Legislator Case Law & Legislation
1202/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on expropriation compensation, ruling lower court correctly excluded expropriation-specific value drops.

Case Number 1202/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by seven individuals against a Third Instance Court of Athens decision regarding expropriation compensation. The appellants argued that the lower court erred by considering only the value drop caused by the expropriation act itself, ignoring a long-term regional binding that reduced property values. The court held that the lower court correctly excluded factors stemming solely from the expropriation act and its consequences, finding no violation of constitutional or statutory provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 17 para. 2 and 3 of the Constitution; Article 13 para. 1 and Law 2882/2001: The lower court did not violate substantive law by excluding value reductions attributable exclusively to the expropriation act and its consequences, as such factors must be distinguished from pre-existing regional binding conditions.

Keywords

AI generated
expropriation compensation value reduction assessment regional binding conditions constitutional property rights expropriation law application

Cited Legislation

AI generated
Article 17 para. 2 and 3 of the Constitution
Article 13 para. 1 of the Constitution
Law 2882/2001
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 294, 295, 297 and 299 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 4 letter e of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 188 para. 1 and 192 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1202 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1202/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. συζ. Α. Η., το γένος Γ. Π., 2) Σ. χας Γ. Π., το γένος Ι. Τ., 3) Α. Π. του Γ., 4) Ι. Π. του Γ., 5) Ε. χας Ε. Τ., το γένος Α. Π., 6) Α. Τ. του Ε., κατοίκων ….. και 7) Α. Τ. του Ε., εκ των οποίων οι 1η, 2η, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Τσοκάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 5η, 6ος και 7ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "...", που εδρεύει στην …..και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... (...)", η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Βασιλική Παπαβαϊτση και Αγγελική Παπαθέου, που δήλωσαν στο ακροατήριο ότι ανακαλούν την από 2-2-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίστανται. Ο Γραμματέας στο σημείο αυτό, ζήτησε και έλαβε από την Πρόεδρο το λόγο και δήλωσε, ότι οι 5η και 6ος των αναιρεσειόντων κατέθεσαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την από 1-2-2022 δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της 19-1-2017 αίτησής τους κατά της αναιρεσίβλητης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 201/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης της "..." (μετά την έκδοση της 559/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 29-10-2012 αίτηση των ήδη 2ης, 3ου και 4ου των αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με την από 2-11-2012 αίτηση των ήδη 5ης, 6ου και 7ου των αναιρεσειόντων, με την διά των προτάσεων ανταίτηση της ήδη 1ης αναιρεσείουσας και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με τις διά των προτάσεων ανταιτήσεις της ήδη αναιρεσίβλητης, καθώς και με τις αιτήσεις και παρεμβάσεις άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 201/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-1-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναίρεσης (ΚΠολΔ 495 παρ.1), μπορεί να γίνει ή με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου.

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα, ότι η αίτηση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της (ΑΠ 1197/2021, ΑΠ 468/2020, ΑΠ 151/2018, ΑΠ 253/2017, ΑΠ 1554/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, ο Γραμματέας του Δικαστηρίου τούτου, ζήτησε και έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο και δήλωσε ότι οι 5η και 6ος αναιρεσείοντες, ο 2ος από τους οποίους ενεργών ατομικά και ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του 7ου αναιρεσείοντος, που απεβίωσε στις 12-03-2021, κατέθεσαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την από 01-02-2022 δήλωση παραίτησης του έχοντος προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα Δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Πολυζωγόπουλου (υπ' αριθμ. 1727/06-12-2021 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Χ.

Δ.), από το δικόγραφο της από 19-01-2017 αίτησής τους κατά της αναιρεσίβλητης εταιρείας, για αναίρεση της 201/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Όπως δε προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 4408-Δ', 4407-Δ' και 4406-Δ'/09-09-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Π., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσίβλητη, που επισπεύδει τη δίκη, οι απόντες 5η, 6ος και 7ος αναιρεσείοντες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη συζήτηση της υπόθεσης στην αρχική δικάσιμο της 20-11-2020, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο για τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο, με επίδοση της σχετικής κλήσης κάτω από αντίγραφο της από 19-01-2017 αίτησης αναίρεσης σ' αυτούς.

