Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding bank debt enforcement proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision rejecting the respondent's objection to enforcement. The appellant argued that the objection regarding unpaid interest should be admissible, but the court found the issue covered by the prior judgment on the main capital debt. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible due to the principle of res judicata and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 330 and 633 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata precludes reopening of issues already decided in a final judgment regarding the same legal relationship and substantive rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1203 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1203/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Ε. του Ι., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γκολφίνο Γκολφινόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Η., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουσιουρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2012 ανακοπή, τους από 24-8-2012 και 7-6-2013 πρόσθετους λόγους ανακοπής και την από 8-5-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 467/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 216/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-9-2018 αίτησή του και τους από 16-12-2019 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη, από 24-9-2018, αίτηση αναιρέσεως και τους από 16-12- 2019 προσθέτους λόγους προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, εκδοθείσα υπ' αριθ. 216/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απερρίφθη η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ 467/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε απορρίψει τις από 6-2-2012 και 8-5-2013 ανακοπές και τους από 24-8-2012 και 7-6-2013 προσθέτους λόγους ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά της επισπευδομένης εναντίον του αναγκαστικής εκτελέσεως. Η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και συνεπώς πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 933 παρ.4 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο, σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 633 παρ. 2 εδ. γ' αντίστοιχα. Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το κριθέν δικαίωμα και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση. Με τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί, κατά την ως άνω διάταξη, και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσης ανακοπής, ή σε περίπτωση μη ασκήσεως ανακοπής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1058/2019, 243/2018, 977/2015).
Η διαταγή πληρωμής που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, προσομοιάζει κατά τα αποτελέσματά της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν δύναται πλέον να αμφισβητηθεί ούτε και με ανακοπή από το άρθρο 933 ΚΠολΔ, η δι' αυτής βεβαιουμένη απαίτηση, εφ' όσον έκτοτε αποτελεί, κατά ρητή διάταξη του άνω άρθρου 633 παρ. 2 εδ.
τελευταίο, δεδικασμένο, που κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 330 και 935 του ιδίου Κώδικος καθιστά απαράδεκτη την προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, αφορώσα στο κύρος της εκτελέσεως, λόγων ανακοπής, που αν και ήταν γεγεννημένοι και ηδύναντο να προταθούν, δεν προτάθηκαν με μία από τις ανωτέρω ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής (Ολ ΑΠ 30/1987, ΑΠ 1881/2014).
Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόμο να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, εφ' όσον το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννομη συνέπεια αυτών, την οποία προσδίδει διάταξη νόμου (ΑΠ 856/2014, 53/2004) .
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες, που ηδύναντο να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται οι στηριζόμενες σε αυτοτελές δικαίωμα που δύναται να ασκηθεί και με κύρια. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι προταθείσες ενστάσεις, ασχέτως της νομικής τους θεμελιώσεως.
Από εκείνες που δεν προτάθηκαν καλύπτονται: α) όλες οι ενστάσεις εκ του δικονομικού δικαίου, β) όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που στηρίζονται επί απλών πραγματικών περιστατικών και γ) όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που, όπως και οι καταχρηστικές στηρίζονται επί απλού πραγματικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωμα του εναγομένου, ώστε να αποτελούν παραλλήλως και ενστάσεις υπό ουσιαστική έννοια.
Όλες αυτές οι ενστάσεις, είτε αφορούν στις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε αφορούν στο κατ' ουσία βάσιμο της αγωγής, καλύπτονται από το δεδικασμένο. Η μη προταθείσα ένσταση καλύπτεται από το δεδικασμένο, εφ' όσον ήταν δυνατόν να προταθεί κατά την διάρκεια προηγουμένης δίκης, εφ' όσον δηλαδή υπήρχαν έκτοτε όλα τα απαιτούμενα για την θεμελίωση της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως (ΑΠ 243/2018, ΑΠ 856/2014, ΑΠ 1017/2001).
Περαιτέρω , από τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξωδίκως είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ενστάσεως (άρθρο 442 Α.Κ.- ΑΠ 486/2016).
Επίσης, ο ισχυρισμός περί αδικαιολογήτου πλουτισμού κατά την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ θεμελιώνει κατά κανόνα αγωγή για απόδοση της ωφελείας, μπορεί όμως να θεμελιώσει και σχετική ένσταση όταν ο πλουτισμός συνίσταται σε απαίτηση που γεννήθηκε από αναιτιώδη δικαιοπραξία. Η εν λόγω ένσταση είναι γνήσια, διότι στηρίζεται στο δικαίωμα του οφειλέτη να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής επικαλούμενος την έλλειψη νομίμου αιτίας της δικαιοπραξίας από την οποία απορρέει η ενοχική υποχρέωση, και αυτοτελής, διότι το δικαίωμα επί του οποίου στηρίζεται εκδηλώνεται μόνο υπό μορφή άμυνας προς απόκρουση του δικαιώματος του δανειστή και δεν εξαρτάται από άλλο δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με αγωγή.
Εξάλλου , κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση απ' όπου απορρέει το δεδικασμένο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 933 παρ.5 οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 933 παρ.4, που είναι ειδική και αποσκοπεί με το απαράδεκτο, το οποίο προβλέπει, στην αποφυγή παρελκύσεως της διαδικασίας της εκτελέσεως, στον περιορισμό των περί την εκτέλεση δικών, ώστε να μην αποδυναμώνονται οι εκτελεστοί τίτλοι με την καθυστέρηση της εκτελέσεώς τους και στη μη παρεμπόδιση του δικαιώματος ανταποδείξεως του καθ' ου η ανακοπή, προκύπτει ότι άμεση απόδειξη δεν σημαίνει απλώς προαπόδειξη, αλλά απόδειξη των αποσβεστικών της εκτελούμενης απαιτήσεως ισχυρισμών μόνο με έγγραφα ή δικαστική ομολογία (ΟλΑΠ 10/1993), σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή ο επικαλούμενος αποσβεστικός λόγος ανάγεται σε χρόνο πριν από την έκδοση της εκτελούμενης διαταγής πληρωμής, είτε σε μεταγενέστερο (ΑΠ 115/2001,ΑΠ 622/1999).
