Legislator Case Law & Legislation
1202/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of grounds, citing non-exhaustion of constitutional challenge on debt statute.

Case Number 1202/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court failed to provide reasoning for rejecting his request to apply the 2010 debt statute, claiming a constitutional violation. The court held that since the Court of Appeal already rejected the request as unconstitutional without examining it substantively, no reasoning deficiency existed to trigger the appeal under Article 560 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant's security deposit was ordered into the public fund.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(6) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the second-instance court rejected the contested request as unconstitutional without examining it substantively, thereby precluding a claim of lack of reasoning.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility lack of reasoning constitutional challenge debt statute application Court of Appeal Code of Civil Procedure non-exhaustion

Cited Legislation

AI generated
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1202 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1202/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Λ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μασούρα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ - ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Πρέβεζας", που εδρεύει στην Πρέβεζα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "...

ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από τον επίσης στην Αθήνα κατοικοεδρεύοντα Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, 4) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Τοπικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων Λάμαρης Πρέβεζας, που εδρεύει στο Λούρο Πρέβεζας και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Δ.

Κ. του Α., δικηγόρου και κατοίκου Πρέβεζας, ως συνδίκου πτώχευσης της συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Πρέβεζας" και 6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. τίτλο ""..." (πρώην "..."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", ούσας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Βουκελάτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το 3ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βέργου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 4ο, 5ος και 6η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Εταιρίας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "..." και δ.τ. τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως νόμιμης εκπροσώπου και διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σταμαδιάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-9-2021 αίτησή του, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 9-12-2022 δικόγραφο ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων, το 1ο και το 3ο των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 421/2023, ΑΠ 94/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1294/2022). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο, παρά την απουσία του (ΑΠ 1338/2023, ΑΠ 993/2023, ΑΠ 787/2022, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 244/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 2556Α/15-3-2022, 5646Β'/11-3-2022, 5639Β'/10-3-2022 και 2557Α/15-3-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Εφετείο Αθηνών, Η. Ν. Μ., η πρώτη και η τέταρτη και του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων, με έδρα το Πρωτοδικείο Πρέβεζας, Β.

Α. Ε., η δεύτερη και η τρίτη, που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 30-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4/8-10-2021, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3-3-2023) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις δεύτερη, τέταρτο, πέμπτο και έκτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.

Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (3-3-2023), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι ήταν απόντες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ.

ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην : α) της εκκαλούσας - εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, β) του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου, γ) του εφεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "Τοπικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων Λάμαρης Πρέβεζας" και ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου και δ) του εφεσίβλητου Δ. Κ., δικηγόρου Πρέβεζας, ως συνδίκου πτώχευσης της συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Πρέβεζας" και ήδη πέμπτου αναιρεσίβλητου, ως προς τους οποίους χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τους ανωτέρω δεύτερη, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσίβλητων, περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 80, 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, τρίτος μπορεί να ασκήσει, σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο χωρίς προδικασία, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της.

Ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη, ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 763/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015 "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Εξάλλου, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Ολ.

ΑΠ 1/2023). Σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα, η παρέμβαση που ασκείται από τις εταιρίες διαχείρισης μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, έχει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 80, 83 και 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, με αποτέλεσμα, μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας εταιρίας διαχείρισης, να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας (ΑΠ 251/2023, ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", που έχει την έδρα της στην Αθήνα, υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου και διαχειρίστριας της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, με το από 9-12-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 14-12-2022 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 79/14-12-2022) και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στον αναιρεσείοντα και τους αναιρεσίβλητους (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα με αριθμούς 10772Β'/23-12-2022, 10792Β'/23-12-2022, 2917Γ'/29-12-2022, 2905Γ'/22-12-2022, 2906Γ'/22-12-2022, 2916Γ'/29-12-2022 και 11328Δ/23-12-2022 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Αθηνών, Δ.

Σ. η πρώτη και η δεύτερη και Π. Α. η έβδομη και του Εφετείου Ιωαννίνων, με έδρα το Πρωτοδικείο Πρέβεζας, Γ. Α. Ε. οι λοιπές), άσκησε, το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της έκτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ..." και διακριτικό τίτλο "....", υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, πληρεξούσιας και διαχειρίστριας των απαιτήσεων με δικαιούχο την εδρεύουσα στο Δουβλίνο Ιρλανδίας εταιρία με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ", η οποία με τη σειρά της κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΕ" υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 του ΚΠολΔ), ζήτησε, ως ειδική διάδοχος της ως άνω τραπεζικής εταιρίας, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του καθού η παρέμβαση - αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι οι απαιτήσεις από τις υπ' αριθμ. 364/20-12-2006 και 615/24-11-2018 συμβάσεις δανείων, που χορηγήθηκαν από την "...

ΑΕ" στον αιτούντα και ήδη αναιρεσείοντα, μεταβιβάστηκαν στην "... ΑΕ" (πρώτη καθ' ης η αίτηση και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), δυνάμει της από 27-7-2012 σύμβασης και στο πλαίσιο της με αριθμό 4/27-7-2012 απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ τ. Β' 2209/2012). Ακολούθως, η εδρεύουσα στο Δουβλίνο Ιρλανδίας εταιρία με την επωνυμία "..." κατέστη ειδική διάδοχος της "...

ΑΕ" στην έννομη σχέση από την οποία απορρέουν οι ανωτέρω ένδικες απαιτήσεις, δυνάμει της από 12-9-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, η οποία καταχωρίστηκε νόμιμα στις 16-9-2019, με αριθμό πρωτοκόλλου 237/16-9-2019, στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο .... Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ.

πρωτ. 139241/30-12-2020 απόφαση του τμήματος Ασφαλιστικών Α.Ε. και Χρηματοδοτικών Ιδρυμάτων της Διεύθυνσης Αγοράς της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων έλαβε χώρα διάσπαση με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας της "... ΑΕ" (με ΑΦΜ ... - διασπώμενη), με σύσταση νέας εταιρείας - πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "...

ΑΕ" (με ΑΦΜ ... - επωφελούμενη) και έτσι η επωφελούμενη εταιρεία υποκαταστάθηκε δυνάμει καθολικής διαδοχής στις έννομες σχέσεις και στα εν γένει δικαιώματα που απορρέουν από την ως άνω από 12-9-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων. Ακολούθως, στις 10-3-2021 η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", προέβη σε επανεκχώρηση προς την επωφελούμενη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕ" (αποτιτλοποίηση - επαναμεταβίβαση) μέρους των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από τις ανωτέρω συμβάσεις δανείου, της σχετικής επαναγοράς δημοσιευθείσας με αριθμό πρωτοκόλλου 54/10-3-2021 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον ..., με αύξοντα ....

Στη συνέχεια, η άνω εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" προέβη σε μεταβίβαση των ίδιων απαιτήσεων, αυτή τη φορά στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, δυνάμει της από 16-3-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταχωρίστηκε νόμιμα στις 17-3-2021 με αριθμό πρωτοκόλλου 62/17-3-2021 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον ..., με αύξοντα αριθμό 52.

Περαιτέρω, η άνω αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", ανέθεσε δυνάμει της από 11-6-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταχωρίστηκε νόμιμα στις 29-7-2021 με αριθμό πρωτοκόλλου 290/29-7-2021 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον ..., με αύξοντα αριθμό ..., την είσπραξη και τη διαχείριση των εν λόγω τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, για λογαριασμό αυτής, στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει, δυνάμει της υπ' αριθμ. 326/17-9-2019 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ τ.

Β' 3533/20-9-2019). Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ' άρθρα 80, 83 και 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα, μεταξύ της κυρίας διαδίκου - έκτης αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5/2021 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, την από 23-11-2017 (αριθμ.

κατάθ. 67/4-12-2017), αίτηση με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, ζήτησε τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, το οποίο αυτός πρότεινε, άλλως τη δικαστική ρύθμιση αυτών, σύμφωνα με τις ευεργετικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή του κατάσταση, καθώς επίσης την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση των αναφερομένων ακινήτων και κινητών περιουσιακών του στοιχείων, προκειμένου να απαλλαγεί από τις οφειλές του προς τους καθ' ων η αίτηση - πιστωτές του.

Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 120/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων δεν έχει την εμπορική ιδιότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τους καθ' ών η αίτηση - πιστωτές του, έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αίτησή του, ρυθμίστηκαν οι οφειλές του, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010, με τον καθορισμό μηνιαίων καταβολών προς τους πιστωτές του και εξαιρέθηκαν από την εκποίηση τα περιουσιακά του στοιχεία.

Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας ασκήθηκε: α) η από 30-10-2019 (αριθμ. καταθ. 44/2019) έφεση της πρώτης καθ' ης η αίτηση και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και β) η από 14-1-2020 (αριθμ. καταθ. 4/2020) έφεση του τέταρτου καθ' ου η αίτηση και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. - Ο.Τ.Α.

με την επωνυμία "Δήμος Πρέβεζας". Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις, εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 120/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, διακράτησε και δίκασε την ένδικη από 23-11-2017 αίτηση του αναιρεσείοντος και απέρριψε αυτή :

α) όσον αφορά το αίτημα υπαγωγής στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 των οφειλών του αιτούντος - αναιρεσείοντος προς το Δήμο Πρέβεζας και το Ελληνικό Δημόσιο, ως μη νόμιμη, επειδή έκρινε αντισυνταγματική τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδάφιο α' και β' του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 της υποπαρ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 και β) όσον αφορά το αίτημα υπαγωγής στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 των οφειλών αυτού προς τους λοιπούς πιστωτές του, ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δέχθηκε ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων έχει εμπορική ιδιότητα και, συνεπώς, έχει πτωχευτική ικανότητα και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 εδαφ. α' και β' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14-8-2015), [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 23-11-2017 αίτηση του αναιρεσείοντος, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας στις 4-12-2017, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του], ορίζεται ότι "1.

Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από το νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχάς απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση αυτού υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, η οποία να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου.

Υπάγονται επίσης και όσοι ήταν έμποροι, αλλά έπαυσαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει και τις πληρωμές τους (άρθρο 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή εντάσσονται στο ν. 3869/2010 αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές τους και μετέπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών.

Ακόμη υπάγονται και οι "μικροέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας και επομένως δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα. Αντιθέτως δεν υπάγονται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, οι οποίοι, κατά το χρόνο της παύσης των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα (αν έπαυσαν τις πληρωμές όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση).

Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/ 2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 και 8 του β.δ. της 2/14 Μαϊου 1835 "Περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων" κατά τις οποίες "νόμος θεωρεί εμπορικάς: τας αγοράς προϊόντων γης ή τέχνης, τας οποίας ήθελε κάμει τις, δια να μεταπωλήση ταύτα ακατέργαστα, ως τα ηγόρασεν, η κατειργασμένα και μεταποιημένα εις χειροτεχνήματα..." (άρθρο 2) και "Δεν υπάγονται εις την αρμοδιότητα των εμποροδικείων αι κατά ιδιοκτημόνων, γεωργών, αμπελουργών αγωγαί περί πωλήσεως των από των κτημάτων αυτών προϊόντων,... " (άρθρο 8), προκύπτει ότι εξαιρούνται της εμπορικότητας οι δραστηριότητες της πρωτογενούς παραγωγής, μεταξύ των οποίων και οι πωλήσεις από αγρότες (γεωργούς, κτηνοτρόφους) των προϊόντων που παράγουν.

Έτσι, κατ' αρχάς, η παραγωγή αγαθών του πρωτογενούς τομέα, όπως η παραγωγή ζωικών προϊόντων από κτηνοτρόφους και η διάθεσή τους, δεν εμπίπτει στις πράξεις που συνθέτουν την εμπορική δραστηριότητα. Αν όμως τέτοια δραστηριότητα λαμβάνει χώρα συστηματικά και σε ευρεία κλίμακα, με σημαντική επένδυση κεφαλαίου, χρήση μηχανημάτων ή ειδικών εγκαταστάσεων και απασχόληση προσωπικού με σκοπό, ειδικά στην περίπτωση της κτηνοτροφίας, την εκτροφή, πάχυνση και διάθεση στο εμπόριο με κέρδος μεγάλου αριθμού ζώων προς παραγωγή κρέατος, όπως και των προϊόντων αυτών και έχει έτσι οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας, με στοιχεία ανάληψης του επιχειρηματικού κινδύνου, τότε είναι αντικειμενικώς εμπορική πράξη και τα δραστηριοποιούμενα σ' αυτή πρόσωπα θεωρούνται έμποροι (ΑΠ 977/2023, ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 651/2021).

Οι έμποροι δε, για τους οποίους ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.

Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι εκείνες του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 977/2023, ΑΠ 651/2021, ΑΠ 756/2020, ΑΠ 71/2020, ΑΠ 611/2020, ΑΠ 804/2019, ΑΠ 550/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ.

Με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδαφ. α' και β' Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς". Κατά την άνω διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδαφ. α' Κ.Πολ.Δ., (όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ.

α' Κ.Πολ.Δ.), ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (8.10.2021), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).

Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους ( ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 560 αριθμός 1 και 6 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5/2021 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Ο αιτών, ήδη εφεσίβλητος, (ήδη αναιρεσείων) Γ.

Λ. του Μ., ηλικίας σήμερα 35 ετών (γεννηθείς το έτος 1986) είναι παντρεμένος με την Μ. Θ. του Σ. και από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει δυο ανήλικα τέκνα, την Ε., ηλικίας σήμερα 9 ετών και την Θ., ηλικίας σήμερα 7 ετών. Από το έτος 2007 ο αιτών ασκεί το επάγγελμα του κτηνοτρόφου στο ... του Λούρου Πρέβεζας, όπου διατηρεί κτηνοτροφική επιχείρηση με πρόβατα, ενώ η σύζυγός του ήταν άνεργη κατά το χρονικό διάστημα από 04.01.2016 έως 19.10.2017 (βλ.

προσκομισθείσα βεβαίωση του ΟΑΕΔ) και για το χρονικό διάστημα από 05.02.2018 έως 18.09.2018 απασχολήθηκε στον Δήμο Αρταίων, μέσω προγράμματος του ΟΑΕΔ για απασχόληση ωφελουμένων από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα κοινωφελούς εργασίας, λαμβάνοντας μεικτές αποδοχές ποσού 589,58 ευρώ και καθαρά το ποσό των 495,25 ευρώ (βλ.

προσκομισθέντα έγγραφα μισθοδοσίας). Ο αιτών από τον προμνησθέντα χρόνο (έτος 2007) ίδρυσε κτηνοτροφική εγκατάσταση σε συγκεκριμένο ακίνητο στο ... του Λούρου Πρέβεζας, όπου οργανωμένα ως ιδιοκτήτης μονάδας εκτροφής και εμπορίας προβάτων, δυναμικότητας κατά τους ισχυρισμούς του 150 ζώων περίπου, λειτουργούσε την εν λόγω επιχείρηση.

Για την ίδρυση και λειτουργία της εν λόγω επιχείρησης κατήρτισε με την τότε "... Α.Ε.", την υπ' αριθ. 364/2006 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ποσού 30.000,00 ευρώ (ανοικτό δάνειο αγροτών), την οποία τροποποίησαν εν συνεχεία τα συμβαλλόμενα μέρη με τις υπ' αριθ. 001/02.02.2009, 002/11.05.2010, 003/21.02.2011, 004/20.06.2012 πρόσθετες πράξεις μεταβολής ύψους πίστωσης - παράτασης πιστοδοτικού ορίου και την υπ' αριθ. 27/19.06.2013 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών με τοκοχρεωλυτικές δόσεις ποσού 8.843,26 ευρώ.

Σύμφωνα με την αρχική σύμβαση το ποσό των 16.030,00 ευρώ 0α χρησιμοποιούνταν από τον πιστούχο για την αντιμετώπιση των αναγκών αγροτικής του εκμετάλλευσης σε κεφάλαια κίνησης (π.χ. αγορά λιπασμάτων, ζωοτροφών, φυτοφαρμάκων, μηχανημάτων, εργαλείων κλπ). Επίσης δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβαση χρεολυτικού δανείου κτηνοτρόφων ποσού 500,00 ευρώ, η ως άνω Τράπεζα χορήγησε στον πιστούχο δάνειο ποσού 500,00 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ' αριθ. 50824/Β2362/21.11.2007 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών για τη χορήγηση πιστοδοτικών διευκολύνσεων σε κτηνο-πτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, της υπ' αριθ. 2/73821/1125/ 14.12.2007 Απόφασης για την παροχή εγγύησης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του υπ' αριθ. 54658/Β.2601/13.12.2007 εγγράφου της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής, Διεύθυνση Πιστωτικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών για τις λεπτομέρειες εφαρμογής της προρρηθείσης απόφασης, το καταστατικό της Τράπεζας και τις ισχύουσες αποφάσεις των Νομισματικών Αρχών.

Τέλος, δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης τοκοχρεολυτικού δανείου ποσού 30.000,00 ευρώ, η ως άνω Τράπεζα χορήγησε στον πιστούχο τοκοχρεωλυτικό δάνειο, με σκοπό με την ίδια συμμετοχή του οφειλέτη (ποσού 40.836,04 ευρώ) και την αναμενόμενη Δημόσια Οικονομική Ενίσχυση (ποσού 106.254,05 ευρώ), την υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου βελτίωσης της γεωργικής εκμετάλλευσης του οφειλέτη (αιτούντος) για κατασκευή ποιμνιοστασίου, αποθήκης ζωοτροφών, αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού και ζωικού κεφαλαίου σε αγροτεμάχιο 13.500 τ.μ. ...

το οποίο έχει ενταχθεί στο Μέτρο 1.1 του Επιχειρησιακού Προγράμματος "Αγροτική Ανάπτυξη -Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου 2000 - 2006" με την υπ' αριθ. πρωτ. 4540/31/02.04.2007 απόφαση έγκρισης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Ειδική Γραμματεία Προγραμματισμού και Εφαρμογών Γ' ΚΠΣ, Ειδική Υπηρεσία Συγχρηματοδοτούμενων Ενεργειών από το ΕΓΤΠΕ - Π, Μονάδα Β', προϋπολογισμού κόστους 177.090,09 ευρώ, που αναλύεται :

αποθήκη 23.330,34 ευρώ, ποιμνιοστάσιο 62.113,92 ευρώ, αρμεκτήριο 34.151,04 ευρώ, χώρος εξυπηρέτησης προσωπικού 6.147,90 ευρώ, συσκευή απογαλακτισμού 4.290,00 ευρώ, κουρευτική μηχανή 1.755,00 ευρώ, αμελκτικό συγκρότημα (1X24 θέσεων) 28.600,00 ευρώ, πρόβατα ποιμενικά ημιβελτιωμένα 8.295,00 ευρώ, δαπάνη σύνταξης φακέλου υποψηφιότητας 1.301,02 ευρώ, δαπάνη τεχνικής στήριξης 1.105,87 ευρώ και δαπάνη οικοδομικής άδειας 6.000,00 ευρώ.