Συνακολούθως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη πρέπει να θεωρηθεί, ότι η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε από τους ρηθέντες 5η, 6ο και 7ο αναιρεσείοντες (άρθρο 295 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ), για τους οποίους καταργείται η δίκη. Μετά από αυτά, δεν θα εξετασθούν, ως άνευ αντικειμένου, ο 4ος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλουν μόνον οι παραιτηθέντες αναιρεσείοντες, καθώς και οι λοιποί λόγοι κατά το μέρος, που αφορούν σ' αυτούς.

Από τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία των απαλλοτριώσεων (άρθρο 18 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 2882/2001), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ίδιου νόμου (2882/2001), προκύπτει ότι, μετά την άσκηση, από τον υπόχρεο προς αποζημίωση απαλλοτριωμένου ακινήτου, της αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό αυτής, είναι απαράδεκτη, είτε γίνεται με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με τις προτάσεις, η μεταβολή του αιτήματος αυτής για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης σε τιμή μικρότερη από εκείνη που ζητήθηκε με την κρινόμενη αίτηση, διότι, έτσι, επεκτείνεται το αρχικό αίτημα σε μείζον και, συνεπώς, επέρχεται απαγορευμένη, κατά το παραπάνω άρθρο (223 ΚΠολΔ), μεταβολή του αιτήματος της αίτησης.

Το επιπλέον προβαλλόμενο αίτημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο, ενώ εξετάζεται υποχρεωτικά το αρχικό αίτημα που υποβλήθηκε με την αίτηση (ΑΠ 2062/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στις δικονομικές ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις (ΑΠ 235/2008). Η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, ως δικονομικής, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην υπό κρίση περίπτωση, με τον 1ο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε εσφαλμένα, ότι η αναιρεσίβλητη, παραδεκτά και νόμιμα, περιόρισε το αίτημα της αίτησής της και, συγκεκριμένα, με το να ζητήσει με τις προτάσεις της να καθορισθεί οριστική αποζημίωση για τα απαλλοτριωμένα ακίνητα σε τιμές μικρότερες από εκείνες που ζητούσε με την αίτησή της.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως, απαράδεκτος (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), εξαιτίας της αοριστίας του, διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, ότι οι τιμές οριστικής αποζημίωσης που, τελικά, καθόρισε το Εφετείο είναι, πράγματι, μικρότερες από εκείνες, που η αναιρεσίβλητη ζήτησε με την αίτησή της. Σε κάθε όμως περίπτωση, είναι και αλυσιτελής, διότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, οι οριστικές τιμές μονάδας αποζημίωσης που καθόρισε το Εφετείο είναι μεγαλύτερες ακόμη και από τις τιμές, που ζητήθηκαν με την αίτηση της αναιρεσίβλητης.

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ν. 2882/2001, όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3193/2003, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζονται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου".

Η διάταξη αυτή δεν καθιερώνει αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, έτσι ώστε να θεωρείται, ότι παραβιάζεται στην περίπτωση, που το δικαστήριο δεν θα τα λάβει υπόψη ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια, παρά μόνο παρέχει οδηγίες, για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία και επιτρέπει στο δικαστήριο να λάβει υπόψη γι' αυτό το σκοπό, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", κάθε πρόσφορο κατά την ανέλεγκτη κρίση του συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα.

Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 596/2020, 763/2020, 169/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 814/2017, ΑΠ 295/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 343/2020, ΑΠ 166/2020).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: "Με την 1076788/5251/Δ0010/28-8-2009 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 443/7-9-2009 και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στον τόμο 955 και ...25, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπέρ και με δαπάνες της "Ο.Σ.Κ.

Α.Ε." (στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως οιονεί καθολική διάδοχος η αιτούσα - καθ' ης "...."), και ειδικότερα για την ανέγερση διδακτηρίου του 1ου ΕΠΑΛ και του 1ου ΕΠΑΣ Ασπροπύργου, έκτασης συνολικού εμβαδού 9.058,02 τ.μ. στο Ο.Τ. 294 του Δήμου Ασπροπύργου. Η απαλλοτριούμενη έκταση και τα επικείμενα αυτής εικονίζονται στο από Δεκεμβρίου 2008 και με αρ.