Άμεση δε απόδειξη, κατ' άρθρο 445 ΚΠολΔ παρέχουν και τα ιδιωτικά έγγραφα, τα συνταγμένα σύμφωνα με τους νομίμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε, ως προς το ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως σε αυτό ανταπόδειξη (ΑΠ 253/2002). Η παρ. 4 του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν κάνει διάκριση μεταξύ οφειλέτη (καθ' ου η εκτέλεση) και δανειστή, αλλά σκοπεί στην απόδειξη των ισχυρισμών που προβάλλονται και από τις δύο πλευρές και αναφέρονται στην καθ' οιονδήποτε τρόπο απόσβεση της απαίτησης αμέσως, μόνο με έγγραφα και ομολογία, χωρίς άλλη διαδικαστική παρέμβαση του δικαστηρίου (εξέταση άλλων αποδεικτικών μέσων).
Το απαράδεκτο δηλαδή, των μη παραχρήμα αποδεικνυομένων ισχυρισμών, δεσμεύει και τους δανειστές, καλύπτει δε και τις αντενστάσεις που προτείνουν αυτοί κατά των αποσβεστικών της απαίτησης ισχυρισμών (ΑΠ 583/1993).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητος της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνος αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ ΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Αν υπάρχουν στην προσβαλλομένη απόφαση κύρια και επικουρική αιτιολογία και αυτές μεταξύ τους αντιφάσκουν, δεν δημιουργείται ο μνημονευθείς λόγος αναιρέσεως, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, διότι το διατακτικό δεν στηρίζεται συγχρόνως επ' αμφοτέρων αυτών των αιτιολογιών, αλλά μόνο επί της μιάς εξ αυτών και μάλιστα προεχόντως επί της κυρίας και επιβοηθητικώς επί της επικουρικής (ΑΠ 1325/1996, ΑΠ 164/1994).
Περαιτέρω, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1456/2018, ΑΠ 719/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος των τα εξής: " Δυνάμει της υπ' αριθμ. 219/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ο ανακόπτων υποχρεώθηκε να καταβάλει στον καθ'ου το ποσό των 29.347,02 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.
Η ανωτέρω διαταγή πληρωμής στηρίχθηκε σε συναλλαγματική, ποσού 10.000.000 δρχ., που στις 06-10-1997 εξέδωσε ό ανακόπτων εις διαταγήν του καθ'ού, με ημερομηνία λήξεως στις 15- 11-1997, την οποία ο ανακόπτων αποδέχθηκε αυθημερόν. Η ανωτέρω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον ανακόπτοντα εντός διμήνου από την έκδοσή της, χωρίς ο τελευταίος να ασκήσει ανακοπή.
Στις 24-01-2012 ο καθ'ου κοινοποίησε στον ανακόπτοντα την από 23-01-2012 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εκ του υπ' αριθμ. 380/1998 πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω υπ' αριθμ. 219/1998 διαταγής πληρωμής, με την οποία ο ανακόπτων επιτάχθηκε να καταβάλει στον καθ'ου το ποσό των 29.347,02 ευρώ ως κεφάλαιο, νομιμοτόκως από τις 16-11-1997, το ποσό των 754,21 ευρώ ως δικαστική δαπάνη και το ποσό των 28,29 ευρώ ως δαπάνη επίδοσης της επιταγής.
Εν συνεχεία με το από 30-01-2012 κατασχετήριο, το οποίο επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την 01η-02-2012, ο καθ'ου, δυνάμει των ως άνω υπ' αριθμ. 219/1998 διαταγής πληρωμής και από 23-01-2012 επιταγής προς πληρωμή, κατάσχεσε αναγκαστικά εις χείρας της εδρεύουσας στην Πάτρα ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν.ΑΧΑΪΑΣ Α.Ε. Μεταφορική - Τουριστική - Εμπορική Εταιρεία", ως τρίτης, το ποσό των 19.386,00 ευρώ, το οποίο όφειλε η τελευταία στον ανακόπτοντα από σύμβαση μεταφοράς μαθητών με το τουριστικό λεωφορείο της επιχείρησής του έως και τις 31-3-2011, προκειμένου να εισπράξει εν μέρει το αναγραφόμενο στο κατασχετήριο οφειλόμενο σ' αυτόν ποσό των 82.871,75 ευρώ.? Ακολούθως στις 24-4-2014 ο καθού κοινοποίησε στον ανακόπτοντα την από 22-4- 2013 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εκ του υπ' αριθμ. 380/1998 πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω υπ' αριθμ. 219/1998 διαταγής πληρωμής, με την οποία ο ανακόπτων επιτάχθηκε να καταβάλει στον καθ'ου το ποσό των 29.347,02 ευρώ (10.000.000 δρχ) ως κεφάλαιο και το ποσό των 36.467,79 ευρώ για τόκους υπερημερίας του κεφαλαίου αυτού από τις 16-11-1997 έως τις 22-4-2013.
Εν συνεχεία με το από 30-4-2013 κατασχετήριο, το οποίο αυθημερόν επιδόθηκε στον ανακόπτοντα, ο καθ'ου δυνάμει της ως άνω διαταγής πληρωμής και της ως άνω από 22-4-2013 επιταγής προς πληρωμή, κατάσχεσε αναγκαστικώς εις χείρας της αυτής ως άνω ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΑ Ν. ΑΧΑΪΑΣ Α.Ε.", ως τρίτης, το ποσό των 37.627,92 ευρώ, το οποίο όφειλε η τελευταία στον ανακόπτοντα από την εκτέλεση σύμβασης μεταφοράς για λογαριασμό της μαθητών με το τουριστικό λεωφορείο της επιχείρησής του μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2012, προκειμένου να εισπράξει το αναγραφόμενο στο κατασχετήριο και οφειλόμενο σ' αυτόν συνολικό εκ κεφαλαίου και τόκων ποσό των 65.814,81 ευρώ...Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών ισχυρίζετο ότι η από 23-01-2012 επιταγή και το από 30-01-2012 κατασχετήριο και η από 22-4-2013 επιταγή και το από 30-4-2013 κατασχετήριο, αντίστοιχα, πάσχουν ακυρότητας, διότι στην ως άνω συναλλαγματική βάσει της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 218/1998 διαταγή πληρωμής του παρόντος Δικαστηρίου έχει εσφαλμένως ενσωματωθεί και το ποσό των 1.501.000 δρχ., το οποίο δεν αποτελεί χρηματικό ποσό που έχει δανεισθεί από τον καθ'ου, αλλά το τίμημα της αγοράς από τον ανακόπτοντα δύο αστικών λεωφορείων, το οποίο ο τελευταίος με το υπ' αριθμ.
