Supreme Court dismisses appeal against Peace Court judgment on statute of limitations for loan installments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the annulment request filed by the National Social Security Fund against a final Peace Court decision. The Peace Court correctly applied the five-year statute of limitations for loan installments, noting the lack of formal notice from the lender and the specific dates of default. The Court found no legal error in the application of substantive law or the reasoning provided in the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 560(6) of the Code of Civil Procedure; The annulment request is inadmissible if the lower court correctly applied substantive law regarding the statute of limitations and provided sufficient reasoning for the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1203 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1203/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (ΕΤΑΑ) - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Λ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Θεοδωρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου.
Εκδόθηκε η 33/2015 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/12/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 15/2/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων) και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ( ΑΠ 84/2016 ΤΝΠ Νόμος).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 KΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται κατά των παραπάνω αποφάσεων και "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Σημειώνεται ότι ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες, αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές.
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 608/2017, ΑΠ 1971/2013).
ΙΙ. Με το άρθρο 17 του ΕισΝΑΚ, καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις, που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες, με τις οποίες είχε επεκταθεί σε ΝΠΔΔ η εφαρμογή τους για την παραγραφή διατάξεων, που αφορούσαν το Δημόσιο. Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, καθόσον αφορά το ΝΠΔΔ, εφηρμόζοντο για την παραγραφή, κατά κανόνα μεν, οι κοινές διατάξεις του ΑΚ, εξαιρετικώς δε, οι διατάξεις, που αφορούσαν το Δημόσιο, εφόσον επρόκειτο για Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, που αφορούσαν το Δημόσιο, ή τυχόν μεταγενέστερες του ΑΚ ειδικές διατάξεις (ΟλΑΠ 132/62, ΑΠ 307/62, ΑΠ 404/62, ΑΠ 26/60, σχετ.
Ολ ΑΠ 73/58). Επακολούθησε το ΝΔ 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101, του οποίου οριζόταν ότι "Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεώς των επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου".
Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή εκδόθηκε το ΒΔ 776/72, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του ως άνω ΝΔ, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν, ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον ότι και, κατά το άρθρο 101 Ν.Δ. 321/1969, "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς, χωρίς τούτο να μεταβληθεί, με τις διατάξεις του μεταγενέστερου Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" και δη με το άρθρο 86 αυτού.
Εκδόθηκε, όμως, το ΝΔ 496/74, το οποίο, με τα άρθρα 44 επ. αυτού, ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 44 του ΝΔ 496/1974, περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ, ορίζει ότι: "παν χρέος προς το ν.π.
παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" ( παρ. 1 εδ. α'). "Χρέη προς το ν.π. α )... β )... γ ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" ( παρ.2 ).
Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ΝΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 578/1977, ορίζει ότι "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977 δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα (πλην των αναφερομένων στην παρ. 1) ν.π.δ.δ...Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι' ούς ταύτα εξεδόθησαν".
Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαίρεσης ΝΠΔΔ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ΝΔ 496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ' αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεγεννημένων αξιώσεων. Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι".
Από τις άνω, διαχρονικού δικαίου, διατάξεις, συνάγεται ότι για τις αξιώσεις, που γεννήθηκαν μετά την 1.1.1977, ως προς το χρόνο της παραγραφής, εξακολουθεί να εφαρμόζεται το προηγούμενο καθεστώς, δηλαδή είτε οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, είτε τυχόν ειδικές διατάξεις. Κατ' εφαρμογή της, παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ΝΔ 496/1974, εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το ΠΔ 437/1977, το άρθρο μόνο, του οποίου ορίζει ότι: "εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ. 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, η εξαίρεση είναι καθολική και, επομένως, καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής, ως άνω, διατάξεις του ΝΔ 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο μόνο του ΠΔ 305/1985 (ΑΠ 663/2011, ΑΠ 1645/2010, ΑΠ 1831/2006, ΑΠ 1706/1983). Τέλος, με το Ν. 4114/1960 κυρώθηκε ο κώδικας του Ταμείου Νομικών, το οποίο εποπτευόταν, αρχικώς, από τον υπουργό δικαιοσύνης (άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 4114/1960) και, ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 7 του ΝΔ 1/1968, υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του άρθρου μόνου του ΠΔ 437/1977, εξαιρέθηκε τούτο, ολοσχερώς, της εφαρμογής των διατάξεων του ΝΔ 496/1974 και, επομένως και, εκείνης του άρθρου, 44 που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων ΝΠΔΔ, δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις, για την παραγραφή των αξιώσεών του, εφαρμογή έχουν οι κοινές, περί παραγραφής, διατάξεις του ΑΚ (ΑΠ 663/2011).
Περαιτέρω, οι αξιώσεις εκ δανείου υπόκεινται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει με τη λήξη του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Χρεώλυτρο κατά την έννοια του δευτέρου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλομένου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως, αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες, περιοδικές, εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές.
Με την καταγγελία, η σύμβαση του δανείου λύεται και, επομένως, ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή, από τον οφειλέτη, ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας, από την καταγγελία. Το δάνειο, συνεπώς, είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφλησή του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων, κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων.
