Supreme Court dismisses appeal on insufficient grounds regarding lack of causal link and evidence of contract formation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's judgment. The appellant argued that the lower court failed to prove the causal link between the mediator's activity and the property sale, relying on arguments that were not legally sufficient. The court rejected these claims, noting that the lower court properly considered the parties' statements and that the appellant's assertions did not constitute a valid legal basis for overturning the decision.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 no. 11 of the Code of Civil Procedure; Art. 261 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on insufficient grounds regarding the lack of causal link or evidence of a contract is inadmissible when the lower court correctly evaluated the parties' statements and the appellant failed to substantiate their claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1203 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1203/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρακουλάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Θέρμη Θεσσαλονίκης, διατηρεί υποκατάστημα στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΑΝΑΨΥΧΗΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "LEISURE HOTELS Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΧΑΝΔΡΗ (ΕΛΛΑΣ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Αβραντίνη και η δεύτερη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άϊντα Οικονόμου. Η τρίτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Επαμεινώνδα Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 399/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-6-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 13-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του αρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, μεταξύ άλλων, αν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Εξάλλου, σύμφωνα με το αρ. 703 Α.Κ. εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για την μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για την σύναψη μιας σύμβασης έχει υποχρέωση να πληρώσει την αμοιβή, εάν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Στο νόμο δεν ορίζεται πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη και εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από την σύμβαση, η μεσολάβηση περιέχει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σύμβασης και είναι δυνατόν, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από τον μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, την μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινομένων από το ένα μέρος στο άλλο όρων ή την διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από την μεσολάβηση, διότι με αυτήν ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ' αυτόν δυνατότητας σύναψης της σύμβασης που τον ενδιαφέρει.
Η εντολή προς τον μεσίτη μπορεί ν' αφορά μόνο στην μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο. Περαιτέρω κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης μεταξύ της ενέργειας του μεσίτη (μεσολάβησης ή υπόδειξης) και της πραγμάτωσης της σύμβασης πρέπει να υπάρχει σχέση αιτίου προς αποτέλεσμα. Με την απόδειξη της μεσιτικής δραστηριότητας και της σύναψης της κυρίας σύμβασης τεκμαίρεται και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών και το βάρος ανατροπής του τεκμηρίου μετατίθεται στον αμφισβητούντα την αιτιώδη συνάφεια μεσιτικό εντολέα.
Η ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό που κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Δεν είναι απαραίτητο οι ενέργειες του μεσίτη ν' αποτελούν την μοναδική αιτία κατάρτισης της σύμβασης. Μέχρι ποίου σημείου πρέπει να προχωρήσουν οι ενέργειες αυτές για να θεωρηθεί ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια δεν μπορεί να καθορισθεί με γενικούς ορισμούς εκ των προτέρων, μπορεί, όμως, να λεχθεί γενικά, ότι ο μεσίτης δεν υποχρεούται να παρακολουθήσει μέχρι τέλους τις διαπραγματεύσεις, αρκεί η ενέργειά του να είναι τέτοια, ώστε να μπορεί να φέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και να χρησίμευσε ουσιωδώς προς τούτο.
Και αν διακόπηκαν οι ενέργειες του μεσίτη για κάποιο χρονικό διάστημα, η κύρια, όμως, σύμβαση καταρτίσθηκε μεταγενέστερα συνεπεία των προτέρων ενεργειών του, υπάρχει η απαιτουμένη κατά νόμον αιτιώδης συνάφεια. Η κρίση, όμως, αν τα διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ή μη ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του αρ. 703 Α.Κ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερα από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος επί αγωγής αυτού κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων εταιρειών για την αναγνώριση της υποχρέωσής τους να του καταβάλουν την συμφωνηθείσα αμοιβή του για την εκ μέρους του υπόδειξη ακινήτου προς αγορά η οποία και πραγματοποιήθηκε, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 399/2008 απόφασή του, ότι με έγγραφη σύμβαση εντολής μεσιτείας που καταρτίσθηκε την 9-8-2001 μεταξύ του ενάγοντος, που ασκεί νόμιμα το επάγγελμα του μεσίτη αστικών συμβάσεων, και της 1ης εναγομένης (1ης αναιρεσίβλητης) εταιρείας, κυρίας οικοπέδου στην ..., επί του οποίου αυτή ήθελε να κατασκευάσει ξενοδοχείο, ο ενάγων ανέλαβε την υπόδειξη ευκαιρίας σε υποψήφιους αγοραστές καθώς και την διαπραγμάτευση της πώλησής του, ότι με την σύμβαση αυτή η 1η εναγομένη υποσχέθηκε στον ενάγοντα, δια του συμβληθέντος για λογαριασμό της νομίμου εκπροσώπου της, ότι σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης μεταβίβασης του οικοπέδου με το ξενοδοχείο λόγω της διαμεσολάβησής του θα του κατέβαλε κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου ως μεσιτική αμοιβή ποσοστό 1%, πλέον ΦΠΑ, επί του συνολικού ποσού του πραγματικού τιμήματος πώλησης του οικοπέδου και του ανταλλάγματος της κατασκευής του ξενοδοχείου, ότι την επόμενη ημέρα (10-8-2001) ο ενάγων σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής και γνωρίζοντας από προηγούμενη συνεργασία ότι η 2η εναγομένη (και αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία με την τότε επωνυμία ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΑΕ, η οποία ήταν θυγατρική του γαλλικού ομίλου A....