…/…-3-1995 γραμμάτιο είσπραξης της Ιονικής Τράπεζας στις 17-3-1995 κατέθεσε στον τηρούμενο στο κατάστημα … της ανωτέρω Τράπεζας λογαριασμό του εμπορικού αντιπροσώπου και κατοίκου Αθηνών Σ. Β.. Έτι δε ισχυρίζεται ότι ακόμα και εάν το ποσό αυτό του 1.500.000 δρχ. καταβλήθηκε στον ανωτέρω έμπορο από τον καθού για λογαριασμό του ίδιου (ανακόπτοντος) για την αγορά ενός τουριστικού λεωφορείου, αυτό δεν του παραδόθηκε ποτέ, με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιείται ο καθ'ου να ζητήσει την απόδοση του τιμήματος από τον ίδιο.
Ο λόγος αυτός περί παράνομης ενσωμάτωσης στον πιστωτικό τίτλο της συναλλαγματικής του ποσού των 4.404,98 ευρώ, απαραδέκτως προτείνεται στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, καθώς, επειδή αφορούσε την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής και υφίστατο κατά τον χρόνο έκδοσης αυτής, μπορούσε να προβληθεί μόνο μέσω της ανακοπής των άρθρων 632 και 633 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Επίσης, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι στην ως άνω συναλλαγματική εσφαλμένως έχει περιληφθεί το ποσό των 880,41 ευρώ, το οποίο δεν αντιστοιχεί σε πραγματική απαίτηση του καθου σε βάρος του, αλλά σε εσφαλμένο υπολογισμό των χρηματικών ποσών που αναγράφονται στο από 08-6-1997 χειρόγραφο σημείωμα του καθ' ού ως δάνεια που χορήγησε σ' αυτόν.
Ο λόγος αυτός απαραδέκτως προτείνεται στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΑΚ καθόσον αφορούσε την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και υφίστατο κατά το χρόνο έκδοσης αυτής, με αποτέλεσμα να μπορούσε να προβληθεί μόνο με την ανακοπή των άρθρων 632 και 633 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντιστοίχως, ο ισχυρισμός του ανακόπτοντα ότι η πραγματική οφειλή του στον καθου στις 15-11-1997, ότε έληξε η ως άνω συναλλαγματική, ανήλθε στο ποσό των 6.337.059,30 ευρώ ήτοι 3.987.000 κεφάλαιο και 2.350.059,30 τόκοι, ενώ τα επιπλέον ποσά του 1.501.000 δρχ. και 300.000 δρχ. δεν αντιστοιχούν σε νόμιμη οφειλή αλλά δολίως ενσωματώθηκαν από τον ανακόπτοντα στην ως άνω συναλλαγματική, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι από την αναγκαστική κατάσχεση και εκπλειστηρίαση στις 14-3-2001 του με αριθμό κυκλοφορίας … τουριστικού λεωφορείου, ιδιοκτησίας του, το οποίο ελλείψει πλειοδοτών απέκτησε ο ίδιος ο καθ' ου αποσβέστηκε εν μέρει, κατά το ποσό των 8.500.000δρχ. άλλως 24.944,97 ευρώ, που αντιστοιχεί στην πραγματική εμπορική αξία του, η απαίτηση εκ της ως άνω συναλλαγματικής, που στις 14-3-2001 ανερχόταν στο ποσό των 10.563.989,60 ευρώ(6.337.059,20 κεφάλαιο).
Ο λόγος αυτός ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 933 παρ.5 του ΚΠολΔ διότι δεν αποδεικνύεται με έγγραφο ή ομολογία ότι η αξία αυτού ανερχόταν στο ποσό των 8.500.000 δρχ., δεδομένου ότι το μοναδικό έγγραφο που προσκομίστηκε σχετικά με την αξία αυτού είναι η υπ' αριθμ. …/…-3-2007 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού κινητού πράγματος της συμβολαιογράφου Πατρών Ελένης Δημητρίου Ραγιά κατά την οποία η αξία αυτού εκτιμήθηκε στο ποσό του 1.000.000 δρχ....
Ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι ο καθ' ου από τις κατασχεθείσες εις χείρας της "ΚΤΕΑ Ν. ΑΧΑΪΑΣ Α.Ε." απαιτήσεις αμοιβής του από τη σύμβαση υπεργολαβίας μεταφοράς μαθητών έχει εισπράξει το ποσό των 3.372,08 ευρώ δυνάμει του από 30- 01-2012 κατασχετηρίου και το ποσό των 37.627,92 ευρώ δυνάμει του από 30-4-2013 κατασχετηρίου, ήτοι συνολικό ποσό των 41.000,00 ευρώ.
Με το από 30-01-2012 κατασχετήριο ο καθού, με βάση το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της ως άνω υπ αριθμ. 219/1998 διαταγής πληρωμής μετά της από 23-01-2012 επιταγής, κατάσχεσε αναγκαστικά εις χείρας της εδρεύουσας στην Πάτρα ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΑΧΑΪΑΣ Α.Ε.", ως τρίτης, το ποσό των 19.386,00 ευρώ, το οποίο όφειλε η τελευταία στον ανακόπτοντα από την σύμβαση υπεργολαβίας μεταφοράς μαθητών για λογαριασμό της με τουριστικό λεωφορείο, το οποίο άνηκε στην ιδιοκτησία της.
Σύμφωνα δε με την υπ' αριθμ. …/…-02-2012 δήλωση της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πατρών, υφίστατο εισπράξιμη χρηματική απαίτηση του ανακόπτοντος έναντι της τελευταίας, ποσού 19.386,00 ευρώ, προερχόμενη από μεταφορές μαθητών, που πραγματοποίησε μέχρι τις 31-3-2011 με λεωφορείο ιδιοκτησίας του για λογαριασμό της.