Τα έσοδα του αιτούντος από την επαγγελματική του δραστηριότητα και της συζύγου του, όπως αυτά προκύπτουν από τα έγγραφα που προσκομίζει για τα φορολογικά έτη μετά το έτος 2014, καθώς και την από 18.09.2018 βεβαίωση του λογιστή - φοροτεχνικού Θ. Κ., ανέρχονται στα ακόλουθα ποσά : Το φορολογικό έτος 2014 τα ακαθάριστα έσοδα του αιτούντος από την αγροτική επιχειρηματική του δραστηριότητα ανήλθαν σε 39.185,92 ευρώ και το φορολογητέο εισόδημα σε 9.039,22 ευρώ (ήτοι 3.801,33 ευρώ από ακίνητη περιουσία + 5.237,84 ευρώ από αγροτική επιχείρηση), το φορολογικό έτος 2015 τα ακαθάριστα έσοδα του αιτούντος από την αγροτική επιχειρηματική του δραστηριότητα ανήλθαν σε 33.483,53 ευρώ, το κόστος πωληθέντων σε 8.905,13 ευρώ, οι δαπάνες χρήσης 20.698,72 ευρώ, το φορολογητέο εισόδημα του ιδίου σε 7.681,01 ευρώ (ήτοι 3.801,33 ευρώ από ακίνητη περιουσία + 3.879,68 ευρώ από αγροτική επιχείρηση) και της συζύγου του σε 2.665,08 ευρώ, ενώ έλαβε και αγροτική επιδότηση ποσού 6.807,04 ευρώ, το φορολογικό έτος 2016 τα ακαθάριστα έσοδα του αιτούντος από την αγροτική επιχειρηματική του δραστηριότητα ανήλθαν σε 23.361,98 ευρώ, το φορολογητέο εισόδημα του ιδίου σε 4.229,37 ευρώ (από αγροτική επιχείρηση) και της συζύγου του σε 534,87 ευρώ, ενώ έλαβε και αγροτικές επιδοτήσεις ποσών 4.378,05 ευρώ, 2.532,65 ευρώ και 1.880,00 ευρώ, το φορολογικό έτος 2017 τα ακαθάριστα έσοδα του αιτούντος από την αγροτική επιχειρηματική του δραστηριότητα ανήλθαν σε 32.115,21 ευρώ, τα έσοδα από πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών σε 27.084,73 ευρώ, το φορολογητέο εισόδημα του ιδίου σε 6.173,83 ευρώ (από αγροτική επιχείρηση) και της συζύγου του ήταν μηδενικό, ενώ ο ίδιος έλαβε και αγροτικές επιδοτήσεις ποσών 5.030,48 ευρώ, 2.560,94 ευρώ και 2.133,50 ευρώ.

Σημειωτέον ότι ο αιτών, καίτοι επικαλείται ότι στο παρελθόν και μέχρι το έτος 2012 - που κατά τους ισχυρισμούς του βρέθηκε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών - είχε υψηλότερα εισοδήματα από την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και ενώ συμπληρώνει και υποβάλει στην αρμόδια φορολογική αρχή και το φορολογικό έντυπο Ε3 - καταστάσεις οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα, εντούτοις δεν προσκόμισε δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος για τα προηγούμενα έτη, ούτε τα φορολογικά έντυπα Ε3, που θα απεικόνιζαν πλήρως την κατάσταση της επιχείρησής του, ως είχε σχετική υποχρέωση.

Περαιτέρω ο ίδιος ισχυρίζεται στην αίτηση του ότι καλλιεργεί 75 στρέμματα τριφύλλι και 75 στρέμματα καλαμπόκι σε ακίνητα που μισθώνει από τρίτους, προκειμένου να εκτρέφει τα ζώα του. Ο ισχυρισμός του αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος και απορριπτέος, αφού οι εν λόγω καλλιέργειες είναι κατά πολύ μεγαλύτερες απ' αυτές που απαιτούνται για την εκτροφή των ζώων του και προφανώς ο αιτών καλλιεργεί τις εν λόγω εκτάσεις προς σκοπό την μεταπώληση μέρους της καλλιέργειας σε τρίτα πρόσωπα.

Τούτο άλλωστε κατέθεσε εξ ιδίας γνώσεως και αντιλήψεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο Πρόεδρος του "..." και συγκεκριμένα ότι ο αιτών καλλιεργεί μεγάλες εκτάσεις με σκοπό την μεταπώληση και όχι για την εκτροφή των δικών του ζώων, ότι για τις εν λόγω καλλιέργειες χρησιμοποιεί δικά του μηχανήματα, καθώς και εργατικό προσωπικό.

Σημειωτέον ότι ούτε οι μισθώσεις, ούτε η συγκεκριμένη δραστηριότητα είναι δηλωμένη στην αρμόδια ΔΟΥ, με συνέπεια να μην προκύπτουν με ακρίβεια τα εισοδήματά του από την εν λόγω αγροτική δραστηριότητα. Περαιτέρω ο αιτών δεν έχει δική του κατοικία, αλλά διαμένει μαζί με την οικογένειά του σε κατοικία του πάππου του Γ.

Π.. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι καταβάλει αντάλλαγμα για την χρήση αυτή. Περαιτέρω διαθέτει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τα κάτωθι ακίνητα : 1) Το υπ' αριθμ. 301 κληροτεμάχιο, εκτάσεως 13.500 τ.μ. περίπου, εντός του οποίου υφίσταται και η κτηνοτροφική του επιχείρηση, επιφανείας 600 τ.μ. (200 τ.μ.

για τα ζώα και 400 για αποθήκευση των ζωοτροφών). Το κληροτεμάχιο αυτό βρίσκεται στη θέση "...." της κτηματικής Περιφέρειας της Τοπικής Κοινότητας ..., της Δημοτικής Ενότητας Λούρου, του Δήμου Πρέβεζας, της Περιφερειακής Ενότητας Πρέβεζας και απέκτησε αυτό δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου γονικής παροχής και δωρεάς της Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Χ.

Λ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Θεσπρωτικού. Σε βάρος του ακινήτου αυτού υφίστανται τα κάτωθι βάρη : α) υποθήκη για ποσό 32.900,00 ευρώ, που έχει εγγραφεί στις 20.12.2006, στον τ. (35) και με α.α. (126) των βιβλίων Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θεσπρωτικού, υπέρ της τότε "... Α.Ε." (την οποία σήμερα έχει διαδεχθεί η εκκαλούσα στην υπό στοιχείο (Β) έφεση και ακολούθως η υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση), δυνάμει της υπ' αριθ. ...

Σύμβασης Δανείου και β) προσημείωση υποθήκης για ποσό 25.000,00 ευρώ, που έχει εγγραφεί στις 25.11.2008, στον τρόμο (36) και με α.α. (33) των βιβλίων Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θεσπρωτικού, υπέρ του προαναφερόμενου πιστωτικού ιδρύματος, δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης χρεολυτικού δανείου. 2α) το υπ' αριθ. 473 κληροτεμάχιο εκτάσεως 6.000 τ.μ., εντός του οποίου υφίστανται 45 ελαιόδεντρα, κείμενο στη θέση "...." της κτηματικής Περιφέρειας της Τοπικής Κοινότητας ..., της Δημοτικής Ενότητας Λούρου, του Δήμου Πρέβεζας, της Περιφερειακής Ενότητας Πρέβεζας, της Περιφέρειας Ηπείρου και 2β) το υπ' αριθ. 474 κληροτεμάχιο (ασκεπής αγρός) εκτάσεως 2.000 τ.μ., κείμενο στη ίδια ως άνω θέση.

Τα εν λόγω ακίνητα τα δηλώνει ως ενιαία έκταση 8.000,00 τ.μ., επειδή είναι όμορα και συνεχόμενα. Αυτά περιήλθαν στην κυριότητά του από γονική παροχή από τον πατέρα (σ.σ. του) μου Γ. Λ. του Μ. και της Ε., δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου Γονικής παροχής, του τότε Συμβολαιογράφου Πρέβεζας, Γ. Θ. Ο., που μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσπρωτικού.

Επίσης ο αιτών είναι κύριος των κάτωθι κινητών : Α) Του με αριθμού κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής BMV, τύπου 316, εμπορικής ονομασίας 3ER - REIHE, κυλινδρισμού 1.596 κ.εκ., με ημερομηνία 1ης άδειας κυκλοφορίας το έτος 2008 και β) Του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής SCANIA, κυλινδρισμού 14.181, με 1η άδεια κυκλοφορίας το έτος 1988.

Με την αίτησή του ο αιτών ζητεί την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση απάντων των περιουσιακών του στοιχείων, κινητών και ακινήτων, ισχυριζόμενος ότι αυτά είναι απαραίτητα για την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Περαιτέρω, ο αιτών έχει οφειλές προς τους πιστωτές, οι οποίες δημιουργήθηκαν σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της υπό κρίση αιτήσεως, από δανειακές συμβάσεις που συνήψε μαζί τους, καθώς και από χρέη, οι οποίες είτε είναι εξασφαλισμένες με εγγυήσεις είτε όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τις εμπραγμάτως ασφαλισμένες δανειακές συμβάσεις, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρ. 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010).

Ειδικότερα ο αιτών - εκκαλών οφείλει: 1) Προς την ... : α) το ποσό των 36.620,24 ευρώ (ήτοι 22.685,67 ευρώ το κεφάλαιο + 13.934,57 ευρώ οι τόκοι) από την υπ' αριθ. 10130500002456415 σύμβαση δανείου και β) το ποσό των 6.957,77 ευρώ (ήτοι 5.927,09 ευρώ το κεφάλαιο + 5.927,09 ευρώ οι τόκοι) από την υπ' αριθ. ... σύμβαση δανείου, 2) Προς τον Τοπικό Οργανισμό Εγγείων Βελτιώσεων (Τ.Ο.Ε.Β.) ΛΑΜΑΡΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ, το συνολικό ποσό των 13.995,27 ευρώ από ληξιπρόθεσμες οφειλές από άρδευση αγροτεμαχίων, 3) Προς το Ελληνικό Δημόσιο το συνολικό ποσό των 4.490,68 ευρώ, για οφειλές που γεννήθηκαν το έτος 2012 και εφεξής (ήτοι 3.801,63 ευρώ το κεφάλαιο + 55,87 οι προσαυξήσεις και 4) Προς την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Πρέβεζας, η οποία είναι υπό καθεστώς πτώχευσης, το ποσό των 17.477,95 ευρώ από οφειλές για τιμολόγια για αγορά προϊόντων.

