Legislator Case Law & Legislation
1203/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling, upholding debtor's right to protection under specific law.

Case Number 1203/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against a first-instance judgment regarding debt restructuring. The debtor argued she could not qualify for the law's protections due to lack of overdue debts, but the court found the law applies even when the fund deducts from salary, provided basic living needs remain unmet. Consequently, the court rejected the appeal's grounds and dismissed the request without awarding legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1, Art. 25 of Law 3869/2010; The law protecting debtors from forced repayment applies even if the creditor deducts from salary, provided the debtor cannot meet basic living needs for themselves and family.

Keywords

AI generated
debt restructuring law overdue debt requirement salary deduction basic living needs appeal dismissal legal costs waiver consumer protection

Cited Legislation

AI generated
Art. 495 § 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 14 of Law 3869/2010
Art. 564 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 63 of Law 2214/1994
Art. 11 of the Decree of 26-6/10-7-1944
Art. 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 1 of Law 3869/2010
Art. 25 of Law 3867/2010
Art. 560 of the Code of Civil Procedure
Art. 746 of the Code of Civil Procedure
Art. 3 para. b' of Law 3869/2010
Art. 8 para. 6 para. b' of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1203 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1203/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ» (T.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης:

Ε. Σ. του Κ., συζ. Π. Δ., κατοίκου Καρλοβασίου Σάμου (...), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σοφούλη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 12.05.2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02.05.2014 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης και του Π. Δ. του Ν., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρλοβασίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 175/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14.10.2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η κρινόμενη από 14.10.2019, αίτηση αναίρεσης κατά της 175/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων επί εφέσεως κατά της 46/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καρλοβασίου και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε την 01.08.2019, η δε αναίρεση ασκήθηκε στις 15.10.2019, ήτοι εντός της προθεσμίας των 30 ημερών που τάσσει το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ (δεδομένου ότι δυνάμει του άρθρου 63 του ν.2214/1994, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων έχει όλες τις ατέλειες, δικαστικά, διοικητικά και λοιπά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο, μεταξύ των οποίων και αυτό της αναστολής της προθεσμίας για άσκηση των ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών από 1 Ιουλίου έως την 15 Σεπτεμβρίου, βάσει του άρθρου 11 του Δ/τος της 26-6/10-7-1944 «Κώδικος περί Δικών του Δημοσίου»). Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

[II] Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 παρ. Α1 του ν. 3996/2011 και στη συνέχεια με το ν. 4161/2013, που ισχύει εν προκειμένω ως εκ του χρόνου υποβολής – κατάθεσης στο Ειρηνοδικείο Καρλοβασίου (στις 07.05.2014), της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 ν.3869/2010, ορίζεται ότι:

«1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής.

2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4, είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α' 151).

3. Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη δύναται να γίνει μία μόνο φορά».

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράφει στην αίτησή του και, ακολούθως, να την αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από τον πιστωτή (ΑΠ 1208/2017).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ’ άρθρ. 323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν.3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018) Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017), δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, η δε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΑΠ 1208/2017), μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015).

Συνακόλουθα, η εξόφληση των πιστωτών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση των πιστωτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019).

Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 «αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις», ορίζεται ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθό, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.),

β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3-2012),

γ) από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι πιο πάνω εκχωρήσεις είναι ισχυρές καταργούμενης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διατάξεως (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 25 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010 με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων μπορεί ύστερα από αίτηση του υποχρέου να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων οποιουδήποτε είδους δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους, που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη κατά νόμο προεκχώρηση του οριζομένου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Ο νόμος με την άνω ρύθμιση θέλησε να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του χρηματικές οφειλές από δάνεια προς όλους τους πιστωτές (ιδιώτες και μη), στην περίπτωση δε που ήθελε να εξαιρέσει από το νόμο τις εκ δανείων οφειλές προς το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του νόμου με το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 17 του Ν. 3588/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του άρθρου 1 παρ. 4 ίδιου Ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στο δανειολήπτη να ζητήσει-επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π. και Δ. ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του Τ.Π.