Επί της από 04-9-2012...αίτησης αναστολής της επισπευδόμενης εκτελεστικής διαδικασίας με το ως άνω από 30-01- 2012 κατασχετήριο, που άσκησε ο ανακόπτων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 346/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία ανεστάλη εν μέρει η αναγκαστική εκτέλεση ως προς το ποσό των 16.013,92 ευρώ.
Το μη υποκείμενο σε αναστολή ποσό των 3.372,08 ευρώ καταβλήθηκε στον καθού, όπως ομολογεί ο ίδιος. Εν συνεχεία με το από 30-4-2013 κατασχετήριο ο καθ' ου, με βάση το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της ως άνω υπ' αριθμ. 219/1998 διαταγής πληρωμής μετά της από 22-4-2013 επιταγής, κατάσχεσε αναγκαστικά εις χείρας της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας, ως τρίτης, το ποσό των 37.627,92 ευρώ, το οποίο όφειλε η τελευταία στον ανακόπτοντα από την σύμβαση υπεργολαβίας μεταφοράς μαθητών για λογαριασμό της με τουριστικό λεωφορείο, το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία της.
Σύμφωνα δε με την υπ' αριθμ. …/….-5-2013 δήλωση της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πατρών, υφίστατο εισπράξιμη χρηματική απαίτηση του ανακόπτοντος έναντι της τελευταίας, ποσού 37.627,92 ευρώ, προερχόμενη από μεταφορές μαθητών, που πραγματοποίησε με λεωφορείο ιδιοκτησίας του για λογαριασμό της.
Κατά της ανωτέρω επισπευδόμενης εκτελεστικής διαδικασίας ο ανακόπτων άσκησε την υπό κρίση από 08-5-2013 ανακοπή, όχι όμως και αίτηση αναστολής αυτής. Πλην όμως δεν αποδεικνύεται από έγγραφα ή ομολογία του καθου ότι πράγματι αυτός έχει εισπράξει το κατασχεθέν ποσό των 37.627,92 ευρώ. Ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι ο καθού, παρά την αναστολή της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης εν μέρει κατά το ποσό των 16.013,92 ευρώ, με την υπ 'αριθμ. 346/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου εισέπραξε ολόκληρο το κατασχεθέν ποσό των 19.386,00 ευρώ, καθόσον το κρίσιμο εκείνο χρονικό διάστημα ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ.
της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαραδέκτως προβαλλόμενος καθόσον δεν αποδεικνύεται με έγγραφο ή με ομολογία, κατ' άρθρο 933 παρ. 4 του ΚΠολΔ. Εκ μόνου του γεγονότος ότι επί του από 30-01-2013 κατασχετήριου της δανείστριας του ανακόπτοντος Α. Π., η ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΕΑ Ν .ΑΧΑΪΑΣ Α.Ε.", ως τρίτη, δεν προέβη ,σε θετική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πατρών προς την ύπαρξη απαίτησης του ανακόπτοντος έναντι αυτής ποσού 7.247,38 ευρώ, δεν αποδεικνύει παραχρήμα, όπως απαιτείται εν προκειμένω, το ότι ο καθ' ου, κατά παράβαση της προαναφερόμενης απόφασης υπ' αριθμ. 346/2013, εισέπραξε ολόκληρο το κατασχεθέν ποσό των 19.386,00 ευρώ, δεδομένου του ότι η Α.
Π. έχει ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών την από 25-02-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 163/2013 ανακοπή, κατά το άρθρο 986 του ΚΠολΔ, χωρίς όμως οι διάδικοι της παρούσας δίκης να επικαλεστούν με την προσθήκη των προτάσεών τους και να προσκομίσουν εντός της τριήμερης προθεσμίας από τη συζήτηση της κατάθεσης προσθήκης αντίγραφο της αποφάσεως επί της ανωτέρω ανακοπής.
Επομένως ο σχετικός λόγος ανακοπής περί του ότι δια των επίδικων κατασχέσεων εις χείρας τρίτου η απαίτηση του καθού έχει εξοφληθεί κατά το ποσό των 41.000,00 ευρώ πρέπει να απορριφθεί, κατά τα ανωτέρω. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της με αριθμό κατάθεσης 462/2012 ανακοπής (2° δικόγραφο πρόσθετων λόγων με αριθμ. καταθ. 1776/2013) ο ανακόπτων ισχυρίζετο ότι η απαίτηση, για την οποία επισπεύδεται σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση, κατά παράβαση του άρθρου 915 του ΚΠολΔ, είναι μη βέβαιη και μη εκκαθαρισμένη διότι στο από 08-6-1997 χειρόγραφο σημείωμα του καθου αφενός πέραν των έξι χρηματικών ποσών που πράγματι έχει δανεισθεί από τον καθού ο τελευταίος έχει συμπεριλάβει ως έβδομο και το χρηματικό ποσό του 1.501.000 δρχ, το οποίο, ακόμα και εάν αφορούσε την αγορά λεωφορείου για λογαριασμό του από τον εμπορικό αντιπρόσωπο Σ.
Β., ουδέποτε του παραδόθηκε, αφετέρου διότι στο ιδιόγραφο αυτό σημείωμα από σκόπιμο εσφαλμένο υπολογισμό του καθ'ου έχει συμπεριληφθεί ως απαίτηση έναντι αυτού και το ποσό των 300.000 δρχ. και επιπροσθέτως διότι μολονότι, όπως αναγράφεται στο ανωτέρω ιδιόγραφο σημείωμα, είχαν συμφωνήσει να προβούν στο μέλλον στην από κοινού επαλήθευση των οικονομικών τους δοσοληψιών και στην εξώδικη εκκαθάριση αυτών, ο καθ'ου με βάση την ανωτέρω συναλλαγματική, εκ της οποίας μόνο το ποσό των 6.337.059,52 δρχ. (3.987,000 δρχ.