σχεδίου 1607Α κτηματολογικό διάγραμμα - πίνακα που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Α. Κ. και θεώρησε η προϊσταμένη της Δ/νσης Προγραμματισμού και Γηπέδων της Ο.Σ.Κ. Α.Ε. Δ. Κ. ... Σύμφωνα με το κτηματολογικό διάγραμμα - πίνακα η απαλλοτριούμενη έκταση αποτελείται από 9 ιδιοκτησίες και ειδικότερα: Α) ... B) Την με ...

ιδιοκτησία, εμβαδού 1560 τ.μ., με φερόμενους ιδιοκτήτες τους Σ. χήρα Γ. Π., Ι. Π., Α. Π. και επικείμενα πέντε ελαιόδεντρα. Γ) Την με ... ιδιοκτησία, εμβαδού 1560 τ.μ., με φερόμενη ιδιοκτήτρια την Μ. σύζ. Α. Η. και επικείμενο μία συκιά. Δ) Την με ... ιδιοκτησία, εμβαδού 1560 τ.μ., με φερόμενους ιδιοκτήτες τους Σ. χήρα Γ. Π., Ι. Π.

και Α. Π. και επικείμενα δεκαεννέα ελαιόδεντρα. Ε)... Στ) Την με αριθμό 6 ιδιοκτησία, εμβαδού 852,42 τ.μ., με φερόμενους ιδιοκτήτες τους Σ. χήρα Γ. Π., Ι. Π., Α. Π., Δ. Π., Μ. χήρα Ι. Π., Β. Π. και Ε. Π. και επικείμενα συρματόπλεγμα 52,15 μ.μ., έντεκα ελαιόδεντρα, τρεις λεμονιές και τρεις μουριές. Ζ)...Η)... Θ)... Η απαλλοτριούμενη έκταση βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο του ..., στη θέση "...", σε απόσταση περίπου χιλιομέτρου από το κέντρο της πόλης, εντός του σχεδίου πόλης και συγκεκριμένα στο Ο.Τ. 294, το οποίο περιβάλλεται από τις ... (...) που είναι διανοιγμένη και ασφαλτοστρωμένη και τρεις αδιάνοικτες ανώνυμες οδούς.

Τα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν έχουν συντελεστή δόμησης 1,2 και κάλυψης 40%, είναι αγροτικής φύσης, καλυπτόμενα κυρίως από ελαιόδεντρα... Γειτνιάζουν με ανοικτό, μη διευθετημένο ρέμα που βαίνει παραπλεύρως με αυτά σε απόσταση από το νοτιοανατολικό άκρο περίπου 20 μέτρων. Η περιοχή είναι οικιστικά και πολεοδομικά αδιαμόρφωτη, είναι ωστόσο ενταγμένη σε όλα τα δίκτυα κοινής ωφελείας πλην της αποχέτευσης και συνδέεται σε κοντινή απόσταση (50μ.) με τον Δυτικό Περιφερειακό ..., όπου υπάρχει αστική συγκοινωνία και καταστήματα και μέσω του οποίου είναι δυνατή η πρόσβαση σε άλλες σημαντικές οδικές αρτηρίες (... [απέχει περί τα 400 μέτρα], Ε.Ο. ...) και στο κέντρο του Δήμου.

Γύρω από τα ακίνητα υπάρχουν αρκετά ελεύθερα αγροτεμάχια, αγροτικές εκτάσεις, βιομηχανικά κτίρια και ελάχιστες παλαιές ισόγειες κατοικίες. Γενικότερα η όλη περιοχή του Ασπροπύργου λόγω των βιομηχανικών μονάδων βαριάς όχλησης που έχουν εγκατασταθεί εκεί (όπως διυλιστήρια, τσιμεντοβιομηχανίες) εμφανίζει έντονα προβλήματα ρύπανσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος.

