Legislator Case Law & Legislation
1203/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on conversion of foreign currency damages to euros under Greek Civil Code.

Case Number 1203/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting her claim for damages. The appellant argued the lower court erred in calculating foreign currency losses, but the court held that all compensation claims must be converted to euros as of January 1, 2002, per the Greek Civil Code. Consequently, the court rejected arguments regarding the timing of exchange rates and the validity of the lower court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297(a) and 298 of the Civil Code; Article 1 of Law 2842/2000: Compensation claims governed by Greek law must be quantified in euros as of January 1, 2002, regardless of the currency of the original loss.

Keywords

AI generated
foreign currency damages euro conversion Greek Civil Code exchange rate calculation appellate review statutory conversion monetary compensation

Cited Legislation

AI generated
Articles 297(a) and 298 of the Civil Code
Article 1 of Law 2842/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1203 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1203/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ συζ. Ζ, το γένος ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θεοδοσίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK AE" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1885/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4684/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-6-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 28-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297 εδ. α', 298 του ΑΚ και 1 του ν. 2842/2000 "Λήψη συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή των Κανονισμών (ΕΚ) 1103/97, 974/98 και 2866/98 του Συμβουλίου, όπως ισχύουν σχετικά με την εισαγωγή του ευρώ με το οποίο αντικαταστάθηκε η δραχμή ως εθνικό νόμισμα, προκύπτει ότι κάθε αξίωση για αποζημίωση που διέπεται από το Ελληνικό δίκαιο, είτε αυτή απορρέει από αθέτηση συμβάσεως, είτε από αδικοπραξία, είτε από το νόμο, πρέπει από 1/1/2002 να προσδιορίζεται σε ευρώ, το οποίο και μόνο δικαιούται να ζητήσει αυτός που αξιώνει την αποζημίωση, αφού στη διάταξη του άρθρου 297 εδ α ΑΚ, ορίζεται ρητώς ότι ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα.

Ως "χρήμα", κατά την ίδια διάταξη, νοείται το εθνικό νόμισμα, δηλαδή η δραχμή μέχρι 31/12/2001 και από 1/1/2002 το ευρώ. Με το νόμισμα δε αυτό πρέπει - όχι μόνο να πληρωθεί η αποζημίωση αλλά και να μετρηθεί η θετική ή αποθετική ζημία του αδικηθέντος- ζημιωθέντος και να πληρωθεί η αποζημίωση. Επομένως, σε περίπτωση ζημίας από απώλεια ξένου νομίσματος, θα ληφθεί υπο'ψη, για τον υπολογισμό της ζημίας και άρα για τον καθορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης, η αξία σε δραχμές ή ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά τον χρόνο της απώλειας.

Δηλαδή, θα αναχθεί η ποσότητα των αλλοδαπών νομισμάτων που απωλέσθηκε σε δραχμές ή ευρώ με βάση την ισοτιμία του χρόνου απώλειας. Διαφορετική εκδοχή, ότι δηλαδή θα ληφθεί υπόψη η ισοτιμία κατά την ημέρα της καταψήφισης ή της εξόφλησης, είναι ασυμβίβαστη με τον εξαρχής καθορισμό της ζημίας σε δραχμές ή ευρώ από 1/1/2002.

Οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 του ν. 5422/1932 και 1 παρ.3 του ν. 5638/1932 "Περί Καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν" που ορίζουν αντιστοίχως, ότι "αι πάσης φύσεως εις συνάλλαγμα οφειλαί αι πληρωτέαι εν Ελλάδι εξοφλούνται εις δραχμές επί της τρεχούσης τιμής της ημέρας της εξοφλήσεως. Επί τη αυτή τιμή αποδίδονται και αι εις συνάλλαγμα παρά Τραπέζαις καταθέσεις, πλην των καταθέσεων των ανηκουσών εις μονίμως κατοικούντας εν τη αλλοδαπή ή προ της ισχύος του παρόντος νόμου, αίτινες δύνανται να αποδίδωνται και εις αυτούσιον συνάλλαγμα" και ότι "χρηματική κατάθεσις παρά Τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ'ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου, η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης, λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές, και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι", ρυθμίζουν διαφορετικά, από το υπό κρίση, ζητήματα και συνεπώς δεν μπορούν να οδηγήσουν σε άλλη ερμηνευτική άποψη ως προς την έννοια της διάταξης του άρθρου 297 εδ.