και βρισκόταν το 2001 σε διαπραγματεύσεις με την 3η εναγομένη (και αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία για την επίτευξη συνεργασίας μεταξύ τους στον τομέα της διαχείρισης ξενοδοχείων, γεγονός που γνώριζε ο ενάγων από σχετικά δημοσιεύματα σε οικονομικές εφημερίδες (όπως στην ...), ενδιαφερόταν για την αγορά οικοπέδου στη ...
και την επ' αυτού ανέγερση ξενοδοχείου, ήλθε σε επαφή με τον Ε1, νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, ότι την 10-8-2001 καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της δεύτερης εναγομένης, συμβληθείσης δια του ως άνω Ε1 σύμβαση εντολής μεσιτείας, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων υπέδειξε το παραπάνω ακίνητο στην 2η εναγομένη διά του εκπροσώπου της και θα τον φέρει σε επαφή με τον εκπρόσωπο της 1ης εναγομένης ιδιοκτήτριας του ακινήτου και έγινε υπόσχεση καταβολής στον ενάγοντα μεσιτικής αμοιβής 2%, πλέον ΦΠΑ, επί της πραγματικής αξίας του οικοπέδου, καταβλητέας κατά την ημέρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου για την περίπτωση κατάρτισης με την διαμεσολάβησή του της σύμβασης αγοράς του οικοπέδου ή του κατασκευασθησομένου ξενοδοχείου από την παραπάνω ιδιοκτήτρια εταιρεία, ότι την 11-9-2001 ο ενάγων και ο εκπρόσωπος της 2ης εναγομένης Ε1 πραγματοποίησαν επίσκεψη στην Θεσσαλονίκη με την παρουσία και του εκπροσώπου της 1ης εναγομένης Ε2 κατά την οποία υποδείχθηκε από τον ενάγοντα στον Ε1 το συγκεκριμένο ακίνητο, έγινε αναλυτική παρουσίασή του και των επιμέρους χαρακτηριστικών του και ήλθαν σε επαφή τα μέρη και άρχισαν οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις με την συνεχή παρουσία και διαμεσολάβηση του ενάγοντος, ότι περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2001 γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα από το νόμιμο εκπρόσωπο της 2ης εναγομένης Ε1 ότι λόγω αναβολής των συζητήσεων με τον όμιλο A...
δεν θα μπορούσαν να καταλήξουν ως εταιρεία σε οποιαδήποτε συμφωνία πριν από έναν μήνα τουλάχιστον, χρονικό διάστημα που δεν επιθυμούσαν να δεσμεύσουν τις αποφάσεις της 1ης εναγομένης, ότι το Δεκέμβριο του ιδίου έτους ματαιώθηκε οριστικά η κατάρτιση της σύμβασης της συγκεκριμένης πώλησης λόγω αλλαγής των αντιστοίχων σχεδίων ανάπτυξης της 2ης εναγομένης και μη επίτευξης συμφωνίας για συνεργασία μεταξύ αυτής και της 3ης εναγομένης, ότι η εξέλιξη αυτή και η οριστική παύση των διαπραγματεύσεων μεταξύ των 1ης και 2ης των εναγομένων αποτυπώθηκε και στην αλληλογραφία αυτών με τον ενάγοντα, ότι ειδικότερα α) ο νόμιμος εκπρόσωπος της 2ης εναγομένης Ε1 στην από 24-9-2001 επιστολή του προς τον ενάγοντα ανέφερε ότι "έχει συζητήσει με τον όμιλο A...
στη Γαλλία αλλά λόγω των τωρινών επεισοδίων (ενν. το κτύπημα των διδύμων πύργων της Ν. Υόρκης την 11-9-2001) είμαστε εξαναγκασμένοι να μεταφέρουμε τις συζητήσεις για ένα μήνα" και ότι "δεν θα επιθυμούσαμε να καθυστερήσουμε την τις αποφάσεις που θα μπορούσε να πάρει ο κ.Ε2" ( εκπρόσωπος της 1ης εναγομένης) και ακόμη "να τον πληροφορήσετε ότι εμείς δεν θέλουμε να τον εμποδίσουμε στις περαιτέρω ενέργειές του" β) ο ενάγων την 2-10-2001 γνωστοποίησε τα παραπάνω στον Ε2 με ηλεκτρονική επιστολή, στην οποία αναφέρει "Η A...
