Legislator Case Law & Legislation
1203/2012 AI generated

1203/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1203/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2010 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 12-10-2010 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1203/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045, 1051 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Keywords

AI generated
agricultural use descriptive character agricultural structures agricultural zone rural land ownership public domain
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1203 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1203/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. , με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. συζ. Σ. Κ., το γένος Χ. Τ., 2. Δ. Τ. του Χ., κατοίκων ... και 3. Ι. Τ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Βαρδάκου-Γιαννούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2010 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 12-10-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1033 του ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045, 1051 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σε καλή πίστη μεν βρίσκεται ο νομέας όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση, κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, ότι απέκτησε την κυριότητα του πράγματος, νομή δε συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του.

Η ακριβής περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί έτσι μπορεί και ο εναγόμενος να αμυνθεί και να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις. Στην περίπτωση που η αγωγή αυτή θεμελιώνεται σε παράγωγη μεν κτήση, πρέπει να προβάλλονται στο δικόγραφό της όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος της κυριότητας επί του επιδίκου στον ενάγοντα, και, μόνο αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση, αν δε στηρίζεται σε χρησικτησία, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα αναγκαία για την κτήση της κυριότητας με τον τρόπο αυτό περιστατικά.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την ένδικη από 30-10-2006 αγωγή τους, την οποία εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, ισχυρίστηκαν, ότι είναι συγκύριοι του περιγραφόμενου αγροτεμαχίου, συνολικού εμβαδού 12.188 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Σταμνίκος" με τοπονύμιο "ΒΙΒΟΣ" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Τραγάνας του Ν.

Φθιώτιδας. Ότι την κυριότητα αυτού απέκτησαν κυρίως με παράγωγο τρόπο και, ειδικότερα, οι μεν δεύτερος και τρίτος με κληρονομική διαδοχή από τον πατέρα τους, την κληρονομιά του οποίου αποδέχτηκαν, μεταγράφοντας τη σχετική πράξη αποδοχής, και στη συνέχεια με τη νόμιμη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων το έτος 1978, η δε πρώτη με δωρεά δυνάμει του αναφερόμενου συμβολαίου δωρεάς του 1978.

Ότι επικουρικά απέκτησαν την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο με τακτική χρησικτησία, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και το χρόνο νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι νέμονταν με καλή πίστη αδιαλείπτως μέρος αυτού από το έτος 1858 και μέρος αυτού από το έτος 1875.

Ότι κατά τη διάρκεια της κτηματογράφησης, δύο τμήματα του ακινήτου, εμβαδού 2.266 τ.μ., όπως αυτά αποτυπώνονται στο ενσωματωμένο απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος, εσφαλμένως χαρακτηρίστηκαν ως εκτάσεις δασικού χαρακτήρα, με αποτέλεσμα στο κτηματολογικό φύλλο των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης να εμφανίζονται ως ιδιοκτησία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Ζητούσαν δε να αναγνωριστεί, ότι είναι συγκύριοι των δύο αυτών τμημάτων και να υποχρεωθεί ο προϊστάμενος του άνω Κτηματολογικού Γραφείου να διορθώσει την αρχική εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του γραφείου που αφορούν τα εδαφικά αυτά τμήματα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, διότι σαφώς προσδιορίζεται σ' αυτή η ταυτότητα των επίδικων τμημάτων, που απέκτησαν οι αναιρεσίβλητοι με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, γίνεται ακριβής περιγραφή τους από το ενσωματωμένο στην αγωγή απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του κτηματολογικού γραφείου Αταλάντης, στο οποίο αποτυπώνονται με προσδιορισμό της θέσης τους μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο που βρίσκονται, καθώς και των ορίων τους και γίνεται πλήρης περιγραφή του μεγαλύτερου ακινήτου κατά θέση και όρια, ενώ επίσης αναφέρονται τα αναγκαία περιστατικά για τη μεταβίβαση της κυριότητας των επιδίκων με παράγωγο τρόπο, καθώς και της απόκτησης της κυριότητάς τους με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού εκτίθενται σ' αυτή - αγωγή - οι προσήκουσες πράξεις νομής, που διενεργήθηκαν σ' αυτά, τόσο από τους απώτερους ή άμεσους δικαιοπαρόχους τους με καλή πίστη και την πεποίθηση, ότι είναι κύριοι τουλάχιστον από το έτος 1880 μέχρι τις μεταβιβάσεις τους σ' αυτούς (αναιρεσιβλήτους), όσο και από τους ίδιους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών και μέχρι την άσκηση της αγωγής τον Οκτώβριο του 2006, με την προσμέτρηση στον ίδιο χρόνο νομής τους και των χρόνων νομής των δικαιοπαρόχων τους.