Αξίζει δε να σημειωθούν τα κάτωθι: Όπως προκύπτει από τις ατομικές βεβαιώσεις οφειλών του Δήμου Πρέβεζας, οι οφειλές του αιτούντος έναντι του Δήμου Πρέβεζας για παροχή ύδρευσης, δικαίωμα βοσκής, τέλη αποχέτευσης και ενοίκια καλλιεργήσιμων εκτάσεων, δεν γεννήθηκαν το έτος 2012 (που κατά τους ισχυρισμούς του έπαυσε τις πληρωμές), αλλά τα έτη 2003, 2004, 2005, 2006, 2007, 2008, 2009, 2020, 2011, 2012, 2013, 2014, 2016 και 2017, δηλαδή αφορούν και χρόνο που ο αιτών μπορούσε, κατά τους ισχυρισμούς του να εξοφλήσει τις οφειλές του σε τρίτους.

Ομοίως οι οφειλές του προς την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Πρέβεζας, που είναι υπό καθεστώς πτώχευσης, αφορούν εμπορεύματα που αγόρασε ο αιτών κατά τα έτη 2009 έως και 2011 (βλ. αναλυτική βεβαίωση οφειλών), οι οποίες επιδικάστηκαν σε βάρος του με την υπ' αριθ. 91/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας.

Τέλος, δεν προκύπτουν οι οφειλές του προς τον "...", συνολικού ποσού 13.995,27 ευρώ, ποιά έτη αφορούν, αφού δεν γίνεται εξειδίκευση στο εν λόγω έγγραφο. Απ' όλα τα στοιχεία που παρατέθηκαν ανωτέρω αποδείχτηκε ότι ο αιτών - εφεσίβλητος τόσο κατά την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων, όσο και μέχρι και την υποβολή της αίτησής του, φέρει την εμπορική ιδιότητα.

Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι από το έτος 2007 ο αιτών λειτούργησε μία οργανωμένη κτηνοτροφική μονάδα στον ... και έκτοτε διατηρεί ατομική επιχείρηση με κύρια δραστηριότητα το εμπόριο, δηλαδή την αγορά από συμβατική αιτία ζώων με (κύρια) πρόθεση μεταπωλήσεως και σκοπό το κέρδος. Ειδικότερα, διατηρεί μία επιχείρηση εκτροφής και εμπορίας ζώων, η οποία λειτουργεί αναμφίβολα ως οργανωμένη μονάδα και έχει σημαντικό μέγεθος.

Η ανωτέρω επαγγελματική δραστηριότητα του αιτούντος χαρακτηρίζεται από δαπάνη μεγάλων χρηματικών ποσών για την επένδυσή του, την αγορά μηχανημάτων και αγορά ζώων, τα οποία εν συνεχεία είτε μεταπωλεί, είτε πωλεί το προϊόν που τα ίδια παράγουν (π.χ. γάλα). Τούτο αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων και από το γεγονός ότι το έτος 2008 για τον εκσυγχρονισμό του ποιμνιοστασίου του εντάχθηκε σε συγχρηματοδοτούμενο πρόγραμμα συνολικού ποτού 177.090,00 ευρώ, εκ των οποίων 30.000 ευρώ έλαβε ως δάνειο από την "...", ο ίδιος συμμετείχε με το ποσό των 40.836,04 ευρώ και το ποσό των 106.254,05 ευρώ ήταν η Δημόσια Οικονομική Ενίσχυση που έλαβε (....).

Επίσης για την ίδια αιτία το έτος 2006 έλαβε το προαναφερόμενο πιστωτικό προϊόν (αλληλόχρεος λογαριασμός) για τις ανάγκες του ποιμνιοστασίου του. Απ' όλα τα ανωτέρω στοιχεία αποδεικνύεται ότι το κύριο στοιχείο, το οποίο χαρακτηρίζει την επαγγελματική δραστηριότητα του αιτούντος είναι η κερδοσκοπική εκμετάλλευση των ζώων, δηλαδή ο αιτών αποσκοπεί στο κέρδος με την καθημερινή πώληση των ποσοτήτων ζώων και των προϊόντων που παράγουν αυτά, δηλαδή δραστηριοποιείται σε ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική εργασία.

Συνεπώς, από το σύνολο των αποδείξεων αποδείχθηκε ότι ο αιτών πληροί τα στοιχεία του εμπόρου κατά την έννοια του νόμου, που έχει πτωχευτική ικανότητα και, άρα δεν υπάγεται στο πεδίο της ρύθμισης του ν. 3869/2010. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι τα προαναφερόμενα έτη είχε μεν υψηλά ακαθάριστα εισοδήματα και μειωμένα καθαρά εισοδήματα, πλην όμως, το πιθανό ύψος του κέρδους ή το ενδεχόμενο ύψος της ζημίας, δεν αποτελούν τα μοναδικά στοιχεία που καθιστούν κάποιο πρόσωπο "έμπορο" ή "μικρέμπορο", καθώς η ζημία αποτελεί σύμφυτο στοιχείο και του εμπορικού δικαίου, δεδομένου ότι και ο έμπορος δύναται, εξαιτίας ανεπιτυχούς δραστηριότητας, να περιπέσει σταδιακά σε ζημιογόνες χρήσεις και να περιέλθει εν τέλει σε κατάσταση παύσης πληρωμών, ήτοι μη εξυπηρέτησης των οικονομικών του υποχρεώσεων, γι' αυτό και υφίσταται και ο θεσμός της πτώχευσης ως συλλογικής διαδικασίας ικανοποίησης των πιστωτών.

Άλλωστε οι ετήσιοι τζίροι της επιχείρησης του αιτούντος παραμένουν αρκετά υψηλοί, και μάλιστα εν μέσω της οικονομικής κρίσης που διέρχεται η χώρα, και τούτο υποδηλώνει ανάληψη εμπορικού κινδύνου με σημαντική διακίνηση κεφαλαίου και δομή λειτουργίας που παραπέμπει σε πλήρη ανάπτυξη εμπορικής δραστηριότητας με σκοπό το κέρδος.

Το γεγονός δε ότι τα καθαρά εισοδήματα που ο αιτών εμφάνισε τα αντίστοιχα έτη δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλά, αφενός δεν απομειώνει το μέγεθος της επιχείρησης, το οποίο κρίνεται σημαντικό, δεδομένης της επένδυσης κεφαλαίου για αγορά εμπορευμάτων και των υψηλών τζίρων αυτής, αφετέρου καταδεικνύει ότι ο αιτών δραστηριοποιείται σε ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική διαμεσολάβηση οικονομικών αγαθών, δηλαδή διαμεσολάβηση που γίνεται με κίνδυνο ν' απωλεσθεί το κέρδος και να επέλθει ζημία.

Σε κάθε δε περίπτωση οι φορολογικές δηλώσεις των ελευθέρων επαγγελματιών υποβάλλονται με βάση τις δικές τους δηλώσεις, εν προκειμένω δε οι υποβληθείσες από τον αιτούντα προς τις αρμόδιες φορολογικές αρχές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος για τα προαναφερόμενα έτη δεν έχουν ελεγχθεί ως προς την ειλικρίνειά τους από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία και συνεπώς δεν απεικονίζουν άνευ ετέρου τα πραγματικά εισοδήματα από την άσκηση της εμπορικής του δραστηριότητας.

Επίσης το γεγονός ότι απασχολείται ο ίδιος στην επιχείρησή του καταπονούμενος σωματικά δεν τον καθιστά μικρέμπορο, αφού η εργασία του στοχεύει στην επέκταση του κέρδους του και όχι απλώς στην αμοιβή του σωματικού του μόχθου. Κατόπιν όλων αυτών το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι ο αιτών δεν διαθέτει κατά νόμο την εμπορική ιδιότητα, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενόμενου ως βάσιμου του σχετικού λόγου της υπό στοιχείο (Β) εφέσεως, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών.

Μετά ταύτα πρέπει να γίνουν δεκτές οι συνεκδικαζόμενες υπό στοιχεία (Α) και (Β) εφέσεις ως ουσιαστικά βάσιμες, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 120/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, να διακρατηθεί η αίτηση, η οποία είναι νόμιμη, πλην του σκέλους που αφορά τα χρέη προς τον Δήμο Πρέβεζας, καθώς και τα χρέη προς το Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον η προρρηθείσα διάταξη περί υπαγωγής των χρεών προς τους ανωτέρω κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι αντισυνταγματική, και περαιτέρω, κατά το σκέλος που κρίθηκε νόμιμη, ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη για το λόγο ότι ο αιτών - εφεσίβλητος διαθέτει την εμπορική ιδιότητα και συνεπώς έχει την πτωχευτική ικανότητα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5/2021 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις από 30-10-2019 και 14-1-2020 εφέσεις της δεύτερης αναιρεσίβλητης και του πρώτου αναιρεσίβλητου, αντίστοιχα, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 120/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, [ με την οποία κατά τα ήδη προαναφερθέντα έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, ρυθμίστηκαν οι οφειλές του προς τους πιστωτές του, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010 και εξαιρέθηκαν από την εκποίηση τα περιουσιακά του στοιχεία] και, αφού εξαφάνισε την άνω πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε και δίκασε την ένδικη από 23-11-2017 αίτηση του αναιρεσείοντος και απέρριψε αυτή :

α) όσον αφορά το αίτημα υπαγωγής στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 των οφειλών του αναιρεσείοντος προς το Δήμο Πρέβεζας και το Ελληνικό Δημόσιο, όπως προεκτέθηκε, ως μη νόμιμη και β) όσον αφορά το αίτημα υπαγωγής στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 των οφειλών του αναιρεσείοντος προς τους λοιπούς πιστωτές του, ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι έκρινε ότι ο αναιρεσείων έχει εμπορική ιδιότητα και συνεπώς έχει πτωχευτική ικανότητα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να υπαχθεί στο πεδίο ρύθμισης του ν. 3869/2010.

