1203/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1203/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1203 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1203/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Δ. συζ. Κ. Κ., το γένος Ι. Π., και 2)Κ. Κ. του Ι., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Νικολάου.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. χήρας Ι. Λ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κώνσταντίνο Χριστοδουλόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 14/5/2008 ανταγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2452/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 6483/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29 Δεκεμβρίου 2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 12-5-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298, 299, 330 ΑΚ προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι 1) η ζημία δηλαδή η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των εννόμων αγαθών του προσώπου, που αφήνει έλλειμμα (διαφορά) μεταξύ της νέας κατάστασης που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως συγχρόνως δε και υπαιτίως δηλαδή από δόλο ή αμέλεια 2) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψή του και 3) να υπάρχει πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσης ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή κατά το χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η ζημία που προξένησε ο δράστης είναι παράνομη όταν προσβάλλεται με τη συμπεριφορά του (πράξη ή παράλειψη) δικαίωμα του παθόντος προστατευόμενο από το νόμο, η δε υπαίτια παράλειψη του δράστη γεννά την προς αποζημίωση υποχρέωσή του, όταν αυτός ήταν υποχρεωμένος στην πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Μορφή αδικοπραξίας αποτελεί και η αφαίρεση από την κατοχή άλλου ξένου κινητού πράγματος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Στις 5-11-1995 απεβίωσε στην Αθήνα ο Ι. Π. του Ο., κάτοικος, όσο ζούσε, Αθηνών (...), πατέρας της πρώτης εναγoμένης, θετής θυγατέρας του, Δ.
Κ.. Αυτός, κατέλειπε την από 5-5-1990 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ’ αριθμ. 4238/17-11-1995 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθμ. 1605/1995 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Η ως άνω διαθήκη του προαναφερομένου διαθέτη έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "ΙΔΙΟΓΡΑΦΟΣ ΔΙΑΘΗΚΗ.
Ο υπογράφων Π. Ι. του Ο. και της Α. γεννηθείς εν ΜΟΝΟΔΕΝΔΡΙΩ - ΖΑΓΟΡΙΟΥ, Μόνιμος κάτοικος ΑΘΗΝΩΝ ... ΖΩΓΡΑΦΟΥ (...) έχων υγειή τον νουν και επιθυμών να διακανονίσω τα της περιουσίας μου μετά τον θάνατον μου, γράφω την παρούσαν μου ΔΙΑΘΗΚΗΝ η οποία και αποτελεί και την τελευταίαν μου επιθυμίαν. Εγκαθιστώ και ονομάζω κληρονόμον μου επί της περιουσίας μου κινητής και ακινήτου που θα ευρεθή κατά τον θάνατον μου την Δ.
Ι. Λ. φίλην μου και αγαπημένην σύντροφον της υπολοίπου ζωής μου, με την οποίαν ζω σήμερον μαζί, που με συντροφεύει στις ώρες της χαράς και της λύπης μου, που μου συμπαρίσταται στοργικά και μου προσφέρει και εκείνη την αγάπην της, κάτοικον ΑΘΗΝΩΝ ... τηλ. .... Η περιουσία μου αύτη συνίσταται: 1ον) Εν ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ 2ου ΟΡΟΦΟΥ της ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ...
ως είναι και ευρίσκεται μετά πάντων των εν αυτώ υπαρχόντων επίπλων-ρουχισμού κ.λ.π 2ον) εν ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΙΣΟΓΕΙΟΝ επί της οδού ... ΖΩΓΡΑΦΟΥ μετά πάντων των εν αυτώ ευρεθησομένων επίπλων κ.λ.π 3ον) εν ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ 3ου ορόφου της ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ... ΖΩΓΡΑΦΟΥ, όπερ είναι ενοικιασμένον μετά του τηλεφώνου του. Το διαμέρισμα τούτο εάν η ΔΙΟΝΥΣΙΑ επιθυμεί και εφ’ όσον θα ζει η αδελφή μου Α.