Το Εφετείο, επομένως, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την κρινόμενη αγωγή ως προς την περιγραφή των επίδικων τμημάτων και του μείζονος ακινήτου της ενάγουσας, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη κήρυξης απαραδέκτου.

Γι' αυτό και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α') Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λ.π., των οποίων τη κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β') τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λ.π., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ') τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ') τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λ.π., οι οποίες ήταν προορισμένες για τη κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε') τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης περιήλθαν στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός μεν τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα, αφετέρου δε τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων".

Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "ιδιοκτησίας" θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία των Οικονομικών κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου.

Κατά δε το οθωμανικό δίκαιο οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν σε δάση, που ανήκαν κατά κανόνα κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο, δικαίωμα εξουσιάσεως (οιονεί επικαρπίας) με "ταπί", δηλαδή επίσημο τίτλο παραχωρήσεως, που εξέδιδε υπάλληλος του Οθωμανικού Δημοσίου. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ' αυτού νομής με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, ανεξαρτήτως της μορφολογίας τους, εφόσον η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11-9-1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες έγινε αναστολή κάθε παραγραφής ή δικαστικής προθεσμίας σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε η οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, επομένως και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ' αυτά.

Εξάλλου, όπως συνάγεται από τους ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν. 25 πανδ.(24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν.109 πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Τα δύο επίδικα ακίνητα, εμβαδού 2266 τ.μ. και 627 τ.μ. και συνολικά 2879 τ.μ., αποτελούν τμήματα ενός ευρύτερου ακινήτου (αγροτεμαχίου) που βρίσκεται στη θέση "Σταμνίκος", με τοπωνύμιο "Βίβος", της κτηματικής περιφέρειας της τέως Κοινότητας Προσκυνά και ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος Τραγάνας του Δήμου Αταλάντης Ν.

Φθιώτιδας. Το όλο ακίνητο έχει εμβαδό 12.202 τ.μ, συνορεύει δε με πευκόφυτη δημόσια έκταση, με δρόμο προς Προσκυνά, με πευκόφυτη, επίσης, δασική έκταση και με θάλασσα. Το ακίνητο αυτό, περιήλθε κατά κυριότητα στον Χ. Τ., πατέρα των εναγόντων ως ακολούθως : α) τμήμα εμβαδού 9.000 τ.μ περίπου, το έτος 1925, με άτυπη διανομή, μεταξύ αυτού και των αδελφών του Β.

και Δ. Τ., της κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1910 πατέρας τους Ι. Τ.. Ο τελευταίος το ως άνω ακίνητο το καλλιεργούσε τουλάχιστον από το έτος 1880, ενώ μετά το θάνατο του (1910) την ίδια καλλιέργεια συνέχισαν τα προαναφερόμενα τέκνα του. Και β) τμήμα εμβαδού 3000 τ.μ. περίπου όμορο του προηγούμενου με αγορά από το Χ.

Π., δυνάμει του .../1925 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Αταλάντης Απ. Ντέιβα, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Λάρυμνας (στον τόμο 20 και με αύξοντα αριθμό ...). Το ακίνητο αυτό, που περιήλθε στον ως άνω πωλητή από κληρονομιά του πατέρα του, το καλλιεργούσε ο τελευταίος από το έτος 1893 και πριν απ' αυτόν (τουλάχιστον από το έτος 1880) ο πατέρας του.

Από το έτος 1925, ο ως άνω Χ. Τ. (δικαιοπάροχος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων) είναι ο μόνος που ασκεί συνεχώς και στα δύο όμορα. ακίνητα όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις. Συγκεκριμένα από τότε (1925), όταν και τα δύο περιήλθαν σ' αυτόν, συνεχώς και μέχρι το θάνατό του (στις 9-3-1970), αρχικά τα καλλιεργούσε με σιτηρά και αργότερα φύτευσε σ' αυτά ελαιόδενδρα, συλλέγοντας απ' αυτά τους καρπούς τους.

