασίας του με έγκυρη καταγγελία.

Έτσι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν ερείδονται στο νόμο τα κύρια αγωγικά αιτήματα, της αναγνώρισης της ακυρότητας της από 3-9-2021 καταγγελίας για τους αναφερόμενους λόγους, της υποχρέωσης του ήδη αναιρεσίβλητου για πραγματική απασχόληση του ήδη αναιρεσείοντος και της επιδίκασης σε αυτόν μισθών υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα μετά τη λύση ένδικης σύμβασης εργασίας, με συνέπεια το μη νόμιμο της αγωγής κατά το μέρος τούτο, που επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Συνεπώς, το Εφετείο, κρίνοντας την αγωγή κατά τα προαναφερόμενα αιτήματά της, ως μη νόμιμη, όπως και ήταν κατά τα ανωτέρω, και κατά παραδοχή της έφεσης, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, την απέρριψε κατά το μέρος τούτο ως μη νόμιμη, ορθά κατ'αποτέλεσμα έκρινε, αν και με την ανωτέρω εσφαλμένη αιτιολογία, καθόσον οι διατάξεις του άρθρου 49 του πδ 410/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 11 παρ.1 της από 30-12-2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (που κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4366/2016) σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 5 παρ.2 και 3 του ν.3801/2009, προβλέπουν την αυτοδίκαιη λύση συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου λόγω συμπλήρωσης του ορίου συνταξιοδότησης για το προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ.

τα οποία και μόνο υπάγονται στο Κεφάλαιο Β του πδ 410/1988, και όχι και τα ν.π.ι.δ, ακόμη και εάν αυτά εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό, όπως το αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Οι διαλαμβανόμενες, στην τελευταία περικοπή του δεύτερου σκέλους του ίδιου λόγου αναίρεσης, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή της έφεσης και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, απέρριψε την αγωγή κατά ανωτέρω μέρος ως μη νόμιμη, και δεν προχώρησε στην ουσιαστική της έρευνα, ενώ η στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Τέλος, με το τρίτο και τελευταίο σκέλος του ίδιου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασής της, αλλά και στην τελευταία, για τον τρόπο και το χρόνο λύσης της ένδικης σύμβασης εργασίας λόγω της συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησής του.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο επιχειρείται να αποδοθεί στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, το μεν διότι η επικαλούμενη αντίφαση μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού της δεν ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 474/2024, ΑΠ 1139/2022, ΑΠ 745/2019), κατά τα λοιπά δε, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν γίνεται επίκληση εκ πλαγίου παραβίασης διάταξης ουσιαστικού δικαίου, ούτε αναφέρεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, αλλά ούτε και εκτίθενται στοιχεία προσδιοριστικά του "ζητήματος", επί του οποίου η επικαλούμενη αντίφαση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως κρίσιμου, δηλαδή επί ζητήματος αναφορικά με προβληθέντα ισχυρισμό, θεμελιωτικό ή καταλυτικό, συγκεκριμένου επιδίκου δικαιώματος, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 109/2020).

Από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 236, 361 και 424 εδ, α` ΑΚ, συνάγεται ότι για να έχει αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής η εκπλήρωση της παροχής, που συντελείται με καταβολή, πρέπει αυτή να είναι προσήκουσα, δηλαδή να υπάρχει ταυτότητα οφειλόμενης και καταβαλλόμενης παροχής, ώστε ο δανειστής να λαμβάνει ό,τι δικαιούται να αξιώσει από τον οφειλέτη σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση και να γίνει (η καταβολή) προς τον δανειστή ή προς τρίτο δεκτικό καταβολής (ΑΠ 1411/2024, ΑΠ 1118/2022, ΑΠ 1019/2020, ΑΠ 1313/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 844/2022, ΑΠ 790/2020).

Το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. (ΑΠ 1678/2023, ΑΠ 356/2022, ΑΠ 444/2019).

