Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, upholding final judgment on statute of limitations and evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant sought 455,000 euros in post-service costs and 150,000 euros in damages, arguing the employer failed to calculate prior insurance years correctly. The Court rejected the appeal because the lower court properly evaluated all evidence, including witness testimony and prior judgments, to determine the statute of limitations. The decision stands as the final resolution of the labor dispute regarding the employer's liability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339 and 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot overturn a final judgment based on a factual error when the lower court has properly assessed all evidence and reached a conclusion that is legally reviewable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1202 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1202/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ε., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Αιμιλιανίδου, η oποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", (με προηγούμενη επωνυμία "..." ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..."), η οποία εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής όπως νόμιμα εκπροσωπείται. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ρουμελιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 4058/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-6-2024 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη από 3-6-2024 αίτηση αναιρέσεως (5179/498/2024) προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 4058/28-7-2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε αυθημερόν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία αιτήθηκε να υποχρεωθεί η εναγομένη, πρώην εργοδότρια του, να του καταβάλει ποσό 455.000 ευρώ ως οφειλόμενο "κόστος προϋπηρεσίας" [postservice cost] από πρόγραμμα ιδιωτικής ομαδικής ασφαλίσεως ("συνταξιοδοτικό") του προσωπικού της εναγομένης, διότι κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του στις 17-12-2013 εσφαλμένα δεν υπολογίστηκε ο προηγούμενος χρόνος ασφαλίσεως του στο ΤΕΒΕ [1-7-1990 έως 30-6-1995], καθώς και 150.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 4058/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες απέρριψαν λόγω παραγραφής, την αγωγή και την έφεση (αντιστοίχως), που άσκησε κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων. Την αναίρεση της ως άνω τελεσίδικης αποφάσεως αιτείται τώρα ο τελευταίος με την υπό κρίση αίτηση του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 3-6-2024, έχει δε ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ.
β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και δεν έχει παρέλθει διετία από την δημοσίευση της αποφάσεως (28-7-2022), γεγονός που δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο αυτής (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 937 ΑΚ ορίζεται ότι "Η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά από πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημιά και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως, περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη.
Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης". Για την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 937 ΑΚ πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: 1) η αδικοπραξία πρέπει να αποτελεί συνάμα κολάσιμη κατά τον ποινικό νόμο πράξη.
Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση η προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και η τιμωρία του δράστη. Αν δεν έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής διώξεως, το πολιτικό δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημιώσεως ερευνά τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων της κολάσιμης πράξεως. 2) η ποινική αξίωση της πολιτείας για την τιμώρηση της αξιόποινης πράξεως πρέπει να υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή.
Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξεως είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαιτήσεως από την αδικοπραξία θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξεως ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη στον ποινικό νομό, αναλόγως, ποινική παραγραφή, όπως αυτή ως προς τη διάρκειά της καθαρίζεται στο άρθρο 111 του Π.Κ.
ή σε διάταξη άλλου, ειδικού, ποινικού νόμου, η οποία προκειμένου περί πλημμελημάτων ανέρχεται σε πέντε (5) έτη, ενώ προκειμένου περί κακουργημάτων, για τα οποία δεν προβλέπεται ποινή θανάτου ή ισόβιας κάθειρξης, ανέρχεται σε δεκαπέντε (15) έτη και σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 1654/2024, ΑΠ 1456/2022, ΑΠ 415/2015).
Τη μακρότερη παραγραφή της κολάσιμης πράξης και το χαρακτηρισμό της πράξης ως κακούργημα επικαλείται και αποδεικνύει με αντένσταση ο ενάγων έναντι της ενστάσεως της πενταετούς παραγραφής που προτείνεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 1456/2022, 1041/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη αυτή, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 654/2024, 1067/2023, 1041/2017).
