Legislator Case Law & Legislation
1202/2023 AI generated

1202/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1202/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1202/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τ., δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά του Α. Μ., δεύτερου αναιρεσείοντος, και της ασφαλιστικής εταιρείας του με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΑΕ" εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 27/2013 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκαν συνυπαίτιοι τροχαίου ατυχήματος, κατά ποσοστό 30% και 70% η ενάγουσα και ο πρώτος εναγόμενος αντίστοιχα, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και επιδικάστηκε στην ενάγουσα ως αποζημίωση, νομιμοτόκως, το ποσό των 3.620,13 ευρώ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1202 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1202/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Μ. του Θ. και 2) Α. Μ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σαξώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Τ. του Π., κατοίκου ... και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ) και ήδη "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-EΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", εκ των οποίων οι 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσούτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 3ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρινέττα Γούναρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην ως άνω από 10-1-2023 δήλωσή της δήλωσε την ως άνω μεταβολή του αναιρεσίβλητου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και συνεκδικάστηκε με την από 30-5-2014 κύρια παρέμβαση - αγωγή του ΙΚΑ, στη θέση του οποίου έχει ήδη υπεισέλθει το 3ο των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2018 μη οριστική και 46/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 22-06-2021 (αριθμ. κατάθ. 12/2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 46/2020 τελεσίδικης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Επί της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, από 01-11-2011 αγωγής της Α.

Τ., δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά του Α. Μ., δεύτερου αναιρεσείοντος, και της ασφαλιστικής εταιρείας του με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΑΕ" εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 27/2013 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκαν συνυπαίτιοι τροχαίου ατυχήματος, κατά ποσοστό 30% και 70% η ενάγουσα και ο πρώτος εναγόμενος αντίστοιχα, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και επιδικάστηκε στην ενάγουσα ως αποζημίωση, νομιμοτόκως, το ποσό των 3.620,13 ευρώ.

Κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους των εναγομένων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 99/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Ακολούθως, ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας οι ένδικες Α) από 05-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, Β.

Μ. και Α. Μ., κατά 1) της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ" και 2) της Α. Τ., ήδη αναιρεσίβλητων, και Β) από 30-05-2014 κύρια παρέμβαση - αγωγή του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) κατά των διαδίκων της από 05-10-2012 αγωγής (εναγόντων και εναγομένων). Κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο στις 12-03-2015 οι ενάγοντες της από 05-10-2012 αγωγής, με προφορική δήλωσή τους ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου και με τις προτάσεις τους, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο ως προς τη δεύτερη εναγομένη Α.

Τ. και μετέτρεψαν το αίτημά τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Η αγωγή και η κύρια παρέμβαση με αγωγή συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία η Α. Τ. κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτια του ίδιου ανωτέρω τροχαίου ατυχήματος (κριθέντος με την 99/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο), έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατ' ουσίαν, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στους ενάγοντες νομιμοτόκως τα αναφερόμενα ποσά, έγινε δεκτή η κύρια παρέμβαση - αγωγή του ΕΦΚΑ και υποχρεώθηκαν οι καθ' ων η κύρια παρέμβαση - αγωγή να καταβάλουν νομιμοτόκως στο κυρίως παρεμβαίνον - ενάγον το αιτηθέν ποσό.

Κατόπιν ασκήσεως α) της από 20-04-2016 έφεσης των αναιρεσειόντων και β) της από 18-04-2017 έφεσης των πρώτης και δεύτερης αναιρεσίβλητων εκδόθηκε η 46/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία οι δύο εφέσεις έγιναν τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτές, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, διακρατήθηκε η υπόθεση, οι Α.

Μ. και Α. Τ. κρίθηκαν συνυπαίτιοι του τροχαίου ατυχήματος κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα, έγιναν εν μέρει δεκτές κατ' ουσίαν η αγωγή και η κύρια παρέμβαση - αγωγή, αναγνωρίσθηκε, ότι οι εναγόμενες, Α. Τ. και ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ, οφείλουν εις ολόκληρον η καθεμία να καταβάλουν, νομιμοτόκως, στην πρώτη ενάγουσα, Β.