Α. Τ. μπορεί να το παραχώρηση εις αυτήν, ή μέρος του ενοικίου δηλαδή το εν δεύτερον και τούτο βέβαια εφ’ όσον η Δ. το επιθυμεί. 4) Δια την λοιπήν περιουσίαν μου εις το χωρίον ΜΟΝΟΔΕΝΔΡΙ που είναι κοινή και αδιαίρετος ως προς το μερίδιον μου που αναγράφεται εις την δήλωσιν αποδοχής κληρονομιάς που συνυπέγραψε και η αδελφή μου ισχύει η ειδική εντολή μου (ΔΙΑΘΗΚΗ) που κατήρτισα το έτος 1986. 5ον) Το αυτοκίνητον μου ΩΣΤΙΝ Β.
ομοίως αφήνω εις την Δ. Λ. που τόσο το αγάπησε και που τόσες αναμνήσεις περικλείει για μας. Παρακαλώ όπως η παρούσα μου ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΙΝΗ σεβαστή, διότι αποτελεί και την τελευταίαν μου επιθυμίαν. Εις το όνομα της Αγίας και ομοουσίου και αδιαιρέτου ΤΡΙΑΔΟΣ ΑΜΗΝ. ΑΘΗΝΑΙ 5η ΜΑΙΟΥ 1990 ΧΙΛΙΑ ΕΝΕΑΚΟΣΙΑ ΕΝΕΝΗΚΟΝΤΑ. Ο ΔΙΑΘΕΤΗΣ, (υπογραφή).
Π. Ι. ... ΖΩΓΡΑΦΟΥ-ΑΘΗΝΑΙ". Από το περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης, σαφώς προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία για την αληθή βούληση του διαθέτη και χωρίς, επομένως, να ανακύπτει θέμα ερμηνείας αυτής, ότι ο ως άνω διαθέτης κατέλειπε στην ενάγουσα σύντροφο του, τα αναφερόμενα στη διαθήκη τρία ακίνητα (διαμερίσματα), των οποίων ήταν κύριος κατά τον χρόνο του θανάτου του και βρίσκονται στην Αθήνα και ειδικότερα............(Ακολουθεί η περιγραφή των ακινήτων).
Επίσης, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διαθήκη του, ο ως άνω διαθέτης κατέλειπε στην ενάγουσα και όλα τα ευρισκόμενα, κατά τον χρόνο του θανάτου του, εντός των δύο πρώτων διαμερισμάτων, κινητά πράγματα, καθώς και το αυτοκίνητό του.......... Ενόψει των παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι αυτός (διαθέτης) στην ενάγουσα κατέλειπε μόνο τα κληρονομιαία ακίνητα που βρίσκονται στην Αθήνα.
Περαιτέρω όπως προαναφέρθηκε, ο διαθέτης με την προαναφερθείσα διαθήκη του κατέλειπε στην ενάγουσα, πλην των άλλων και όλα τα κινητά πράγματα που θα ευρίσκοντο, κατά τον χρόνο του θανάτου του, στα κληρονομιαία ακίνητα επί της οδού ... και Αγίου .... Όπως δε αποδείχθηκε, κατά τον χρόνο του θανάτου του ως άνω διαθέτη, στο πρώτο από τα πιο πάνω ακίνητα, ευρίσκετο μία συλλογή γραμματοσήμων, η οποία περιγράφεται στην από 18-10-1997 έκθεση του Ν.
Ρ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα και η οποία αποτελείται από τα ακόλουθα γραμματόσημα:........... (Ακολουθεί λεπτομερής περιγραφή των γραμματοσήμων και αναγράφεται η αξία ενός εκάστου). Εκτός των ως άνω γραμματοσήμων, εντός του ίδιου ακινήτου ευρίσκοντο και τα παράσημα του διαθέτη, απόστρατου στρατιωτικού και ειδικότερα: (Ακολουθεί η περιγραφή ενός εκάστου τούτων).