Εν προκειμένω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών διέλαβε, μεταξύ άλλων, τις παρακάτω παραδοχές, που συνάπτονται με τις αποδιδόμενες στον πρώτο αναιρετικό λόγο πλημμέλειες εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ ως προς την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ:
I) "Δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων απασχολήθηκε ως υπάλληλος οικονομικών υπηρεσιών στα κεντρικά γραφεία της εναγόμενης εταιρείας, από την πρόσληψη του στις 1-10-1999 μέχρι την καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας από την εναγόμενη στις 17-12-2013. Ο ενάγων ήταν ασφαλισμένος στο Τ.Ε.Β.Ε.
το χρονικό διάστημα από 1-7-1990 έως 30/6/1995, όπως είχε γνωστοποιήσει στην εναγόμενη κατά το χρόνο της πρόσληψης του, προσκομίζοντας της την υπ. αρ. πρωτ. 2680/31-1-1996 σχετική βεβαίωση του ανωτέρω ασφαλιστικού φορέα, ώστε να καταχωρηθεί ως παλαιός και διαδοχικώς ασφαλισμένος για 5 έτη στο Τ.Ε.Β.Ε. και 1 μήνα στο Ι.Κ.Α., γεγονός το οποίο - κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς -επιδρούσε στην αξία του δικαιώματος εξαγοράς του ενάγοντος στα πλαίσια του προγράμματος ομαδικής ασφάλισης για το προσωπικό της εναγόμενης "5330 ....
Δυνάμει της από 29-3-2002 απόφασης Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης (περί της οποίας κάνουν μνεία η από 2-4-2002 ανακοίνωση του ιδίου Διοικητικού Συμβουλίου προς τους εργαζομένους, όπως και οι από 3-4-2002 ανακοινώσεις του Διευθυντή Διοικητικών Υπηρεσιών της εναγόμενης και της "...."), το εν λόγω ασφαλιστικό πρόγραμμα διακόπηκε στις 30-6-2002 και στη θέση του καταρτίσθηκε, με ισχύ από 1-7-2002 για το προσωπικό της εναγόμενης, το νέο πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης "489-1 ...".
Συνεπεία τούτου, καταβλήθηκαν στον ενάγοντα α) ποσό 1.151,34 ευρώ στις 5-7-2002 από την ασφαλιστική εταιρία "...Α.Ε." ως παροχή του προγράμματος "5330 ...", μετά από καταχώρηση του ενάγοντος στα υπηρεσιακά αρχεία της εναγόμενης ως νέου ασφαλισμένου για 2,83 έτη μόνο στο Ι.Κ.Α., παρότι επίσης ήταν παλαιός και διαδοχικώς ασφαλισμένος στο ΤΕΒΕ για 5 έτη και β) ποσό 43.935,94 ευρώ στις 30-1-2014 από την ασφαλιστική εταιρία "... ..." για την εξαγορά των δικαιωμάτων του από το πρόγραμμα "489-1 ...".
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, η εναγόμενη εσφαλμένα δεν συνυπολόγισε το χρόνο ασφάλισης αυτού στο Τ.Ε.Β.Ε., με συνέπεια να μην του καταβάλει ποσό 455.000 ευρώ ως "κόστος προϋπηρεσίας", δηλαδή την αξία εξαγοράς του δικαιώματος αυτού από το πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης "5330 ...", που αντιστοιχεί στο δικαίωμα προαίρεσης για χρήση της διαδοχικής ασφάλισης.
Πλην όμως, ακόμη και αν υποτεθούν ως αληθείς οι ανωτέρω ισχυρισμοί του ενάγοντος, η επίδικη αξίωση ποσού 455.000 ευρώ έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, αφενός των άρθρων 250 αρ. 6 και 17, 251 και 253 Α.Κ. ως προς τη νομική βάση αυτής εκ συμβάσεως εργασίας, αφετέρου του άρθρου 937 παρ. 1 εδ. α' Α.Κ., ως προς τη νομική βάση της εξ' αδικοπραξίας.