α του ΑΚ. Συγκεκριμένα, η μεν πρώτη διάταξη προϋποθέτει ότι υπάρχει έγκυρη συμβατική οφειλή σε ξένο νόμισμα και ρυθμίζει τον τρόπο εξόφλησης της στην Ελλάδα, η δε δεύτερη προϋποθέτει χρηματική κατάθεση σε συνάλλαγμα ή σε συνάλλαγμα και σε δραχμές σε κοινό λογαριασμό και στο όνομα του ενάγοντος δικαιούχου του κοινού λογαριασμού.

Επίσης, οι παραπάνω διατάξεις δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική ερμηνευτική εκδοχή, ως προς την έννοια της διάταξης του άρθρου 297 εδ. β' ΑΚ στην περίπτωση κατάθεσης συναλλάγματος σε κοινό λογαριασμό, δηλαδή σε αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης με την απόδοση του κατατεθέντος αλλοδαπού νομίσματος.

Εξάλλου, για την εφαρμογή του εδαφίου β' του άρθρου 297 ΑΚ και την απομάκρυνση του δικαστηρίου από την αρχή της χρηματικής αποζημίωσης, απαιτείται αίτηση κάποιου από τους διαδίκους. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γιαυτό προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, οπότε το τυχόν σφάλμα υπάγεται στον με αριθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολ.Δικ. λόγον για παράβαση κανόνα δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την από 31.10.2003 αγωγή της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της, ισχυρίζεται, ότι τον Ιούλιο του 2002 η ίδια και τα τρία τέκνα της πρότειναν στην αναιρεσίβλητη τράπεζα την κατάρτιση συμβάσεως ανοίγματος κοινού λογαριασμού στο όνομά και των τεσσάρων προκειμένου να κατατεθεί σ' αυτόν ποσό 80.000 λιρών Αγγλίας, που ανήκε στην ίδια (αναιρεσείουσα). 'Οτι η αναιρεσίβλητη ενεργώντας αντίθετα προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, προέβη σε άνοιγμα κοινού λογαριασμού με συνδικαιούχους μόνο τα τρία τεκνά της και όχι και αυτήν (αναιρεσείουσα).'Οτι την 12/7/2002 κατατέθηκε το πιο πάνω ποσό των 80.000 λιρών Αγγλίας.

Ότι αν αυτή γνώριζε τη μη αποδοχή της πρότασής της και το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού, χωρίς και το όνομά της, δεν θα είχε προβεί στην πιο πάνω κατάθεση, αλλά θα είχε καταρτίσει σύμβαση ανοίγματος λογαριασμού Ταμιευτηρίου, εντόκως με διαπραγματεύσιμο επιτόκιο, τουλάχιστον Ταμιευτηρίου. Ότι εξαιτίας αυτής της κακόπιστης και αντισυναλλακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης υπέστη συνολική ζημία 82.114,48 λιρών Αγγλίας (80000 λίρες Αγγλίας+2114,48 λίρες Αγγλίας τόκοι Ταμιευτηρίου).

Ζήτησε δε, να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 82.114,48 λιρών Αγγλίας, άλλως το ισόποσο σε ευρώ κατά το χρόνο εξοφλήσεως, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, κρίναν ότι η ανωτέρω αγωγή είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη κατά μεν το κύριο αίτημα περί καταψήφισης της αναιρεσίβλητης στην πληρωμή ποσού 82.114,48 λιρών Αγγλίας, γιατί ζητείται η καταβολή αλλοδαπού νομίσματος στην ημεδαπή και όχι η καταβολή ευρώ, το οποίο νοείται ως χρήμα από 1/1/2002, κατά δε το επικουρικό αίτημα, περί καταψήφισης της αναιρεσίβλητης στην πληρωμή του ισάξιου του ποσού αυτού σε ευρώ κατά τον χρόνο εξόφλησης, γιατί έτσι ο προσδιορισμός της ζημίας σε ευρώ δεν γίνεται με βάση τον χρόνο επελεύσεώς της, με βάση δηλαδή την ισοτιμία των αγγλικών λιρών κατά τον χρόνο της απώλειάς τους απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε αυτές των άρθρων 193 και 195 ΑΚ, αφού δεν διατύπωσε κρίση για το αν η ένδικη αγωγή έχει στήριγμα τις διατάξεις αυτές, ούτε για το αν καταρτίσθηκε έγκυρη σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε την αγωγή, λόγω νομικής αβασιμότητας των αιτημάτων για επιδίκαση του ποσού 82.114,48 λιρών Αγγλίας ή του ισόποσου αυτών, κατά το χρόνο της εξόφλησής των, σε ευρώ.

