Legislator Case Law & Legislation
1203/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on car accident damages, rejecting factual review of evidence assessment.

Case Number 1203/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding car accident damages. The appellant argued that the lower court failed to properly apply common sense and ignored key facts establishing their sole liability. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant's complaints concerned the evaluation of evidence and factual findings, which are not subject to appellate review under Greek civil procedure law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the factual evaluation of evidence or the application of common sense by the lower court in civil proceedings.

Keywords

AI generated
appellate review limitations evaluation of evidence common sense application civil procedure law factual findings car accident liability inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 681 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1203 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1203/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Ν., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ρ. του Χ., κατοίκου Θεσσαλονίκης και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρόνη Χατζημιχαήλ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την κατατεθείσα στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθμό 4236/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και μετά την έκδοση της 4518/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15201/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1627/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 22-6-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1390/136/25-6-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1627/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ. υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα ( ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).

Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος ( ΑΠ 1180/2023, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1219/2023, ΑΠ 821/2023, ΑΠ 789/2022, ΑΠ 1204/2021, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 658/2021, ΑΠ 502/2020, ΑΠ 551/2020).

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (ΑΠ 1219/2023, ΑΠ 821/2023, ΑΠ 521/2021, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 607/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 1060/2017). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.

δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 998/2021, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.), αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)], ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση) και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων, ούτε επίσης και τα επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν τα ανωτέρω προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.

ΑΠ 14/2004, ΑΠ 231/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 833/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.

ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).

Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.

ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1320/2023, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 688/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 75/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1627/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα : "Στις 27-11-2013 και ώρα 12.15' περίπου, ο ενάγων - εναγόμενος Α.

Π. (ήδη αναιρεσείων), οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής SAAB, ιδιοκτησίας του και εκινείτο στην αριστερή λωρίδα της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Εδέσσης, με κατεύθυνση από Θεσσαλονίκη προς Χαλκηδόνα. Στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της εθνικής οδού, έχοντας την ίδια κατεύθυνση (προς Χαλκηδόνα), εκινείτο το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ΗΜΝ - ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής, HYUYDAI, το οποίο οδηγούσε ο ενάγων-εναγόμενος Ε. Ρ. (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του αστική ευθύνη, στην εναγόμενη -ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη).

Όταν τα αυτοκίνητα βρίσκονταν στο 28,3° χιλιόμετρο της οδού , ο ενάγων Α. Π., το αυτοκίνητο του οποίου ελαφρώς προπορεύονταν, σχετικά με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ε. Ρ., άλλαξε αιφνίδια λωρίδα κυκλοφορίας, από την αριστερή στη δεξιά, προκειμένου να αποφύγει σύγκρουση με αγνώστων στοιχείων όχημα (κλειστό φορτηγάκι τύπου VAN), που εκινείτο μπροστά από αυτόν και το οποίο τροχοπέδησε, προκειμένου να εισέλθει στην τρίτη πρόσθετη λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία εξυπηρετεί τα οχήματα, οι οδηγοί των οποίων προτίθενται να στρίψουν αριστερά προς "Βαλτοχώρι".

Κατά την αλλαγή της λωρίδας δεν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του ενάγοντα-εναγομένου Ε. Ρ., που εκινείτο ομόρροπα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και πλησίαζε το προπορευόμενο στην αριστερή λωρίδα αυτοκίνητό του. Μόλις το αντιλήφθηκε, για να αποφύγει τη σύγκρουση πραγματοποίησε απότομο ελιγμό επαναφοράς προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, το οποίο προσέκρουσε αρχικά με την εμπρόσθια αριστερή γωνία στα μεταλλικά στηθαία της οδού.

Στη συνέχεια, λόγω της ελαστικότητας των μεταλλικών στηθαίων και της αυξημένης ταχύτητας, περιστρεφόμενο εκτράπηκε προς τα δεξιά, διέσχισε διαγώνια το οδόστρωμα, εξήλθε από αυτό και προσέκρουσε με την πλαϊνή αριστερή του επιφάνεια στο ύψος της μεσαίας κολώνας στη τσιμεντένια κολώνα φωτισμού, την οποία έσπασε και τελικά ακινητοποιήθηκε πλησίον της ξύλινης κολώνας του ΟΤΕ.

