1203/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1203/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 29-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου, κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του, από τους αριθμούς 1 και 8, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 20-7-2010 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2010 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3540/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Full text
Απόφαση 1203 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1203/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Μ. συζ. Δ. Κ. και 2) Δ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κατσιλιέρη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κατσαρό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος στην από 4-5-2017 ως άνω δήλωσή του, καθώς και στις από 4-5-2017 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω τροποποίηση της αναιρεσείουσας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1745/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3540/2009 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 29-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου, κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του, από τους αριθμούς 1 και 8, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 20-7-2010 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2010 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3540/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/ 1976 όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και την διακοπή της παραγραφής".
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι η παραπάνω διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 του Α.Κ., όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στην διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (Κ.Πολ.Δικ. 215), δηλαδή κατάθεση στην γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.
Αν η επίδοση γίνει μετά την συμπλήρωση της διετίας επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της διετούς αυτής παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Η διάταξη του άρθρου 937 του Α.Κ. δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία.
Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, ειδικώς ρυθμίζουσα την αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, ευθυνόμενου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας, αλλά εκ του νόμου, επικρατεί της γενικής διατάξεως του άρθρου 937 του Α.Κ. Η παραπάνω διετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις επελθούσες, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.
Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά την συνήθη των πραγμάτων πορεία, διότι οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας του παθόντος, που συνδέονται όμως αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, ισχύει νέα παραγραφή, η οποία αρχίζει αφότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξελίξεως της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία (ΑΠ 21/2012, ΑΠ 118/2010).
Και στην διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του Α.Κ. ως προς την διακοπή και αναστολή της παραγραφής (Α.Κ. 255 επ., 260 επ.). Ειδικώς, με την άσκηση της αγωγής, επέρχεται διακοπή της παραγραφής (Α.Κ. 261). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 του Α.Κ. και 221 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία.
Στην προαναφερθείσα ειδική διετή παραγραφή ισχύει και η διάταξη του άρθρου 268 εδ. α’ του Α.Κ. κατά την οποία κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται ύστερα από 20 χρόνια και αν ακόμα η αξίωση υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ’ αρχήν στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Κι’ αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 του Κ.Πολ.Δικ.) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα όμως αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 του Α.Κ., την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ’ άρθρο 261 του Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 24/2003, Ολ.ΑΠ 38/1996, ΑΠ 996/2014, ΑΠ 33/2013, ΑΠ 1365/ 2010, ΑΠ 521/2008).
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο κρίνοντας ότι η ένδικη απαίτηση είχε υποκύψει έναντι της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 ν. 489/1976, παραβίασε τις διατάξεις των στην αρχή της παρούσας παρατεθεισών διατάξεων και ειδικότερα εκείνης του άρθρου 268 του Α.Κ., αφού μετά την τελεσίδικη δικαστική βεβαίωση όλης της προς αποζημίωση απαιτήσεώς τους με την αναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, επιμηκύνθηκε ο χρόνος παραγραφής και της ένδικης αξιώσεως σε είκοσι έτη.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), ως προς το κρίσιμο για την έρευνα του προαναφερθέντος αναιρετικού λόγου, τα ακόλουθα: "...Με την 51/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε επί της από 25.10.1996 προηγούμενης αγωγής των εναγόντων κατά των ιδίων εναγομένων κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου τα εξής:
Ότι την 26.8.1995 και περί ώρα 13:30’ ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που ανήκε στην ιδιοκτησία του δεύτερου εναγομένου και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...", στην Εθνική Οδό ..., προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά του τον τραυματισμό της πρώτης ενάγουσας, συζύγου του δευτέρου ενάγοντος, η οποία οδηγούσε το υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατό της. Ότι συνεπεία της συγκρούσεως η ενάγουσα υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα μετωπιαίου οστού κρανίου, εγκεφαλική διάσειση και θλαστικό τραύμα αριστερού γόνατος και προσώπου, εξ αιτίας των οποίων κατέστη ανίκανη προς εργασία για το από 27.8.1995 έως 31.10.1996 χρονικό διάστημα.
