Legislator Case Law & Legislation
1203/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on eminent domain compensation, upholding lower court's evidence evaluation.

Case Number 1203/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Regional Court of Ioannina's decision on eminent domain compensation. The appellant argued the court failed to consider specific comparative evidence and rejected their witness testimony without justification. The court rejected these claims as vague and inadmissible, affirming that the lower court properly evaluated all evidence within its exclusive discretion.

Legislator headnote

AI generated

Art. 22(4)(a) of Law 2882/2001; Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure: Appeals challenging the evaluation of evidence must be specific and substantiated, as the appellate court cannot re-evaluate facts or substitute its own judgment for the lower court's discretionary assessment of witness credibility and documentary proof.

Keywords

AI generated
eminent domain compensation appellate review standards evaluation of evidence witness credibility discretionary judgment inadmissible appeal comparative evidence

Cited Legislation

AI generated
Art. 22(4)(a) of Law 2882/2001
Art. 88(1) of Law 4714/2020
Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1203 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1203/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ……, που κατοικοεδρεύει στην ….., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) …….. και 64) ……., κατοίκων ... και ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2007 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 376/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την από 9-10-2007 αίτηση των Λ. Κ. του Λ. και Β. συζ. Δ. Σ., με την από 30-11-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με την από 4-3-2008 αίτηση των Κ. Μ., Β. Μ. του Μ., Χ. Θ., Θ. συζ. Α. Σ., Β. Μ. του Χ., Κ. συζ. Β. Μ., Ν. Σ., Γ. Κ., Α. Κ. και Δ. Θ., με την από 7-3-2008 αίτηση των Κ. Μ., Β. Μ. του Μ., Χ. Θ., Θ. συζ. Α. Σ., Β. Μ. του Χ., Κ. συζ. Β. Μ., Ν. Σ., Γ. Κ., Δ. Κ., Α. Κ., Π. συζ. Α. Μ. και Δ. Θ., καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 15/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-5-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βάρκα διάβασε την από 20-1-2022 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 19-5-2010 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 15/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδ. α' του ν. 2882/2001 σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19, η οποία ισχύει εν προκειμένω, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 88 παρ.1 Ν. 4714/2020, ΦΕΚ Α 148/31.7.2020.

Ειδικότερα: " η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.

Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου, τον γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και τον γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα.

Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι` αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων".

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο από 3-11-2021, 15-11-2021 και 16-11-2021, εκθέσεις τοιχοκόλλησης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου και των αρμοδίων υπαλλήλων του ….

και Δικηγορικού Συλλόγου ….., αντίστοιχα, επικυρωμένα αντίγραφα της ένδικης από 19-5-2010 (αρ. κατ. 34/20-5-2010) αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 15/2010 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, μαζί με την πράξη προσδιορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (αρ. 568 παρ. 2 ΚΠολΔ), την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (4-2-2022), ημέρα Παρασκευή ώρα 09:30, με αριθμό πινακίου …., τοιχοκολλήθηκε στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου, του …..

και του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων, ενώ παράλληλα, από την με ημερομηνία 26-11-2021 βεβαίωση της αρμόδιας υπαλλήλου του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης Χ. Κ., πιστοποιείται η ανάρτηση της σχετικής ειδοποίησης στον ιστότοπο του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν άπαντες οι αναιρεσίβλητοι, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση παράστασης του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και όλοι οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα ανωτέρω, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 568 παρ.4 ΚΠολΔ, πριν από εξήντα (60) ημέρες από την αρχική δικάσιμο, όπως άλλωστε όρισε και η πράξη προσδιορισμού δικασίμου της αίτησης αναίρεσης και συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την δικονομική απουσία των απολειπομένων ως άνω αναιρεσιβλήτων κατ' άρθρο 576 παρ. 2 περ.

γ' ΚΠολΔ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 παρ. 1 έως 7 (ΦΕΚ Α'285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002,το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται κατά τις διατάξεις του Νόμου 653/1977 (ΦΕΚ Α' 214), είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.

Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εάν θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί να υποβάλει στον φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, αίτηση για να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κηρύξεως της απαλλοτριώσεως. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο εντός δύο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινού προσδιορισμού αποζημιώσεως ή της αποφάσεως περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός.