Και τούτο επειδή, όταν ο ενάγων υπέβαλε την 18-11-2013 στη διοίκηση της εναγόμενης την ίδιας ημερομηνίας έγγραφη "εισήγηση αναφορικά με την αποτίμηση των μη εξαγορασθέντων δικαιωμάτων του συμβολαίου 5330 ..., με την οποία ο ίδιος υπολόγισε επακριβώς την αξίωση του λόγω "κόστους προϋπηρεσίας" σε ποσό 498.752,47 ευρώ (για να την αναθεωρήσει με την αγωγή σε ποσό 454.973,52 ευρώ, μετά από αφαίρεση της αποζημίωσης απόλυσης ποσού 28.285,63 ευρώ και της αξίας 50 % εργοδοτικών εισφορών στο πρόγραμμα "489 ..." ποσού 15.493,32ευρώ, εν τέλει δε στο αιτούμενο ποσό 455.000 ευρώ, με τον υπολογισμό που θα αναφερθεί κατωτέρω), αφενός "γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της" (κατά την έννοια του άρθρου 253 Α.Κ.), αφετέρου ο ενάγων "παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση" (κατά την έννοια του άρθρου 937 παρ. 1 εδ.
α' Α.Κ.), επομένως η πενταετής παραγραφή, που άρχισε στη πρώτη περίπτωση στις 31-12-2013 (δηλαδή κατ' άρθρον 251 Α.Κ. μόλις έληξε το έτος, μέσα στο οποίο συνέπιπτε η έναρξη της παραγραφής του άρθρου 250 αρ.6και 17 Α.Κ.) και στην δεύτερη περίπτωση στις 18-11-2013 (ημερομηνία γνώσης του ενάγοντος περί ζημίας και υπόχρεου αποζημίωσης), συμπληρώθηκε στις 31-12-2018 και 18-11-2018 αντιστοίχως χωρίς να έχει διακοπεί κατ' άρθρο 261 παρ. 1 εδ.
α' Α.Κ. με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, καθώς αντίγραφο αυτής επέδωσε ο ενάγων μεταγενέστερα την 24-12-2019 στην εναγόμενη (...). Επομένως η ένσταση παραγραφής της εναγόμενης, που προβλήθηκε παραδεκτώς.. ., πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικώς βάσιμη". Περαιτέρω το Εφετείο διέλαβε τις εξής παραδοχες:
ΙΙ) "Οι δε αντίθετοι λόγοι έφεσης του ενάγοντος, περί μη συμπλήρωσης της πενταετούς παραγραφής, άλλως διακοπής αυτής δι' αναγνωρίσεως της επίδικης αξίωσης από την εναγόμενη κατ' άρθρο 260 Α.Κ., πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Ειδικότερα, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η αξίωση 455.000 ευρώ γεννήθηκε και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη, όπως επίσης η ισόποση ζημία έγινε γνωστή σ' αυτόν, μόλις τον Φεβρουάριο 2014, ήτοι:
α) με την καταβολή ποσού 43.935,94 ευρώ στις 30-1-2014 για εξαγορά δικαιώματος από το πρόγραμμα "489-1 ..." και β) με αποτύπωση, υπολογισμό και τεκμηρίωση της αξίωσης 455.000 ευρώ στις δημοσιευμένες την 27-2-2014 ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις χρήσεως 2013 του ομίλου "... Α.Ε." (όπου ανήκει η εναγόμενη εταιρία), οι οποίες εγκρίθηκαν με την από 30-6-2014 απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων του ίδιου εταιρικού ομίλου.
Πλην όμως, τα ανωτέρω υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα είναι αβάσιμα, επειδή αφενός η ανωτέρω χρηματική καταβολή της ασφαλιστικής εταιρίας "... ..." δεν συνιστά καθ' οποιονδήποτε τρόπο αναγνώριση εκ μέρους της εναγόμενης, ότι δήθεν οφείλεται στον ενάγοντα το αιτούμενο με την αγωγή "κόστος προϋπηρεσίας" ποσού 455.000 ευρώ (αντιθέτως, στην από 30-1-2014 βεβαίωση της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, που χορήγησε για φορολογική χρήση στον ενάγοντα, αναγράφεται ότι το καταβληθέν σ' αυτόν ποσό 43.935,94 ευρώ αποτελεί "πλήρη και οριστική εξόφληση τους συνολικού ποσού της εξαγοράς των δικαιωμάτων του") και αφετέρου η επίδικη απαίτηση 455.000 ευρώ ουδόλως αποτυπώνεται ή εμμέσως πιστοποιείται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις χρήσεως 2013 του ομίλου "...