Την ίδια χρονική στιγμή, ο ενάγων -εναγόμενος Ε. Ρ., πραγματοποίησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει την πρόσκρουση με το προαναφερόμενο αυτοκίνητο (SAAB), που εισήλθε αιφνίδια στο ρεύμα πορείας του, με αποτέλεσμα να εξέλθει από το οδόστρωμα και στην προσπάθειά του να επαναφέρει το όχημα εντός αυτού, πραγματοποιώντας αριστερό ελιγμό, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, το οποίο , έκανε αναστροφή και πλαγιολισθαίνοντας προσέκρουσε με την εμπρόσθια δεξιά και την οπίσθια δεξιά γωνία στο μεταλλικό στηθαίο της οδού, εκτράπηκε από την πορεία του και ακινητοποιήθηκε στη δεξιά πλευρά της οδού, στο ρεύμα πορείας προς Χαλκηδόνα.

Από τις προαναφερόμενες συγκρούσεις στο μεταλλικό στηθαίο και στην κολώνα φωτισμού υπέστησαν αμφότερα τα οχήματα εκτεταμένες υλικές ζημίες και τραυματίστηκε ο ενάγων Α. Π., ο οποίος υπέστη κατάγματα πλευρών (4ης και 6ης πλευράς δεξιά, 4ης, 8ης και 10ης πλευράς ΑΡ) και κάταγμα κλείδας ΑΡ. Τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις κατευθύνσεις των οχημάτων και τη θέση αυτών στο οδόστρωμα, αποδεικνύονται από τη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα, που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Α.Τ Χαλκηδόνας, που μετέβησαν στον τόπο του ατυχήματος, τα οποία διαπίστωσαν και κατέγραψαν την πορεία του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ενάγων-εναγόμενος Α. Π. στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και την πορεία του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης, αλλά διαπιστώθηκαν φθορές στο μεταλλικό στηθαίο ασφαλείας στο μέσον της οδού, προερχόμενες και από τα δύο αυτοκίνητα που προσέκρουσαν σε αυτό , αφήνοντας ίχνη μπλέ χρώματος το υπ' αριθμ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο (SAAB) και ασημί χρώματος το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (HYUYDAI) και αποτυπώθηκαν οι τελικές θέσεις των οχημάτων, όπως παραπάνω αναφέρονται. Για τη σύνταξη της έκθεσης αυτοψίας λήφθηκαν υπόψη οι δηλώσεις των προαναφερόμενων οδηγών των εμπλεκομένων οχημάτων, οι οποίοι ερωτηθέντες στον τόπο του ατυχήματος από τον ανθυπαστυνόμο Α.

Σ., απήντησαν επί λέξει, ο μεν οδηγός Α. Π. ότι "όλα έγιναν ξαφνικά και ακαριαία, προσέκρουσα στο μεταλλικό στηθαίο ασφαλείας και στη συνέχεια εκτράπηκα προς τα δεξιά της πορείας μου", ο δε οδηγός Ε. Ρ. ότι "το άλλο αυτοκίνητο χτύπησε αρχικά στις μπάρες και εκτράπηκε δεξιά, περνώντας από μπροστά μου, χωρίς να τρακάρουμε, με αποτέλεσμα να χάσω το έλεγχο και για να αποφύγω τη σύγκρουση χτύπησα και εγώ στις μπάρες".

Με βάση τις αρχικές δηλώσεις των οδηγών, τις φθορές και τις στρεβλώσεις των επιφανειών των αυτοκινήτων, που υπέστησαν από την πρόσκρουση στα μεταλλικά στηθαία ασφαλείας, δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί από τα αστυνομικά όργανα τυχόν επαφή των οχημάτων μεταξύ τους και για το λόγο αυτό στην παράγραφο 17 της έκθεσης αυτοψίας αναγράφηκε ότι δε διαπιστώθηκε επαφή μεταξύ των δύο οχημάτων, ούτε συμμετοχή άλλου τρίτου οχήματος εμπλακέντος στο τροχαίο ατύχημα, στο δε βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων καταγράφηκε ότι έλαβε χώρα εκτροπή των οχημάτων στην εθνική οδό Θεσσαλονίκης - Έδεσσας στο 28,3 χιλιόμετρο αυτής και πρόσκρουση αυτών στο μεταλλικό στηθαίο.

Στην αναφορά την οποία μεταγενέστερα από το χρόνο του ατυχήματος συνέταξε ο ανθυπαστυνόμος Α. Σ., ο οποίος επιλήφθηκε, ως επικεφαλής, του τροχαίου ατυχήματος και συνομίλησε με τους οδηγούς, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι δεν αποκλείεται ενδεχόμενη επαφή των εμπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα οχημάτων (βλ. νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη αναφορά του ανθυπαστυνόμου Α.