και Δ. από τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι’ αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του Ν. 3869/2010, καθότι από το Ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του Ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, όπως προαναφέρθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο Ν. 3869/2010.

Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν.3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη – οφειλέτη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών [...]». Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ.

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 01.01.2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ.19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τέλος, κατά το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ.

[III] Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι με την από υπ’ αριθμ. ΡΟ-59/7-5-2014 κοινή αίτηση (μετά του συζύγου της Π. Δ.), της αιτούσας ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρλοβασίου, αυτοί ζήτησαν, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών αυτών προς τους διαλαμβανόμενους στην αίτηση πιστώτές τους, μεταξύ των οποίων και το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, τη ρύθμιση των χρεών τους, κατά το Ν. 3869/2010, προς το σκοπό της απαλλαγής της απ’ αυτά και αφ’ ετέρου, την εξαίρεση από την εκποίηση του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που αυτοί υπέβαλαν.

Το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Καρλοβασίου), με την υπ’ αριθμόν 46/2017 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αίτηση ως προς τον αιτούντα Π. Δ. ως ουσία αβάσιμη, δέχθηκε δε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσία ως προς την αιτούσα ήδη αναιρεσίβλητη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτήν. Το καθ’ ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ» ζήτησε με την από 22.11.2017 έφεσή του, την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί η αίτηση της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, επικαλούμενο την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Στη συνέχεια, αφού εκδικάστηκε αντιμωλία του εκκαλούντος και της εφεσίβλητης η έφεση, έγινε τυπικά δεκτή αλλά απορρίφθηκε κατ’ ουσία.

[IV] Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ και δη ότι έσφαλε διότι εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 3869/2010, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ως αντιτιθεμένης στην διάταξη του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3867/ 2010, με το οποίο προβλέπεται συμβατική ρύθμιση των οφειλών, η οποία ως ειδικότερη, υπερισχύει έναντι των διατάξεων του Ν. 3869/2010 που ως γενικότερος και μεταγενέστερος του ως άνω Ν. 3867/2010, δεν εφαρμόζεται επί των απαιτήσεων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Επίσης, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται η πλημμέλεια της παρ. 6 του ως άνω άρθρου 560 ΚπολΔ και δη για εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 3869/2010, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την κρίση της για συνδρομή στο πρόσωπο της αιτούσας-αναιρεσίβλητης του στοιχείου της μόνιμης αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια της παρούσης.

[V] Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά:

«| Η εφεσίβλητη-αιτούσα, γεννηθείσα το έτος 1968 και ηλικίας σήμερα 51 ετών, είναι έγγαμη με τον Π. Δ., γεννηθέντα το έτος 1966 και ηλικίας σήμερα 53 ετών και έχει τρία τέκνα, εκ των οποίων το ένα είναι ενήλικο, 21 ετών και σπουδάζει στο ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδος στη Σχολή Τεχνολογικών Εφαρμογών, ενώ τα δύο ανήλικα, 16 και 13 ετών και μαθητές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και είναι όλα εξαρτώμενα από τους ανωτέρω γονείς τους.

Η αιτούσα και ο σύζυγός της ζουν και εργάζονται στο Καρλόβασι Σάμου, η μεν εφεσίβλητη ως δημόσιος υπάλληλος και συγκεκριμένα ως νοσηλεύτρια στο Κέντρο Υγείας Καρλοβασίου με μηνιαίες καθαρές αποδοχές περίπου 1.230, ευρώ, ενώ ο σύζυγός της ως ιδιωτικός υπάλληλος σε πρατήριο καυσίμων με μηνιαίες καθαρές αποδοχές περίπου 540,00 ευρώ.

Επίσης ο σύζυγος της αιτούσας έχει επιπλέον εισόδημα 50,00 ευρώ από την εκμίσθωση κατοικίας, ιδιοκτησίας του. Επομένως, το συνολικό μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα ανέρχεται στο ποσό των (1.230,00+540,00+50=) 1.820,00 ευρώ, το οποίο και δεν αμφισβητείται από το εκκαλούν. Άλλες πηγές εισοδήματος δεν προέκυψε ότι διαθέτουν.