Μ., το ποσό των 2.400 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα, Α. Μ., το ποσό των 57.293,35 ευρώ και υποχρεώθηκαν οι καθ' ων η κύρια παρέμβαση - εναγόμενοι να καταβάλουν στο κυρίως παρεμβαίνον - ενάγον ΙΚΑ το ποσό των 626,82 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της κύριας παρέμβασης - αγωγής. Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, εξαιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 342/2009, ΑΠ 1624/2008).

Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του (ΑΠ 462/2020, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 226/2014).

Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 68), εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 342/2009). Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που συνίσταται στην ανάγκη δικαστικής προστασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 του ΚΠολΔ).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ "Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις, ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι υποχρεωτική, μεταξύ άλλων, όταν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο της αίτησης αναίρεσης ή των προσθέτων λόγων, οπότε και πρέπει να κατατίθενται τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση, αλλιώς είναι απαράδεκτες.

Ωστόσο, αν οι ενστάσεις λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ο Άρειος Πάγος θα τις ερευνήσει, παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων, όπως την ένσταση εκπροθέσμου της αίτησης αναίρεσης ή την έλλειψη εννόμου συμφέροντος, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου της αναιρετικής δίκης (ΑΠ 1268/2017).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του ίδιου άρθρου αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη δικαστική πράξη, ή μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΑΠ 1568/2017, ΑΠ 937/2014).

Οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 (αληθώς μόνο από τον αριθμ. 14) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι, όπως υποστηρίζουν, αφού συνεκδικάστηκαν οι αντίθετες εφέσεις και έγιναν δεκτές κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή η αγωγή τους όχι μόνο κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, αλλά και κατά της 2ης αναιρεσίβλητης, Α.

Τ., παρότι είχαν νομότυπα παραιτηθεί ως προς αυτήν από το δικόγραφο της αγωγής τους, κατά τα άρθρα 294 και 295 του ΚΠολΔ, και, επομένως, είχε καταργηθεί η δίκη ως προς την τελευταία. Ο λόγος αυτός βάλλει κατά διάταξης της προσβαλλόμενης, που ωφελεί τους αναιρεσείοντες ως νικήσαντες διαδίκους, και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, καθόσον η σχετική ένσταση απαραδέκτου των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσίβλητων προβλήθηκε εκπροθέσμως με τις παρούσες προτάσεις τους, που κατατέθηκαν εντός της τριήμερης προθεσμίας από τη συζήτηση της υπόθεσης και όχι είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Κατά το άρθρο 321 του ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.

Κατά δε το άρθρο 324 του ίδιου Κώδικα, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.

Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά στη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 1255/2015, ΑΠ 1550/2010). Εξάλλου, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι εσφαλμένως έγινε δεκτή η ένσταση δεδικασμένου των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, που απορρέει από την 99/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο, όσον αφορά στη συνυπαιτιότητα κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, σε ποσοστό 30% ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη (Α.

Τ.) και 70% ως προς το 2ο αναιρεσείοντα (Α. Μ.), καθόσον (οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες) είχαν παραιτηθεί νομότυπα με προφορική δήλωσή τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, και με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από το δικόγραφο της αγωγής ως προς την πρώτη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη (Α.

Τ.). Σχετικά με ζήτημα του δεδικασμένου η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε τα εξής: "Με τον πρώτο και τον δωδέκατο -κατά το κύριό τους σκέλος- λόγους της Β' έφεσης οι εκκαλούντες - εναγόμενοι - καθ' ων η κύρια παρέμβαση, επαναφέροντας τον προβληθέντα στον πρώτο βαθμό ισχυρισμό τους, περί ύπαρξης δεδικασμένου ως προς την ύπαρξη συνυπαιτιότητας του δεύτερου ενάγοντα στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος σε ποσοστό 70% από την υπ' αριθ. 99/2014 τελεσίδικη απόφαση, που έκρινε αξιώσεις αποζημίωσης από το ίδιο τροχαίο ατύχημα, μεταξύ της εδώ πρώτης εναγόμενης και του δεύτερου ενάγοντα, ισχυρίζονται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη μην αναγνωρίζοντας την ύπαρξη δεδικασμένου, που να την δεσμεύει κατά τα ανωτέρω.