Δεν παραβίασε δε ούτε τη διάταξη του άρθρου 297 παρ. 2 ΑΚ, αφού η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση ζημίας από την απώλεια στην Ελλάδα ξένου νομίσματος και πάντως, δεν ζητήθηκε από την αναιρεσείουσα αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, με την απόδοση του κατατεθέντος ξένου νομίσματος. Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολ.Δικ.

λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι επί ανακριβούς προϋποθέσεως. Εξάλλου, ο τέταρτος λόγος, καθο μέρος υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.ΠΟλ.Δικ., πλήττει τις, ενισχυτικές της αναπτυσσόμενης στην προσβαλλόμενη απόφασης αρχής της αναγκαστικής κυκλοφορίας της δραχμής (τώρα ευρώ), αιτιολογίες, είναι αλυσιτελής, αφού η κύρια αιτιολογία της ως προς την αρχή αυτή, μη πληττόμενη με βάσιμο λόγο αναιρέσεως, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναφορικώς με το νόμω αβάσιμο των προαναφερόμενων αγωγικών αιτημάτων.

Οι πρώτος και πέμπτος λόγοι καθό μέρος, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολ.Δικ., πλήττουν την εφετειακή απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς τα ζητήματα α) της κατάρτισης ή μη ως προς την αναιρεσείουσα της σύμβασης κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, β) της ευθύνης της αναιρεσίβλητης από τις διαπραγματεύσεις ως προς την κατάρτιση ως προς αυτήν (αναιρεσείουσα) της εν λόγω σύμβασης (κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό) και γ) ως προς το αν συμφωνήθηκαν εγγράφως τα στοιχεία της συμβάσεως αυτής, αν υπάρχει έγκυρη κατάθεση σε συνάλλαγμα ή εάν και πότε προκλήθηκε ζημία και εάν η αναιρεσίβλητη οφείλει να αποδώσει τα χρήματα με τις διατάξεις της παρακαταθήκης ή της υπεξαίρεσης, είναι απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, ως προς τα προαναφερόμενα (κύριο και επικουρικό) αιτήματά της, ως νόμω αβάσιμη και δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, ούτε έκρινε επί των ζητημάτων αυτών.

Τέλος το επικουρικό αίτημα της αγωγής, περί επιδικάσεως των 82.114,48 αγγλικών λιρών σε ευρώ ποσού αντίστοιχου προς την κατά το χρόνο εξοφλήσεως συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ των δύο αυτών νομισμάτων, δεν είναι "μείζον" και δεν νοείται, ως εκ τούτου, συμπερίληψη σ'αυτό, ως "ελάσσονος", του αιτήματος, περί επιδικάσεως του άνω ποσού με βάση τη σχετική ισοτιμία κατά τον χρόνο καταθέσεως του ποσού των αγγλικών λιρών στον ειρημένο κοινό λογαριασμό.

Και τούτο, διότι, ενόψει της διακυμάνσεως της εν λόγω συναλλαγματικής ισοτιμίας, η αξία της λίρας Αγγλίας σε ευρώ μπορεί κατά το πρώτο χρονικό σημείο να είναι όχι μόνο μεγαλύτερη αλλά και μικρότερη απ' ό,τι κατά το δεύτερο χρονικό σημείο, με συνέπεια, στην τελευταία περίπτωση, να μεταπίπτει το κρίσιμο αίτημα από μείζον σε ελασσον.

Επομένως, ενόψει και του ότι η αναιρεσείοσυα δεν προσδιορίζει την ανωτέρω συναλλαγματική ισοτιμία κατά τα δύο αυτά χρονικά σημεία, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. απορρέων και από την Εισηγητή προτεινόμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι, κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, απέρριψε το επικουρικό αγωγικό αίτημα ως νόμω αβάσιμο στο σύνολό του "δηλαδή και κατά το περιεχόμενο σ'αυτό...

ως άνω "ελασσον" αίτημα",είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-6-2008 αίτηση της Χ συζ. Ζ για αναίρεση της υπ' αριθ. 4684/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