Η Επιτροπή της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Αττικής του Υπουργείου Οικονομικών στις από 6-11-2015 και 22-10-2015 εκθέσεις εκτίμησης αξίας του άρθρου 15 παρ. 3 ν. 2882/2001 προσδιόρισε την αγοραία αξία των εδαφικών εκτάσεων των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν στο ποσό των 114,60 ευρώ ανά τ.μ. ... Είχαν προηγηθεί η με αριθ.

πρωτ. 3047/21-10-2013 βεβαίωση της Κτηματικής Υπηρεσίας Δυτικής Αττικής η οποία προσδιόρισε την αντικειμενική αξία των απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών στο ποσό των 111,39 ευρώ ανά τ.μ. και η με αριθ. πρωτ. 4048/13-1-2010 βεβαίωση της ίδιας υπηρεσίας που προσδιόρισε την αντικειμενική αξία στο ποσό των 123,80 ευρώ ανά τ.μ. για τις ιδιοκτησίες με αριθμούς 1, 5, 6 και 9 και στο ποσό των 114,60 ευρώ ανά τ.μ.

για τις ιδιοκτησίες με αριθμούς 2, 3, 4, 7 και 8. Οι δικαιούχοι αιτούντες - ασκούντες αντίθετες αιτήσεις και παρεμβαίνοντες ζητούν να προσδιοριστεί η τιμή μονάδος αποζημίωσης για την εδαφική έκταση στο ποσόν των 600 ευρώ ανά τ.μ., ενώ η υπόχρεη προς πληρωμή αιτούσα - ασκούσα αντίθετες αιτήσεις Κτηριακές Υποδομές Α.Ε.

ζητεί να προσδιοριστεί η τιμή μονάδας σε 75 ευρώ ανά τ.μ. για τις ιδιοκτησίες με αριθμούς 1, 5, 6, 9 [γωνιακές] και σε 70 ευρώ ανά τ.μ. για τις ιδιοκτησίες 2, 3, 4, 7 και 8 [μεσαίες], με την επισήμανση ότι στην αίτησή της (την από 19-10-2012 με αριθμό κατάθεσης Β.Α.Β. 712/23-10-2012) ζητούσε το προσδιορισμό της τιμής μονάδας στα ποσά των 110 ευρώ και 100 ευρώ ανά τ.μ.

αντίστοιχα, αίτημα όμως που περιόρισε με δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και με τις προτάσεις της. Οι μάρτυρες των δικαιούχων Κωνσταντίνος Τσίγκος και Χρυσόστομος Πούλιος προσδιορίζουν την εμπορική αξία του εδάφους στο ποσό των 450 - 500 ευρώ ανά τ.μ.

ο πρώτος και στο ποσό των 500 ευρώ ανά τ.μ. για την ιδιοκτησία με αριθ. 7 ο δεύτερος αναφερόμενος στην από 24-10-2015 τεχνική έκθεση. Ο μάρτυρας της υπόχρεης .... προσδιορίζει την εμπορική αξία του εδάφους στο ποσό των 90 ευρώ ανά τ.μ. (40% μειωμένη σε σχέση με την αντικειμενική αξία την οποία προσδιορίζει σε 150 ευρώ ανά τ.μ.).

Επίσης προσκομίζονται τεχνικές εκθέσεις (όχι από ανεξάρτητους και πιστοποιημένους εκτιμητές) και συγκεκριμένα από την πλευρά των δικαιούχων: 1) η από 22-10-2015 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ελευθερίου Λιάκου με την οποία προσδιορίζεται η εμπορική αξία του εδάφους της υπ' αριθ. 1 ιδιοκτησίας στο ποσό των 750 ευρώ ανά τ.μ., 2) η από 22-10-2015 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ιωάννη Καραμπούλα με την οποία προσδιορίζεται η εμπορική αξία του εδάφους των υπ' αριθ. 1, 5 και 6 ιδιοκτησιών στα ποσά των 600 ευρώ έως 750 ευρώ ανά τ.μ.

και 3) η από 27-10-2015 τεχνική έκθεση του μηχανικού Κωνσταντίνου Τσίγκου με την οποία προσδιορίζεται η εμπορική αξία του εδάφους στο ποσό των 450 ευρώ κατ' ελάχιστο και στο ποσό των 500 ευρώ ανά τ.μ. το μέγιστο, ενώ από την πλευρά της υπόχρεης .... η από 20-10-2015 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού και υπαλλήλου αυτής Θεόδωρου Ηλιόπουλου με την οποία προσδιορίζεται η εμπορική αξία του εδάφους στο ποσό των 70 ευρώ ανά τ.μ.