Πράγματι, από την επισκόπηση των επικαλούμενων εγγράφων προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 99/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας ... μεταξύ των ίδιων προσώπων, ήτοι μεταξύ της εδώ πρώτης εναγόμενης και του δεύτερου ενάγοντα, με την ίδια ιδιότητα, ήτοι αυτή των αντιδίκων, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία κρίθηκε τελεσιδίκως ότι επί του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος συνέβαλαν με την συνυπαιτιότητά τους ο μεν Α.

Μ. (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) σε ποσοστό 70%, η δε Α. Τ. (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), σε ποσοστό 30% ... το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, για το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως, ήτοι ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία και το βαθμό συνυπαιτιότητας του εναγομένου και ισχύει μεταξύ της εδώ πρώτης εναγόμενης και του δεύτερου ενάγοντα.

Αντίθετα, το δεδικασμένο από την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση δεν καταλαμβάνει τις σχέσεις των ανωτέρω με τη δεύτερη εναγόμενη και το κυρίως παρεμβαίνον - ενάγον, οι οποίοι δεν μετείχαν στην ως άνω ανοιγείσα δίκη.

Συνεπώς, όσο αφορά τους τελευταίους δεν δεσμεύονται από το δεδικασμένο και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την εν λόγω ένσταση με την ίδια ως άνω αιτιολογία, δεν έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και οι σχετικοί περί του αντιθέτου πρώτος (ως προς την δεύτερη εναγόμενη) και δωδέκατος λόγος της Β' έφεσης -κατά το κύριό τους σκέλος -τυγχάνουν απορριπτέοι, αντίθετα όσο αφορά την εδώ πρώτη εναγόμενη και τον δεύτερο ενάγοντα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό αυτό, έσφαλε και επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος της Β' έφεσης - κατά το κύριό του σκέλος- πρέπει να γίνει δεκτός και ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη η Β' έφεση ως προς το κεφάλαιο αυτό". Με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο δεν έσφαλε για το ότι από την 99/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο, απορρέει δεδικασμένο, ως προς τη συνυπαιτιότητα των εμπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα, που δεσμεύει μόνο το δεύτερο αναιρεσείοντα, Α. Μ., και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, Α. Τ.. Η παραίτηση των αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της από 05-10-2012 αγωγής τους ως προς την Α. Τ. δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η τελευταία, σε κάθε περίπτωση, παρέμεινε ως διάδικος στην ένδικη δίκη ως μία εκ των καθ' ων η κύρια παρέμβαση - εναγομένων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 839/2020, ΑΠ 942/2017, ΑΠ 705/2016). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 890/2020, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 848/2015).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 320/2021, ΑΠ 760/2020, ΑΠ 717/2020, 700/2020, ΑΠ 685/2020, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1199/2018).

Άλλωστε, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).

Το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: "Την 14-04-2011 και περί ώρα 18:20 μ.μ., η Α. Τ., πρώτη εναγόμενη - καθ' ης η κύρια παρέμβαση και ήδη εκκαλούσα της Β' έφεσης, (δεύτερη αναιρεσίβλητη) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη - καθ' ης η κύρια παρέμβαση και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη της Α' έφεσης και πρώτη εκκαλούσα της Β' έφεσης ασφαλιστική εταιρία, (πρώτη αναιρεσίβλητη) κινούταν επί της οδού 49 Μαρτύρων της Ηγουμενίτσας με κατεύθυνση από Ε.Ο.

Πρέβεζας- Ηγουμενίτσας προς το κέντρο της Ηγουμενίτσας. Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, με διπλή διαχωριστική διαγράμμιση επί του οδοστρώματος, η οποία, ωστόσο, κατά τον χρόνο εκείνο δεν ήταν ευκρινής και ορατή, έχει συνολικό πλάτος 9 μέτρων περίπου και είναι ευθεία χωρίς να περιορίζεται η ορατότητα (βλ.