Ήδη, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, παραβίασε : α) ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α' ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, καθώς και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 ν. 3588/2007, 2 β.δ. 2/14-5-1835 "περί εμποροδικείων", με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 περ.

α' ν. 3869/2010 και δεν αρκούσαν για την εφαρμογή των άρθρων 2 παρ. 1 ν. 3588/2007, 2 β.δ. 2/14-5-1835 "περί εμποροδικείων" και β) εκ πλαγίου, διότι διέλαβε ελλιπή, ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το ζήτημα της εμπορικής ιδιότητας του αναιρεσείοντος, που είναι ουσιώδες για την υπαγωγή του στην προστασία του ν. 3869/2010 και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο προεκτιθέμενο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη (ως προς όλους τους πιστωτές, πλην του "Δήμου Πρέβεζας" και του Ελληνικού Δημοσίου) την αίτηση του αναιρεσείοντος περί υπαγωγής του στις διατάξεις του ν. 3869/2020, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την προεκτιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.

α' του ν. 3869/2010 και επίσης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 ν. 3588/2007, 2 β.δ. 2/14-5-1835, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 ν. 3588/2007, 2 β.δ. 2/14-5-1835 και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, ενώ αντίθετα δεν πληρούσαν το πραγματικό της προαναφερόμενης ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 περ.

α' του ν. 3869/2010, η οποία προϋποθέτει την έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας από τον αιτούντα - οφειλέτη για την υπαγωγή του στο νόμο αυτό (3869/2020) και, συνεπώς, δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της και την αποδοχή της ένδικης αίτησης του αναιρεσείοντος για την υπαγωγή του στις ρυθμιστικές διατάξεις του ως άνω νόμου, αλλά αντίθετα δικαιολογούσαν την ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος και την απορριπτική του κρίση επί της αίτησής του αυτής.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε, ανελέγκτως αναιρετικά : α) ότι ο αναιρεσείων από το έτος 2007 ίδρυσε και διατηρεί κτηνοτροφική επιχείρηση και δη εγκατάσταση, σε συγκεκριμένο ακίνητο στο ... του Λούρου Πρέβεζας, όπου οργανωμένα ως ιδιοκτήτης μονάδας εκτροφής και εμπορίας προβάτων, δυναμικότητας 150 ζώων περίπου, λειτουργεί την εν λόγω επιχείρηση, β) ότι ο αναιρεσείων δανειοδοτήθηκε και εντάχθηκε στο Μέτρο 1.1 του Επιχειρησιακού Προγράμματος "Αγροτική Ανάπτυξη -Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου 2000 - 2006", του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, για την υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου βελτίωσης της κτηνοτροφικής του εκμετάλλευσης, για κατασκευή ποιμνιοστασίου, αποθήκης ζωοτροφών, αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού και ζωικού κεφαλαίου, προϋπολογισμού κόστους 177.090,09 ευρώ, γ) ότι ο αναιρεσείων καλλιεργεί 75 στρέμματα τριφύλλι και 75 στρέμματα καλαμπόκι σε ακίνητα που μισθώνει από τρίτους, με σκοπό τη μεταπώληση μέρους της καλλιέργειας σε τρίτα πρόσωπα και ότι για τις εν λόγω καλλιέργειες χρησιμοποιεί δικά του μηχανήματα, καθώς και εργατικό προσωπικό, δ) ότι η ανωτέρω ατομική του επιχείρηση λειτουργεί ως μία οργανωμένη κτηνοτροφική μονάδα με κύρια δραστηριότητα το εμπόριο, δηλαδή την αγορά από συμβατική αιτία ζώων με (κύρια) πρόθεση μεταπώλησης με σκοπό το κέρδος, ήτοι μία αποτελεί επιχείρηση εκτροφής και εμπορίας ζώων και έχει σημαντικό μέγεθος, ε) ότι η ως άνω επαγγελματική δραστηριότητα του αναιρεσείοντος χαρακτηρίζεται από δαπάνη μεγάλων χρηματικών ποσών για την επένδυσή του, την αγορά μηχανημάτων και αγορά ζώων, τα οποία εν συνεχεία είτε μεταπωλεί, είτε πωλεί το προϊόν που τα ίδια παράγουν (π.χ.

γάλα), όπως συνάγεται και από το γεγονός ότι το έτος 2008, για τον εκσυγχρονισμό του ποιμνιοστασίου του, εντάχθηκε στο άνω συγχρηματοδοτούμενο πρόγραμμα συνολικού ποτού 177.090,00 ευρώ, εκ των οποίων 30.000 ευρώ έλαβε ως δάνειο από την "... Α.Ε. ", ο ίδιος συμμετείχε με το ποσό των 40.836,04 ευρώ και το ποσό των 106.254,05 ευρώ ήταν η Δημόσια Οικονομική Ενίσχυση που έλαβε, ενώ επίσης για την ίδια αιτία το έτος 2006 έλαβε πιστωτικό προϊόν από την "...

Α.Ε." για τις ανάγκες του ποιμνιοστασίου του, στ) ότι το κύριο στοιχείο, το οποίο χαρακτηρίζει την επαγγελματική δραστηριότητα του αναιρεσείοντος είναι η κερδοσκοπική εκμετάλλευση των ζώων, δηλαδή αποσκοπεί στο κέρδος με την καθημερινή πώληση των ποσοτήτων ζώων και των προϊόντων που παράγουν αυτά, δηλαδή δραστηριοποιείται σε ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική εργασία, ζ) ότι οι ετήσιοι τζίροι της επιχείρησης του αναιρεσείοντος παραμένουν αρκετά υψηλοί, και μάλιστα εν μέσω της οικονομικής κρίσης και τούτο υποδηλώνει ανάληψη εμπορικού κινδύνου με σημαντική διακίνηση κεφαλαίου και δομή λειτουργίας που παραπέμπει σε πλήρη ανάπτυξη εμπορικής δραστηριότητας, με σκοπό το κέρδος, η) ότι το γεγονός πως απασχολείται και ο ίδιος ο αναιρεσείων στην επιχείρησή του, καταπονούμενος σωματικά, δεν τον καθιστά μικρέμπορο, αφού η εργασία του στοχεύει στην επέκταση του κέρδους του και όχι απλώς στην αμοιβή του σωματικού του μόχθου και θ) ότι, καταληκτικά, ο αναιρεσείων τόσο κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων (2006-2008), όσο και μέχρι και την υποβολή της ένδικης αίτησής του (4-12-2017), φέρει την εμπορική ιδιότητα και πληροί τα στοιχεία του εμπόρου, κατά την έννοια του νόμου και όχι του μικρέμπορου και, συνακόλουθα, έχει πτωχευτική ικανότητα.

Οι παραδοχές αυτές πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3588/2007 και 2 του β.δ. 2/1835, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων είχε, κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο, την εμπορική ιδιότητα και άρα πτωχευτική ικανότητα, τις οποίες, συνεπώς, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ενώ αντίστοιχα απέκλειαν την πλήρωση του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 εδαφ.

α' του ν.3869/2010, η οποία, για την εφαρμογή της, προϋποθέτει έλλειψη εμπορικής ιδιότητας και πτωχευτικής ικανότητας του δανειολήπτη ως αρνητικό στοιχείο για την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010 και η οποία, σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, ορθώς δεν εφαρμόστηκε, όλα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τον κρινόμενο δεύτερο αναιρετικό του λόγο, περί ευθείας παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη σχετικά με την ύπαρξη εμπορικής ιδιότητας και συνεπώς πτωχευτικής ικανότητας του αναιρεσείοντος, παραθέτοντας με σαφή, επαρκή και μη αντιφατική αιτιολογία όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν την κατάφαση ότι ο αναιρεσείων κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο είχε την εμπορική ιδιότητα και άρα, πτωχευτική ικανότητα, γεγονός που δεν του επιτρέπει να υπαχθεί στην προστασία του ανωτέρω νόμου 3869/2010, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Περαιτέρω, όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Α) Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι τα δάνεια και η δημόσια οικονομική ενίσχυση που έλαβε ο αναιρεσείον συνέβαλαν στην οργάνωση της παραγωγής της επιχείρησής του και της παραδοχής ότι το στοιχείο αυτό είναι αποδεικτικό της εμπορίας του, καθόσον κατά τις σαφείς, ανενδοίαστες και μη αντιφατικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η οργάνωση της παραγωγής της κτηνοτροφικής μονάδας του αναιρεσείοντος, που, κατά τις άνω παραδοχές, έχει σημαντικό μέγεθος και έγινε με την επένδυση σε αυτή και τη δαπάνη μεγάλων χρηματικών ποσών, τα οποία έλαβε από πιστωτικά προϊόντα και δημόσια οικονομική ενίσχυση, για την αγορά μηχανημάτων και αγορά ζώων, έχει χαρακτήρα κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης των ζώων, δηλαδή ο αναιρεσείων αποσκοπεί στο κέρδος με την καθημερινή πώληση των ποσοτήτων ζώων και των προϊόντων που παράγουν αυτά, δραστηριοποιούμενος έτσι σε ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική εργασία, που του προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου.