για τις ιδιοκτησίες υπ' αριθ. 2, 3, 4, 7 και 8 και στο ποσό των 75 ευρώ ανά τ.μ. για τις ιδιοκτησίες υπ' αριθ. 1, 5, 6 και 9. Με την ανωτέρω 559/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με κρίσιμο χρόνο την 20-1-2012 η προσωρινή τιμή προσδιορίστηκε στο ποσό των 320 ευρώ ανά τ.μ. για τις ιδιοκτησίες υπ' αριθ. 1, 5, 6 και 9 και στο ποσό των 340 ευρώ ανά τ.μ.

για τις ιδιοκτησίες υπ' αριθ. 2, 3, 4 και 7. Οι δικαιούχοι προσκομίζουν και επικαλούνται ως συγκριτικά στοιχεία: 1) την 594/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης ακινήτου στην περιοχή "Παραλία" Ασπροπύργου στο ποσό των 300 ευρώ ανά τ.μ. με κρίσιμο χρόνο την 13-1-2015.

Η ανωτέρω απόφαση δεν αποτελεί πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο καθόσον δεν προκύπτει ότι η ως άνω τιμή έχει καταστεί οριστική. 2) την 68/17-2-2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης ακινήτων στην περιοχή "Φούσα" Ασπροπύργου, με κρίσιμο χρόνο την 18-12-2009, στο ποσό των 300 ευρώ ανά τ.μ..

Η καθορισθείσα τιμή κατέστη οριστική, όπως προκύπτει από το 1167/1-2-2011 πιστοποιητικό του Εφετείου Αθηνών. Η ανωτέρω απόφαση δεν αποτελεί πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο καθόσον αφορά εντελώς διάφορη περιοχή. 3) το 837/10-7-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Σωτηρίας Δέδε, δυνάμει του οποίου οικόπεδο στη θέση "Παραλία" Ασπροπύργου, εμβαδού 405,39 τ.μ., πωλήθηκε αντί 197.000 ευρώ, δηλαδή αντί 485,95 ευρώ ανά τ.μ., 4) το 928/16-10-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Σωτηρίας Δέδε, δυνάμει του οποίου οικόπεδο στη θέση "Βελανίδια Πανούση Αντώνη" Ασπροπύργου, εμβαδού 5.496,80 τ.μ., πωλήθηκε αντί 1.642.270,58 ευρώ, δηλαδή αντί 298,76 ευρώ ανά τ.μ..

Οι ανωτέρω δύο υπ' αριθ. 3 και 4 συμβολαιογραφικές πράξεις δεν αποτελούν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία καθόσον αφορούν πωλήσεις σε χρόνο πριν την οικονομική κρίση που ενέσκηψε στη χώρα από τα τέλη του 2009 και η οποία είχε ως συνέπεια την πτώση της τιμής των ακινήτων. 5) το 18.667/4-2-2015 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Κολοβού, δυνάμει του οποίου δυο συνεχόμενα αγροτικά ακίνητα εμβαδού 5.000,02 τ.μ.

και 5.516,58 τ.μ. (το δεύτερο με το σε αυτό βιοτεχνικό κτίριο 2.141,21 τ.μ.) στη θέση "Λάκκο Κάτσαρη" Ασπροπύργου, πωλήθηκαν αντί 1.900.000 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 500.000 ευρώ αφορά το πρώτο ακίνητο και ποσό 1.400.000 ευρώ αφορά το δεύτερο ακίνητο με τον επ' αυτού βιοτεχνικό χώρο (550.000 ευρώ για το γήπεδο και 850.000 ευρώ για τον βιοτεχνικό χώρο), δηλαδή αντί 104,60 ευρώ ανά τ.μ.