Επίσης στο ίδιο ακίνητο υπήρχαν και 737 χρυσές λίρες Αγγλίας, 800 ελβετικά φράγκα 2.100 δολλάρια Η.Π.Α, που ανήκαν στην κυριότητα της ενάγουσας. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, αμέσως μετά το θάνατο του διαθέτη, εισήλθαν εντός του ευρισκομένου επί της οδού ..., διαμερίσματος, όπου συμβίωνε αυτός (διαθέτης) με την ενάγουσα και αφαίρεσαν, ενώ γνώριζαν ότι δεν είχαν δικαίωμα, όλα τα πιο πάνω κινητά πράγματα από την κατοχή της τελευταίας, η οποία ήταν κληρονόμος των γραμματοσήμων, μεταλλίων και παρασήμων και κυρία των υπολοίπων, με σκοπό παρανόμου ιδιοποιήσεως αυτών.
Για την πράξη τους δε αυτή (κλοπή από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, με αντικείμενα ιδιαίτερης μεγάλης αξίας καθώς και για την αξιόποινη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας από κοινού και κατ’ εξακολούθηση και δη πράγματος ιδιαίτερης μεγάλης αξίας), οι ως άνω εναγόμενοι καταδικάστηκαν με την υπ’ αριθμ. 79289/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών και 6 μηνών ο καθένας.
Ο ισχυρισμός των ως άνω εναγομένων ότι ο διαθέτης δεν περιέλαβε στην κληρονομιαία περιουσία του την μεγάλης αξίας (συναισθηματικής και οικονομικής) συλλογή γραμματοσήμων που κατείχε, αφού ουδεμία μνεία κάνει περί αυτής στην ένδικη διαθήκη του, στην οποία περιγράφει με ακρίβεια και σαφήνεια τα κληρονομιαία πράγματα, ακόμη και εκείνα χαμηλής οικονομικής αξίας, οπότε είναι βέβαιο ότι θα έκανε ιδιαίτερη αναφορά σ’ αυτήν, δεν είναι βάσιμος.
Τούτο δε διότι από το περιεχόμενο της διαθήκης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο του την ενάγουσα επί όλων των κινητών πραγμάτων που ευρίσκοντο εντός των προαναφερθέντων ακινήτων του, των οποίων μάλιστα προβαίνει και σε ενδεικτική απαρίθμηση (επίπλων, ρουχισμού κ.λ.π). Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός των ως άνω εναγομένων, σύμφωνα με τον οποίο, όσον αφορά τα γραμματόσημα, τα παράσημα και τα μετάλλια του διαθέτη, γι’ αυτά δεν εγκαταστάθηκε κληρονόμος η ενάγουσα, αφού ο διαθέτης, κατά το έτος 1993, ενόψει της ορκωμοσίας του υιού αυτών, Ι.
Κ., στη σχολή Ναυτικών Δοκίμων, υποσχέθηκε να τα δωρίσει στον τελευταίο και σε εκπλήρωση της δωρεάς αυτής του τα παρέδωσε τον Ιανουάριο του έτους 1995, διότι όπως προκύπτει από το από 20-6-1997 απολογητικό υπόμνημα που η πρώτη εναγομένη κατέθεσε στον Α’ Πταισματοδίκη Πατρών, στα πλαίσια διενεργούμενης προανακρίσεως, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος αυτής και του συζύγου της, δεύτερου εναγομένου, κατόπιν σχετικής εγκλήσεως της ενάγουσας, εκτός των άλλων και για την πράξη της κλοπής αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η ίδια ανέφερε ότι τα ως άνω αντικείμενα τα παρέδωσε στον υιό της μετά το θάνατο του διαθέτη, ήτοι μετά την 5-11-1995.
Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε, τα ως άνω αντικείμενα, καθώς και τις χρυσές λίρες Αγγλίας, τα ελβετικά φράγκα και τα δολλάρια Η.Π.Α, αφαίρεσαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι από το διαμέρισμα του διαθέτη, στο οποίο και είχαν πρόσβαση, αμέσως μετά το θάνατο του (βλ. και την από 25-11-1995 αίτηση της ενάγουσας προς το Α.Τ ..., στην οποία αναφέρεται ότι η πρώτη εναγομένη εισήλθε, μετά το θάνατο του διαθέτη στο διαμέρισμα, αφαίρεσε τα πιο πάνω κινητά πράγματα και άλλαξε τις κλειδαριές, το από 1-12-1995 αντίγραφο από το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων του προαναφερθέντος Α.Τ, σύμφωνα με το οποίο στις 27-11-1995 η ενάγουσα κατήγγειλε ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι εισήλθαν στο διαμέρισμα του διαθέτη, άλλαξαν τις κλειδαριές και προκάλεσαν φθορές στην κεντρική είσοδο του, καθώς και την 43/21-3-1996 έκθεση αποβολής της πρώτης εναγομένης από το διαμέρισμα του διαθέτη, με βάση την υπ’ αριθμ. 358/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών).
Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι όλα τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, κατόπιν ασκηθείσας απ’ αυτούς εφέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 79289/1998 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την υπ’ αριθμ. 2889/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, κηρύχθηκαν αθώοι των προαναφερθέντων αξιοποίνων πράξεων της κλοπής από κοινού και κατ εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας από κοινού και κατ’ εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφού η απαλλακτική κρίση του ως άνω δικαστηρίου στηρίχθηκε στα από 18-2-2002 και 28-11-2002 ιδιωτικά συμφωνητικά, που καταρτίστηκαν μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, στα πλαίσια του μεταξύ αυτών τότε επιτευχθέντος εξωδίκου συμβιβασμού σχετικά με την κληρονομιά του Ι.
Π. (ο οποίος στη συνέχεια, όμως, ανετράπη) και της δηλώσεως της ενάγουσας ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου ότι ενόψει του πιο πάνω συμβιβασμού ανακαλούσε την μήνυση της και δεν επιθυμούσε την τιμωρία τους. Επομένως, αυτή (ενάγουσα), λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της πρώτης εναγόμενης, ζημιώθηκε, μεταξύ άλλων και κατά την αξία της συλλογής των γραμματοσήμων που η ως άνω εναγομένη αφαίρεσε από την οικία του διαθέτη και η οποία είχε περιέλθει στην ίδια με βάση την προαναφερθείσα διαθήκη του Ι.
Π., η οποία ανέρχεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, (υπολογιζόμενης και της προσαυξήσεως αυτής μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής), στο ποσό των 200.000 ευρώ και όχι στο ποσόν των 471.520 ευρώ, που ισχυρίζεται η ενάγουσα........". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος τη σωρευόμενη στην ένδικη αγωγή αξίωση της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης, αποζημίωσης από αδικοπραξία, που τελέσθηκε σε βάρος της από τους εναγομένους-αναιρεσιβλήτους και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια και 1) αναγνώρισε την υποχρέωση της πρώτης των αναιρεσειόντων να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσόν των 202.080 ευρώ ως αποζημίωση για την κλοπή της συλλογής των γραμματοσήμων, των μεταλλίων και παρασήμων και 2) αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν στην τελευταία το ποσόν των 98.638,57 ευρώ ως αποζημίωση για την κλοπή των νομισμάτων, με βάση την ισοτιμία προς το ευρώ των ξένων νομισμάτων και την αξία των χρυσών λιρών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της διάπραξης αδικοπραξίας από τους αναιρεσείοντες σε βάρος της αναιρεσίβλητης και της ζημίας της δεχόμενο ειδικότερα ότι τέλεσαν σε βάρος της την αξιόποινη πράξη της κλοπής, που συνιστά και αστικό αδίκημα και έτσι υπαιτίως συνετέλεσαν στην επέλευση της ζημίας της από τη συμπεριφορά τους αυτή, ισόποσης με την αξία των αφαιρεθέντων παρανόμως κινητών πραγμάτων, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προαναφέρθηκαν, και εφαρμόσθηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων (αιτιολογιών) για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγος αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από τον αρ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν ελλείψεις στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων που κατατείνουν στην ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής σχετικά με την αδικοπρακτική τους ευθύνη. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-12-2014 αίτηση των Δ. και Κ. Κ., περί αναιρέσεως της 6483/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