Β) Δεν είναι αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης να αναφέρεται ο ακριβής αριθμός και ο βαθμός συγγένειας του εργατικού προσωπικού, που χρησιμοποιεί στις καλλιέργειές του, ώστε να αξιολογηθεί αν πρόκειται για οργανωμένη επιχείρηση ή μια μικρή οικογενειακή μονάδα, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς και αναμφιβόλως συνάγεται ότι πρόκειται για μία οργανωμένη κτηνοτροφική μονάδα, με κύρια δραστηριότητα το εμπόριο, δηλαδή αποτελεί επιχείρηση εκτροφής και εμπορίας ζώων, η οποία έχει σημαντικό μέγεθος, δεδομένης της επένδυσης κεφαλαίου για αγορά εμπορευμάτων και των υψηλών τζίρων αυτής και, συνεπώς, δεν πρόκειται για μικρή οικογενειακή μονάδα.

Γ) Ουδεμία υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσείων χρησιμοποιεί στις καλλιέργειές του μηχανήματα και προσωπικό και της παραδοχής ότι απασχολείται και ο ίδιος καταπονούμενος σωματικά, δεδομένου ότι η μια παραδοχή δεν αναιρεί την άλλη, ούτε αυτές έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους, ενώ εξάλλου γίνεται σαφής αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η προσωπική εργασία του αναιρεσείοντος αποσκοπεί στην επέκταση του κέρδους του.

Δ) Δεν υπάρχει ελλιπής αιτιολογία ως προς το ποιες εμπορικές πράξεις λαμβάνουν χώρα από τον αναιρεσείοντα, καθόσον διαλαμβάνονται αναλυτικά στις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ενεργούμενες από αυτόν εμπορικές πράξεις, καθώς και το κρίσιμο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ενεργούνται αυτές συνεχώς, σταθερά και όχι ευκαιριακά (ήτοι από το χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, όσο και μέχρι και την υποβολή της ένδικης αίτησής του).

Και Ε) Δεν υφίσταται ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εμπόρου ή ως μικρεμπόρου, διότι με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναλύονται με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων το Εφετείο θεμελιώνει την κρίση του ότι ο αναιρεσείων είχε, κατά το κρίσιμο χρόνο, την εμπορική ιδιότητα και πληρούσε τα στοιχεία του εμπόρου, κατά την έννοια του νόμου και όχι του μικρεμπόρου, ενώ επιπλέον διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πως το γεγονός ότι απασχολείται και ο ίδιος ο αναιρεσείων στην επιχείρησή του, καταπονούμενος σωματικά, δεν τον καθιστά μικρέμπορο, διότι έγινε δεκτό ότι η εργασία του στοχεύει στην επέκταση του κέρδους του και όχι απλώς στην αμοιβή του σωματικού του μόχθου.

Επομένως όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις, με τις οποίες ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στον κρινόμενο δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθμός 1 και 6 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσείων έχει την εμπορική ιδιότητα και άρα πτωχευτική ικανότητα και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο πεδίο ρύθμισης του ν. 3869/2020.

Επομένως, ο ερευνώμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου".

Η αρχή της ισότητας, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο αυτό του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων, να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την επιβολή μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός εάν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που τη δικαιολογούν ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, δημιουργουμένης διαφορετικά ανισότητας στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας.

Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους. Κατά το δικαστικό αυτό έλεγχο, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη η ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης.

Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή την αυθαίρετη εξομοίωση προσώπων που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες. Και μπορεί μεν, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (Ολ.

ΑΠ 4/2023, Ολ. ΑΠ 7/2018, Ολ. ΑΠ 4/2012, Ολ. ΑΠ 24/2006, Ολ. ΣτΕ 686/2018, Ολ. ΣτΕ 1286/2012). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος: "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους". Η διάταξη αυτή έχει τριπλή σημασία: α) επιβάλλει την εν γένει φορολογική υποχρέωση των Ελλήνων ("συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη"), β) διακηρύσσει τη φορολογική ισότητα ("χωρίς διακρίσεις") και γ) κατοχυρώνει τη φορολογική δικαιοσύνη ("ανάλογα με τις δυνάμεις τους").

Η φορολογική ισότητα εξειδικεύεται με τον καθορισμό του φορολογικού βάρους, σε κάθε περίπτωση, αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητας εκάστου, κατά την εν λόγω, δηλαδή, συνταγματική αρχή, η επιβολή φόρου επιτρέπεται μόνον εάν και στο βαθμό, που υφίσταται φοροδοτική ικανότητα. Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή της φορολογικής δικαιοσύνης επιβάλλεται η διαμόρφωση του φορολογικού συστήματος κατά τρόπο, που να λαμβάνει υπ' όψη τις οικονομικές δυνάμεις κάθε φορολογούμενου (Ολ.

ΑΠ 4/2023). Περαιτέρω, με τις παραγράφους 2 και 4 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 και καταλαμβάνει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά από την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της παραγράφου Β` του άρθρου 3 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015), ορίζεται ότι: " 2.

Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εμπίπτει το σύνολο των οφειλών των προσώπων της παραγράφου 1 προς τους ιδιώτες. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου περιλαμβάνονται επίσης: α) οι βεβαιωμένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, β) οι βεβαιωμένες οφειλές προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α` και β` βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήμα ή τη μετατροπή εισφοράς γης σε χρήμα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγμένων ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τον ν. 1337/1983, από φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και γ) ασφαλιστικές οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.

Τα αναφερόμενα στα στοιχεία α`, β` και γ` πρόσωπα δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών του αιτούντος και οι οφειλές του προς αυτά υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τον παρόντα νόμο μαζί με τις οφειλές του προς τους ιδιώτες πιστωτές. 3. ... 4. Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου οι οφειλές, οι οποίες:

είτε α) έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, είτε β) δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο ή βαρεία αμέλεια, είτε γ) συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, είτε δ) αφορούν στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανηλίκου τέκνου.

Ο περιορισμός του εδαφίου α` στοιχείο α` δεν ισχύει όσον αφορά τις οφειλές του εδαφίου β` της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου". Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του ν. 3869/2010 "η δυνατότητα της ρύθμισης, για το φυσικό πρόσωπο, των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος.

Μία τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει όμως να εξυπηρετεί και ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα". Με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. α' και β' του Ν 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4336/2015, επιτράπηκε η υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του νόμου και η ρύθμιση βεβαιωμένων οφειλών του φυσικού προσώπου προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α` και β` βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, εφόσον οι οφειλές αυτές συντρέχουν με χρέη του έναντι ιδιωτών πιστωτών.

Η δυνατότητα υπαγωγής, μαζί με τα χρέη προς τους ιδιώτες πιστωτές, και των χρεών προς το Δημόσιο και τους Ο.Τ.Α., τα οποία αρχικά δεν υπάγονταν στο νόμο, κρίθηκε επιβεβλημένη από το νομοθέτη, προκειμένου να επιτευχθεί ο προστατευτικός σκοπός των ρυθμίσεων του ν. 3869/2010, που έδωσε τη δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες, που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με βάση το εισόδημά τους ένα μέρος των χρεών τους.

Η μέριμνα για τη διευθέτηση του φαινομένου της υπερχρέωσης, είτε αυτή αφορά σε οφειλές προς ιδιώτες, είτε αφορά σε οφειλές προς το Δημόσιο και τους Ο.Τ.Α., επιτάσσεται τόσο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, όσο και από την υποχρέωση σεβασμού της αξίας του οφειλέτη ως ανθρώπου. Επομένως, η νέα διάταξη του νόμου, με την οποία υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου, πέραν των χρεών προς τους ιδιώτες, και τα χρέη προς το Δημόσιο και τους Ο.Τ.Α., υπηρετεί την προστασία της προσωπικότητας των υπερχρεωμένων προσώπων και την οικονομική επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο.

Ειδικότερα, η κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος προστασία της αξίας του ανθρώπου (προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας), από την οποία αντλεί τη θεμελιώδη σημασία της η αρχή της ισότητας, αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Από τη διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται η αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, απορρέει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος, το οποίο έχει ως φορέα τον "καθένα", ενεργοποιείται δε ως κανόνας προστασίας για κάθε άτομο που πλησιάζει τα όρια της εξαθλίωσης και αποτελεί το ακραίο όριο των νομοθετικών επιλογών.

Από την επανένταξη δε των υπερχρεωμένων πολιτών στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα ωφελείται η κοινωνία και η οικονομία. Αντίθετα, η μη συμπερίληψη και των ανωτέρω οφειλών στη ρύθμιση του Ν 3869/2010 δεν ωφελεί ούτε τους ιδιώτες πιστωτές, ούτε το Δημόσιο και τους ΟΤΑ, αφού είναι ορατός ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο υπερχρεωμένος οφειλέτης να εξοφλήσει, αφενός μεν, τις με βάση τη δικαστική απόφαση ορισθείσες δόσεις προς τους ιδιώτες πιστωτές, αφετέρου δε, τις μη ρυθμισθείσες οφειλές του προς το Δημόσιο και τους Ο.Τ.Α..

Εξάλλου, η τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α' και β' του Ν 3869/2010 προϋποθέτει, για τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη προς το Δημόσιο και τους Ο.Τ.Α., μαζί με τα χρέη του προς ιδιώτες, τη δικαστική διάγνωση για τη χωρίς δόλο μόνιμη αδυναμία πληρωμής των εν γένει ληξιπρόθεσμων οφειλών του, κατόπιν συνεκτίμησης της οικονομικής και περιουσιακής του κατάστασης, ήτοι με κριτήρια, που συνάδουν με τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος.