Ότι πριν από το ατύχημα η πρώτη ενάγουσα εργαζόταν ως μαγείρισσα στο ξενοδοχείο "... Α.Ε." στη ... Κερκύρας κατά τη θερινή περίοδο (από Μάιο έως και Οκτώβριο κάθε έτους) με μηνιαίο μισθό 350.000 δραχμών (ήτοι 1.027,15 ευρώ). Και ότι για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας της προσέφερε και τις υπηρεσίες της, επιδικάσθηκε δε στην πρώτη ενάγουσα, μεταξύ άλλων, ποσό 4.156.000 δραχμών για αποζημίωση για στέρηση εισοδήματος για τον ως άνω χρόνο ανικανότητάς της προς εργασία και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 480.000 δραχμών (ήτοι 1.408,65 ευρώ) για στέρηση των υπηρεσιών της για το από 1.9.1995 έως 30.8.1996 χρονικό διάστημα.
Επίσης, με την 8867/ 2004 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε επί της από 9.6.2000 προηγούμενης αγωγής των εναγόντων κατά των ιδίων εναγομένων, κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου τα εξής: Ότι η πρώτη ενάγουσα ήταν ολικά ανίκανη προς εργασία κατά τα από 1.5.1997 έως 31.10.1997 και από 1.5.2000 έως 31.10.2000 χρονικά διαστήματα.
Και ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εργαζόταν ως μαγείρισσα στην ίδια ως άνω ξενοδοχειακή επιχείρηση, αποκομίζοντας το ποσό των 1.027,15 ευρώ μέχρι την 31.10.1997 και το ποσό των 1.115,19 ευρώ για το μέχρι την 31.10.2000 χρονικό διάστημα. Ως προς τον δεύτερο ενάγοντα με την 2757/2003 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επιδικάσθηκε το ποσό των 1.800.000 δραχμών (ήτοι 5.282,46 ευρώ) για στέρηση των υπηρεσιών της πρώτης ενάγουσας προς αυτόν για το από 1.11.1996 έως 31.7.2000 χρονικό διάστημα και για το οποίο (ποσό) δεν ασκήθηκε έφεση.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συνεπεία του τραυματισμού της η ενάγουσα παρουσιάζει κρίσεις επιληψίας, καταθλιπτικό συναίσθημα εναλλασσόμενο με ευερεθιστικότητα, άγχος, ξεσπάσματα επιθετικότητας, εκσεσημασμένη έκπτωση της κρίσης, της ικανότητας προσοχής και συγκέντρωσης, σοβαρή έκπτωση της βραχύχρονης και μακρόχρονης μνήμης, αυχεναλγία και αρθροπάθεια αριστερού γόνατος με δυσλειτουργία αριστερού περονιαίου νεύρου, η δε κατάσταση της υγείας της εκτιμάται από τους θεράποντες ιατρούς ως μόνιμη (βλ.
τις υπ’ αριθμ. πρωτ. ...26.10.2001, ...2.11.2001, ...14.1.2002, ...10.6.2002, ...9.12.2003 και ...19.4.2004 ιατρικές βεβαιώσεις του Γ.Ν. Ν. Κέρκυρας, την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../25.8.2003 ιατρική βεβαίωση του Π.Γ.Ν.Α. "... Ε.Ε.Σ." και την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../8.4.2004 ιατρική γνωμάτευση του Ψ.Ν. Κέρκυρας), ενώ με την υπ’ αριθμ. ....2.2002 απόφαση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής Ι.Κ.Α., κρίθηκε ανάπηρη με ποσοστό αναπηρίας 80% μέχρι την 30.11.2004, ενώ στη συνέχεια με την υπ’ αριθμ. ....9.2004 απόφαση της ίδιας επιτροπής κρίθηκε ανάπηρη κατά το ίδιο ποσοστό και για το από 1.12.2004 έως 30.11.2007 χρονικό διάστημα.
Συνεπεία της καταστάσεως της υγείας της η ενάγουσα ήταν ολικά ανίκανη για εργασία ως μαγείρισσα για τα από 1.5.2001 έως 31.10.2001, 1.5.2002 έως 31.10.2002 και 1.5.2004 έως 31.10.2004 χρονικά διαστήματα... Περαιτέρω, όπως εκτέθηκε και παραπάνω, η υγεία της ενάγουσας, από το έτος 2001 και εντεύθεν, αντί της αναμενόμενης βελτιώσεως παρουσίασε επιδείνωση, η οποία δεν ήταν προβλέψιμη, αφού παρουσιάζει αναπηρία 80%, η κατάστασή της, κατά την κρίση των θεραπόντων ιατρών της, είναι μη αναστρέψιμη, ενώ απαιτείται να υποβληθεί και σε πλαστική χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση της δυσμορφίας του προσώπου της.