Τόσο ο προαναφερόμενος Χ. Τ. (πατέρας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων), όσο και πριν απ' αυτόν οι ως άνω δικαιοπάροχοί του, όλες τις πιο πάνω διακατοχικές πράξεις τις ασκούσαν συνεχώς με καλή πίστη και διάνοια κυρίων, χωρίς ουδέποτε, καθ' όλο αυτό το μακρύ διάστημα, να αμφισβητηθεί ο αγροτικός χαρακτήρας του όλου ακινήτου ή το δικαίωμα κυριότητάς τους.

Το έτος 1970, μετά το θάνατο του ως άνω Χ. Τ., οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι (τέκνα αυτού) και η Α. Χ. Τ. (σύζυγός του), ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, με την .../1970 δήλωση αποδοχής τους ενώπιον του συμβολαιογράφου Αταλάντης Κων. Γιανούτσου, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης (στον τόμο ...

και αύξοντα αριθμό 235) αποδέχθηκαν την κληρονομιά του. Σ' αυτή την κληρονομιά περιλαμβάνεται και το πιο πάνω ενιαίο αγρόκτημα. Ακολούθως, το έτος 1978, οι πιο πάνω κληρονόμοι (ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι και μητέρα τους), με το .../1978 συμβόλαιο διανομής της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Νικολέτας Δέδε, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αταλάντης (στον τόμο ...

και με αύξοντα αριθμό 162), διένεμαν μεταξύ τους την όλη κληρονομιά περιουσία του Χ. Τ.. Με τη διανομή αυτή το επίδικο αγρόκτημα (κληρονομιαίο) περιήλθε στη συγκυριότητα, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, του δεύτερου και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων και της μητέρας τους Α. Τ.. Η τελευταία, εν τέλει, με το .../1978 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Νικολέτας Δέδε, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης (στον τόμο ...

και με αύξοντα αριθμό 222), μεταβίβασε στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη θυγατέρα της, κατά κυριότητα, λόγω δωρεάς, το προαναφερόμενο εξ αδιαιρέτου ποσοστό της (1/3 εξ αδιαιρέτου) επί του όλου ακινήτου. Από το έτος 1970 (με την αποδοχή της κληρονομιάς) όλοι οι παραπάνω κληρονόμοι του Χ. Τ. (οι αναιρεσίβλητοι και η μητέρα τους) και στη συνέχεια από το έτος 1978 (μετά τη διανομή) όλοι οι αναιρεσίβλητοι ασκούσαν συνεχώς επί όλου του ακινήτου τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς διακατοχικές πράξεις (οριοθέτησης, καλλιέργειας).

Όλες τις πράξεις αυτές ασκούσαν με καλή πίστη και διάνοια μόνων συγκυρίων. Περαιτέρω, η κτηματική περιοχή, όπου βρίσκεται το παραπάνω ακίνητο, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στα πλαίσια των εργασιών για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το ν. 2308/1995. Κατά το άρθρο 2 του ως άνω νόμου, κλήθηκαν, όσοι έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητο της υπό κτηματογράφηση περιοχής, να υποβάλλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματος και αναφορά στην αιτία κτήσης του.

Μεταξύ των άλλων κλήθηκαν και οι ενάγοντες. Οι τελευταίοι, προβάλλοντας δικαίωμα συγκυριότητας επί όλου του παραπόνου ακινήτου, υπέβαλαν τη σχετική δήλωση στο αρμόδιο Κτηματολογικό γραφείο. Κατά την τηρούμενη, όμως, διαδικασία κτηματογράφησης, ως συνιδιοκτησία των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων καταχωρήθηκε τμήμα μόνο του παραπάνω ακινήτου, εμβαδού 9.309 τ.μ, το οποίο έλαβε ΚΑΕΚ 461742005001/0/0.

Αντίθετα, δύο τμήματα αυτού και δη εμβαδού 2266 τ.μ (το πρώτο), που βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο και εμβαδού 627 τ.μ, που βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο, χαρακτηρίστηκαν ως δασικές εκτάσεις και καταχωρήθηκαν ως ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (Διεύθυνση Δασών), με ΚΑΕΚ 461742005012/0/0 και 461742005013/0/0, αντίστοιχα.

Τα δύο αυτά τμήματα, που είναι και τα επίδικα, αποτυπώνονται πλήρως στο από 14/4/2005 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης. Όμως, η πιο πάνω εγγραφή, που αφορά τα δύο επίδικα εδαφικά τμήματα είναι εσφαλμένη. Και τούτο γιατί, όπως αναφέρθηκε, τα δύο επίδικα, ως τμήματα του ως άνω μεγαλύτερου, ακινήτου δεν αποτελούν (ούτε αποτελούσαν) δασικές εκτάσεις ή δύο δημόσια κτήματα.