Α.Ε.", δεδομένου ότι οι "υποχρεώσεις παροχών προσωπικού λόγω εξόδου από την υπηρεσία" και η "επίδραση του τροποποιημένου ΔΛΠ 19 στα ίδια κεφάλαια" ποσού 18.697.000 ευρώ στις 27-2-2014 και ποσού 18.242.000 ευρώ στις 14-11-2013 (σελ. 3 Γ των εν λόγω οικονομικών καταστάσεων) αφορούν ζητήματα προφανώς άσχετα με το "κόστος προϋπηρεσίας", που ο ενάγων υποστηρίζει στην αγωγή, ότι δήθεν συνάγεται από την διαφορά ιδίων κεφαλαίων 455.000 ευρώ.
Η τελευταία διαπίστωση επιβεβαιώνεται από την 17-9-2020 "έκθεση τεκμηρίωσης θέσης" που συνέταξε κατ' εντολή της εναγόμενης η εταιρία "... Α.Ε.", στη σελ. 2 της οποίας αναφέρεται ότι ο ενάγων : "Δεν δικαιούται καμία παροχή που σχετίζεται με το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 19 (ΔΛΠ 19), αφού το πρότυπο αυτό δεν αφορά την απόδοση / καταβολή παροχών σε εργαζόμενους.
Είναι ένα λογιστικό πρότυπο ("παροχές σε εργαζόμενους") το οποίο προδιαγράφει τον τρόπο λογιστικοποίησης των μελλοντικών παροχών σε εργαζόμενους (συντάξεις και εφάπαξ ποσά που ο εργοδότης καταβάλλει κατά την αποχώρηση, προγράμματα παροχών) για χρήση στις οικονομικές καταστάσεις μίας επιχείρησης οι οποίες - οικονομικές καταστάσεις - εμπίπτουν στο εύρος εργασίας του αρμόδιου ορκωτού ελεγκτή".
Ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι μόλις στις 11-10-2018 απέκτησε πρόσβαση και γνώση επί των εγγράφων του τηρούμενου στα αρχεία της εναγόμενης ατομικού φακέλου αυτού, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην εν θέματι παραγραφή, καθώς αυτή δεν άρχισε την παραπάνω ημερομηνία (όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων), αλλά προγενέστερα στις 18-11-2013, οπότε η επίδικη αξίωση ήταν γεγενημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη, αλλά και ο ενάγων γνώριζε ζημία και υπόχρεο.
Περαιτέρω, απαραδέκτως κατ' άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προβάλλονται, για πρώτη φορά με την έφεση, από τον ενάγοντα αντενστάσεις α) αναστολής της παραγραφής κατ' άρθρο 255 εδ. β' Α.Κ., για το λόγο ότι η εναγόμενη απέτρεψε με δόλο τον ενάγοντα να ασκήσει την αξίωση ποσού 450.000 ευρώ και β) επιμήκυνσης της παραγραφής κατ' άρθρο 937 παρ. 2 Α.Κ.
λόγω αδικοπραξίας, συνιστάμενης στα επικαλούμενα στην έφεση ποινικά αδικήματα εκ μέρους οργάνων διοίκησης της εναγόμενης (...). Επίσης, η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 εδ. α' Α.Κ., με έναρξη την 18-11-2013 (ημερομηνία γνώσης του ενάγοντος περί ζημίας και υπόχρεου) και λήξη την 18-11-2018, καταλαμβάνει και τη συναφή αξίωση της αγωγής για χρηματική ικανοποίηση ποσού 150.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης εξ' αδικοπραξίας...".