Σ.). Ο ενάγων-εναγόμενος Α. Π. ισχυρίζεται ότι η έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι το τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο, εκτός από τις εκτεταμένες υλικές ζημίες του αυτοκινήτου του, τραυματίστηκε και ο ίδιος σοβαρά, οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού Ε.

Ρ.. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ο ίδιος, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου Θεσσαλονίκης, με συνεπιβαίνοντα στη θέση του συνοδηγού τον πελάτη του Ε. Σ., οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην Ε.Ο Θεσσαλονίκης- Εδέσσης, με κατεύθυνση προς Χαλκηδόνα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, που απείχε 1,5 μέτρο από τη διαχωριστική νησίδα.

Η ταχύτητα του ανήρχετο σε 100 χιλ/ωρα, ότι μπροστά από αυτόν προπορεύονταν ένα αγνώστων στοιχείων φορτηγό και πίσω στην ίδια (αριστερή) λωρίδα κυκλοφορίας ακολουθούσε το αυτοκίνητο του εναγομένου- ενάγοντος Ε. Ρ.. Ότι το προπορευόμενο φορτηγό αυτοκίνητο τροχοπέδησε προκειμένου να στρίψει αριστερά από το σημείο της οδού, όπου σχηματίζεται πρόσθετη τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας για τα αυτοκίνητα που κατευθύνονται προς "Βαλτοχώρι", με αποτέλεσμα να αναγκασθεί να τροχοπεδήσει ελαφρώς, συνεχίζοντας την ίδια ευθεία πορεία.

Τη χρονική αυτή στιγμή ο εναγόμενος, ο οποίος οδηγούσε το με στοιχεία κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με ταχύτητα που ανέρχεται σε 110 χιλ/ώρα και δεν τηρούσε την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημά του, προσπαθώντας να τον προσπεράσει από δεξιά, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του, στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του δικού του αυτοκινήτου, το οποίο από την πρόσκρουση εκτράπηκε προς τα αριστερά, κτύπησε με το αριστερό μπροστινό μέρος στη διαχωριστική νησίδα και στη συνέχεια περιστρεφόμενο εκτράπηκε προς τα δεξιά, προσέκρουσε σε τσιμεντένια κολώνα του ΟΤΕ εκτός οδοστρώματος, όπου ακινητοποιήθηκε.

Τα παραπάνω αναφερόμενα περιστατικά που στοιχειοθετούν, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος Α. Π., τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα και εξελίχθηκε το επίδικο τροχαίο ατύχημα, κατέθεσε στα πλαίσια της ποινικής προδικασίας για πρώτη φορά στις 16.4.2013 ενώπιον του αρμοδίου προανακριτικού υπαλλήλου, μετά την ανάρρωσή του από τον τραυματισμό που υπέστη κατά το τροχαίο ατύχημα.

Τα ίδια περιστατικά κατέθεσε στα πλαίσια της ποινικής προδικασίας στις 5.6.2014 ο επιβαίνων στο αυτοκίνητο μάρτυρας Ε. Σ., τα οποία επιβεβαίωσε και στη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 118/2015 ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λασιθίου. Ο παραπάνω όμως ισχυρισμός του ενάγοντα-εναγομένου Α.

Π. ότι ο εναγόμενος οδηγός Ε. Ρ. εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, πίσω από το δικό του αυτοκίνητο, το οποίο δέχθηκε οπίσθιο κτύπημα, δεν αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, από την αρχική δήλωσή του αμέσως μετά το ατύχημα στον ανθυπαστυνόμο Α. Σ., προκύπτει σαφώς ότι ανέφερε περί εκτροπής και πρόσκρουσης του αυτοκινήτου του στο μεταλλικό στηθαίο ασφαλείας, χωρίς να αναφέρει ότι δέχθηκε οπίσθιο κτύπημα από το αυτοκίνητο του εναγομένου.

Η έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στο σημαντικό αυτό ζήτημα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το μετατραυματικό σοκ που υπέστη, καθόσον είχε πλήρεις τις αισθήσεις του, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι οι δηλώσεις των οδηγών αποτελούν την πρώτη αυθόρμητη κατάθεση για τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος.