για το έδαφος, 6) το 2677/24-11-2011 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Σωτηρίας Δέδε, δυνάμει του οποίου αγροτεμάχιο στη νοτιοδυτική περιφερειακή οδό - Αγία Παρασκευή Ασπροπύργου, εμβαδού 1.632 τ.μ., πωλήθηκε αντί 250.512 ευρώ, δηλαδή αντί 153,50 ευρώ ανά τ.μ., 7) το 9421/25-8-2014 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Καμπόλη - Γαλαντόμη, δυνάμει του οποίου αγροτεμάχιο στη θέση "Αγία Παρασκευή" Ασπροπύργου, εμβαδού 1.637,50 τ.μ., πωλήθηκε αντί 115.000 ευρώ, δηλαδή αντί 70,22 ευρώ ανά τ.μ., 8) την 5115/16-4-2009 σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Καμπόλη - Γαλαντόμη δυνάμει της οποίας οικοπεδούχοι ανήγειραν με το σύστημα αντιπαροχής πολυκατοικία στο Ο.Τ. 35 του ….., επί οικοπέδου εμβαδού 699,03 τ.μ., παρακρατώντας για τον εαυτό τους ποσοστό 518/1000.

Από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και τα υπόλοιπα μη ειδικώς μνημονευόμενα, συνεκτιμώμενα ανάλογα με την τοπική και χρονική προσφορότητά τους, προκύπτει ότι κατά τον κρίσιμο για την εκτίμηση χρόνο, που είναι ο χρόνος της συζήτησης των αιτήσεων και των αντιθέτων αυτών αιτήσεων και της παρέμβασης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (27-10-2015), αφού από το χρόνο της συζήτησης της αίτησης για την προσωρινή αποζημίωση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (20-1-2012) μέχρι το χρόνο της συζήτησης για την οριστική αποζημίωση παρήλθε έτος, η πραγματική αξία της εδαφικής έκτασης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες και χωρίς να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους λόγω της εξαγγελίας ή της κήρυξης της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης του έργου για το οποίο έγινε και, κατά συνέπεια, η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορούν να αντικατασταθούν τα απαλλοτριωθέντα με άλλα ισάξια (...), ανέρχεται στο ποσό των εκατόν πενήντα (150) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο...".

Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, προέβη στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 150 ευρώ/τ.μ. για τις εδαφικές εκτάσεις των ακινήτων των αναιρεσειόντων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, ως αγροτικών ακινήτων που έχουν δευτερευόντως οικοπεδική αξία, αφού εξέθεσε, ότι τα ακίνητα αυτά είναι αγροτικής φύσης, καλυπτόμενα κυρίως από ελαιόδενδρα, είναι όμως και εντός σχεδίου πόλης, με συντελεστή δόμησης 1,2 και κάλυψης 40%, γεγονός από το οποίο ευχερώς συνάγεται, ότι είναι άρτια και οικοδομήσιμα, δεχόμενο περαιτέρω ότι η αντικειμενική αξία τους ανέρχεται σε 150 ευρώ/τ.μ, ότι το Ο.Τ. 294, στο οποίο ανήκουν, περιβάλλεται από μια διανοιγμένη και ασφαλτοστρωμένη οδό και τρεις αδιάνοικτες ανώνυμες οδούς, ότι η απαλλοτριωθείσα περιοχή είναι ενταγμένη σε όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, πλην της αποχέτευσης, ότι συνδέεται σε κοντινή απόσταση (50μ.) με τον Δυτικό Περιφερειακό ..., όπου υπάρχει αστική συγκοινωνία και καταστήματα και μέσω του οποίου είναι δυνατή η πρόσβαση σε άλλες σημαντικές οδικές αρτηρίες, καθώς και ότι γύρω από τα ένδικα ακίνητα υπάρχουν αρκετά ελεύθερα αγροτεμάχια, αγροτικές εκτάσεις, βιομηχανικά κτίρια και ελάχιστες παλαιές ισόγειες κατοικίες.

Ως εκ τούτου, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη, αφενός μεν ο χαρακτήρας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και η κατά προορισμό χρήση τους, καθώς και η χρήση των ακινήτων της ευρύτερης περιοχής, αφετέρου δε τα πολεοδομικά δεδομένα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, αλλά και η προσβασιμότητά τους στο οδικό δίκτυο, ενώ οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν συγκεκριμένα, ότι άλλα, πέραν των ανωτέρω, στοιχεία, προσδιοριστικά της αξίας των ένδικων ακινήτων, παρότι πράγματι υπήρχαν, εντούτοις δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο.