κεφάλαιο + 2.350.059,52 δρχ. τόκοι) αντιστοιχεί σε πραγματική οφειλή του έναντι του καθού, αυθαιρέτως αιτήθηκε την έκδοση διαταγής πληρωμής για ολόκληρο το αναγραφόμενο σε αυτή ποσό των 10.000,00 δρχ. Ο ισχυρισμός αυτός ως προς τα ανωτέρω ποσά των 1.501.000 δρχ. και 300.000 δρχ., σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται απαραδέκτως προτείνεται στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, καθόσον αφορά την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και υφίστατο κατά τον χρόνο έκδοσης αυτής, με αποτέλεσμα να μπορούσε να προβληθεί μόνο με την ανακοπή των άρθρων 632 και 633 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Ως προς τον εν λόγω ισχυρισμό περί μη εκκαθαρισμένου της απαίτησης λόγω ύπαρξης συμφωνίας των διαδίκων περί εξώδικης εκκαθάρισης των μεταξύ τους οικονομικών συναλλαγών βάσει του από 08-6-1997 ανυπόγραφου ιδιόγραφου σημειώματος του καθού, το οποίο προσκομίστηκε με επίκληση από τον ανακόπτοντα και η γνησιότητά του δεν αμφισβητήθηκε από τον καθού, πέραν του ότι ο τελικός αυτός λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων θα αφορούσε μόνο τους τόκους ποσού 3.300,000 δρχ., που κατέβαλε ο καθού στην Ιονική Τράπεζα για κεφάλαιο 5.788.000 δρχ., που δανείστηκε από την ανωτέρω Τράπεζα και εν συνεχεία κατέβαλε στον καθού ως δάνειο κατά τα επιμέρους χρηματικά ποσά και τις ημερομηνίες, οι οποίες αναγράφονται στο ανωτέρω σημείωμα, επίσης απαραδέκτως προτείνεται στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, καθόσον αφορά την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και υφίστατο κατά τον χρόνο έκδοσης αυτής, με αποτέλεσμα να μπορούσε να προβληθεί μόνο με την ανακοπή των άρθρων 632 και 633 παρ. 2 του ΚΠολΔ και να καλύπτεται από το δεδικασμένο που παράγεται από την ανωτέρω διαταγή πληρωμής ως προς την ύπαρξη απαίτησης εκ της συναλλαγματικής ποσού 10.000,000 δρχ.
άλλως 29.347,00 ευρώ. Ακολούθως... ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η επισπευδόμενη σε βάρος του διαδικασία αναγκαστικής (εκτέλεσης) αντίκειται στα χρηστά ήθη και στην καλή πίστη διότι αφορά ανύπαρκτη απαίτηση κατά το ποσό των 3.662.940,48 δραχμών, το οποίο αφορά τα αυθαιρέτως από τον καθού ενσωματωθέντα στο ποσό της συναλλαγματικής προαναφερόμενα ποσά του 1.501.000 δρχ και 300.000 δρχ.
Επιπλέον... ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η επισπευδόμενη σε βάρος του διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης αντίκειται στα χρηστά ήθη και στην καλή πίστη διότι από την εκπλειστηρίαση του Δ.Χ. τουριστικού του λεωφορείου, με την υπ' αριθμ. …/….-3-2001 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού κινητού πράγματος της συμβολαιογράφου Πατρών Ελένης Ραγιά, η περιουσία του καθού, στον οποίο κατακυρώθηκε, επαυξήθηκε κατά το ποσό των 8.500.000 δρχ.
άλλως 23.447,62 ευρώ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 933 ΚΠολΔ και 25 του Συντ. συνάγεται ότι λόγο ανακοπής του άρθρου 933 του ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος προς επίσπευση της εκτελέσεως.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, για να θεωρηθεί η άσκηση; του δικαιώματος καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου Οι λόγοι αυτοί ανακοπής, και συνακόλουθα της έφεσης και των πρόσθετων λόγων, οι οποίοι αφορούν την απαίτηση, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθότι...
τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο ανακόπτων προς θεμελίωση της καταχρηστικότητας, αφενός ως προς τα ποσά των 1.501.0Θ0 δρχ. και 300.000 δρχ. απαραδέκτως προτείνονται το πρώτον κατά την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, αφετέρου τόσο η μη οφειλή των ανωτέρω ποσών όσο και η πραγματική αξία του εκπλειστηριασθέντος κινητού δεν αποδεικνύονται αμέσως (παραχρήμα) κατ άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και επί της παρακωλυτικής ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του άρθρου 281 ΑΚ...
Ο τελευταίος (ανακόπτων) ισχυρίζεται ότι από το 2002 έως το 2010 για την εξόφληση της οφειλής του από την ανωτέρω εκτελούμενη διαταγή πληρωμής έχει καταβάλει στον καθού διάφορα χρηματικά ποσά, ορισμένα εκ των οποίων με αποδείξεις και άλλα χωρίς. Επί των ανωτέρω λόγων ανακοπής λεκτέα τα ακόλουθα: οι ανωτέρω λόγοι ανακοπής και πρόσθετος λόγος, κατά το μέρος που αφορούν τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος, ότι από το έτος 2005 έως και τους πρώτους μήνες του 2008 ο ταμίας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΑ Ν.
ΑΧΑΪΑΣ Α.Ε.", Θεοφάνης Σπυρόπουλος, της οποίας μέτοχος και Πρόεδρος του Δ.Σ. ήταν ο καθού κατ' εντολή και για λογαριασμό του καθού, άνευ αποδείξεων, από τις εκάστοτε αμοιβές του από τη σύμβαση υπεργολαβίας μεταφοράς μαθητών παρακράτησε το ποσό των 23.000 δρχ. και το ποσό των 7.700 δρχ. ήτοι συνολικά 30.700 δρχ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι οι ανωτέρω χρηματικές καταβολές λόγω μη έκδοσης αποδείξεως και έλλειψης ομολογίας του καθού δεν αποδεικνύονται παραχρήμα κατ' άρθρο 933 παρ. 4 του ΚΠολΔ.
Επίσης, από το υπ' αριθμ. σχετ. 44 (του ανακόπτοντος ήδη εκκαλούντος) ανυπόγραφο σημείωμα, που προσκομίζει με επίκληση ο ανακόπτων, δεν αποδεικνύεται παραχρήμα κατ' άρθρο 933 παρ. 4 του ΚΠολΔ ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι το 2008 κατά την είσπραξη αμοιβής του ποσού 6.000 ευρώ από το ΚΤΕΛ Ν. ΑΧΑΪΑΣ ο ίδιος ο καθού παρακράτησε το ποσό των 2.500 ευρώ, καθώς ο καθού ναι μεν δεν αμφισβήτησε την γνησιότητα αυτού, δεν προκύπτει από το ανωτέρω έγγραφο το πότε καταρτίστηκε καθώς δεν φέρει ημεροχρονολογία και σε τι αντιστοιχούν αναγραφόμενα σε αυτό ποσά, (δεν υφίσταται πλην της έλλειψης χρονολογίας ουδέν προσδιοριστικό στοιχείο) δεδομένου και του ότι το ποσό των 7.442,09 ευρώ, που συνιστά την αμοιβή του ;κατά το υπ' αριθμ.