Επί πλέον, από τις φωτογραφίες που περιέχονται στη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη τεχνική έκθεση του πραγματογνώμονα Φ. Κ., που συντάχθηκε κατ' εντολή του ενάγοντος Α. Π., η οπίσθια δεξιά γωνία του αυτοκινήτου του, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του δέχθηκε βίαιο κτύπημα, στο οποίο οφείλεται η ώθηση και εκτροπή του αυτοκινήτου του, δε φέρει ζημία από ισχυρή σύγκρουση (ο προφυλακτήρας και το οπίσθιο δεξιό φτερό δεν έχουν καμμία βλάβη), ενώ υπάρχουν μόνο μικρού μήκους εκδορές, από τις οποίες δεν δικαιολογείται η επικαλούμενη νωτομετωπική σύγκρουση.

Επίσης, στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του φερομένου ως ζημιογόνου υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου (HYUDAI) δεν υπάρχουν στρεβλώσεις με φορά από εμπρός προς τα πίσω, ούτε ζημία στο αριστερό φτερό, φανάρι, οι οποίες, σε περίπτωση πρόσκρουσης ήταν αναμενόμενες. Ίχνη μπλέ χρώματος του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...

αυτοκινήτου (SAAB) αποτυπώθηκαν στην επιφάνεια του εμπρόσθιου προφυλακτήρα του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου (HYUDAI), από την έκταση και μορφή των οποίων (παράλληλες γραμμές), προκύπτει ότι στιγμιαία τα δύο αυτοκίνητα ήρθαν σε επαφή κατά τη διάρκεια των περιστροφών τους στο οδόστρωμα, μέχρι να καταλήξουν στην τελική τους θέση (βλ.

έκθεση πραγματογνωμοσύνης της "... ΟΕ"). Εξάλλου, σε περίπτωσης νωτομετωπικής σύγκρουσης το προπορευόμενο υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο (SAAB) θα έπρεπε να ωθηθεί μπροστά σε ευθεία πορεία, ενώ αυτό προσέκρουσε υπό γωνία στο μεταλλικό στηθαίο της οδού, καθόσον υπέστη ζημία στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο οδηγός του πραγματοποίησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος - εναγομένου Α. Π., ο οποίος, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, εισήλθε αιφνίδια και ανεξέλεγκτα από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Ε.Ο Θεσσαλονίκης - Εδέσσης, όπου εκινείτο, στη δεξιά, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και να αναγκάσει τον ενάγοντα-εναγόμενο οδηγό Ε. Ρ., ο οποίος εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση, να κινηθεί εκτός οδοστρώματος και να επακολουθήσουν οι εκτροπές των αυτοκινήτων, οι προσκρούσεις στο διαχωριστικό στηθαίο, όπως παραπάνω περιγράφονται και η στιγμιαία επαφή τους, ενώ περιστρέφονταν ανεξέλεγκτα στο οδόστρωμα.

Συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος του εναγομένου Ε. Ρ. δεν αποδείχθηκε καθόσον εκινείτο με ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 90 χιλ/ωρα στο ρεύμα πορείας του. Στο σημείο αυτό πρέπει να ειπωθεί ότι ο τελευταίος, με την ιδιότητα του στρατιωτικού, παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Αεροδικείου Θεσσαλονίκης για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του οδηγού Α.

Π. και απαλλάχθηκε με την υπ' αριθμ. 12/2015 απόφαση του προαναφερόμενου Δικαστηρίου. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων Ε. Ρ., ιδιοκτήτης του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, με το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συνήψε σύμβαση μικτής ασφάλισης με την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΑΑΕ" , στην οποία περιλαμβάνονταν και οι ίδιες ζημίες του αυτοκινήτου του, με απαλλαγή 300 ευρώ. Για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών του αυτοκινήτου, που προκλήθηκαν κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα κατέβαλε το συνολικό ποσό των 3044,25 ευρώ και ειδικότερα για την αγορά ανταλλακτικών (φανός, φτερό, προφυλακτήρας, τραβέρσα, μάσκα, φίλτρο αέρος, ζάντα) 1236 ευρώ με τον ΦΠΑ, για τεχνικές εργασίες φανοποιού, μηχανικού (αλλαγή γέφυρας, ψαλίδι μπουκάλα 651, 90 ευρώ και για βαφή των βλαβέντων μερών 676,50 ευρώ.