Μετά τη λήξη του διμήνου, η αίτηση παραπέμπεται για να εξετασθεί από τριμελή διοικητική επιτροπή, η οποία μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από προς αυτήν διαβίβαση της αιτήσεως, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένα περί της βασιμότητας της αιτήσεως. Ακολούθως, η αίτηση με την επ' αυτής έκθεση της ανωτέρω επιτροπής και όλα τα στοιχεία της απαλλοτριώσεως αποστέλλονται στο ως άνω αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο),το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικά, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό περί της υπάρξεως ή μη ωφελείας από το έργο για το εναπομείναν από την απαλλοτρίωση τμήμα του μερικά απαλλοτριωθέντος ακινήτου.

Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Το άρθρο 9 του ΚΑΑΑ ισχύει και στην περίπτωση αυτή, όταν η απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδας. Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, ενόψει του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, δεν αντίκειται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, έχουν δε εφαρμογή, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 37 περ.

α' του ιδίου νόμου και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν είχαν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του. Η ανωτέρω διαδικασία, προβλεπόμενη από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 ισχύει στην περίπτωση της υποβολής αυτοτελούς (χωριστής) αιτήσεως, για την ανατροπή (μόνον) του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ, αντίθετα, στην περίπτωση της σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, με εκείνο του καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως για το αποζημιωτέο τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τα οποία (αιτήματα) ερευνώνται ενιαία από το Εφετείο (Ολ ΑΠ 10 και 11/2004), δεν εφαρμόζεται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία και οι προθεσμίες των ως άνω διατάξεων του Ν. 2971/2001.

Αντίθετα, το Εφετείο στην τελευταία αυτή περίπτωση, δηλαδή όταν το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας εισάγεται σωρευτικά, με το ίδιο δικόγραφο της αιτήσεως, για τον καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως, πρέπει να ερευνά το αίτημα αυτό και αν ακόμη δεν είχε τηρηθεί η προδικασία του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 (ΑΠ 1268/2020, ΑΠ 1420/2018, ΑΠ 145/2018, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1091/2011, ΑΠ 1747/2011, ΑΠ 1119/2010, ΑΠ 1060/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός, που αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, αποβλέπει στην εξασφάλιση της ομαλής εξελίξεως της διαδικασίας, ώστε να καθίσταται εφικτή η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

Μέσω του παρόντος λόγου, δηλαδή, διασφαλίζεται και η τήρηση των αρχών της εκατέρωθεν ακροάσεως και της διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται με την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 95/2020, ΑΠ 164/2017).

Οι διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του Ν. 2971/2001 (οι οποίες αναφέρονται στην ειδική διαδικασία, αρμοδιότητα του Εφετείου αναφορικά με την αναγνώριση ύπαρξης τεκμηρίου ωφελείας των ιδιοκτητών μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, καθώς και στις σχετικές ανατρεπτικές προθεσμίες υποβολής της αιτήσεως), είναι από τη φύσης τους δικονομικές, η παραβίασή τους δε από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 15/2010 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την από 22-2-2007 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος ... περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των επίδικων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, την από 9-10-2007 αίτηση των Λ. Κ. κλπ, την από 30-11-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας "...", περί οριστικού καθορισμού ιδιαιτέρων αποζημιώσεων των ακινήτων της (που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω) και τις από 4-3-2008 και 7-3-2008 αιτήσεις των Κ.