…/…-12-2008 ένταλμα πληρωμής της ΚΤΕΛ Ν. ΑΧΑΪΑΣ Α.Ε., δεν αναγράφεται στο ανωτέρω σημείωμα. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τις τρεις έγγραφες αποδείξεις της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών Α. Π., που επικαλείται και προσκομίζει ο ανακόπτων, και επιπλέον ομολογεί ο καθού, ο ανακόπτων σε εκτέλεση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής στις 27-12-2002, 15-5- 2003 και 15-5-2003 κατέβαλε στην τελευταία, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό του επιτάσσοντα καθού, το ποσό των 300,00 ευρώ, 900,00 ευρώ και 3.213,92 ευρώ, αντίστοιχα.
Περαιτέρω, από τις πέντε έγγραφες αποδείξεις του ταμία της εταιρείας "ΚΤΕΛ Ν. ΑΧΑΪΑΣ Α.Ε." Θ. Σ., ο οποίος ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό του καθού, που επικαλείται και προσκομίζει ο ανακόπτων, προκύπτει ότι ο τελευταίος, προς μερική εξόφληση της οφειλής του από την ανωτέρω διαταγή πληρωμής, στις 26-5-2008, 31-12-2008, 04-02-2009, 01-7-2009 και 31-8- 2009 κατέβαλε στον καθού το ποσό των 3.000 ευρώ, 2.000 ευρώ, 4.000 ευρώ, 1.000 ευρώ και 500 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι συνολικά το ποσό των 10.500 ευρώ.
Την καταβολή των ανωτέρω ποσών, πλην του ποσού των 2.000 ευρώ (31-12-2008) ομολογεί ο καθού με τις προτάσεις του. Επιπλέον, όπως προκύπτει από το 14-4-2015 δελτίο κατάθεσης της Αχαϊκής Συνεταιριστικής Τράπεζας, ο ανακόπτων κατέθεσε στον τηρούμενο σε αυτήν ατομικό λογαριασμό του καθού το ποσό των 3.100,00 ευρώ όπως και ο καθού ομολογεί.
Επομένως, οι χρηματικές καταβολές του ανακόπτοντος στον καθού προς μερική εξόφληση της οφειλής του εκ της ανωτέρω διαταγής πληρωμής ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 18.013,92 ευρώ. Το ποσό αυτό των 18.013,92 ευρώ δεν αφαιρέθηκε από το αρχικά οφειλόμενο ποσό κεφαλαίου ούτε από τον υπολογισμό των τόκων, καθώς, όπως προκύπτει από την από 23-01-2012 επιταγή προς εκτέλεση, ο ανακόπτων επιτάσσεται να καταβάλει το ποσό των 29.347,02 ευρώ (10.000.000 δρχ), νομιμοτόκως από τις 16-11-1997, ενώ βάσει της ανωτέρω επιταγής ο καθού προέβη στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου για το ποσό των 19.386 ευρώ.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την από 22-4-2013 επιταγή προς εκτέλεση, ο ανακόπτων επιτάσσεται να καταβάλει για επιδικασθέν κεφάλαιο το ποσό των 29.347,02 ευρώ (10.000.000 δρχ.) και για τόκους του ως άνω κεφαλαίου για το διάστημα από τις 17-11-1997 έως τις 22-4-2013 το ποσό των 36.467,79 ευρώ. Το ποσό δε αυτό των τόκων ύψους 36.467,79 ευρώ, όπως αναφέρεται στην από 22-4-2013 επιταγή, έχει υπολογισθεί κατόπιν αφαίρεσης, κατ' άρθρο 423 του ΑΚ, των καταβολών που έγιναν από μέρους του καθού, συνολικού ποσού 19.386 ευρώ και συγκεκριμένα ;
α. 300 ευρώ στις 27-12-2002, β. 4.113,92 ευρώ στις 15-5-2003, γ. 3.100 ευρώ στις 14-4- 2005, δ. 3.000 ευρώ στις 26-5-2008, ε. 4.000 ευρώ στις 04-02- 2009, στ. 1.000 ευρώ την 01-7-2009, ζ. 500,00 ευρώ στις 31-8-2009 και η. 3.372,08 ευρώ στις 22-4-2013, δυνάμει της υπ' αριθμ. 346/2013 απόφασης του Δικαστηρίου. Οι καταβολές του οφειλέτη δεν αποτελούν στοιχείο του περιεχομένου της επιταγής, αναγκαίο για το κύρος της, αλλά βάση ένστασης του οφειλέτη.
Επίσης, ούτε το ποσό του τόκου χρειάζεται να προσδιορίζεται στην επιταγή, αφού το μεν ποσοστό του τόκου ορίζεται από το νόμο, το δε ποσό των τόκων που θα καταβληθεί μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό με βάση το ποσοστό αυτού και το χρονικό διάστημα που θα παρέλθει μέχρι την ημέρα της εξόφλησης της επιταγής.
Εάν η επιταγή έγινε για ποσό μεγαλύτερο από το πράγματι οφειλόμενο, ακυρότητα επέρχεται μόνο κατά το επιπλέον ποσό. Έτσι η επιταγή διατηρεί την ισχύ της για το ποσό αυτό, ως προς το οποίο νομίμως αρχίζει και συνεχίζεται η εκτέλεση. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον αποδεικνύεται αμέσως, κατά την εκδίκαση της σχετικής ανακοπής, μερική εξόφληση, το Δικαστήριο οφείλει να την ακυρώσει μόνο ως προς το ποσό για το οποίο προέκυψε η εξόφληση.