Στη δικαστική διαδικασία συμμετέχουν όλοι οι πιστωτές, προκειμένου να εκθέσουν τις απόψεις τους, τόσο ως προς την έκταση του περιορισμού, όσο και ως προς τον τρόπο ικανοποίησης των απαιτήσεών τους. Μόνο δε μετά τη συνεπή τήρηση της δικαστικής ρύθμισης των χρεών του επέρχεται απαλλαγή του οφειλέτη, μεταξύ άλλων, και από μέρος των ανωτέρω οφειλών του.

Περαιτέρω, όσον αφορά τις οφειλές προς το Δημόσιο, η νέα διάταξη δεν παραβιάζει την ισότητα των πολιτών στα φορολογικά βάρη, που κατανέμονται σ' αυτούς ανάλογα με τη φοροδοτική τους ικανότητα, διότι οι φορολογικές υποχρεώσεις των υπερχρεωμένων οφειλετών, δικαίως μεν υπολογίσθηκαν με βάση τη φοροδοτική τους ικανότητα κατά την αντίστοιχη φορολογική χρήση, εντούτοις, εφόσον σε μεταγενέστερο χρόνο διαγνωσθεί δικαστικά, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010 και δη ότι έχουν ήδη περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τους ιδιώτες πιστωτές, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, ότι, παρά ταύτα, διατηρούν την προγενέστερη φοροδοτική ικανότητά τους και κατ' επέκταση ότι έχουν την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσουν στο ακέραιο τις οφειλές τους προς το Δημόσιο, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο όχι μόνο η αξιοπρεπής διαβίωσή τους, αλλά και η εξόφληση των δικαστικά ρυθμισμένων οφειλών τους προς τους ιδιώτες.

Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει ανόμοια μεταχείριση των υπερχρεωμένων οφειλετών με εκείνους τους φορολογούμενους πολίτες, με τους οποίους είχαν κάποτε την ίδια ή όμοια φοροδοτική ικανότητα, καθόσον αυτή δεν υφίσταται πλέον. Επίσης, το γεγονός ότι εξαιρούνται της ρυθμιστικής εμβέλειας του νόμου οι πολίτες, που έχουν αποκλειστικά χρέη προς το Δημόσιο και όχι και προς ιδιώτες πιστωτές, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα περί μη εφαρμογής του νόμου λόγω αντισυνταγματικότητας στους πολίτες, που πληρούν τις προϋποθέσεις του ( Ολ.

ΑΠ 4/2023, Ολ. ΑΠ 2/2016, Ολ. ΑΠ 3/2013, Ολ. ΑΠ 46/2005, Ολ. ΑΠ 9/2004). Από την άλλη πλευρά, με τη ρύθμιση των οφειλών προς το Δημόσιο, δεν θίγεται η δυνατότητα εξυπηρέτησης δημοσίων σκοπών από την είσπραξη βεβαιωμένων φόρων, διότι οι σχετικές απαιτήσεις του Δημοσίου έναντι των υπερχρεωμένων οφειλετών είναι, σε κάθε περίπτωση, ιδιαιτέρως επισφαλείς, έτσι ώστε η εκ μέρους του Δημοσίου είσπραξη μέρους των απαιτήσεών του μέσω της διαδικασίας του ν. 3869/2010, συνιστά ένα βέβαιο τρόπο να εισπράξει έσοδα από τις οφειλές αυτές.

Συνακόλουθα, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α' του ν. 3869/2010, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, με την οποία προβλέπεται η υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 και των οφειλών των υπερχρεωμένων οφειλετών προς το Ελληνικό Δημόσιο, με συνέπεια τον περιορισμό των σχετικών αξιώσεων του τελευταίου, είναι συμβατή με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος, διότι θεσπίσθηκε με βάση αντικειμενικά κριτήρια, ο δε τιθέμενος περιορισμός των αξιώσεων του Δημοσίου δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους όχι μόνο γενικότερου κοινωνικού, αλλά και δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, ήτοι την επανένταξη των υπερχρεωμένων πολιτών στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, από την οποία ωφελείται η κοινωνία και η οικονομία, πληροί το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του απαραίτητου αποτελέσματος, καθώς και το όριο αναλογικότητας σε σχέση με την ανάγκη να τεθεί ο συγκεκριμένος περιορισμός (Ολ.

ΑΠ 4/2023). Τα ανωτέρω, ισχύουν και όσον αφορά την υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 3869/2010 των βεβαιωμένων οφειλών του φυσικού προσώπου προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α` και β` βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών. Ειδικότερα, η ρύθμιση των οφειλών προς τους Ο.Τ.Α., κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2020, υπερχρεωμένων ήδη πολιτών δεν παραβιάζει την αρχή της οικονομικής αυτοτέλειας των Ο.Τ.Α., ούτε τους στερεί από αναγκαίους πόρους, καθώς η είσπραξη των εν λόγω οφειλών είναι λίαν επισφαλής, αν όχι αδύνατη και οι Ο.Τ.Α.

δεν δύνανται να στηρίζουν σε αυτές τη βιωσιμότητά τους, αφού ο υπερχρεωμένος οφειλέτης ακριβώς λόγω της ιδιότητάς του αυτής, δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει, ούτως ή άλλως, στις υποχρεώσεις του έναντι αυτών και, συνεπώς, θα οδηγείτο στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι τη συσσώρευση οφειλών μη δυνάμενων να εισπραχθούν και την απώλεια εσόδων για τους Ο.Τ.Α..

Η υπό όρους απαλλαγή (μερική ή ολική) από το σύνολο των χρεών, μεταξύ των οποίων και αυτών έναντι των Ο.Τ.Α., του υπερχρεωμένου οφειλέτη, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως "άφεση οφειλών" προς "κακοπληρωτές" και ως παραβίαση της ισότιμης μεταχείρισης των συνεπών δημοτών, αλλά ως υποχρέωση σεβασμού της αξίας του "αδυνάτου" οφειλέτη - δημότη, ως ατόμου, η κοινωνική και οικονομική εξόντωση του οποίου δεν προάγει το δημόσιο, αλλά ούτε το τοπικό - δημοτικό συμφέρον των Ο.Τ.Α., καθώς τον εμποδίζει να επανενταχθεί στην κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα και να συμβάλλει στην οικονομική τοπική ενίσχυση και αύξηση των εσόδων του Δήμου.

Εξάλλου, η ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη και η ενδεχόμενη απαλλαγή του υπερχρεωμένου οφειλέτη δεν επέρχεται αμέσως, συνεπεία της αίτησής του, αλλά τίθεται σειρά προϋποθέσεων, με συμμετοχή στη διαδικασία και των πιστωτών και συνιστά την απόληξη μιας διαδικασίας, συνδυαζόμενη, ενδεχομένως, με τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. β' του ν. 3869/2010, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015, με την οποία προβλέπεται η υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 και των οφειλών των υπερχρεωμένων οφειλετών προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α` και β` βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, με συνέπεια τον περιορισμό των σχετικών αξιώσεών τους αυτών, είναι συμβατή με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος, διότι θεσπίσθηκε με βάση αντικειμενικά κριτήρια, ενώ ο τιθέμενος περιορισμός των αξιώσεων αυτών δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους όχι μόνο γενικότερου κοινωνικού, αλλά και τοπικού - δημοτικού συμφέροντος, είναι πρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, δηλαδή την επανένταξη των υπερχρεωμένων πολιτών στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, από την οποία ωφελείται η τοπική κοινωνία και η δημοτική οικονομία και πληροί το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του απαραίτητου αποτελέσματος, καθώς και το όριο αναλογικότητας σε σχέση με την ανάγκη να τεθεί ο συγκεκριμένος περιορισμός.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δυσμενές δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο, συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.

Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού, σε αντικατάσταση του εσφαλμένου. Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (Ολ.

ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 32/2002, Ολ. ΑΠ 30/1998, ΑΠ 981/2023, ΑΠ 2070/2022, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 390/2017). Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 της υποπαραγράφου Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, την τροποποιηθείσα βάσει αυτής διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ.

α' και β' ν. 3869/2010, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 5 παρ. 1-5, 24 παρ. 1, 25 παρ. 1 εδαφ. α', 26, 101 και 102 του Συντάγματος και άρθρου 9 Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας (ν. 1850/1989), με το να κρίνει ως αντισυνταγματική τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδάφιο α' και β' του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 της υποπαρ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, με την οποία επιτράπηκε η υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 3869/2010 και η ρύθμιση βεβαιωμένων οφειλών του φυσικού προσώπου προς το Δημόσιο και προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α' και β` βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών και έτσι απέρριψε την ένδικη αίτησή του, όσον αφορά το αίτημά της περί υπαγωγής στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 των οφειλών του προς το Δήμο Πρέβεζας και το Ελληνικό Δημόσιο, ως μη νόμιμη.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 5/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, που δίκασε ως Εφετείο, προκύπτει ότι, κατά το μέρος που αφορά την έρευνα του ανωτέρω πρώτου αναιρετικού λόγου, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα : " Εν προκειμένω, με τη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 1 της υποπαρ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 με την οποία εντάχθηκαν στο ν. 3869/2010 και οι βεβαιωμένες οφειλές προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α και β' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, μεταξύ των οποίων και τα υποχρεωτικά και δυνητικά ανταποδοτικά τέλη, παρέχεται η δυνατότητα σε μία κατηγορία Ελλήνων πολιτών και ειδικότερα σε εκείνους των οποίων οι οφειλές έναντι των ΟΤΑ, συντρέχουν με οφειλές προς ιδιώτες πιστωτές, να ζητήσουν και να " } επιτύχουν ακόμη και την πλήρη διαγραφή των οφειλών τους προς αυτό.