Επομένως το Εφετείο με το να δεχθεί (με τις επί της ουσίας ανέλεγκτες παραδοχές του) ότι ο ενάγων, ο οποίος άσκησε την ένδικη αγωγή στις 24-12-2019, ήδη από 18-11-2013 γνώριζε την (επικαλούμενη) ζημία του και τον υπόχρεο αυτής (με την υποβολή εκ μέρους του έγγραφης "εισήγησης" προς την εναγομένη και υπολογισμό του λεγόμενου "κόστους προϋπηρεσίας" σε 498.752,47 ευρώ, για να την περιορίσει με την αγωγή σε ποσό 454.973,52 ευρώ μετ' αφαίρεση του καταβληθέντος ποσού), ορθά και με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες εφάρμοσε τη διάταξη της ΑΚ 937 παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα.
Ακόμα δε και αληθής υποτιθέμενος ο κατ' επανάληψη προβληθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι χρόνος γνώσεως ολόκληρης της ζημίας του είναι η 3-2-2014 και πάλι η εξ αδικοπραξίας απαίτηση του αναιρεσείοντος έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του 937 ΑΚ, την οποία επικαλείται ως παραβιασθείσα ο αναιρεσείων (και όχι και εκείνη του άρθρου 250 παρ. 6 και 17 ΑΚ, δοθέντος ότι ο ίδιος συνομολογεί τη λήξη της εργασιακής σχέσεως στις 17-12-2013).
Η περαιτέρω αιτίαση του ότι, εκτός από την εις βάρος του αδικοπραξία, "συντελούνταν ποινικά κολάσιμες πράξεις (ουσιώδεις ανακρίβειες στις οικονομικές καταστάσεις της ... ΑΕ και επιχειρούμενο ξέπλυμα χρήματος), οι οποίες υπόκεινται σε ακόμα μακρότερο χρόνο παραγραφής", τυγχάνει πολλαπλός απορριπτέος. Ως αόριστος, διότι δεν γίνεται μνεία αν τα όποια αδικήματα τυγχάνουν κακουργήματα, ώστε να τυγχάνει επιμηκύνσεως και η αστική παραγραφή έως το χρόνο παραγραφής του κακουργήματος (ΑΠ 1041/2017), ούτε αναφέρει το χρόνο και τρόπο πρότασής του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, δεδομένου ότι δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση των πρωτόδικων πρακτικών και της από 5-10-2020 προσθήκης αντίκρουσης των προτάσεων του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι δεν πρόβαλε νομίμως τέτοια αντένσταση (Α.Π. 1041/2017). Η δε περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος περί παραβάσεως του άρθρου 10 Ν. 2496/1997, που προβλέπει πενταετή παραγραφή, επιμηκυνόμενη έως την τελευταία ημέρα του έτους έναρξης της παραγραφής (διότι, κατά τον αναιρεσείοντα η εκκαθάριση του διαδόχου προγράμματος 489 .../..., έλαβε χώρα στις 3-2-2014) με αποτέλεσμα η όποια παραγραφή να επέρχεται στις 31-12-2019, απορριπτέα τυγχάνει, διότι (ως κατ' επανάληψη εκθέτει ο αναιρεσείων -βλ.
ενδεικτικώς σελ. 59, 67 της κρινομένης αιτήσεως) η ένδικη αγωγή του στηρίζεται στην αδικοπραξία και όχι σε σύμβαση ασφαλίσεως.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης, όπως και της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σ` αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν ως έννομη συνέπεια την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (Ολ ΑΠ 472/1983, ΑΠ 590/2023).
Από τη διάταξη του άρθρου 260 του Α.Κ., συνάγεται ότι για τη διακοπή της παραγραφής αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή, από την οποία να προκύπτει σαφώς ότι αυτός (οφειλέτης), γνωρίζοντας την εναντίον του αξίωση του δικαιούχου, θεωρεί ότι αυτή υφίσταται, κατά το χρόνο της ενεργείας ή της συμπεριφοράς του, κατά τρόπο που να μη θεωρείται αναγκαία η έγερση της σχετικής αγωγής από το δανειστή.