Ωστόσο από την μη αφαίρεση από την από 23-01-2012 επιταγή προς εκτέλεση και το με βάση αυτή κατασχετήριο του ανωτέρω ποσού των 19.386,00 ευρώ, το οποίο ομολογεί ο καθ' ου ότι έχει εισπράξει από τον ανακόπτοντα με επί μέρους καταβολές, δεν προκύπτει βλάβη του ανακόπτοντοντος, ώστε να πρέπει να ακυρωθεί εν μέρει η ως άνω επιταγή, καθώς το ανωτέρω ποσό αφαιρέθηκε από τους τόκους υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από τις 17-11-1997 έως τις 22-4-2013, καθώς όπως προκύπτει από την από 22-4-2013 επιταγή προς εκτέλεση, ο ανακόπτων επιτάσσεται να καταβάλει για επιδικασθέν κεφάλαιο το ποσό των 29.347,02 ευρώ και για τόκους του ως άνω κεφαλαίου για το διάστημα από τις 17-11-1997 έως τις 22-4-2013 το ποσό των 36.467,79 ευρώ, ήτοι συνολικά 65.814,81 ευρώ".? Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως απαραδέκτους τους λόγους των ανακοπών, καθόσον προεβλήθησαν στο στάδιο της αναγκαστικής εκτελέσεως, ενώ αφορούσαν την απαίτηση για την οποία εξεδόθη η διαταγή πληρωμής και υφίσταντο κατά το χρόνο εκδόσεως αυτής, και μπορούσαν, ως εκ τούτου, να προβληθούν με την ανακοπή των άρθρων 632 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ., ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 440,441 και 904 ΑΚ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρο 330 ΚΠολΔ, και τις λοιπές ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς , επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, όλα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τους λόγους της υπό κρίση αιτήσεως και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8, 9, 14 και 19 Κ.Πολ.Δ.
τυγχάνουν αβάσιμα όπως και οι αντίστοιχοι αναιρετικοί λόγοι στο σύνολο τους. Ειδικότερα με τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως, αφού παρατίθενται οι λόγοι ανακοπής και οι λόγοι εφέσεως κατά της απορριπτικής αυτών πρωτοδίκου αποφάσεως, γίνεται εν συνεχεία εκτενής αναφορά στην ουσιαστική βασιμότητα, κατά τον αναιρεσείοντα, των λόγων αυτών και προσάπτονται αιτιάσεις στην προσβαλλομένη για την απόρριψη αυτών, και συγχρόνως γίνεται επίκληση των προειρημένων αναιρετικών πλημμελειών, χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα ο τρόπος συντελέσεως αυτών, δηλαδή, ποιες διατάξεις του νόμου παραβιάσθηκαν και ποιο είναι το αποδιδόμενο στο Εφετείου, ως προς τις διατάξεις αυτές ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, ποιές πλημμέλειες εμφιλοχώρησαν σης αιτιολογίες της αποφάσεως, ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το Εφετείο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη.
Συνεπώς οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι τυγχάνουν απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας των επιπροσθέτως δε διότι υπό την επίκληση των ως είρηται αναιρετικών αιτιάσεων πλήττεται η κρίση του Εφετείου ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υποθέσεως, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Ανεξαρτήτως όμως του απαραδέκτου αυτών όλοι οι ανωτέρω λόγοι τυγχάνουν και αβάσιμοι κατ' ουσίαν, αφού με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως ουδεμία από τις αποδιδομένες σ' αυτήν αναιρετικές πλημμέλειες στοιχειοθετείται.? Εξάλλου πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της ανακοπής του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της επιταγής προς εκτέλεση ή οποιασδήποτε άλλης πράξεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, καθώς και ο λόγος της εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου.
Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων από αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018, ΑΠ 851/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο κατά το οικείο μέρος του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και με τον πρώτο κατά το οικείο μέρος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. διότι δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες απ' αυτόν ισχυρισμούς του, α) ότι η παραχρήμα αποδεικνυόμενη ανταπαίτησή του των 4.404,98 ευρώ κατά του καθου η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητου προέκυψε από τη μη παράδοση σ' αυτόν του επίμαχου λεωφορείου πούλμαν μέχρι το Μάιο του έτους 2012 και την εντεύθεν άρνηση του αναιρεσιβλήτου να συμπράξει στην από κοινού εκκαθάριση του μεταξύ αυτών αλληλόχρεου λογαριασμού, β) ότι αυτή η ανταπαίτηση προτάθηκε από αυτόν έκτοτε σε δικαστικό συμψηφισμό προς την τελεσίδικη απαίτηση του αναιρεσιβλήτου των 29.347,02 ευρώ και γ) ότι έτσι αποσβέστηκαν αναδρομικά οι μεταξύ των αμοιβαίες ομοειδείς κατ' αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, καθ' ο μέρος καλύπτονταν, από τότε που συνυπήρξαν.
Από την επισκόπηση όμως, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους προβληθέντες ως άνω λόγους ανακοπής και στη συνέχεια εκ των πραγμάτων την απόρριψή τους, με τις παραδοχές, που προαναφέρθηκαν. Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης με τον οποίο αποδίδεται αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.
ΚΠολΔ, με τον οποίο ο ανακόπτων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απόλυτα βέβαιο για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του δικαστηρίου επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος δεν ελήφθησαν υπόψη, ούτε συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/20Θ8, ΑΠ 677/2015, 1456/2014) .
Όμως, δεν αποτελούν έγγραφα, για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως η αγωγή, η έφεση και οι προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ1672/2013, 1007/2009). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, Θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν ελήφθησαν υπόψη το δικαστήριο, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις αυτές και γ) η επίδραση που αυτός ασκεί στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2261/2014, 688/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για ανύπαρκτη οφειλή του, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ο Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων έλαβε υπόψη και εκτίμησε, εκτός των άλλων, και α) την υπ' αριθμ.346/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) β) την από 22-4-2013 επιταγή προς πληρωμή του αναιρεσιβλήτου κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ'αριθμ.219/1998 διαταγής πληρωμής, γ)το βάσει αυτής της επιταγής από 30-4-2013 κατασχετήριο του αναιρεσιβλήτου, δ)τις υπ' αριθμ…/…-02-2012 και υπ' αριθμ…./…-05-2013 θετικές δηλώσεις της ανώνυμης εταιρείας "ΚΤΕΛ Ν. ΑΧΑΪΑΣ Α.Ε. ως τρίτης, προς τη Γραμματεία του αρμόδιου Ειρηνοδικείου Πατρών και ε) το από 30-01-2013 κατασχετήριο της Α. Π. για το ποσό των 7.247,38 ευρώ και ζ) την υπ' αριθμ.249/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. τρίτος κατά το οικείο μέρος του, πρόσθετος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη των εγγράφων αυτών, τυγχάνει αβάσιμος. Εξάλλου ο ίδιος λόγος καθό μέρος αφορά τη μη λήψη υπόψη : α) της από 16-09-2016 προσθήκης- αντίκρουσης στις ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών κατατεθείσες από 01-09-2016 εγγράφους προτάσεις του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος και της από 06-09- 2016 προσθήκης-αντίκρουσης και β) των ενώπιον του κατ' έφεση δικάσαντος Μονομελούς Εφετείου Πατρών υποβληθεισών από 19-10-2017 εγγράφων προτάσεων και της από 24-10-2017 προσθήκης- αντίκρουσης, τυγχάνει απαράδεκτος, διότι τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, διαδικαστικά έγγραφα δεν συνιστούν αποδεικτικά μέσα, ώστε να στοιχειοθετείται ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως.