την από 14-04-2011 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνημμένο σ' αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα). Όταν η τελευταία έφτασε στο ύψος του αριθμού 68 της ανωτέρω οδού, προτιθέμενη να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά και αφού διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού 49 Μαρτύρων, να εισέλθει σε χώρο στάθμευσης ζαχαροπλαστείου που βρισκόταν αριστερά της πορείας του παραπάνω καταστήματος, αφού κατέστησε γνωστή την πιο πάνω πρόθεσή της με την έγκαιρη χρήση (αφή) για το σκοπό αυτό του αριστερού φωτεινού δείκτη κατεύθυνσης (φλας) του οχήματος της, πλησίασε προοδευτικά προς το διαμήκη άξονα του καταστρώματος της οδού 49 Μαρτύρων και αφού διαπίστωσε ότι δεν κινούνταν οχήματα στο αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού (προς έξοδο πόλης) άρχισε με μικρή ταχύτητα να εισέρχεται με το όχημά της στο αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού, οδηγώντας αυτό διαγώνια προς τα αριστερά σε σχέση με το διαμήκη άξονα της οδού, προκειμένου να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης του παραπάνω ζαχαροπλαστείου.

Την ίδια στιγμή, στην ίδια οδό, εισήλθε και η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο δεύτερος ενάγοντας και ήδη δεύτερος εκκαλών της Α' έφεσης και δεύτερος εφεσίβλητος της Β' έφεσης, (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτη εκκαλούσας Α' έφεσης (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας).

Ο τελευταίος οδηγός, κινούμενος στην ίδια κατεύθυνση, αλλά πίσω από το ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, και αναπτύσσοντας ταχύτητα 70 χιλιομέτρων την ώρα, δηλαδή υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ. την ώρα σε κατοικημένη περιοχή, επιχείρησε απροειδοποίητα, ήτοι χωρίς να κάνει έγκαιρη χρήση (αφή) για το σκοπό αυτό του αριστερού φωτεινού δείκτη κατεύθυνσης (φλας) του οχήματός του, να υπερβεί από αριστερά το προπορευόμενο όχημα, που κινούταν με βραδύτητα, ενόψει της πρόθεσης του οδηγού του να κάμψει αριστερά.

Έτσι, όταν η Α. Τ., η οποία δεν είχε αντιληφθεί την ενέργεια αυτή της όπισθεν κινούμενης μοτοσικλέτας, έθεσε σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης και πραγματοποίησε αριστερό ελιγμό, προκειμένου να εισέλθει στην προαναφερόμενη παρόδια ιδιοκτησία, ο Α. Μ. βρισκόταν ήδη στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της άνω οδού (προς έξοδο πόλης), με αποτέλεσμα, αν και επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, να μην κατορθώσει να αποφύγει τη σύγκρουση και να επιπέσει τελικά με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας του στο ύψος της αριστερής εμπρόσθιας θύρας και του αριστερού καθρέπτη του προπορευόμενου οχήματος, με συνέπεια την πρόκληση υλικών ζημιών και στα δύο οχήματα και τον τραυματισμό του πρώτου εναγομένου.

Οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως περιγράφηκαν παραπάνω, προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, κυρίως δε από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο Ανθυπαστυνόμος Σ. Σ., όπου καταγράφονται με ακρίβεια οι κινήσεις των δύο οχημάτων, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα Χ. Λ. στα πλαίσια της προανάκρισης, η παρουσία των οποίων στον τόπο του ατυχήματος ουδόλως αμφισβητείται.

Από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ειδικότερα ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε στο αντίθετο ρεύμα πορείας της άνω οδού και μάλιστα πλησίον του ερείσματος, όπου βρισκόταν ο χώρος στάθμευσης του ζαχαροπλαστείου, γεγονός που ενισχύει τον ισχυρισμό της Α. Τ., ότι ο Α. Μ. επιχείρησε αντικανονική υπέρβαση του προπορευόμενου αυτοκινήτου της.