Ο σύζυγός της, από 17.01.1996 διατηρούσε επιχείρηση με αντικείμενο χονδρικό εμπόριο καπνού, τούτο δε έως την 10.06.2011, οπότε και προέβη σε διακοπή εργασιών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Καρλοβασίου, λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης στην οποία περιήλθε [...]. Εξάλλου, από τα προσκομισθέντα από την αιτούσα εκκαθαριστικά σημειώματα των προηγούμενων ετών και τα λοιπά έγγραφα προκύπτει το συνεχώς μειούμενο εισόδημά τους, χωρίς αντίθετα να έχει μειωθεί, αναλογικά, το μηνιαίο κόστος διαβίωσης, το οποίο συνεχώς αυξάνεται, με βάση την παρούσα οικονομική συγκυρία και τα διδάγματα της κοινής πείρας (έκτακτη φορολογία, αύξηση τιμών ειδών πρώτης ανάγκης, πετρελαίου κλπ.).

Η αιτούσα είναι κυρία μιας ισόγειας οικίας συνολικού εμβαδού 117 τ.μ. με υπόγεια αποθήκη εμβαδού 117 τ.μ., που βρίσκεται στο Καρλόβασι Σάμου, στην περιοχή «...», κτισμένη σε οικόπεδο συνολικού εμβαδού 1.381 τ.μ., η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία αυτής και της οικογενείας της, ώστε δεν βαρύνονται με καταβολή μισθώματος.

Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της αιτούσας δυνάμει των υπ’ αριθμ. .../31-7-2007 και .../21-11-2007 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του Συμβολαιογράφου Καρλοβασίου Σάμου Δημητρίου Παπαργυρού, νομίμως μεταγραφέντων στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου. Η αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 102.302,20 ευρώ, ήτοι 83.713,50 ευρώ, η αξία της οικίας και 18.588,70 ευρώ η αξία του οικοπέδου.

Επίσης έχει στην πλήρη κυριότητα της; α) ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 291,50 τ.μ. που βρίσκεται στο Καρλόβασι Σάμου [...] και του οποίου η αντικειμενική αξία εκτιμήθηκε στο ποσό των 734,58 ευρώ, το οποίο δεν κρίνεται ικανό να επιφέρει επιπλέον εισόδημα στην αιτούσα και β) ένα Ι.Χ. αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής RENAULT τύπου SCENIC, με αριθμό κυκλοφ. ..., 1500 Κ.Ε., έτους κατασκευής 2006, εμπορικής αξίας 6.000,00 ευρώ περίπου, το οποίο κρίνεται απαραίτητο στην οικογένεια της αιτούσας για τις μετακινήσεις τους, λόγω της τοποθεσίας στην οποία βρίσκεται η κατοικία τους, η οποία απέχει περίπου 4 χιλιόμετρα από το Καρλόβασι και επομένως είναι απομακρυσμένη από τον τόπο εργασίας της αιτούσας και του συζύγου της.

Ως προς το κόστος διαβίωσής τους πρέπει να ληφθούν υπόψη ιδία ο τόπος κατοικίας τους, η κατάσταση της υγείας τους, το γεγονός ότι έχουν ένα ενήλικο τέκνο, το οποίο σπουδάζει και μάλιστα σε διαφορετικό τόπο και βαρύνεται με την καταβολή ενοικίου ποσού 170,00 ευρώ, και δύο ανήλικα τέκνα και συνεπώς είναι άπαντα προστατευόμενα μέλη στην οικογένειά τους, με την διατροφή των οποίων βαρύνονται, οι ανάγκες για τροφή, ένδυση, υπόδηση των ιδίων και των τέκνων τους, θέρμανση κατά τους χειμερινούς μήνες και κοινόχρηστες δαπάνες, οι αναγκαίες μηνιαίες δαπάνες για υδροδότηση, ηλεκτροδότηση, τηλεφωνική σύνδεση, το γεγονός ότι δεν βαρύνονται με δαπάνη μίσθωσης οικίας, καθώς κατοικούν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα της αιτούσας, η καταβολή ανελαστικής δαπάνης ΕΝΦΙΑ για το ήδη μνημονευθέν ακίνητο, καθώς και το γεγονός ότι οι ίδιοι ως οφειλέτες οφείλουν να μειώσουν στο ελάχιστο τις δαπάνες τους και δη μόνο στις απολύτως απαραίτητες [...].

