Legislator Case Law & Legislation
1203/2011 AI generated

1203/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1203/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 8/12/2005 παρεμπίπτουσα αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4206/2006 μη οριστική και 4769/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 3518/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21/9/2009 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1203/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με τον να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου.

Keywords

AI generated
medical unfitness mental health status traumatic brain injury inadequate psychiatric report failure to prove deterioration fitness to drive
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1203 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1203/ 2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Ο. χήρας Μ., 2) Α. Ο. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσοπανίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Π., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 8/12/2005 παρεμπίπτουσα αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4206/2006 μη οριστική και 4769/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 3518/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21/9/2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 19/1/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου, τετάρτου, έκτου, εβδόμου, ογδόου και την παραδοχή του δευτέρου, τρίτου και πέμπτου λόγου της από 21.9.2009 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3518/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, κατά την οποίαν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος επιδίδει κλήση στους άλλους διαδίκους και από αυτές του άρθρου 576 παρ. 1, 2, 3 του ιδίου κώδικα που επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αν ο απών διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε από τον επισπεύδοντα αυτή, συνάγεται, ότι αν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος οφείλει να κλητεύσει τον αναιρεσείοντα και σε καταφατική περίπτωση ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση και από τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ' αριθ. 5341Δ, 5342Δ/20-1-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για την στην αρχή της παρούσης αναφερομένη δικάσιμο (28-2-2011). Επομένως, εφόσον ο απολειπόμενος και επισπεύδων την παρούσα συζήτηση αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με τον να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου.

Εξ άλλου, ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου (ΑΠ 484/1997) και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτικού γεγονότος. Δεν ιδρύεται επίσης ο ανωτέρω λόγος, στην περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπό ημερομηνία 7-6-2003 έκθεσης αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που ανέφερε ότι η αποβιώσασα, συνεπεία του ένδικου τροχαίου, μητέρα του αναιρεσιβλήτου είχε γεννηθεί το έτος 1948 και ήταν πενήντα πέντε (55) ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος (7-6-2003), ενώ αυτό (το Εφετείο) δέχθηκε κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ότι αυτή ήταν ηλικίας σαράντα οκτώ (48) ετών.

Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του, αναφορικά με το ύψος της αποζημίωσης, λόγω ψυχικής οδύνης, συνεκτίμησε το ανωτέρω έγγραφο μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και δεν έλαβε υπόψη του μόνο την ηλικία της θανούσης, η οποία άλλωστε προκύπτει μόνο από την οικεία ληξιαρχική πράξη (άρθρο 12 ν.344/1976 "Περί ληξιαρχικών πράξεων").

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης με τον οποίον οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξ άλλου, κατά την έννοια του ανωτέρω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείουσες προσκόμισαν με επίκληση για την απόδειξη των ισχυρισμών τους και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την υπό ημερομηνία 7-6-2003 έκθεση ένορκης εξέτασης της συζύγου του αναιρεσιβλήτου ενώπιον των προανακριτικών αρχών, την οποίαν αυτές (αναιρεσείουσες) είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί ενώπιον του Εφετείου και την ομολογία του αναιρεσιβλήτου που προτάθηκε του πρώτου ενώπιον του Εφετείου με την προσθήκη των προτάσεων. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ως άνω μαρτυρική κατάθεση. Εις ότι αφορά όμως την ομολογία του αναιρεσιβλήτου που περιλαμβάνεται στις προτάσεις του απαραδέκτως, προτάθηκε το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεων. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντικφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ (ολ) 1/1999).

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη της επικουρικής ένστασης τους, περί έλλειψης καταλογισμού του θανόντος Μ. Ο., οδηγού του υπ' αριθ. κυκλ. ... αυτοκινήτου (άρθρο 915 ΑΚ), συζύγου και πατρός αντίστοιχα των αναιρεσειόντων, συνεπεία ελαφρού εγκεφαλικού επεισοδίου, αιφνιδίας υπότασης λόγω της υψηλής θερμοκρασία, λιποθυμίας και ελαφράς μορφής εμφράγματος λόγω παλαιών προβλημάτων (Παλαιό ΒΥ-ΒUS).