Ενέργειες δε, που συνιστούν αναγνώριση (εκτός βεβαίως από τη ρητή τοιαύτη) είναι, μεταξύ άλλων, η πληρωμή τόκων, η παροχή ασφαλείας της αξιώσεως, η μερική καταβολή και η μερική προσφορά του χρέους. Δεν εξετάζεται αν η ενέργεια του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξιώσεως ή σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 873 Α.Κ., ούτε απαιτείται η ενέργεια αυτή να υποβληθεί σε κάποιον τύπο ή να γίνει δεκτή από τον δανειστή.
Συνεπώς, αρκεί κάθε ενέργεια του υπόχρεου έναντι του δικαιούχου, αναγνωριστική του υποστατού της υποχρεώσεώς του είτε ρητή είτε σιωπηρή, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται πριν από την συμπλήρωση της παραγραφής, έναντι του δανειστού και όχι έναντι τρίτου προσώπου, δηλαδή, η τέτοια ενέργεια του οφειλέτη πρέπει να απευθύνεται προς τον δανειστή και να περιέρχεται σ` αυτόν και όχι σε τρίτο (Α.Π. 326/2024, 590/2023).
Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 590/2024, 1282/2022, 109/2012).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο την αποδιδόμενη στο δικαστήριο της ουσίας αναιρετικώς πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προσβαλλόμενη αιτίαση θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως και ποιον συγκεκριμένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους, άλλως ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ συμπλήρωση της αοριστίας με παραπομπή ή αναφορά σε άλλα έγγραφα ή στοιχεία δεν είναι επιτρεπτή (ΑΠ 1107/2023, 1022/2022).
Αφ' ετέρου, από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος ερείδεται επί ισχυρισμού, ο οποίος δεν έχει προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός εάν πρόκειται για παράβαση, η οποία δεν δύναται να προβληθεί ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου ή για σφάλμα, το οποίο προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η εν λόγω διάταξη, η οποία καταλαμβάνει όλους τους λόγους αναιρέσεως, αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι κατ' αναίρεση ελέγχεται η νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας βάσει της πραγματικής και νομικής καταστάσεως, την οποία όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ως ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, την παραδεκτή πρόταση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του θεμελιώνοντος τον λόγο αναιρέσεως ισχυρισμού, έστω και αν ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεως.
Παρέπεται ότι προκειμένου να είναι κατά τα ανωτέρω ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο τρόπος προβολής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του θεμελιώνοντος τον λόγο αναιρέσεως ισχυρισμού (ΑΠ 1393/2022, 853/2020).
Με τον αποτελούμενο εξ εβδομήντα σελίδων δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το ουσιώδες και διαφοροποιούμενο από τον πρώτο λόγο μέρος του, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για εκ τις αρ. 8 αρθ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι δεν έλαβε υπ' όψιν ισχυρισμούς, που προτάθηκαν από εκείνον, και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό του περί αναγνωρίσεως του χρέους από πλευράς εναγομένης στις 27-2-2014. Ο λόγος όμως αυτός τυγχάνει αβάσιμος, πρωτίστως διότι, όπως αναφέρθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη, ο περί αναγνωρίσεως χρέους ισχυρισμός (ΑΚ 260) ως διακοπτικός της ενστάσεως παραγραφής, συνιστά αντένσταση (ΑΠ 19/2024, ΑΠ 590/2023), η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρωτόδικων πρακτικών και των προτάσεων του αναιρεσείοντος δεν προεβλήθη στην πρωτόδικη δίκη. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως αβιάστως συνάγεται από τις προπαρατεθείσες (κατά την εξέταση του πρώτου αναιρετικού λόγου) παραδοχές (ιδίως τις υπό στοιχεία
ΙΙ), η παραπάνω αιτίαση εδράζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού η προσβαλλομένη απόφαση εξέτασε τελικά επί της ουσίας τον σχετικό ισχυρισμό του εκκαλούντος- αναιρεσείοντος και με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες έκρινε ότι οι παραπάνω ενέργειες της αναιρεσίβλητης (και πολύ περισσότερο της ...