Μόνον, όμως, όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε, ανεξόφλητο, κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή, προς απόδοση του δανείου, υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή (ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012, ΑΠ 1455/2007, ΑΠ 637/1997).
IΙΙ. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Ειρηνοδικείο Πύργου, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης, τελεσίδικης, απόφασής του, αναφορικά με την ουσιαστική διερεύνηση του, αναιρετικά ενδιαφέροντος, τρίτου λόγου της ένδικης ανακοπής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Από την εκτίμηση των εγγράφων που προσκομίζουν κι επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με όσα εκθέτουν στις έγγραφες προτάσεις τους, αλλά και με όλη εν γένει τη διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα:
Το καθ' ου, έχοντας εκδώσει την υπ' αρ. 792/08.02.2012 απόφαση καταλογισμού οφειλής προς είσπραξη του Διευθυντή του καθ' ου και την υπ' αρ. ...2/07.06.2012 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. …. επιτάσσει τον ανακόπτοντα να του καταβάλλει το ποσό των 4.035,22 ευρώ για οφειλή από δάνειο που είχε λάβει από το πρώην Ταμείο Νομικών με την υπ' αρ. 3788/31.01.1996 απόφαση Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίο ήταν εξοφλητέο σε 12 ισόποσες τοκοχρεωλυτικές εξαμηνιαίες δόσεις των 155.226 δραχμών η καθεμία από αυτές, ήτοι 366,84 ευρώ - καταβαλλόμενων η πρώτη δόση την 24-09-2000 και η τελευταία (δωδέκατη) την 24-03-2006 - με συμβατικό επιτόκιο 7%.
Σύμφωνα με τους ρητούς όρους της σύμβασης, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και των τόκων, ο δανειολήπτης θα χρεώνεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, όχληση ή επιταγή προς πληρωμή για τα καθυστερούμενα ποσά, από την ημέρα καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, ενώ σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων, το "Ταμείο Νομικών" δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας και να επιδιώξει την είσπραξή του.
Στις 05-12-2011 απεστάλη στον ανακόπτοντα από το Διευθυντή του καθ' ου, ως διαδόχου του "Ταμείου Νομικών", το υπ' αρ. 44903/07-11-2011 έγγραφό του με το οποίο του ζητείτο να εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις του δανείου του, ποσού 4.035,22 ευρώ, άλλως θα ακολουθούσε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε.
Ακολούθως, με την υπ' αρ. 792/08.02.2012 απόφαση καταλογισμού ο Διευθυντής Οικονομικού του Τ.Α.Ν. με την οποία αναγνώριζε την καταβολή μιας μόνο δόσης, ποσού 366,84 ευρώ, καταλόγισε στον ανακόπτοντα οφειλή, υπολειπόμενου ποσού 4.035,22 ευρώ, ενώ η ως άνω καταλογιστική πράξη εστάλη στη Δ.Ο.Υ. …. και εκδόθηκε η υπ' αρ. ...2/07.06.2012 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου αυτής και εστάλη στον ανακόπτοντα η υπ' αρ.
….01/08.06.2012 ατομική ειδοποίηση χρεών......Με τον τρίτο λόγο ανακοπής ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι το καθ' ου δεν κατήγγειλε ποτέ τη δανειακή σύμβαση, με αποτέλεσμα η αξίωση του τελευταίου για καταβολή των περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεων που διατηρούν την αυθυπαρξία τους, να έχει παραγραφεί, λόγω παρέλευσης πενταετίας από το χρόνο καταβολής των δόσεων.
Για το λόγο αυτό πρέπει να λεχθούν τα εξής: Οι αξιώσεις από δάνειο υπόκεινται στη γενική εικοσαετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 249 ΑΚ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 περ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεολύτρων είναι πενταετής και αρχίζει με τη λήξη του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Χρεόλυτρο κατά την έννοια του δεύτερου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε χωριστά, είτε κατόπιν άθροισης και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεόλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης, να την καταγγείλει πρόωρα, αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές δόσεις του δανείου, που αφορούν χρεόλυτρο ή τοκοχρεόλυτρο ή τόκο γίνονται απαιτητές.
Με την καταγγελία, η σύμβαση του δανείου λύεται κι επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολόκληρου του οφειλόμενου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφλησή του με την καταβολή είτε χρεολύτρων και τόκων χωριστά, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων.
Μόνον όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή....
Εν προκειμένω, όλες οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού 366,84 ευρώ έκαστης, έπρεπε να καταβληθούν η δεύτερη (δεδομένου ότι είχε ήδη καταβληθεί μία δόση) την 24-03-2001 και η τελευταία την 24-03-2006.