Μ. κλπ, αφενός προσδιόρισε οριστική τιμή αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, αφετέρου δέχθηκε ως βάσιμα τα αιτήματα των αιτούντων - καθ'ων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που αφορούν στα ακίνητα, τα οποία αναγράφονται στην από 7-3-2008 αίτησή τους, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι τα εναπομείναντα μετά την επίδικη απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών τους, τα οποία απέκτησαν πρόσοψη στην Εγνατία Οδό, δεν έχουν καμία ωφέλεια και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει υποχρέωσή τους να συμμετάσχουν στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και αναγνώρισε ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο της ωφέλειας του άρθρου 1 Ν. 653/1977 για τις ιδιοκτησίες που ενδιαφέρουν την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, ήτοι τις με αριθμούς 29 Α, 34α, 39, 40, 41, 42, 43, 45, 48, 50Α, 51, 52, 37 και 38 και ότι δεν υφίσταται υποχρέωση για τις ιδιοκτησίες αυτές για αποζημιώσεις τρίτων ή για αυτοαποζημίωση.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αληθώς την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚπολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση των αναιρεσιβλήτων για ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, αφού δεν τηρήθηκε η προδικασία και οι προθεσμίες των ως άνω διατάξεων του Ν. 2971/2001.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, γιατί δεν είναι αναγκαία η τήρηση της προαναφερόμενης προδικασίας, όταν η αίτηση περί άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας εισάγεται στη δίκη οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, όπως στην προκειμένη περίπτωση και, επομένως, το Εφετείο με το να κρίνει παραδεκτή τη προαναφερόμενη αίτηση, δεν υπέπεσε τη αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη της παρούσης.

Κατά το άρθρο 13 παρ.1 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσοδος νοείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ως εκ του είδους, της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί, επί αγροτικού ακινήτου, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και επί αστικού ακινήτου, αν είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποίοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας σε σχέση, πάντως, με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (ΑΠ 212/2016, ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 327/2013).

Όμως, η εν λόγω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο κριτήρια, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει άλλα τέτοια, αλλά παρέχει μόνο οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση των πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚπολΔ (ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 844/2015).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 (ή 560) ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ Ολομ. 57/1990, ΑΠ 1602/2014). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον ... του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008, ΑΠ 702/2017). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη 15/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την από τον ... του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αίτηση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ισχυριζόμενο ότι: "...ενώ διαπιστώνει και η ίδια ότι οι απαλλοτριωθείσες εκτάσεις που βρίσκονται τόσο στα δημοτικά διαμερίσματα ...

και ... (του ...), όσο και στα δημοτικά διαμερίσματα ... (του ...) είναι εκτός σχεδίου πόλης, κείμενες σε επικλινή λόφο και έχουσες κυρίως αγροτικό χαρακτήρα (14ο φύλλο προσβαλλομένης), εν τούτοις δεν αιτιολογεί επαρκώς, γιατί αυτές οι εκτάσεις παρά τον αγροτικό χαρακτήρα τους είναι αξιοποιήσιμες για ανέγερση κατοικιών ή άλλων χρήσεων βοηθητικού χαρακτήρα, ως και ποιες είναι αυτές οι χρήσεις.

Με αποτέλεσμα να καθορίσει οριστικές τιμές μονάδας αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα (αγρούς κυρίως) σε ποσά από 18 έως 24 ευρώ!!! ποσά με τα οποία αποζημιώνονται οικόπεδα και όχι αγροί!!!". Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, ως προς το ζήτημα αυτό, παρά μόνο ορισμένες αποσπασματικές και επιλεκτικές φράσεις από το σύνολο των παραδοχών, στις οποίες το αναιρεσείον στηρίζει, την ανεπάρκεια, κατά την άποψή του, των αιτιολογιών (ΑΠ 1069/2015, ΑΠ 1474/2011).

Σε κάθε περίπτωση, όμως από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής: " ... Αποδείχθηκε περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία ότι από τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, αυτά που βρίσκονται στην περιοχή του ..., απέχουν περί τα 12 χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης των …..

Βρίσκονται, όπως προαναφέρθηκε στα όρια των δημοτικών διαμερισμάτων ... και ..., που αποτελούν οικισμούς προϋφιστάμενους του έτους 1923. Η περιοχή δηλαδή είναι εκτός σχεδίου πόλης. Η θέση τους σε επικλινή λόφο μικρού ύψους, με θέα προς τη λίμνη ……, καθώς και το γεγονός ότι βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τα ανωτέρω δημοτικά διαμερίσματα, καθιστά τα συγκεκριμένα ακίνητα αξιοποιήσιμα για ανέγερση κατοικιών και άλλων χρήσεων, με αποτέλεσμα, παρά τον αγροτικό τους χαρακτήρα, να έχουν περισσότερο οικοπεδική αξία, παρά τα όσα αντίθετα κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ο μάρτυρας του Δημοσίου.

Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του ..., είναι και αυτά εκτός σχεδίου πόλης και απέχουν από το κέντρο των Ιωαννίνων περί τα 15 χιλιόμετρα. Μειονεκτούν κατά ένα μέρος σε σχέση με τα προηγούμενα ακίνητα, καθώς βρίσκονται πιο μακριά από την πόλη των Ιωαννίνων και έχουν περισσότερο αγροτικό χαρακτήρα.

Παρά το γεγονός όμως αυτό βρίσκονται κοντά σε περιοχή, όπου λειτουργούν τα καταστήματα αναψυχής "...", "..." και "...", αλλά και σε περιοχή που έχουν ανεγερθεί κατοικίες. Μπορούν δηλ. να αξιοποιηθούν και οικοδομικά για την κατασκευή οικιών ή άλλων χρήσεων βοηθητικού χαρακτήρα. Ο μάρτυρας του δημοσίου εξεταζόμενος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατέθεσε ότι οι τιμές των απαλλοτριωθέντων ακινήτων είναι αυτές που καθόρισε η εκτιμητική επιτροπή.

Οι μάρτυρες των καθ' ών και των παρεμβαινόντων κατέθεσαν ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου ότι οι τιμές για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα ανέρχονται από 30 έως 40 ευρώ το τμ. , ενώ για τα δένδρα από 400 έως 500 ευρώ τα μεγάλα. Επίσης ο μάρτυρας των καθ' ών και πολιτικός μηχανικός Π. Κ. επιβεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου τις τεχνικές του εκθέσεις που προσκομίζονται.

Από άποψη πρόσφορων συγκριτικών στοιχείων, με το 9275/8-3-2006 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σ. Π., μεταβιβάστηκε ακίνητο που βρίσκεται εντός του οικισμού ... αντί 29,40 ευρώ το τμ. Επίσης, με το 8339/15-2-2006 συμβόλαιο αγοραπωλητήριο της συμβολαιογράφου Ι. Σ. Φ., με το οποίο μεταβιβάστηκε ακίνητο που βρίσκεται εντός του οικισμού ..., αντί 40,40 ευρώ το τμ.

Περαιτέρω, με την 381/2002 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα ακίνητα που βρίσκονται στα δ.δ ... και ..., σε 14,67 ευρώ το τμ, με κρίσιμο χρόνο 16-1-2002. Με την ίδια απόφαση καθορίστηκε η οριστική τιμή αποζημίωσης για καρυδιές σε ..... Επίσης με την 251/2002 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και με κρίσιμο χρόνο αυτόν της 3-9-1998, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα ακίνητα που βρίσκονται στις περιοχές ...

και ..., από 20,54 ευρώ έως 49,89 ευρώ το τμ, για ακίνητα όμως που βρίσκονται σε περιοχές οι οποίες πλεονεκτούν σημαντικά σε σχέση με αυτές που βρίσκονται τα ήδη απαλλοτριούμενα ακίνητα, όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή. Από τη συνεκτίμηση όλων των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων και των μη ειδικά αναφερομένων, ανάλογα με την τοπική και χρονική προσφορότητά τους, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι, κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, που είναι αυτός της 20-5-2009, δηλ.

της συζήτησης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου των ενδίκων αιτήσεων (δεδομένου ότι η συζήτηση αυτή διεξήχθη μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, που έλαβε χώρα στις 5-4-2006), η πραγματική αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων, καθώς και των επικειμένων και συστατικών τους, με βάση τις υπάρχουσες συνθήκες, χωρίς να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνον εξ αιτίας αυτής και επομένως η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ανωτέρω ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες..., ανέρχεται στα ποσά που εκτίθενται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το ότι: α) τα απαλλοτριωμένα ακίνητα, που βρίσκονται στην περιοχή του ..., στα όρια των δημοτικών διαμερισμάτων ... και ..., παρά τον αγροτικό τους χαρακτήρα και το ότι βρίσκονται σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλης, έχουν περισσότερο οικοπεδική αξία, με θέση σε επικλινή λόφο μικρού ύψους, με θέα προς την πόλη των …..