Πάντοτε, καθ' όλη την παραπάνω περίοδο, είχαν αγροτικό χαρακτήρα. Σε αυτά, μαζί με το υπόλοιπο μέρος (εμβαδού 9309 τ.μ) του αγροκτήματος, ασκούσαν τις προαναφερόμενες εμφανείς διακατοχικές πράξεις, οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι και πριν απ' αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους (άμεσοι και απώτεροι). Έχοντας τον παραπάνω χαρακτήρα τα δύο επίδικα ακίνητα, οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητά τους (κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους) με παράγωγο τρόπο, αφού περιήλθαν σ' αυτούς, κατά τα παραπάνω, με κληρονομική διαδοχή το διανεμητήριο συμβόλαιο και το συμβόλαιο δωρεάς, κατά τις διακρίσεις που αναφέρθηκαν.

Ο δικαιοπάροχος πατέρας τους ήταν κύριος των δύο επιδίκων με έκτακτη, σε κάθε περίπτωση, χρησικτησία (πρωτότυπο τρόπο), τα στοιχεία της οποίας τόσο υπό την ισχύ του ΑΚ (νομή για μια εικοσαετία κατ' άρθρο 1045 του ΑΚ) όσο και υπό το προϊσχύσαν Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (νομή με καλή πίστη με διάνοια κυρίου επί συνεχή 30ετία), με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους, συνέτρεξαν στο πρόσωπό του επί χρόνο που υπερβαίνει ακόμη και την 30ετία.

Αλλά την κυριότητα στα δύο επίδικα τμήματα απέκτησαν οι αναιρεσίβλητοι και με τακτική χρησικτησία, αφού αυτοί άσκησαν, στα επίδικα, με τους παραπάνω νόμιμους τίτλους, νομή της παραπάνω φύσεως, με καλή πίστη και για χρόνο μεγαλύτερο της 10ετίας. Σε κάθε περίπτωση απέκτησαν τη συγκυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, γιατί τόσο αυτοί, όσο και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι τους άσκησαν σ' αυτά νομή, κατά τα παραπάνω, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας.

Δεν αποδείχθηκε, ότι τα δύο επίδικα τμήματα ήταν ποτέ δάσος ή δασική έκταση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το εναγόμενο-αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Και τούτο γιατί, πέραν των άλλων, ακόμη και σε έγραφα υπηρεσιών του αναιρεσείοντος (του Δασαρχείου Αταλάντης ιδιαίτερα) αναφέρεται ότι τα επίδικα, ως τμήματα του πιο πάνω μεγαλυτέρου ακινήτου, δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση.

Συγκεκριμένα: α) το έτος 1973 το Δασονομείο Αταλάντης εξέδωσε το υπ' αριθμ. 171/6-3-1973 έγγραφο, μετά το οποίο εκδόθηκε και το ΥΓ/1899/14-3-1973 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ν. Φθιώτιδας. Και στα δύο έγγραφα γίνεται αναφορά, ότι το όλο ακίνητο, εμβαδού (κατ' αυτά) 11.300 τ.μ. είναι γεωργικώς καλλιεργούμενο από πολλών ετών και δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.Δ 86/1969 "Περί Δασικού Κώδικος".

Στα έγγραφα μάλιστα αυτά ήταν συνημμένο και τοπογραφικό διάγραμμα με τα όρια του ακινήτου. Η απόκλιση δε από το ορθό συνολικό εμβαδό του των 12.202 τ.μ. οφειλόταν στα ατελή μέσα που χρησιμοποιήθηκαν κατά το παρελθόν για την αποτύπωσή του. β) Το έτος 1981, το Δασαρχείο, επίσης, Αταλάντης, κατόπιν αυτοψίας, εξέδωσε το υπ' αριθμ.

πρωτ. 111/26-5-1981 έγγραφό του και στη συνέχεια το υπ' αριθμ. πρωτ. 1629/27-5-1981 έγγραφό του, στα οποία και γίνεται σαφής αναφορά (βεβαίωση), ότι το ως άνω όλο ακίνητο δεν είναι δασική έκταση. Στο περιγραφόμενο και στα δύο έγγραφα ακίνητο, που ταυτίζεται πλήρως με το ως άνω των 12.202 τ.μ., περιλαμβάνονται και τα δύο επίδικα τμήματα.