Συνεπώς, οι δόσεις που έπρεπε να καταβληθούν, η δεύτερη την 24-03-2001, η τρίτη την 24-09-2001, η τέταρτη την 24-03-2002 και η πέμπτη την 24-09-2002, παραγράφηκαν την 31-12-2006 (δεύτερη και τρίτη), την 31-12-2007 (τέταρτη και πέμπτη) και δεν καταλαμβάνονται πλέον από την ισχύ του Ν. 3655/2008. Ωστόσο, η έκτη δόση που έπρεπε να καταβληθεί την 24-03-2003, η έβδομη δόση που έπρεπε να καταβληθεί την 24-09-2003, η όγδοη που έπρεπε να καταβληθεί την 24-03-2004, η ένατη που έπρεπε να καταβληθεί την 24-09-2004, η δέκατη που έπρεπε να καταβληθεί την 24-03-2005, η ενδέκατη που έπρεπε να καταβληθεί την 24-09-2005 και η δωδέκατη που έπρεπε να καταβληθεί την 24-03-2006, καταλαμβάνονται πλέον από την ισχύ του Ν. 3655/2008, διότι παραγράφονται μετά και την έναρξη ισχύος του, ήτοι η έκτη και η έβδομη την 31-12-2008, η όγδοη και η ένατη την 31-12-2009, η δέκατη και ενδέκατη την 31-12-2010 και η δωδέκατη την 31-12-2011.
Επομένως, ο λόγος αυτός ανακοπής τυγχάνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, απορριπτόμενης ως ουσία αβάσιμης της σχετικής ένστασης που υπέβαλε το καθ' ου.....". Έτσι, που έκρινε το Ειρηνοδικείο Πύργου και αφού, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της ένδικης ανακοπής, δέχτηκε ότι οι αξιώσεις του καθ' ου η ανακοπή - αναιρεσείοντος, για τις αναφερόμενες σ' αυτήν, περιοδικές, τοκοχρεωλυτικές δόσεις δανείου του ήδη αναιρεσιβλήτου - ανακόπτοντος, υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 15 ΑΚ και, συνακόλουθα, ακύρωσε την 792/08-02-2012 απόφαση καταλογισμού οφειλής προς είσπραξη του Διευθυντή Οικονομικού του ΕΤΑΑ ΤΑΝ, καθώς και την ...2/07-06-2012 ταμειακή βεβαίωση της ΔΟΥ …., δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις αναφερόμενες σ' αυτήν, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη αυτή του άρθρου 250 περ. 15 ΑΚ, για την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, που έπρεπε να εφαρμοσθεί, στην προκείμενη υπόθεση και, την οποία ορθώς εφάρμοσε, αλλά ούτε και τις επικαλούμενες, από το αναιρεσείον διατάξεις των άρθρων 25 και 86 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού", οι οποίες δεν έπρεπε να εφαρμοσθούν και, ορθώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν εφάρμοσε.
Ούτε, τέλος, το Ειρηνοδικείο, αξίωσε περισσότερα στοιχεία, απ' όσα απαιτούνται, από τις προεκτεθείσες, διατάξεις για τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσείοντος. Επομένως, το ως άνω δικαστήριο ουσίας δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα του αποδίδει το αναιρεσείον, με τους πρώτο, δεύτερο, κατά τα δύο πρώτα σκέλη του και τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αναιρετικούς λόγους, οι οποίοι, συνακόλουθα, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επίσης, στην προσβαλλομένη απόφαση, υπό τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της, εκτίθενται επαρκώς, με σαφήνεια, χωρίς ενδοιασμούς, αντιφάσεις, λογικά άλματα ή κενά, τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε, εν προκειμένω, το Ειρηνοδικείο Πύργου και με βάση, τα οποία αυτό κατέληξε στο παραπάνω, σαφές, πόρισμά του και συγκεκριμένα ότι, λόγω ελλείψεως καταγγελίας του ενδίκου τοκοχρεωλυτικού δανείου, εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος δανειστή, η παραγραφή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων, που διατήρησαν, εντεύθεν, την αυθυπαρξία τους είναι πενταετής, με χρόνο ενάρξεως αυτής από τη λήξη του έτους εντός του οποίου, η κάθε μία, κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και εκτίθενται, επίσης, με σαφήνεια, ο συμφωνημένος χρόνος καταβολής κάθε τοκοχρεωλυτικής δόσης, η μη καταβολή τους (πλην της πρώτης, που όπως δέχθηκε, καταβλήθηκε) και, τέλος, ο χρόνος ενάρξεως και λήξεως της ως άνω (πενταετούς) παραγραφής της κάθε μίας, από αυτές.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται, από το αναιρεσείον, στο δεύτερο λόγο, κατά το τρίτο και τελευταίο σκέλος του και στον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, αναιρετικούς λόγους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και, εντεύθεν, όλοι αυτοί οι λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν.
ΙV. Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος, προς έρευνα, άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και, να επιβληθούν στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού του αιτήματος (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Σημειουμένου ότι, για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν τυγχάνει εφαρμογής, στην προκειμένη δίκη, το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος Ταμείου δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 589/2015, ΑΠ 294/2014, ΑΠ 1362/2013, ΑΠ 1382/2005, ΑΠ 1617/1999). Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 παρ. 4 παραβόλου, διότι το αναιρεσείον, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 2579/1998, απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-12-2015 αίτηση αναίρεσης της 33/2015, τελεσίδικης, απόφασης του Ειρηνοδικείου Πύργου. Και,
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