Περαιτέρω, αβάσιμος, κατά το άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ, είναι ο λόγος αναίρεσης, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η απόφαση που προσβάλλεται δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά και από την ίδια την απόφαση προκύπτει το αντίθετο (ΑΠ 1330/2022). Εξάλλου, με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης ή μη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1567/2024, ΑΠ 1521/2021, ΑΠ 235/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως το περιεχόμενό του εκτιμάται, ο αναιρεσείων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 19 και 20 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας κατ'ουσία το επικουρικό αγωγικό του αίτημα για καταβολή της εκ του άρθρου 8 εδ.β'ν.3198/1955, αποζημίωσης, ποσού, κατ'ανώτατο όριο 15.000 ευρώ, κατ' άρθρο 2 ν.173/1967, όπως τροπ.

με το αρθ. 21 του 13 του ν.3144/2003, κατά παραδοχή της, επαναφερθείσας ενώπιόν του, εκ του άρθρου 416 ΑΚ ένστασης του αντιδίκου του, και κατά παράβαση της διάταξης αυτής, δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο δεν του κατέβαλε την ανωτέρω αποζημίωση, ως και ότι ελήφθη μόνο η υπ'αριθμ. 4436/6-10-2021 απόφαση του Προέδρου του ΔΣ του για την καταβολή της, 34 ημέρες μετά την καταγγελία της σύμβασής του- όταν ήταν αυτή καταβλητέα-χωρίς καν να διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του παραδοχή εάν το αναιρεσίβλητο του κατέβαλε την αποζημίωση αυτή και πότε.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, καθό μέρος επιχειρείται να αποδοθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι αόριστος, καθόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται μόνο ο αριθμός της άνω, σχετικής, διάταξης, και δεν εκτίθεται οποιοδήποτε άλλο από τα απαιτούμενα, κατά τη σκέψη που προηγήθηκε, στοιχεία για τη θεμελίωσή του και συγκεκριμένα δεν αναφέρονται τα έγγραφα, των οποίων το περιεχόμενο φέρεται να παραμορφώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, το αληθινό περιεχόμενό τους, το διαφορετικό περιεχόμενο που το Εφετείο δέχθηκε ότι έχουν, ο ουσιώδης ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα αυτά και η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωσή τους στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ως προς τις λοιπές επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο υπό κρίση λόγος είναι πρωτίστως αβάσιμος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι το Εφετείο με τις σχετικές με την εκ του άρθρου 416 ΑΚ ένσταση εξόφλησης παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή , κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της κατά το μέρος τούτο, δεν δέχθηκε τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο αναιρεσείων, αλλά από την ίδια την απόφασή του προκύπτει το αντίθετο, δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο κατέβαλε στον αναιρεσείοντα το ποσό της ένδικης αποζημίωσης προς πλήρη εξόφλησή της.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η αγωγή, ως προς το επικουρικό της αίτημα, της επιδίκασης αποζημίωσης λόγω απομάκρυνσης του ενάγοντος-εργαζομένου από το εναγόμενο-εργοδότη του μετά από τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος, κατ'άρθρο 8 εδ.β'ν.3198/1955, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής- που είχε κριθεί και πρωτοδίκως νόμιμο, μέχρι το ποσό των 15.000 ευρώ, κατ'ανώτατο όριο, κατά το άρθρο 2 ν.173/1967, όπως τροπ.

με το αρθ. 21 του 13 του ν.3144/2003- απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της εκ του άρθρου 416 ΑΚ ένστασης εξόφλησης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, δεχόμενο το Εφετείο ανελέγκτως τα εξής: ".... το εναγόμενο κατέβαλε στον ενάγοντα ανάλογη αποζημίωση, με τους περιορισμούς που προβλέπει ο νόμος και συγκεκριμένα:

Δεδομένου ότι οι μηνιαίες αποδοχές του κατά τον τελευταίο μήνα απασχόλησής του ανέρχονταν σε 3.802,13 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της προσωπικής διαφοράς και του γεγονότος ότι την 12-11-2012, ημερομηνία δημοσίευσης του ν.4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής ν.4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (ΦΕΚ Α 222) και ειδικότερα με την υποπαράγραφο ΙΑ.12 αυτού, ο ενάγων δεν είχε συμπληρώσει 16 έτη στο εναγόμενο, δικαιούταν ως αποζημίωση το 40% της αποζημίωσης των 12 μηνών απασχόλησης (αρθ.8 εδ.β'ν.3198/1955) βάσει των τακτικών αποδοχών που ελάμβανε κατά τον τελευταίο μήνα της εργασίας του.