Η παραπάνω διάταξη κρίνεται ως αντισυνταγματική, σύμφωνα με την άποψη που υιοθετεί το παρόν Δικαστήριο, και τούτο, διότι, κατά η διαγραφή των ανταποδοτικών τελών των Δήμων, παραβιάζει τη αρχή της οικονομικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ - που κατοχυρώνεται στο άρθρο 102 παρ. 2 Συντάγματος - και το δικαίωμα τους στην οικονομική βιωσιμότητα, κατά παράβαση των άρθρ. 5 παρ. 1, 26, 101 και 102 του Συντάγματος και του άρθρ. 9 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας (ν. 1850/1989, Α' 144), γιατί τους αποστερεί από έσοδα προορισμένα για την ικανοποίηση τοπικών αναγκών, κατευθύνει δε τα έσοδα αυτά προς εξυπηρέτηση όχι μόνο τοπικών αναγκών, αλλά και σκοπών ευρύτερου δημοσίου ενδιαφέροντος και εθνικής εμβέλειας.

Επίσης η διαγραφή των ανταποδοτικών τελών των Δήμων, που αποτελεί βασικό τους έσοδο, θέτει σε διακινδύνευση την εκτέλεση εκ μέρους του διαφορών υπηρεσιών (π.χ. καθαριότητα, φωτισμός, ύδρευση) και ως εκ τούτου τίθεται σε διακινδύνευση η αξιοπρέπεια και η υγεία των δημοτών, αλλά και η προστασία του περιβάλλοντος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 5 και 24 παρ. 1 του Συντάγματος αντιστοίχως.

Ενισχυτικό δε της κρίσεως ότι τα ανταποδοτικά τέλη είναι βασικό έσοδο των ΟΤΑ, αποτελούν τα κάτωθι : Με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 20ής Απριλίου 2015 (Α'41/20-4-2015), η οποία εκδόθηκε κατ' επίκληση της έκτακτης περιπτώσεως εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης για την μεταφορά ταμειακών διαθεσίμων των Φορέων Γενικής Κυβερνήσεως και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως α' και β' βαθμού προς επένδυση στην Τράπεζα της Ελλάδος και κυρώθηκε με τον ν. 4323/2015 (Α' 43/27.4.2015), οι Φορείς της Γενικής Κυβερνήσεως, όπως αυτοί προσδιορίζονταν στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβερνήσεως της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' και β' βαθμού, υποχρεώθηκαν να καταθέτουν τα ταμειακά τους διαθέσιμα και να μεταφέρουν τα κεφάλαια προθεσμιακών τους καταθέσεων σε λογαριασμούς ταμειακής διαχειρίσεως που τηρούσαν στην Τράπεζα της Ελλάδος, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης ή διαδικασίας.

Από την υποχρέωση αυτή εξαιρέθηκαν τα κεφάλαια που απαιτούνταν για την κάλυψη των ταμειακών τους αναγκών για το επόμενο δεκαπενθήμερο, καθώς και τα κεφάλαια που είχαν κατατεθεί από τους ανωτέρω φορείς στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εξαιρέθηκαν επίσης οι Δημόσιες Επιχειρήσεις κατά την έννοια της παραγράφου 5, οι Δημόσιοι Οργανισμοί κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 καθώς και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφαλίσεως, στους οποίους παρασχέθηκε η δυνατότητα μεταφοράς των ως άνω κεφαλαίων στην Τράπεζα της Ελλάδος για τον ίδιο σκοπό).

Στην συνέχεια, με το άρθρο 37 του ν. 4325/2015 (Α' 47/ 11.5.2015) εξαιρέθηκαν του πεδίου εφαρμογής της ως άνω Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου τα τέλη καθαριότητας και φωτισμού, τα τέλη υδρεύσεως, τα δικαιώματα χρήσεως αρδευτικού δικτύου, το κατ' άρθρο 18 παρ. 5 του ν. 3870/2010 τέλος απαλλοτριώσεως, τα έσοδα της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Α.Ν. 582/1968, τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 13 του άρθρου 25 του Ν. 1828/1989 ανταποδοτικά τέλη και εισφορές, το κόμιστρο ανταποδοτικού χαρακτήρα της παραγράφου 1 του άρθρου 83 και το πολιτιστικό τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 225 του Ν.3463/2006, καθ' όσον, σύμφωνα με την σχετική αιτιολογική έκθεση, ο νομοθέτης έκρινε ότι ήταν αναγκαία η παραμονή τους στα Ταμεία των Δήμων προκειμένου να καλύπτουν τις δημόσιες υπηρεσίες για την αποκλειστική εξυπηρέτηση των οποίων εισπράττονται (ΟλΣτΕ 698/2020 ΤΝΠ Νόμος).

Επομένως, σε αντίθεση με τις οφειλές μεταξύ ιδιωτών, οι οποίες κατά συνταγματικώς ανεκτό τρόπο μπορούν να υπαχθούν στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και να υπάρξει ενδεχομένως και διαγραφή αυτών, αφού η επιβάρυνση εκάστου δεν συναρτάται αναγκαίως με την οικονομική του δυνατότητα, κάτι τέτοιο είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτο, όταν πρόκειται για ανταποδοτικά τέλη των ΟΤΑ α' και β' βαθμού.

Περαιτέρω, όμως, έρχεται σε αντίθεση και στο τοπικό αλλά και δημόσιο συμφέρον, αφού με τον τρόπο αυτό υφίσταται προφανής απώλεια εσόδων, απολύτως απαραίτητων για την εκτέλεση των σκοπών της Πολιτείας και, σε τελική ανάλυση, πλήττονται όλοι οι πολίτες, οι οποίοι για διάφορους αντικειμενικούς ή υποκειμενικούς λόγους δεν μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του ν.3 869/2010.

Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση του αιτούντος - ήδη εφεσιβλήτου, όσον αφορά την υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 των οφειλών αυτού προς τον Δήμο Πρέβεζας για κατανάλωση ύδατος και δικαιώματα βοσκής συνολικού ποσού 31.203,10 ευρώ (ήτοι για κεφάλαιο 16.220,66 ευρώ και για προσαυξήσεις 14.982,44 ευρώ), είναι μη νόμιμη, αφού σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις η συγκεκριμένη νομοθετική πρόβλεψη για την υπαγωγή των οφειλών προς το Δημόσιο, τους ασφαλιστικούς οργανισμούς και τους ΟΤΑ στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, είναι αντισυνταγματική.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε την αίτηση νόμιμη ως προς τον εκκαλούντα Δήμο Πρέβεζας και υπήγαγε τις προαναφερόμενες οφειλές στις διατάξεις του ν. 3869/2010, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις και ο πρώτος λόγος της "υπό στοιχείο (Α) εφέσεως" του Δήμου Πρέβεζας πρέπει να γίνει δεκτός ως νόμω βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών".

Η ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία η ένδικη αίτηση, όσον αφορά το αίτημά της περί υπαγωγής στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 των οφειλών του αναιρεσείοντος προς το Δήμο Πρέβεζας και προς το Ελληνικό Δημόσιο, είναι μη νόμιμη, για το λόγο ότι η νομοθετική πρόβλεψη για την υπαγωγή των οφειλών αυτών προς το Δημόσιο και τους Ο.Τ.Α., στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, είναι αντισυνταγματική, είναι εσφαλμένη, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 και των οφειλών των υπερχρεωμένων οφειλετών, προς το Δημόσιο και προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α` και β` βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, είναι συμβατή και δεν αντίκειται προς τις διατάξεις του Συντάγματος, πλην όμως ενόψει των προεκτιθέμενων παραδοχών της πληττόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσείων έχει εμπορική ιδιότητα και άρα, πτωχευτική ικανότητα και συνεπώς δεν υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο του ν.3869/2020, το ανωτέρω αίτημα της ένδικης αίτησης περί υπαγωγής στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 των οφειλών του αναιρεσείοντος προς το Δήμο Πρέβεζας και προς το Ελληνικό Δημόσιο, ήταν επίσης απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο.

Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας το εν λόγω αίτημα, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία (αιτιολογία) αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας, κατ' άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., κατέληξε σε ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, ενώ άλλωστε δεν γίνεται επίκληση από τον αναιρεσείοντα εννόμου συμφέροντος προς αποτροπή δυσμενούς δεδικασμένου.

Περαιτέρω, για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", πρέπει το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο να ερεύνησε στην ουσία της την υπόθεση και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη, μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή του (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 31/2020, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 267/2020, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 701/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, ουδεμία διέλαβε αιτιολογία ως προς την απόρριψη της ένδικης αίτησής του, όσον αφορά το αίτημά της περί υπαγωγής στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 των οφειλών του προς το Ελληνικό Δημόσιο.

Ο λόγος αυτός, κατά το άνω δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν διέλαβε αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, έκρινε απορριπτέο το ανωτέρω αίτημα της ένδικης αίτησης του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμο, λόγω αντισυνταγματικότητας, όπως έκρινε, του άρθρου 1 παρ. 2 περ.

α' του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4336/2015 και δεν ερεύνησε στην ουσία του το αίτημά του αυτό, και ως εκ τούτου, σύμφωνα και με την προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη της παρούσας, δεν ιδρύεται στην ένδικη περίπτωση ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 560 αριθμός 6 Κ.Πολ.Δ., αφού δεν διατυπώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με το εν λόγω αίτημα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξει ανεπάρκεια στην αιτιολογία της πληττόμενης απόφασης.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.

β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Συνεκδικάζει την από 30-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4/8-10-2021 αίτηση αναίρεσης και την από 9-12-2022 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 79/14-12-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....".

Απορρίπτει την από 30-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4/8-10-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.

-Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