Αντιθέτως, ο ισχυρισμός των αντιδίκων της ότι το όχημα της βρισκόταν σε θέση προσωρινής στάσης ή στάθμευσης στο δεξιό άκρο της κατεύθυνσής τους τμήμα, οπότε η τελευταία επιχείρησε ανέλεγκτο και απροειδοποίητο αριστερό ελιγμό, παρεμβαλλόμενη κάθετα στην κανονική πορεία του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς αναιρείται από την κατάθεση των ανωτέρω αυτοπτών μαρτύρων, αλλά και από το γεγονός ότι κατά τη στιγμή της σύγκρουσης το αυτοκίνητο της Α.

Τ. είχε λάβει κάθετη σχεδόν θέση στο οδόστρωμα, που μαρτυρεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι είχε ολοκληρώσει τον αριστερό ελιγμό της, και βρισκόταν πλέον στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εισήλθε και το όχημα του τελευταίου. Από όλα τα παραπάνω, προκύπτει ότι η επέλευση του επίδικου ατυχήματος οφείλεται σε συνυπαιτιότητα των οδηγών των δύο εμπλεκομένων οχημάτων.

Η υπαιτιότητα της Α. Τ. συνίσταται στο ότι οδηγούσε το αυτοκίνητό της χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, και για το λόγο αυτό εκτέλεσε ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, όπως του Α. Μ., που κινούταν πίσω της και ήδη είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ετοιμαζόταν να την προσπεράσει, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά της, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του τελευταίου οχήματος, με το οποίο συγκρούστηκε (κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ).

Η υπαιτιότητα του οδηγού Α. Μ. συνίσταται στο ότι οδηγούσε το όχημά του χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο αυτού, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες, τη διαμόρφωση και τα χαρακτηριστικά της οδού, ώστε σε περίπτωση ανάγκης να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του, επιχείρησε δε, κινούμενος με ταχύτητα άνω των 50 χιλ/ώρα, απροειδοποίητα να προσπεράσει από τα αριστερά το ανωτέρω προπορευόμενο όχημα, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα όταν η οδηγός του προπορευόμενου αυτοκινήτου έδωσε σήμα με την ενεργοποίηση του αριστερού του δείκτη κατεύθυνσης ότι επρόκειτο να πραγματοποιήσει αριστερό ελιγμό, να μην μπορέσει να ακινητοποιήσει εγκαίρως με τροχοπέδηση τη μοτοσικλέτα του και να επέλθει η σύγκρουση, με τις πιο πάνω συνέπειες (κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 17 παρ. 1 σε συνδ.

με 21 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ). Συνακόλουθα, ο βαθμός υπαιτιότητας ανέρχεται, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, για μεν την Α. Τ. σε ποσοστό 30%, για δε τον Α. Μ. συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 70%. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε σιωπηλώς την ένσταση συνυπαιτιότητας της δεύτερης εναγόμενης - καθ' ης η κύρια παρέμβαση ως ουσία αβάσιμη, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζει η πρώτη εκκαλούσα της Β' έφεσης με τους πρώτο (κατά το επικουρικό σκέλος) και δωδέκατο (κατά το επικουρικό σκέλος) λόγους.

Συνεπώς, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και κατά το κεφάλαιο αυτό και, αφού κρατηθεί η αγωγή και κατά το μέρος αυτό και δικαστεί από το παρόν δικαστήριο, να ερευνηθεί η αγωγή περαιτέρω και κατ' ουσίαν". Οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ψέγουν την προσβαλλόμενη για παράβαση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι προανακριτικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Κ.