Για τον προσδιορισμό, δηλαδή, των βιοτικών αναγκών της αιτούσας και της οικογενείας της αφενός μεν δεν λαμβάνεται υπόψη ένα γενικό, μέσο πρότυπο, αλλά οι συνήθεις συνθήκες ζωής της συγκεκριμένης αιτούσας, αφετέρου δε λαμβάνεται υπόψη ότι δια της παρούσας διαδικασίας σκοπείται και εν τέλει επιτυγχάνεται (δυνητικά) η απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του, εξαιτίας των οποίων περιήλθε σε κατάσταση υπερχρέωσης και τα οποία αδυνατεί να αποπληρώσει, γεγονός το οποίο κατά την καλή πίστη [...] λειτουργεί ως αντίβαρο στην ενσωμάτωση στις βιοτικές ανάγκες υπερβολικών απαιτήσεων [...].

Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, το εκτιμώμενο ελάχιστο μηνιαίο κόστος διαβίωσης της αιτούσας και της πενταμελούς οικογενείας τους για την κάλυψη των βασικών βιοτικών τους αναγκών, όπως προαναφέρθηκαν, ανέρχεται, κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου, τουλάχιστον στο ποσό των 1.420,00 ευρώ, όπως ορθά προσδιορίστηκε από την εκκαλουμένη, δεδομένου ότι για μια οικογένεια, με ένα ενήλικο τέκνο που σπουδάζει και διαμένει εκτός της οικογενειακής στέγης και δύο ανήλικα τέκνα που είναι μαθητές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και έχουν άπαντα δικαίωμα διατροφής [...] το ποσό αυτό δεν είναι υπερβολικό.

Μετά ταύτα ο τρίτος λόγος έφεσης, κατά το σκέλος του με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι κακώς η εκκαλουμένη προσδιόρισε το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογενείας της αιτούσας στο ποσό των 1.420,00 ευρώ, με αποτέλεσμα εσφαλμένως στη συνέχεια να προσδιορίσει την αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων δανειακών της υποχρεώσεων, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης η αιτούσα ανέλαβε το παρακάτω αναφερόμενο εμπραγμάτως ασφαλισμένο χρέος προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, που αποτελεί τον μοναδικό πιστωτή της, το οποίο (χρέος) θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.3 ν.3869/2010, ληξιπρόθεσμο με την κοινοποίηση της αίτησης, υπολογίζεται δε με την τρέχουσα αξία του κατά το χρόνο αυτό και ο εκτοκισμός του συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης τη εκκαλουμένης, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.3 ν. 3869/2010.

Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός του εκκαλούντος περί μη ληξιπροθέσμου του χρέους της αιτούσας προς αυτό, που περιλαμβάνεται στον πρώτο λόγο τη έφεσής του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, οφείλει στο ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα δυνάμει της υπ’ αριθμ. …/2008 σύμβασης στεγαστικού δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, το ποσό των 162.064,34 ευρώ μέχρι την 31.12.2013.

Η ανωτέρω απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με υποθήκες επί της ανωτέρω κατοικίας, κυριότητας της αιτούσας. Για την εξυπηρέτηση δε του παραπάνω δανείου η αιτούσα εκχώρησε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 62 παρ.1 του ν. 2214/1994 μέρος των τακτικών μηνιαίων απολαβών της. Δυνάμει της σύμβασης αυτής (σύμβασης εκχώρησης) το παραπάνω νομικό πρόσωπο παρακρατούσε από το μηνιαίο μισθό της αιτούσας το ποσό των 892,50 ευρώ μηνιαίως, μέχρι και το χρόνο δημοσίευσης της προσωρινής διαταγής (22.07.2014) που εκδόθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.2 ν. 3869/2010 επί της ένδικης κύριας αίτησης, ώστε το καθαρό ποσό που αποδίδονταν στην αιτούσα μέχρι την υπαγωγή της στις διατάξεις του ν. 3869/2010 ανέρχονταν σε 323,58 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω, οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης της αιτούσας και της οικογενείας της, όπως προσδιορίστηκαν, ανερχόμενες στο ποσό των 1.420,00 ευρώ είναι υπέρτερες των καθαρών αποδοχών της αιτούσας (αφαιρουμένου του εκχωρημένου προς το καθ'ου η αίτηση – εκκαλούν ποσού του μισθού της) και του συζύγου της, οι οποίες ανέρχονται σε (323,58 + 540,00 + 50 = ) 913,58 ευρώ.

Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα βρίσκεται πράγματι σε αδυναμία πληρωμής του χρέους της, εφόσον το ποσό που της καταλείπεται λόγω των δανειακών υποχρεώσεων της σε σχέση με τα οικογενειακά εισοδήματά της δεν επαρκεί, ώστε να διατηρούν παράλληλα ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης. Ειδικότερα, δεδομένης της εκχώρησης ποσοστού του μισθού της αιτούσας προς το καθ'ου η αίτηση, είναι γεγονός ότι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής της αιτούσας δεν μπόρεσε πρακτικώς να εξωτερικευθεί, δεδομένου ότι το καθ'ου η αίτηση, σε πάγια μηνιαία βάση ελάμβανε αυτομάτως τα προαναφερθέντα ποσά από την αιτούσα.

Πλην όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν συντρέχει στην προκειμένη υπόθεση, εκ του λόγου αυτού και μόνο, περίπτωση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής της αιτούσας. Ήτοι, το γεγονός ότι ο πιστωτής του αιτούντος έχει δυνάμει ειδικής συμφωνίας το δικαίωμα να παρακρατεί ποσό του μισθού του οφειλέτη, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής, καθώς εξεταζομένων των λοιπών στοιχείων και κυρίως των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη, μπορεί τούτος να υπαχθεί στο ν. 3869/2010, εφόσον το ποσό, που του καταλείπεται λόγω των δανειακών υποχρεώσεών του σε σχέση με τα εισοδήματά του δεν του φθάνει ώστε να καλύπτει τις βασικές δαπάνες διαβίωσής του.

Συνεπώς, η αιτούσα βρισκόταν πράγματι σε αδυναμία πληρωμής του χρέους της. Κατόπιν όλων των παραπάνω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε ότι η αιτούσα, που δεν έχει εμπορική ιδιότητα, βρίσκεται σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών της, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο σχετικός τρίτος λόγος έφεσης του εκκαλούντος, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος|».

[VI] Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω δικαστήριο, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, την διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, που παρατέθηκε στην μείζονα σκέψη, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν η ανωτέρω διάταξη εφαρμόστηκε ορθά ή όχι.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη, έστω και αν το μοναδικό δάνειό της προς το ΤΠΔ είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό της και δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτό ή σε άλλον πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του.

Το γεγονός ότι το ΤΠΔ παρακρατεί, με βάση τη μεταξύ αυτού και της δανειολήπτριας - αναιρεσίβλητης σύμβαση εκχώρησης ποσοστού του μισθού της τελευταίας, ποσό από το μισθό της, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής της στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών της οφειλέτριας και της οικογένειάς της, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά της δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες της, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι α) η αναιρεσίβλητη δεν μπορεί να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του ν.3869/2010, επειδή δεν είχε ούτε μία ληξιπρόθεσμη οφειλή έναντι αυτού, ούτε έναντι οποιουδήποτε άλλου και β) δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής κατά την κατάθεση της αίτησης (στις 07.05.2014) , ώστε να θεωρηθούν «κατά πλάσμα δικαίου» ληξιπρόθεσμες οι μη ληξιπρόθεσμες οφειλές της.

[VII] Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ.3 εδάφ.β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του πιο πάνω ν.3869/2010, κατά το οποίο «Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται», που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 426/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Οκτωβρίου 2019 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης Α 34/15-10-2019 αίτηση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για αναίρεση της 175/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, που δίκασε ως Εφετείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2021.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη

Αντιπρόεδρος ΑΠ

Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