γ) Στην από 30-12-2005 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου του Δασαρχείου Αταλάντης διαπιστώνονται μεν τα ακόλουθα σε σχέση με το χαρακτήρα όλου του ως άνω ευρύτερου ακινήτου: 1) το έτος 1945 το ακίνητο εμφανίζεται ως έκταση αγροτικού χαρακτήρα, εκτός του τμήματος των 2287 τ.μ (ενός των επιδίκων), το οποίο καλυπτόταν από θαμνώδη κυρίως δασική βλάστηση αειφύλλων-πλατυφύλλων σε ποσοστό 15-20%, 2) το έτος 1969 το ίδιο ακίνητο εμφανίζεται και πάλι ως έκταση αγροτικού χαρακτήρα, εκτός του ως άνω τμήματος των 2.287 τ.μ, το οποίο καλυπτόταν από θαμνώδη κυρίως δασική βλάστηση αειφύλλων-πλατυφύλλων σε ποσοστό 5-10% και γ) το έτος 1986 το ακίνητο εμφανίζεται ολόκληρο ως έκταση αγροτικού χαρακτήρα, χωρίς ίχνος δασικής βλάστησης και είναι καλλιεργημένη αγροτικά.

Ωστόσο, σε νεότερα έγγραφα του ίδιου Δασαρχείου, σημειώνονται αφενός μεν ότι τα μικρά τμήματα δάσους συνολικού εμβαδού 589 τ.μ. περίπου, που φαίνονται ότι υπερκαλύπτουν τη συνοριακή γραμμή, είναι η σκιά και η κόμη των δένδρων που συνορεύουν του ακινήτου (δυτικά, ανατολικά και νότια) και καλλιεργούνταν (τα τμήματα αυτά) γεωργικά, αφετέρου δε στο ως άνω τμήμα 2.287 τ.μ.

περίπου το ποσοστό δασοκάλυψης αυτής ήταν (στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1969) κατώτερο του 25% και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ 3 του ισχύοντος ν. 3208/2003 "Προστασία δασικών οικοσυστημάτων κ.λ.π", δεν διέπεται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τη Διεύθυνση Δασών Ν.

Φθιώτιδας, όπως το υπ' αριθμ. πρωτ. 1827/25-9-2007 έγγραφο του Δ/ντη Δασών. Με όσα αναφέρθηκαν, σε κάθε περίπτωση, στο πιο πάνω τμήμα των 2287 τ.μ. (ένα των επιδίκων) δεν προκύπτει με πειστικότητα, ότι η κάλυψη αυτού από την πιο πάνω βλάστηση και η ανάπτυξή της ήταν τέτοια ώστε το οργανικό σύνολο της πάνω στο έδαφος σε συνδυασμό με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα να προσέδιδαν σ αυτό το τμήμα την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος και κατ' επέκταση το χαρακτηρισμό του δάσους ή της δασικής έκτασης.

Ακόμη, δεν αποδείχθηκε, ότι τα δύο επίδικα τμήματα αποτέλεσαν δημόσια βοσκήσιμα γαία ή λιβάδι ή αδέσποτο. Αλλά και νομή επ' αυτών του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δεν αποδείχθηκε, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτά είχαν και έχουν αγροτική μορφή, ενώ και οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων (άμεσοι και απώτεροι) ουδέποτε είχαν απωλέσει τη νομή τους επ' αυτών.

Δεν αποτέλεσαν δημόσιο κτήμα, παρά τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει το εναγόμενο-αναιρεσείον. Σε κάθε περίπτωση οι πιο πάνω απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων ασκούσαν, κατά τα παραπάνω, φυσική εξουσία στα επίδικα τμήματα με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή 30ετία μέχρι τις 11-9-1915 (1880-1915), δηλαδή για χρονική περίοδο που ήταν επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία επί δημοσίων κτημάτων ή και δασών.

Με βάση τα παραπάνω οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι των επιδίκων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και αυτοί έπρεπε να αναγραφούν ως συγκύριοι στις αναφερόμενες παραπάνω ιδιοκτησίες του κτηματολογικού φύλλου των βιβλίων του Κτηματολογικού γραφείου Αταλάντης". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι τα δύο επίδικα ακίνητα αποτελούν τμήματα ενός ευρύτερου αγροτεμαχίου, εμβαδού 12.202 τ.μ., το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητα του πατέρα των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Χ.