ΑΕ) επ' ουδενί δύνανται να θεωρηθούν ως εκ μέρους της αναγνώριση χρέους, ώστε να έχουν ως αποτέλεσμα της επιμήκυνση της αξιώσεως του αναιρεσείοντος στην κοινή εικοσαετή παραγραφή. Η περαιτέρω εκ νέου μνεία του αναιρεσείοντος στην επιμήκυνση της παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ, με έναρξη αυτού στις 31-12-2016 (μετά δηλαδή την εξόφληση των οφειλών της αναιρεσίβλητης προς το ΤΕΑ ΕΤΕΑΠΕΠ), εκτός ότι αφορούν τρίτο, μη διάδικο πρόσωπο, απαραδέκτως προβάλλεται, πρωτίστως διότι αυτό συνιστά αντένσταση (ΑΠ 415/2015, Α.Π. 494/2006), που, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των 196/2021 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των προτάσεων του αναιρεσείοντος δεν προβλήθηκε στον πρώτο βαθμό.
Οι δε λοιπές πλείστες όσες διηγηματικώς αναφερόμενες αιτιάσεις (όπως η αγνόηση από την αναιρεσίβλητη της προηγουμένης ασφαλιστικής καλύψεως του αναιρεσείοντος στο ΤΕΒΕ κλπ) και παραβιάσεις του συνόλου σχεδόν της ελληνικής και κοινοτικής νομοθεσίας (σελ. 40-42), συμπεριλαμβανομένης και της 25/2011 γνωμοδοτήσεως ΝΣΚ και πέντε αποφάσεων του Αρείου Πάγου, δεν αφορούν πλημμέλειες της προσβαλλομένης, συναπτόμενες, έστω εμμέσως, με το κρίσιμο ζήτημα της παραγραφής (οι οποίες εξ άλλου θα συνάπτονταν με τον πρώτο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ), αλλά είτε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος κατά την δευτεροβάθμια δίκη, είτε (κυρίως) στην επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και στη θεμελίωση των αξιώσεων του (αναιρεσείοντος) από το επικαλούμενο "θεσμικό αρμπιτράζ" και την "παραβίαση των προσωπικών δεδομένων κοινωνικής ασφάλισης" που εκείνη συστηματικώς διενεργούσε, εισφοροδιαφυγή έναντι του ΤΕΑ- ΕΤΕΑΠΕΠ και φοροδιαφυγή έναντι του ελληνικού δημοσίου (χωρίς παράθεση συγκεκριμένων ποσών εισφορο-φοροδιαφυγής), στοιχεία όμως στα οποία δεν υπεισήλθε επί της ουσίας το Εφετείο, αφού έγινε δεκτή η ένσταση παραγραφής που προεβλήθη από την νυν αναιρεσίβλητη.
Εξάλλου δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος επί μη λήψεως υπ' όψιν δικαστικών αποφάσεων, που αφορούν άλλους διαδίκους (ΑΠ 878/2023, 1551/2022, 358/2011), έστω επί παρεμφερούς νομικού ζητήματος, ως εν προκειμένω οι φερόμενες ως αγνοηθείσες αρεοπαγιτικές αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις ΝΣΚ. Ακολούθως και ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται πολλαπλές αιτιάσεις για παραβάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναίρεσης (ΑΠ1206/2022).
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπ' όψιν κανένα από το προσκομιζόμενα απ' αυτόν έγγραφα, από τα οποία απεδεικνύετο η βασιμότητα της εφέσεως και της αγωγής του. Ο λόγος αυτός όμως, πέραν της προφανούς αοριστίας του, αφού επί της ουσίας δεν καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν ελήφθη υπ' όψιν (ΑΠ 516/2016), τυγχάνει και αβάσιμος, διότι στην απόφαση γίνεται ρητή μνεία ότι ελήφθησαν υπ' όψιν όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να απαιτείται, σύμφωνα με την αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Είναι δε κατά τα λοιπά απαράδεκτες οι περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις (σελ. 93-95 του αναιρετήριο) με τις οποίες πλήττονται, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας, οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου (ΑΠ 167/2019).