Το 40% οφειλόταν στο γεγονός ότι ήταν επικουρικά ασφαλισμένος και δικαιούταν επικουρική σύνταξη. Λόγω δε ένταξης των μισθωτών του εναγομένου στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων από το έτος 2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας έπαυσαν να καταβάλλονται. Ωστόσο, επειδή το ποσό της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στον ενάγοντα, ανέρχεται σε 18.250,22 ευρώ (3.802,13 ευρώ Χ 12 Χ 40%) και ήδη, δυνάμει του άρθρου 2 του ν. 173/1967, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 παρ.13 ν. 3144/2003 (Α 111/8-5-2003), δεν επιτρέπεται η καταβολή αποζημίωσης από το εναγόμενο, που αποτελεί ν.π.ι.δ.

επιχορηγούμενο εξ ολοκλήρου από το κράτος, ανώτερης του ποσού των 15.000 ευρώ, καταβλήθηκε στον ενάγοντα το προβλεπόμενο όριο αποζημίωσης, σχ. υπ'αριθμ. 4434/2021 Απόφαση του Προέδρου του ΔΣ, του εναγόμενου, υπ'αριθμ. 4436/2021 Απόφαση με ..., υπ'αριθμ. 1800/2021 χρηματικό ένταλμα πληρωμής και τα λοιπά αποδεικτικά έγγραφα που αποδεικνύουν την από Σεπτεμβρίου 2021 Υποβολή κατάστασης μισθοδοσίας προς την Ενιαία Αρχή Πληρωμής, μέσω της οποίας γίνεται η εξόφληση μισθοδοσίας και των αποζημιώσεων, όπως προκύπτει από το υπ'αριθμ.

πρωτ. ... 2016 έγγραφο και σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα πληρωμής. Ως εκ τούτου ουδέν οφείλεται στον ενάγοντα κατά τις αξιώσεις του της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής, δεκτής γενόμενης της νομίμως προταθείσας στον πρώτο βαθμό ένστασης εξόφλησης (αρθ.416 ΑΚ), αλλά και του έβδομου λόγου σχετικού εφέσεως με τον οποίο εισάγεται σχετικό παράπονο".

Έτσι, κατά τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, το Εφετείο δέχθηκε, αντίθετα με όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων στον υπό κρίση λόγο αναίρεσης, καταβολή του αναιρεσιβλήτου προς τον ίδιο και δη συγκεκριμένη, με την από Σεπτεμβρίου 2021 σχετική κατάσταση που εξέδωσε και δυνάμει του υπ'αριθμ. 1800/2021 χρηματικού εντάλματος, και προσήκουσα, με ταυτότητα της οφειλόμενης και καταβαλλόμενης παροχής, ώστε αυτός, ως δανειστής να λάβει ό,τι εδικαιούτο να αξιώσει από το αναιρεσίβλητο οφειλέτη του ως αποζημίωση κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, την οποία και αξίωνε επικουρικά με την ένδικη αγωγή του, νομιμότοκα από την επίδοση αυτής-και όχι προγενέστερα, από τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους του αναιρεσίβλητου-κι έτσι επήλθε απόσβεση της σχετικής ενοχής του τελευταίου κατ'άρθρο 416 ΑΚ.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ και δεν την παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της διάταξης αυτής και δικαιολογούν την εφαρμογή της και την παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία επαναφέρθηκε η εκ του άρθρου 416 ΑΚ ένστασή του, και η, κατά παραδοχή της, ουσιαστική απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος.

Την ίδια δε διάταξη δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου το Εφετείο, με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της, όσον αφορά την απόσβεση ή μη της ένδικης αξίωσης αποζημίωσης, με καταβολή, αλλά εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στη διάταξη αυτή.

Επομένως, όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τις λοιπές αιτιάσεις του στον υπό κρίση δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επικαλούμενος τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του νομίμου αιτήματός του (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-5-2024 και με αριθ.καταθ.4565/445/15-5-2024 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 171/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2025.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