και τη λίμνη …..και σε μικρή απόσταση από τα ως άνω δημοτικά διαμερίσματα, καθιστάμενα έτσι αξιοποιήσιμα για ανέγερση κατοικιών και άλλων χρήσεων, β) ως προς τα απαλλοτριωμένα ακίνητα, που βρίσκονται στην περιοχή του ..., είναι και αυτά εκτός σχεδίου πόλης, πλην όμως απέχουν περί τα 15 χιλιόμετρα από το κέντρο των …., βρίσκονται κοντά σε περιοχή, όπου λειτουργούν τα επακριβώς αναγραφόμενα στην απόφαση κέντρα αναψυχής και σε περιοχή όπου έχουν αναγερθεί κατοικίες και επομένως, μπορούν να αξιοποιηθούν οικοδομικά για την κατασκευή οικιών ή άλλων χρήσεων βοηθητικού χαρακτήρα.

Ενόψει τούτων, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, ο οποίος αναφέρεται σε ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης και σε εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 17 του Σ , 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 13 παρ.1, 2 του ΚΑΑΑ (οι οποίες αν και δεν αναφέρονται ρητά, προκύπτουν από το περιεχόμενο του λόγου αναιρέσεως), που αφορούν στον οριστικό προσδιορισμό των τιμών μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις της παρούσης.

Από τα άρθρα 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλόμενων πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Από αυτά παρέπεται ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε και το περιεχόμενο αυτού, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, γ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και δ) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 2034/2013, ΑΠ 333/2009).

Εξάλλου, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας εκφέρει κρίση για αξιοπιστία ή αναξιοπιστία μαρτύρων, των οποίων τις καταθέσεις έλαβε υπόψη (ΑΠ 1587/2007). Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω (δεύτερου) λόγου της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση, όπως ακριβώς αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι: "...Επιπροσθέτως, δεν έλαβε υπόψιν της και δεν μνημονεύει κανένα από τα συγκριτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί το Δημόσιο, στον δε εξετασθέντα μάρτυρά του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων αναφέρεται μόνον επιγραμματικά και δεν αποδέχεται την κατάθεσή του και τα στοιχεία που επικαλείται με την αναιτιολόγητη, γενική και αόριστη έκφραση "παρά τα όσα αντίθετα κατέθεσε ο μάρτυρας του Δημοσίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου" (14ο φύλλο προσβαλλομένης)".

Οι προβαλλόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις, όσον αφορά την μη λήψη υπόψη "συγκριτικών στοιχείων" είναι απορριπτέες, πρωτίστως, ως αόριστες, διότι το αναιρεσείον δεν εξειδικεύει ποία ήταν τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε και τα οποία δεν έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, ούτε το περιεχόμενο αυτών των "συγκριτικών στοιχείων", ενώ η παραπομπή σε συγκεκριμένο φύλλο της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν θεραπεύει την αοριστία.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος, με το οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν έγινε αποδεκτή η κατάθεση του ανωτέρω μαρτύρός του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε κρίση του δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία του μάρτυρος, του οποίου ωστόσο την κατάθεση έλαβε υπόψη.

Ανεξαρτήτως του ως άνω απαραδέκτου, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις και τα αποδεικτικά μέσα - συγκριτικά στοιχεία -, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον και ειδικότερα: "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αιτούσας της από 30-11-2007 αίτησης, τις τεχνικές εκθέσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους...

και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε την αίτηση προσωρινού προσδιορισμού αποζημίωσης και τέλος από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες..." (12ο φύλλο προσβαλλομένης).

Άλλωστε η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα ανωτέρω, για τα οποία παραπονείται το αναιρεσείον, ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση η αιτίαση, οδηγεί σε έλεγχο της απόφασης για πλημμέλειες από κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατά συνέπειαν, πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, χωρίς να γίνει λόγος για δικαστικά έξοδα, επειδή άπαντες οι αναιρεσίβλητοι ερημοδίκησαν και, φυσικά, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-5-2010 (αριθμ. εκθ. Καταθ. 34/20-5-2010) αίτηση για αναίρεση της 15/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