Η πρώτη ενάγουσα, ασφαλιστική εταιρεία, κατέβαλε στο δεύτερο ενάγοντα-ασφαλισμένο της, με βάση την καταρτισθείσα σύμβασ , το ποσό των 2740 ευρώ, όπως προκύπτει από την 26.3.2015 απόδειξη. Με την καταβολή της αποζημίωσης υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του ασφαλισμένου της, τα οποία δικαιούται να διεκδικήσει από τον υπαίτιο οδηγό του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και την ασφαλιστική του εταιρεία... Επίσης αποδείχθηκε ότι το ζημιωθέν αυτοκίνητο, μάρκας HYUNDAI ACCENT μοντέλο 2006, δεν επλήγη σε καίρια σημεία του και τα βλαβέντα μέρη αποκαταστάθηκαν με επιμελή επισκευή.

Συνεπώς δεν υπέστη μείωση της εμπορικής του αξίας και το σχετικό αγωγικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Περαιτέρω ο δεύτερος ενάγων ζημιώθηκε το υπόλοιπο ποσό των υλικών ζημιών, που αντιστοιχεί στο ποσό της συμβατικής απαλλαγής, δηλαδή 300 ευρώ. Το Δικαστήριο εκτιμώντας τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το τροχαίο οδικό ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού, την έκταση των υλικών ζημιών, τη στεναχώρια που δοκίμασε εξαιτίας του ατυχήματος ο ενάγων και την ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκε για την επισκευή του αυτοκινήτου του, την οικονομική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, κρίνει ότι πρέπει επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 200,00 ευρώ, το οποίο μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 ΑΚ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της επίδικης σύγκρουσης είναι ο εναγόμενος Ε. Ρ. και στη συνέχεια, αφού απέρριψε την αγωγή του, δέχθηκε εν μέρει τη συνεκδικαζόμενη αγωγή του ενάγοντα Α. Π., έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς, με βάση τις παραπάνω παραδοχές πρέπει : α) να απορριφθεί η έφεση του εκκαλούντα Α. Π. ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 183 ,186 Κ.Πολ.Δ), β) να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η έφεση του εκκαλούντα Ε.

Ρ., να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να διαταχθεί η επιστροφή του προκαταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ.3 Κ.ΠολΔ). Στη συνέχεια πρέπει να κρατηθούν οι αγωγές προς συνεκδίκαση , οι οποίες είναι νόμιμες (άρθρα 914, 926, 929, 297,298, 330 εδ,β',345, 346 ΑΚ, 2,4,9 10 του ν. Γ/7Ν/1911, 1,4,5,6, 10 του ΠΔ 237/1986 με το οποίο κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του Ν.489/1976, 14 παρ.1.

Ν.2496/1997), να απορριφθεί, για τους προαναφερόμενους λόγους, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η υπ' αριθμ. κατάθεσης 10884/2015 αγωγή, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η συνεκδικαζόμενη υπ' αριθμ. κατάθεσης 4236/2015 αγωγή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι σε ολόκληρο να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα 2740 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα 500 ευρώ (300+200), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο: Α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10-1-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1050/201/16-1-2018 έφεση του εκκαλούντος - ενάγοντος - εναγόμενου Α. Π. και ήδη αναιρεσείοντος, Β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 29-11-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 116344/4816/29-11-2017 έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων - εναγομένων Ε.

Ρ. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Α.Α.Ε." και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα και αφού εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη - πρωτόδικη υπ' αριθμ. 15201/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης [ με την οποία είχε κριθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και του επελθόντος αποτελέσματος αυτής ήταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος και κατόπιν αυτού:

α) είχε απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η από 24-3-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4236/2015) αγωγή του πρώτου και της δεύτερης αναιρεσίβλητης και β) είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 19-5-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 10884/2015) αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε επιδικαστεί σε αυτόν το ποσό των 15.888,37 ευρώ συνολικά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης], κράτησε και δίκασε εκ νέου κατ' ουσίαν τις ως άνω αγωγές και αφού δέχθηκε ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο αναιρεσείων, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 19-5-2015 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 10884/2015) αγωγή αυτού και δέχθηκε κατά ένα μέρος ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 24-3-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4236/2015) αγωγή των αναιρεσίβλητων και επιδίκασε τα ανωτέρω αναφερόμενα χρηματικά ποσά σε καθένα από αυτούς και δη το ποσό των 500 ευρώ συνολικά στον πρώτο αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και το ποσό των 2.740 ευρώ στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση.

Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη, την ένστασή του, (όπως ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει το σχετικό ισχυρισμό) ότι η τροχαία Χαλκηδόνας συνέταξε την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα βασιζόμενη αποκλειστικά και μόνο στα λεγόμενα του πρώτου αναιρεσίβλητου, αμέσως μετά το επίδικο ατύχημα, αφού ο ίδιος (αναιρεσείων) ήταν βαριά τραυματισμένος και είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο και ενώ στον τόπο του ατυχήματος είχε παραμείνει ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με την καθοδήγηση του οποίου συντάχθηκαν από την τροχαία τα έγγραφα αυτά και χωρίς να ερωτηθεί ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας και συνεπιβάτης του αναιρεσείοντος Ε.

Σ., ο οποίος επίσης είχε παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος μετά την απομάκρυνση του ιδίου (αναιρεσείοντος) με ασθενοφόρο και, επομένως, τα έγγραφα αυτά δεν στηρίζονται στα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά συνέβησαν, αλλά σε αυτά που ο πρώτος αναιρεσίβλητος παρουσίασε ως πραγματικά στην τροχαία. Ο ερευνώμενος αυτός, πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το ως άνω πρώτο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος προεχόντως, ως απαράδεκτος, καθόσον :

α) ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. και δη, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό - ένσταση, όπως ο αναιρεσείων τον χαρακτηρίζει, αλλά συνιστά πραγματικό του επιχείρημα, που κατατείνει στην υποστήριξη των απόψεών του και της δικής του εκδοχής, αναφορικά με τις συνθήκες και τις αιτίες του ένδικου ατυχήματος και β) υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτό, πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά τις συνθήκες και την υπαιτιότητα στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το κεφάλαιο αυτό (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε, καταλήγοντας σε αντίθετο πόρισμα από αυτό που ο ίδιος θεωρεί ως ορθό.

Ακολούθως με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του: α) την έγγραφη διορθωτική αναφορά του υπαστυνόμου Α.

Σ., η οποία έγινε μετά από την αμφισβήτηση από τον αναιρεσείοντα των συνθηκών του ατυχήματος και β) τις ένορκες καταθέσεις του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα Ε. Σ. και ειδικότερα την από 5-6-2014 προανακριτική κατάθεσή του και την υπ' αριθμ. 118/2015 και ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λασιθίου. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα : "Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα και την ανωμοτί εξέταση του διαδίκου Α.

Π. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι από 13.7.2014 και Ιανουάριος 2015 τεχνικές εκθέσεις των πραγματογνωμόνων Φ.

Κ. και της ομόρρυθμης εταιρείας "... ΟΕ" αντίστοιχα, που εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ ...), την υπ' αριθμ. 118/20.10.2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λασιθίου Κρήτης, που λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος -εναγομένου Α. Π., μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων του (βλ. υπ' αριθμ. ...

εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ. Ν.), την υπ' αριθμ. 6888/3-3-2017 ένορκη βεβαίωση, η οποία λήφθηκε νομότυπα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Σ. -Τ., κατόπιν γνωστοποίησης του τόπου και χρόνου λήψης, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του προαναφερομένου ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία (δήλωση) καταχωρήθηκε στα πρακτικά ..., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ...".

Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό και με όλες τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα ανωτέρω φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα:

α) την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα διορθωτική αναφορά του υπαστυνόμου Α. Σ., ως προς την οποία, εκτός από την ανωτέρω γενική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους", γίνεται και ειδικότερη ρητή αναφορά, σχετικά με το περιεχόμενό της, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα στις σελίδες 8, 9 και 11 αυτής, β) την από 5-6-2014 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Ε.

Σ., η οποία, [πέραν επίσης της γενικής αναφοράς της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους"], ρητά αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δη στη σελίδα 10 αυτής, ως ληφθείσα υπόψη και συνεκτιμηθείσα και γ) την υπ' αριθμ. 118/20-10-2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ε.

Σ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λασιθίου Κρήτης, η οποία ρητά μνημονεύεται, όπως προεκτέθηκε, στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και η οποία επίσης ρητά αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δη στη σελίδα 10 αυτής, ως επίσης ληφθείσα υπόψη και συνεκτιμηθείσα.

Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω σκέλος του, είναι απαράδεκτος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, καθόσον από το περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν διατυπώνει παράπονο για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, όπως απαιτεί για τη θεμελίωσή του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αλλά παραπονείται επειδή το Εφετείο από το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών εγγράφων, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο ο ίδιος θεωρεί ορθό.

Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ανάγονται στην πραγματικότητα σε παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας και σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους του, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη", συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά ( ΑΠ 992/2023, ΑΠ 1945/2022, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 756/2011).

Επομένως, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 992/2023, ΑΠ 1945/2022, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 876/2019), χωρίς να είναι αναγκαίο να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο και να μνημονεύει από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε (ΑΠ 992/2023, ΑΠ 1945/2022, ΑΠ 10/2021).

Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και δη ότι δέχθηκε πως το αυτοκίνητό του "περιστρεφόμενο στο οδόστρωμα" εκτράπηκε δεξιά και κατά τη διάρκεια των περιστροφών ήρθε στιγμιαία σε επαφή με το άλλο όχημα, ενώ το δικό του αυτοκίνητο ουδέποτε περιστράφηκε κατά το ένδικο ατύχημα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα επί της ουσίας της υπόθεσης και ειδικότερα αναφορικά με τις συνθήκες, τις περιστάσεις, καθώς και τις αιτίες πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος, αφού έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω ρητά μνημονευόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικτικά μέσα, όπως αυτά κατά ακριβή λεκτική αντιγραφή προαναναφέρθηκαν κατά την εξέταση του πρώτου αναιρετικού λόγου κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και, συνεπώς, οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν έγιναν χωρίς απόδειξη, αφού, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση και τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι και αυτά ρητά μνημονεύτηκαν από το Εφετείο, χωρίς να είναι αναγκαίο να αξιολογείται ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο και να μνημονεύεται από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχηματίσθηκε η κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε.

Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020, ΑΠ 551/2020). Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, "αιτιολογία" της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011), καθόσον, ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος ( ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018).

Εξάλλου, για τη διαδικαστική πληρότητα και ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθμός 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη και δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, ήτοι πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Στην περίπτωση αυτή, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.

ΑΠ 28/1998, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 965/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007). Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ. ΑΠ 27/1998, Ολ. ΑΠ 32/1996, ΑΠ 312/2022, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 1106/2020). Εξάλλου, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 250/2023, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019).

Με τον τρίτο και τον τέταρτο, κατά το οικείο μέρος αυτού, λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση : α) ανεπαρκή αιτιολογία, διότι, κατ' εκτίμηση των αναφερομένων στο αναιρετήριο, δεν αιτιολογεί επαρκώς τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, καθώς και τους λόγους για τους οποίους δεν έλαβε υπόψη του τα προταθέντα από αυτόν περιστατικά και δη περί πλήρους αναξιοπιστίας του σχεδιαγράμματος της τροχαίας ως προς το σημείο αυτό (της κίνησης δηλαδή του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσίβλητου στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας) και περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και β) αντιφατική αιτιολογία, διότι ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων προπορευόταν ελαφρώς του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσίβλητου και έβαινε με μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτόν, στη συνέχεια δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση, χωρίς να αιτιολογεί γιατί ο τελευταίος δεν τροχοπέδησε, όπως θα έκανε κάθε συνετός οδηγός, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση, καθώς και διότι δέχεται ότι αμέσως μετά το ατύχημα προέβη ο ίδιος (αναιρεσείων) σε δηλώσεις προς τον ανθυπαστυνόμο Α.

Σ., ενώ αυτός λόγω του σοβαρού τραυματισμού του δεν ήταν σε θέση να συνομιλήσει. Οι λόγοι αυτοί, από το άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ, είναι αόριστοι και, ως εκ τούτου απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν διαλαμβάνονται, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, στο αναιρετήριο : 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και 2) οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι, έστω και συνοπτικά, η ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου και δη τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και στα οποία θεμελίωσε την κρίση του ως προς το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών και της υπαιτιότητας αναφορικά με την ένδικη σύγκρουση, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά αντίθετα αναφέρονται πολύ μικρά και μεμονωμένα αποσπάσματα των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσειόντος και όχι οι πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της γενόμενης δεκτής αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος - οδηγού και της έλλειψης οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον όλες οι περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το άνω Δικαστήριο της ουσίας και στη σαφήνεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμα ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων να εντοπίζεται αποκλειστικά στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της.

Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης, ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης, ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο, ήτοι η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (Ολ.