Τ. το έτος 1925, κατά το μεγαλύτερο μέρος του των 9000 τ.μ. μετά από άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος το έτος 1910 πατέρα του Ι. Τ., ο οποίος το νεμόταν και το καλλιεργούσε συνεχώς τουλάχιστον από το 1880, και κατά το μικρότερο μέρος του των 3000 τ.μ. περίπου, όμορο του προηγούμενου, με αγορά δυνάμει αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του έτους 1925, ο απώτερος δικαιοπάροχος του οποίου το καλλιεργούσε επίσης συνεχώς τουλάχιστον από το έτος 1880.

Ότι μετά το 1925 ο ανωτέρω πατέρας των αναιρεσιβλήτων ασκούσε αποκλειστικά συνεχώς και στα δύο όμορα ακίνητα όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις, όπως προηγουμένως και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί του, χωρίς ουδέποτε να αμφισβητηθεί ο αγροτικός χαρακτήρας του όλου ακινήτου ή το δικαίωμα κυριότητάς τους.

Ότι μετά το θάνατο του Χ. Τ. το έτος 1970 συγκύριοι του ως άνω ενιαίου αγροκτήματος, και, συνακόλουθα, και των δύο επίδικων τμημάτων, κατέστησαν οι αναιρεσίβλητοι, που είναι τέκνα του, καθώς και η σύζυγός του Α. Τ. ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, μετά δε διανομή το 1978 της κληρονομιαίας περιουσίας και τη μεταβίβαση λόγω δωρεάς του μεριδίου της Α.ς Τ.

προς την πρώτη αναιρεσίβλητη κόρη της, το όλο αγρόκτημα, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, περιήλθε στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι από το 1970 μέχρι την άσκηση της αγωγής το έτος 2006 ασκούσαν συνεχώς τις προσιδιάζουσες διακατοχικές πράξεις με καλή πίστη και διάνοια μόνων συγκυρίων. Ότι, όμως, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης, ως συνιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων καταχωρήθηκε μόνο τμήμα του ως άνω αγροτεμαχίου, εμβαδού 9.309 τ.μ., ενώ τα δύο επίδικα τμήματα, εμβαδού 2266 τ.μ.

και 627 τ.μ. χαρακτηρίστηκαν ως δασικές εκτάσεις και καταχωρήθηκαν ως ιδιοκτησία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Ότι η πιο πάνω εγγραφή των δύο επίδικων τμημάτων είναι εσφαλμένη, διότι ουδόλως αποδείχτηκε, ότι αποτελούσαν δασικές εκτάσεις ή δημόσια κτήματα, αφού ακόμη και στα αναφερόμενα έγγραφα υπηρεσιών του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου αναφέρεται, ότι τα επίδικα τμήματα δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση, ότι επίσης δεν αποδείχτηκε, ότι αυτά αποτέλεσαν ποτέ δημόσια βοσκήσιμη γαία ή λιβάδι ή αδέσποτα, ενώ δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε νομή επ' αυτών του αναιρείοντος, αφού αυτά έχουν αγροτική μορφή, και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων ουδέποτε απώλεσαν τη νομή τους επ' αυτών, δεδομένου μάλιστα, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν φυσική εξουσία στα επίδικα με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή 30ετία μέχρι τις 11-9-1915.

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνώρισε αυτούς συγκυρίους κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου τον καθένα επί των επίδικων εδαφικών τμημάτων και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης, ώστε να εμφαίνεται, ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι των επιδίκων κατά ποσοστό 1/ 3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και να συμπεριληφθούν τα τμήματα αυτά στην αναφερόμενη ιδιοκτησία τους ως τμήματα αυτής, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων, και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), ν.20 παρ.12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ.(24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν.10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν.109 πανδ. (50.16), των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και του άρθρου 3 Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραζαμάν 1274 (1856) "περί γαιών", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας των επίδικων εδαφικών τμημάτων από τους αναιρεσιβλήτους κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα τόσο κατά παράγωγο τρόπο όσο και κατά πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), της μη απόδειξης ότι τα επίδικα περιήλθαν ποτέ στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και περί του ότι η εγγραφή στο Κτηματολογικό γραφείο Αταλάντης, με τα οποία τα επίδικα ακίνητα χαρακτηρίστηκαν ως δασικές εκτάσεις και καταχωρήθηκαν ως ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, είναι ανακριβής.

Επομένως, οι δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατ' ορθή εκτίμησή του από τον αριθμό 19 (και όχι 14, που αναγράφεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και τρίτος, και κατά τα δύο μέρη του λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του ίδιου άρθρου, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-10-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 73/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