Συνεπώς, επί απρόβλεπτης από την αρχή επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος η διετής κατά το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 παραγραφή της αξιώσεως κατά του ασφαλιστή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς καταστάσεως της υγείας του παθόντος... Η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη - αντεφεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...", κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρότεινε νομότυπα την ένσταση της διετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 των επίδικων αξιώσεων των εναγόντων, δεδομένου ότι από την επομένη του ατυχήματος (26.8.1995) και μέχρι την επίδοση της υπό κρίση αγωγής σ’ αυτήν την 13.10.2005 διέδραμε χρόνος μεγαλύτερος της διετίας.
Δεδομένου ότι η υγεία της ενάγουσας από το έτος 2001 και εντεύθεν παρουσίασε επιδείνωση, η οποία δεν ήταν προβλέψιμη, κατά τα προεκτεθέντα, οι με την υπό κρίση αγωγή επίδικες αξιώσεις των εναγόντων υπέπεσαν στην παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του v. 489/1976, αφού από το έτος 2001 και μέχρι την επίδοση της υπό κρίση αγωγής στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία την 31.10.2005 (βλ.
την υπ’ αριθμ. .../31.10.2005 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Κ.), διέδραμε χρόνος μεγαλύτερος της διετίας, χωρίς να επέλθει επιμήκυνση της διετούς αυτής παραγραφής, διότι το άρθρο 268 Α.Κ. για να λειτουργήσει και να επιφέρει την επιμήκυνση της παραγραφής προϋποθέτει αναγκαίως αξίωση που δεν έχει υποκύψει ήδη στη μέχρι της τελεσιδικίας βραχυχρόνια παραγραφή, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε...
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι οι με την υπό κρίση αγωγή επίδικες αξιώσεις των εναγόντων κατά της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας υπέπεσαν στην παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, από την επομένη του ατυχήματος (26.8.1995), αν και με άλλη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δικ.), ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, τα δε αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της εφέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το παραπάνω Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης 1745/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας την από 31.10.2005 αγωγή των αναιρεσειόντων εναντίον της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, ως παραγεγραμμένη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ανελέγκτως: α) ότι η από 25.10.1996 πρώτη κατά σειρά αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας τελεσιδίκησε με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 51/2002 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας, που δημοσιεύθηκε στις 11.2.2002 και β) ότι η κατάσταση της υγείας της πρώτης αναιρεσείουσας από το έτος 2001 και εντεύθεν, αντί της αναμενόμενης βελτιώσεως, παρουσίασε επιδείνωση, η οποία δεν ήταν προβλέψιμη, κρίνοντας περαιτέρω ότι η με την ένδικη αγωγή ασκούμενη αξίωση των εναγόντων είχε υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, διότι έκτοτε (ήτοι από το έτος 2001) και μέχρι την επίδοση της αγωγής στην εναγομένη στις 13.10.2005 είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 268 εδ.
α’ και 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, όπως το δεύτερο τούτων ίσχυσε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007. Τούτο δε διότι με χρόνο γνώσεως της ζημίας εκ μέρους των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων το έτος 2001 (οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η κατάσταση της υγείας της πρώτης αναιρεσείουσας παρουσίασε επιδείνωση, η οποία δεν ήταν προβλέψιμη) και χρόνο βεβαιώσεως της καθόλου αξιώσεως αυτών (αναιρεσειόντων) με την υπ’ αριθμ. 51/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών το έτος 2002 και δη στις 11.2.2002, χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής, ήταν εφικτή η λειτουργία του άρθρου 268 εδ.
α’ του Α.Κ., προκειμένου να αρχίσει νέα παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων (αποτελουσών μέρος της αποθετικής τους ζημίας (κατά το μέρος βεβαίως που δεν περιλαμβάνονται στο σύνολο των απολεσθεισών αποδοχών και αποθετικών ζημιών τους, που τους επιδικάστηκαν με τις προαναφερθείσες αποφάσεις), ως εικοσαετούς, γιατί η εκ του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, όπως ίσχυε (πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007), αρχική (διετής) παραγραφή (αρχόμενη το έτος 2001) δεν είχε συμπληρωθεί στις 11.2.2002, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθμ. 51/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Συνεπώς, ο κατ’ εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, ταύτα υποστηρίζων πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, οι οποίοι αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προεκτεθέν μέρος της, δηλαδή ως προς την τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1.1.2016, ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3540/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, ως προς τους διαδίκους της προκειμένης δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