Π. και Κ. Α., οι οποίες αποτελούν τμήμα της ποινικής δικογραφίας και τις οποίες προσκόμισαν με νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας έλαβε υπόψη, μεταξύ όλων των νομίμων προσκομισθέντων με επίκληση εγγράφων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι έλαβε υπόψη και τις επικαλούμενες καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων, τις οποίες συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Η άποψη των αναιρεσειόντων, ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακολούθως, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, οι οποίες αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του τέταρτου λόγου αναίρεσης χωρίς αμφιβολία (ΑΠ 322/2020, 146/2018), ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Ειδικά, όμως, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο δεν προσδιορίζει με πλήρη αιτιολογία α) την ταχύτητα των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων, αφού αναφέρεται μόνο στην ταχύτητα του 2ου αναιρεσείοντος και για τη 2η αναιρεσίβλητη αναφέρει, ότι άρχισε με μικρή ταχύτητα να εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα, χωρίς να εκθέτει, πώς συνέχισε, β) τον τρόπο σύγκρουσης των οχημάτων και το ακριβές σημείο της σύγκρουσης στο οδόστρωμα και γ) το γεγονός ότι το ΙΧΕ της 2ης αναιρεσίβλητης παρενεβλήθη στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο 2ος αναιρεσείων, με αποτέλεσμα να επιπέσει στο όχημα της 2ης αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι η έννοια της παρεμβολής του οχήματος της 2ης αναιρεσίβλητης στην πορεία της μοτοσικλέτα είναι ότι παρεμπόδισε αναίτια, κατά παράβαση στοιχειωδών κανόνων κυκλοφορίας, την πορεία της κανονικά κινούμενης μοτοσικλέτας στη λωρίδα κυκλοφορίας του 2ου αναιρεσείοντος.

Τούτο διότι τα ανωτέρω αποδιδόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τη συνυπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.

Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές είναι και αβάσιμες, καθόσον 1) ως προς την α' αιτίαση, δεδομένου ότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης η 2η αναιρεσίβλητη "άρχισε με μικρή ταχύτητα να εισέρχεται με το όχημά της στο αντίθετο ρεύμα πορείας..." και κατευθυνόταν προς το χώρο στάθμευσης του έναντι ζαχαροπλαστείου, όπου θα διέκοπτε την πορεία της, είναι αυτονόητο, ότι η ανωτέρω οδηγός συνέχισε να κινείται με μικρή ταχύτητα, 2) ως προς τη β' αιτίαση, στην προσβαλλόμενη αναλυτικά εκτίθεται, ότι ο 2ος αναιρεσείων επέπεσε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας του στην αριστερή εμπρόσθια θύρα και τον αριστερό καθρέπτη του προπορευόμενου ΙΧΕ αυτοκινήτου της 2ης αναιρεσίβλητης, καθώς και ότι η σύγκρουση έγινε στο αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού 49 Μαρτύρων, πλησίον του ερείσματος, όπου βρισκόταν ο χώρος στάθμευσης του ζαχαροπλαστείου και 3) ως προς τη γ' αιτίαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο της 2ης αναιρεσίβλητης εκινείτο διαρκώς έμπροσθεν της δίκυκλης μοτοσικλέτας του 2ου αναιρεσείοντος, ότι ο τελευταίος όχι μόνο δεν εκινείτο κανονικά στη λωρίδα κυκλοφορίας του, αλλά αντίθετα, με υπερβολική ταχύτητα (70 χλμ/ώρα) και απροειδοποίητα (χωρίς να κάνει χρήση του αριστερού φωτεινού δείκτη κατεύθυνσης του οχήματός του) είχε ήδη εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, επιχειρώντας να υπερβεί από αριστερά το προπορευόμενο όχημα της 2ης αναιρεσίβλητης, όταν η εν λόγω οδηγός έθεσε σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης και πραγματοποίησε αριστερό ελιγμό, προκειμένου να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα πορείας και να εισέλθει στο χώρο στάθμευσης του έναντι ζαχαροπλαστείου.

Συνακολούθως, είναι απορριπτέος στο σύνολό του ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει προεχόντως ως απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερης αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπερ του τρίτου αναιρεσίβλητου, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις ούτε υπέβαλε αίτημα περί επιδίκασης δικαστικής δαπάνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-06-2021 (αριθμ. κατάθ. 12/23-06-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 46/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης και δεύτερης αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