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς όμως να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 439/2024). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης, είναι δε αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 677/2015).
Τέλος με το τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δια της παραπομπής στην απόφαση 2774/2008 του Εφετείου Αθηνών δέχτηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος όμως αυτός τυγχάνει απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται με τρόπο ορισμένο ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή της ως άνω 2774/2008 απόφασης (που ελήφθη υπ' όψιν ως δικαστικό τεκμήριο) στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ιδίως δε ως προς την επίμαχη περί παραγραφής κρίση του.
Εν προκειμένω η αγωγή απερρίφθη ως παραγεγραμμένη, ήτοι χωρίς να εξεταστεί η ουσιαστική βασιμότητα των αξιώσεων του ενάγοντος, που σχετίζονται με (επικαλούμενη) επίδραση της από 29-3-2002 αποφάσεως του ΔΣ της αναιρεσίβλητης στο υπ' αρ. 5330 ασφαλιστικό πρόγραμμα της ..., χωρίς βέβαια η προσβαλλομένη απόφαση να στηριχθεί, έστω εμμέσως, στις επί της ουσίας κρίσεις της ΕφΑΘ 2774/2008, που εξεδόθη επί αγωγής που άσκησε κατά της εναγομένης έτερος πρώην εργαζόμενος της (και σχετιζόταν με την εγκυρότητα της καταγγελίας του ασφαλιστηρίου προγράμματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης).
Από δε τις προπαρατεθείσες (κατά την εξέταση του 1ου αναιρετικού λόγου) παραδοχές του Εφετείου καθίσταται σαφές ότι κάθε άλλο παρά προσδίδει εξαιρετική αποδεικτική δύναμη στην ως άνω 2774/2008 απόφαση, ως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων. Όπως δε προκύπτει από την προεπισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "Από την ανωμοτί κατάθεση του ενάγοντος, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την υπ.
αρ. 2017/25-2-2020 ένορκη βεβαίωση του Β. Τ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων (ληφθείσα νομοτύπως και μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης κατ' άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ) και τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται οι υπ.
αρ. 2706/2018 και 2774/2008 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών (εκδοθείσες σε παλαιότερες δίκες, επί αγωγών που άσκησαν κατά της εναγόμενης, στη μεν πρώτη περίπτωση ο ενάγων, ενώ στη δεύτερη περίπτωση έτερος πρώην εργαζόμενος της), οι οποίες λαμβάνονται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων κατ' άρθρο 339 ΚΠολΔ". Επομένως, σε κάθε περίπτωση, μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα (ανωμοτί εξέταση ενάγοντος, ένορκη βεβαίωση, έγγραφα, δικαστικά τεκμήρια) που έλαβε υπ' όψιν για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και δη ως προς το ζήτημα της επελεύσεως ή μη της προταθείσης ενστάσεως πενταετούς παραγραφής από την εναγομένη και συνεπώς ο υπό εξέταση λόγος τυγχάνει σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, ο εκ του αρ. 10 λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί, ελλείψει σχετικού αιτήματος (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) από πλευράς της αναιρεσίβλητης (η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις). Τέλος, δοθέντος ότι κατετέθη κατά την άσκηση της αναιρέσεως το με κωδικό πληρωμής 68123978395411270055 παράβολο (ποσού 450 €), αν και αυτό δεν απαιτείται στις εργατικές υποθέσεις (άρθρο 495 παρ. 3, συνδ. 614 αρ. 3 ΚΠολΔ), θα διαταχθεί η επιστροφή του στον αναιρεσείοντα, ανεξαρτήτως της ήττας του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-6-2024 (5179/498/2024) αίτηση αναιρέσεως της υπ'αριθ. 4058/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την επιστροφή του 68123978395411270055 παραβόλου ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στον αναιρεσείοντα ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου καθώς και των αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