μέσω του Ε1 μου γνωστοποίησαν την επιθυμία να περιμένουν για την λήψη των αποφάσεών τους περιμένοντας κάποιες εξελίξεις από την υπόθεση της τρομοκρατίας.... μέχρι όμως να λάβουν την τελική τους απόφαση, όπως μου εξήγησε ο κ. Ε1 εάν έχετε εσείς κάποιο ζωηρό ενδιαφέρον με άλλους επενδυτές δεν θα πρέπει αυτοί να αποτελέσουν το εμπόδιο μιας επωφελούς για εσάς συμφωνίας με άλλους επενδυτές" γ) ο Ε2 απάντησε αυθημερόν στον ενάγοντα ότι η εκπροσωπουμένη απ' αυτόν 1η εναγομένη δεν μπορούσε να δεσμευθεί για πιθανά μελλοντικά ενδιαφέροντα του πελάτη του και ότι αν εξακολουθούσε να υπάρχει ενδιαφέρον σε κάποιο, μελλοντικό χρόνο θα επιθυμούσε να ενημερωθεί (γ) στην από 8-12-2001 ηλεκτρονική επιστολή του ενάγοντος προς τον Ε2 αναφέρεται "η A...
επιθυμεί την αγορά οικοπέδου και την ανέγερση του ξενοδοχείου με δική της εταιρεία. Έτσι τα προσφερόμενα από σας ακίνητα κατασκευασμένα από την εταιρεία σας δεν πληρούν τη βασική τους προϋπόθεση. Έχω όμως να σας προτείνω μια άλλη ξενοδοχειακή πρόταση" δ) σύμφωνα με το από 20-11- 2001 τηλεμοιοτυπικό μήνυμα της A...
προς την πληρεξούσια δικηγόρο της 2ης εναγομένης "οι συζητήσεις με την ΧΑΝΔΡΗ σταμάτησαν και επομένως πρέπει να σταματήσετε και κάθε επαφή και εργασία στο θέμα αυτό, συμπεριλαμβανομένης και της ίδρυσης νέας εταιρείας διαχείρισης μέχρι νεοτέρας εντολής", ότι έτσι ματαιώθηκε οριστικά κάθε συμφωνία μεταξύ της 1ης και 2ης των εναγομένων σχετικά με την πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου και ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία, μετά τα προαναφερθέντα, μεταξύ του ενάγοντος και των εκπροσώπων της 1ης και 2ης των εναγομένων ή των εκπροσώπων των εταιρειών αυτών μεταξύ τους, ότι την 26-4-2002 ο εκπρόσωπος της 1ης εναγομένης Ε2 απηύθυνε προς τον διευθύνοντα σύμβουλο της 3ης εναγομένης επιστολή-πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος, με την οποία και μετά από συνοπτική παρουσίαση της εταιρείας του διερευνούσε την ύπαρξη ενδιαφέροντος για μελλοντική συνεργασία των εταιρειών τους σχετικά με την ανάπτυξη των ξενοδοχειακών επιχειρήσεών τους στην ...
ή στη ... και γνωστοποιούσε την ύπαρξη μεγάλου αριθμού ιδιόκτητων ακινήτων που η στρατηγική τοποθεσία τους τα καθιστούσε ιδανικά για ξενοδοχειακή ανάπτυξη, ότι την επιστολή αυτή ακολούθησε η εκδήλωση ενδιαφέροντος από την 3η εναγομένη και άρχισαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων των δύο εταιρειών που κατέληξαν σε συμφωνία με την υπογραφή του ...