ΑΠ 13/1995, AΠ 976/2020, ΑΠ 436/2020, ΑΠ 833/2020, ΑΠ 1536/2018). Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και στο διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγος ( ΑΠ 833/2020, ΑΠ 759/2020, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 634/2017). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις (του διατακτικού) της προσβαλλομένης απόφασης, εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η δημιουργία της σκοπούμενης έννομης σχέσης, ή η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 1890/2009).

Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 β' ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 43/2021). Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 17 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές διατάξεις.

Ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως διότι δεν προσδιορίζεται ποια είναι η αντίφαση που υπάρχει στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία και μόνο αυτή θεμελιώνει τον παρόντα αναιρετικό λόγο και ειδικότερα δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες συγκεκριμένα είναι οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις (του διατακτικού) της πληττόμενης απόφασης, εξαιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητά της, ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης, ή η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου, ούτε και προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους και σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, γιατί η, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, αντίφαση, όπως περιγράφεται στο αναιρετήριο, δεν εντοπίζεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως απαιτείται για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου, αλλά (εντοπίζεται) μεταξύ των παραδοχών αυτής και των αντίθετων ισχυρισμών και επιχειρημάτων του ιδίου, πλην όμως τέτοιου είδους αντίφαση δεν ιδρύει τον παρόντα αναιρετικό λόγο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. β' Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της διάταξης του εδαφίου β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι, στον κανόνα αυτό των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που προσκομίστηκαν, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, γιατί στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1234/2023, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1512/2014). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, δηλαδή η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια, που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε, δ) η κατά τον αναιρεσείοντα προβαλλόμενη, ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα και ε) στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος (ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 617/2022, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1109/2019, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 752/2017). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τα διδάγματα κοινής πείρας, επειδή, όπως υποστηρίζει :

α) δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, βασιζόμενο στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, το οποίο όμως συντάχθηκε υπό την καθοδήγηση του ιδίου (πρώτου αναιρεσίβλητου), ο οποίος παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος, β) δεν εξηγείται με την κοινή λογική και πείρα το γεγονός ότι η τροχαία δεν πήρε κατάθεση από το μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα Ε.

Σ., ο οποίος παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος, γ) έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής το γεγονός ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων συνομίλησε με τον ανθυπαστυνόμο Α. Σ., τη στιγμή που αυτός (αναιρεσείων) έχοντας υποστεί πολλαπλά κατάγματα πλευρών δεν μπορούσε ούτε καν να αναπνεύσει, δ) είναι ενάντια στα διδάγματα της κοινής πείρας το Εφετείο να μην δέχεται τις δύο ένορκες καταθέσεις του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα Ε.

Σ. τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε, ε) δεν είναι δυνατόν το Εφετείο να δέχεται ότι τα δύο οχήματα ήλθαν σε επαφή κατά τη διάρκεια των περιστροφών τους στο οδόστρωμα, τη στιγμή που το δικό του όχημα ουδέποτε περιστράφηκε και στ) είναι ενάντια στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής οι παραδοχές του Εφετείου ότι ενώ ο αναιρεσείων προπορευόταν και έβαινε με μεγαλύτερη ταχύτητα από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, στη συνέχεια να δέχεται ότι ο τελευταίος αναγκάστηκε να προβεί σε απότομο αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση, ενώ στην περίπτωση αυτή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν χρειαζόταν να κάνει αποφευκτικό ελιγμό, αλλά θα χρειαζόταν απλώς να τροχοπεδήσει.

Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, δεν εκτίθενται, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, στο αναιρετήριο : 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, 2) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, 3) τα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, 4) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, 5) ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, δηλαδή η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια, που αποδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και 6) εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές αυτής, δηλαδή, έστω και συνοπτικά, η ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου και ειδικότερα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και στα οποία θεμελίωσε την κρίση του ως προς το κρίσιμο ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στο ένδικο ατύχημα), αλλά αντίθετα αναφέρεται ένα πολύ μικρό, μεμονωμένο και αποσπασματικό μέρος των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος και όχι οι πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα, στο οποίο φέρεται να αφορά η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον όλες οι ανωτέρω επικαλούμενες αιτιάσεις, αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ και τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας δεν αφορούν στην ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας των εν λόγω κανόνων, ούτε στην υπαγωγή των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της ένδικης διαφοράς σε κανόνες δικαίου, αλλά στην εκτίμηση πραγμάτων για τη διάγνωση αν συντρέχουν ή όχι τα αποδεικτέα περιστατικά, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 22-6-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1390/136/25-6-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1627/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

-Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