Τέλος ο αυτός αναιρετικός λόγος, καθό μέρος μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη α) την έλλειψη αναστολής της εναντίον του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επισπευδόμενης τελευταίας αναγκαστικής εκτελέσεως, β) την έλλειψη οποιασδήποτε άλλης κατάσχεσης των επίμαχων αμοιβών του ανακόπτοντος των 41.000 ευρώ εκ μέρους άλλων δανειστών, γ) το γεγονός της εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου άμεσης είσπραξης του κατασχεθέντος και εξαιρεθέντος της αναστολής μικρότερου ποσού εκ των αμοιβών του ανακόπτοντος των 3.372,08 ευρώ και δ) την αυτονόητη και κατά λογική συνέπεια είσπραξη των κατασχεμένων χρημάτων από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση αναιρεσίβλητο, είναι απαράδεκτος, το μεν λόγω αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζει ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίστηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δε διότι οι προβαλλόμενες δι' αυτού αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο.? Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλομένη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 1150/93).
Έτσι, επί επαλλήλων αιτιολογιών (κυρίων ή επικουρικών), κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, εάν έστω και μία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003),και θα απορριφθούν για τον λόγο αυτό, κατά το μέρος που απευθύνονται κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών, εφόσον η μη τελεσφόρως πληττομένη αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 13/1995, 25/1994, ΑΠ 856/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δέχθηκε με την πρώτη κυρία αιτιολογία του, ότι : "ο ισχυρισμός που προβάλλεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της με αριθμό κατάθεσης 462/2012 ανακοπής (2° δικόγραφο πρόσθετων λόγων με αριθμ.κατάθ. 1776/2013), ως προς τα ποσά των 1.501.000 δρχ. και 300.000 δρχ....
απαραδέκτως προτείνεται στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, καθόσον αφορά την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και υφίστατο κατά τον χρόνο έκδοσης αυτής, με αποτέλεσμα να μπορούσε να προβληθεί μόνο με την ανακοπή των άρθρων 632 και 633 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Ως προς τον εν λόγω ισχυρισμό περί μη εκκαθαρισμένου της απαίτησης λόγω ύπαρξης συμφωνίας των διαδίκων περί εξώδικης εκκαθάρισης των μεταξύ τους οικονομικών συναλλαγών βάσει του από 08-6-1997 ανυπόγραφου ιδιόγραφου σημειώματος του καθ' ου, το οποίο προσκομίστηκε με επίκληση από τον ανακόπτοντα και η γνησιότητά του δεν αμφισβητήθηκε από τον καθ' ου, πέραν του ότι ο τελικός αυτός λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων θα αφορούσε μόνο τους τόκους ποσού 3.300.000 δρχ.
που κατέβαλε ο καθ' ου στην Ιονική Τράπεζα για κεφάλαιο 5.788.000 δρχ., που δανείστηκε από την ανωτέρω Τράπεζα και εν συνεχεία κατέβαλε στον καθ' ου ως δάνειο κατά τα επί μέρους χρηματικά ποσά και τις ημερομηνίες, οι οποίες αναγράφονται στο ανωτέρω σημείωμα, επίσης απαραδέκτως προτείνεται στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, καθόσον αφορά την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και υφίστατο κατά τον χρόνο έκδοσης αυτής..." Δηλαδή, με επάλληλη αιτιολογία του δέχθηκε, ότι η εξώδικη εκκαθάριση θα αφορούσε μόνο τους τόκους ποσού 3.300.000 δρχ.
που κατέβαλε ο καθ' ου η ανακοπή στην Ιονική Τράπεζα για κεφάλαιο 5.788.000 δρχ και υπό την εκδοχή ότι, ο ως άνω ισχυρισμός αφορούσε και το μη εκκαθαρισμένο της απαίτησης που προβάλλεται με τον άνω λόγο ανακοπής, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από τη διαταγή πληρωμής, ο σχετικός ισχυρισμός του ανακόπτοντος και πάλι θα ήταν απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία, δεδομένου ότι από τα έγγραφα που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, αποδεικνύεται ότι η ως άνω συναλλαγματική βάσει της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής ενσωματώνει ολόκληρο το ποσό των 10.000.000 δρχ.
Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, η κυρία αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, πλήττεται ανεπιτυχώς (ήδη οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι), ο δεύτερος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, που πλήττει, την ως άνω δεύτερη επικουρική αιτιολογία, για πλημμέλειες από τους αριθμούς 20 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραμορφώθηκε το από 08-06-1997 ιδιόγραφο σημείωμα και η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε χωρίς απόδειξη ως αβάσιμη κατ' ουσία την ανακοπή ως προς το ποσό των φερομένων ως καταβληθέντων από τον αναιρεσίβλητο "τραπεζικών τόκων" των 3.300.000 δραχμών, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Ανεξαρτήτως βεβαίως του ότι κατ' ουσίαν εξεταζόμενος ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, αφού δεν στοιχειοθετούνται οι αποδιδόμενες δι' αυτού στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να εισαχθεί το παράβολο που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-9-2018 αίτηση αναιρέσεως και τους από 16-12-2019 προσθέτους λόγους αναιρέσεως του Χ. Ε. του Ι., κατά της υπ' αριθμ. 216//2018 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