συμβολαίου της συμ/φου Θεσσαλονίκης Αν. Τσίγκρου-Παλάσκα, με το οποίο η 1η εναγομένη μεταβίβασε το ως άνω ακίνητό της στην 3η εναγομένη που δεν συνδεόταν με σύμβαση με τον ενάγοντα για την υπόδειξη ευκαιρίας ή για την μεσολάβηση και την κατάρτιση της επίδικης πώλησης και ουδεμία συμμετοχή ή γνώση είχε των γενομένων μετά από την υπόδειξη και διαμεσολάβηση αυτού διαπραγματεύσεων για την πώληση αυτή, ότι κατά τον χρόνο που η 2η εναγομένη έδωσε στον ενάγοντα την από 10-8-2001 εντολή μεσιτείας δεν ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της 3ης (αγοράστριας) ούτε είχε δικαίωμα εκπροσώπησής της, ότι η 3η εναγομένη (αγοράστρια) έλαβε γνώση της συγκεκριμένης ευκαιρίας για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2002 μετά από ενέργειες του εκπροσώπου της πωλήτριας του ακινήτου 1ης εναγομένης, ότι η σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε δύο ολόκληρα έτη μετά την οριστική λήξη των μεταξύ των αρχικά υποψήφιων για την κατάρτιση της σύμβασης μερών διαπραγματεύσεων, στις οποίες η τελική αγοράστρια δεν είχε λάβει μέρος καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι η κατάρτιση της κρίσιμης σύμβασης πώλησης οφείλεται σε προσωπικές ενέργειες και πρωτοβουλίες του εκπροσώπου της 1ης εναγομένης προς τον διευθύνοντα σύμβουλο της 3ης εναγομένης, οι οποίες και μόνο αποτέλεσαν την αιτία και επέφεραν ως άμεσο αποτέλεσμα την μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ των μετέπειτα συμβληθέντων μερών κατάρτιση της σύμβασης αυτής, χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή σ' αυτές του ενάγοντος ή του εκπροσώπου της 2ης εναγομένης, και ότι κατά συνέπεια δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφειας μεταξύ της κατάρτισης της σύμβασης αυτής και της υπόδειξης από τον ενάγοντα στις 1η και 2η εναγόμενες της συγκεκριμένης ευκαιρίας, με βάση δε τις παραδοχές αυτές και κατ' επικύρωση της ομοίως αποφανθείσης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έκρινε ότι ο ενάγων δεν είχε αξίωση για την καταβολή της ζητηθείσης με την αγωγή του μεσιτικής αμοιβής για την αιτία αυτή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και κυρίως πλήρεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της δραστηριότητας του ενάγοντος και της σύναψης της σύμβασης και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από το αρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Σύμφωνα με το αρ. 261 ΚΠολΔ "κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση".
Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και από το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης και του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση, είναι η μη αμφισβήτηση απ' αυτόν του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (αρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) δεν έχει εφαρμογή το αρ. 261 ΚΠολΔ και αν το δικαστήριο συναγάγει ομολογία, παρά την ειδική αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού από τον διάδικο, υποπίπτει στην πλημμέλεια του. αρ. 559 αριθ. 11 περ.
β' ΚΠολΔ, δηλ. της παρά το νόμο λήψης απόδειξης που δεν προσκομίσθηκε. Πάντως από τη γενική αναφορά της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας στα "όσα ο εναγόμενος συνομολόγησε" δεν συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη ομολογία για την απόδειξη συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού. Στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του έλαβε υπόψη, πλην των άλλων μνημονευομένων εκεί αποδεικτικών μέσων, και "τους ισχυρισμούς των διαδίκων που περιέχονται στις προτάσεις τους (αρ. 261 ΚΠολΔ)".
Από την διατύπωση αυτή της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης είναι σαφές, καίτοι γίνεται αναφορά στους περιεχομένους στις προτάσεις των διαδίκων ισχυρισμούς, ότι με αυτήν νοούνται όχι οι μη αποτελούντες νόμιμο αποδεικτικό μέσο ισχυρισμοί των διαδίκων (αρ. 339 ΚΠολΔ), όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, από το αρ. 559 αριθ. 11 περ.
α', ο οποίος συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, αλλά οι περιεχόμενες σ' αυτούς ομολογίες, ως τούτο προκύπτει αναμφίβολα από την παράθεση της προαναφερομένης διάταξης του αρ. 261 ΚΠολΔ, η οποία ακριβώς αναφέρεται στην δυνατότητα συναγωγής από το δικαστήριο της ουσίας έμμεσης ομολογίας για κάποιο πραγματικό περιστατικό από την γενική άρνησή του από τον διάδικο και το σύνολο των ισχυρισμών του.
Περαιτέρω και σε άμεση συνάρτηση και συνάφεια με τα προεκτεθέντα από την γενική αυτή αναφορά της προσβαλλομένης απόφασης δεν προκύπτει, ότι λήφθηκε υπόψη τέτοια ομολογία για την απόδειξη συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού και ειδικότερα της έλλειψης αιτιώδους συναφείας μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας του αναιρεσείοντος ενάγοντος και της πώλησης του ακινήτου της 1ης εναγομένης-αναιρεσίβλητης και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ.
β' του αρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο μάλιστα κατά τρόπο αντιφατικό αναφέρει ότι δεν αμφισβήτησε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων για έλλειψη αιτιώδους συναφείας ως άνω. Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 20-6-2008 αίτηση για αναίρεση της 399/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαϊου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