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με το ως άνω ζήτημα δέχθηκε τα εξής: Από όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμησαν και επικαλέσθηκαν οι εκκαλούσες και ήδη αναιρεσείουσες και ιδία την υπό ημερομηνία 5-8-2003 έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του Μ. Ο., ιατροδικαστή, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Ε.

Μ., Ιατρού νευρολόγου του νοσοκομείου Ερρίκος Ντινάν, ο οποίος αναφέρεται στην ως άνω έκθεση νεκροψίας και το από 16-1-2006 ιατρικό σημείωμα του Ν. Ι., Ιατρού καρδιολόγου του ως άνω νοσοκομείου δεν αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω θανατωθείς, κατά το χρόνο της σύγκρουσης δεν είχε υποστεί καμία από τις ανωτέρω παθήσεις και κατ' ακολουθίαν δεν είχε απωλέσει τις αισθήσεις του.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκείς και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914, 915 ΑΚ που εφήρμοσε.

Συνεπώς, ο ανωτέρω έβδομος λόγος αναίρεσης με τον οποίον οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ η αποζημίωση την οποία οφείλει ο υπόχρεος περιλαμβάνει την αποκατάσταση τόσο της θετικής όσο και της αποθετικής ζημίας. Αντιθέτως το δάνειο το οποίο συνάπτει ο παθών με τρίτο πρόσωπο προκειμένου να δυνηθεί να προβεί σε άμεση αποκατάσταση των συνεπειών τροχαίου ατυχήματος δεν αποτελεί ζημία του αιτιωδώς συναπτομένη με το ατύχημα, εφόσον κατά το αντίστοιχο ποσό αυξάνει η περιουσία του παθόντος, η οποία στη συνέχεια ισοπόσως θα μειωθεί με την απόδοση του. Ζημία ενδεχομένως συνιστά το καταβαλλόμενο ποσό των τόκων για την απόλαυση δανείου. Τούτο προκύπτει και ενισχύεται και από τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ που ορίζει ότι η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν αδικήθηκε. Επομένως η τελευταία αυτή διάταξη δεν καταλαμβάνει κάθε άλλη παροχή που δίνεται στον παθόντα όχι σε εκπλήρωση υποχρεώσεως εκ του νόμου, αλλά στα πλαίσια είτε της συμβατικής ελευθερίας, είτε των κοινωνικών-φιλικών σχέσεων παθόντος και τρίτου.

Συνεπώς, ο παθών ατύχημα δεν μπορεί να αξιώσει από τον υπόχρεο ως αποζημίωση και επομένως αν προβάλλεται τέτοια αξίωση αυτή δεν είναι νόμιμη, το ποσό του δανείου το οποίο εργοδότης του το παρέσχε μετά το ατύχημα για την αντιμετώπιση των συνεπειών του. Εξ άλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΑΠ (Ολ) 7/2006, ΑΠ (Ολ) 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, τα εξής: Συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στις 7-6-2003 στην εθνική οδό Πατρών-Πύργου είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ των άλλων, να τραυματιστεί ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος εργαζόταν, ως ιδιωτικός υπάλληλος, στην εταιρία, με την επωνυμία "HAY GROUP AE" και αναγκάστηκε να απουσιάσει από την εργασία του για το από 7-6-2003 έως 30-11-2004 χρονικό διάστημα. Επειδή, κατά το αυτό χρονικό διάστημα, δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τις αυξημένες οικονομικές ανάγκες βιοπορισμού και νοσηλείας αναγκάσθηκε να ζητήσει από την ανωτέρω εργοδότιδα του δάνειο ύψους 72,000 ευρώ, το οποίο θα εξοφλούσε σταδιακά με την επάνοδο του στην εργασία. Το ποσό αυτό του δανείου αποτελεί για τον παθόντα και ήδη αναιρεσίβλητο θετική ζημία συνδεόμενη αιτιωδώς με το ατύχημα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ και ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αιτιάσεων που περιέχονται στους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου και πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ίδια βάση και αίτημα, να αναιρεθεί κατά το ως άνω μέρος της που έκρινε νόμιμα την αξίωση του παθόντος και ήδη αναιρεσιβλήτου για το αιτούμενο κονδύλιο του δανείου, ύψους 72,000 ευρώ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 απρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3518/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2011. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