Άλλωστε, η παραδοχή, ότι δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα η διάνοιξη των τριών από τις τέσσερις οδούς του Ο.Τ., ότι τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα γειτνιάζουν με ανοικτό, μη διευθετημένο ρεύμα, ότι παραμένει κυρίαρχη η αγροτική φύση των ενδίκων ακινήτων και ότι στη γύρω περιοχή υπάρχουν ελάχιστες κατοικίες, καθιστά αυτήν (περιοχή) οικιστικά και πολεοδομικά αδιαμόρφωτη.

Ενόψει τούτων, κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν 2882/2001. Εξάλλου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον χαρακτηρισμό των απαλλοτριουμένων, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης και έτσι δεν στερείται αυτή νόμιμης βάσης.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, που αποδίδονται με το 2ο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος του 1975 "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2.

Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο 2 του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ. γ'), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του.

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ής Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α' 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ει μη δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσης, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ. α' της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β' της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό (παράγραφος 2, απόφαση του ΕΔΔΑ της 23-9-1982 SPORRONG AND LONNROTH v.

SWEDEN). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων (απόφαση του ΕΔΔΑ της 24-6-1993, Π. κατά Ελλάδος) επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.

Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου, του χρόνου της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της. Η νέα ρύθμιση του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας.

Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ. γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.

Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν 2882/2001 (ΦΕΚ Α' 17/6.2.2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν 2985/2002 (ΦΕΚ Α' 18/4.2.2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου).

Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη διάταξη ορίζεται ότι "η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό (ΟλΑΠ 2/2015, ΟλΑΠ 14/2011, ΑΠ 340/2020) ", ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 13 του Ν 2882/2001 "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη".

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 3ο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο έλαβε υπόψη μειωτικά της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων στοιχεία, που οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στην ίδια την πράξη απαλλοτρίωσης και στις συνέπειες, που αυτή καθεαυτή έχει επιφέρει στην αξία των ακινήτων, λόγω της δέσμευσης, εξαιτίας της αυτής πράξης (απαλλοτρίωσης), της όλης περιοχής και συνακόλουθα των ακινήτων επί 45 και πλέον έτη και της μη αξιοποίησης και ανάπτυξης τόσο της περιοχής όσο και των ενδίκων ακινήτων κατά τη φύση τους και τον προορισμό τους ως αστικών κατοικιών.

Εντούτοις, με βάση τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης, η ένδικη πράξη απαλλοτρίωσης του Ο.Τ. 294 δημοσιεύθηκε το έτος 2009 και, επομένως, έκτοτε δεν λαμβάνεται υπόψη οποιαδήποτε μεταβολή της αξίας των απαλλοτριουμένων και μόνο εξαιτίας της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη.

Άλλωστε, η προγενέστερη της πράξης απαλλοτρίωσης -και δη- πολυετής δέσμευση τόσο των ένδικων ακινήτων όσο και αυτών της ευρύτερης περιοχής, όπως όλως αορίστως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, πέραν του ότι αφορά σε προηγούμενα της πράξης απαλλοτρίωσης περιστατικά, σε κάθε περίπτωση, ουδόλως έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη, ότι έλαβε χώρα (πολυετής δέσμευση), ενώ η φύση, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και ο προορισμός των απαλλοτριωθέντων ακινήτων κρίθηκαν σε συνδυασμό με τα οικιστικά και πολεοδομικά χαρακτηριστικά των γύρω από αυτά ακινήτων, τα οποία δεν απαλλοτριώθηκαν.

Επομένως, το Εφετείο με την ανωτέρω κρίση του δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 και του Ν 2882/2001 και ο 3ος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ.

ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθούν οι 1η, 2η, 3ος και 4ος αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και οι 5η και 6ος αναιρεσείοντες λόγω της παραίτησής τους από το δικόγραφο της αναίρεσης (άρθρα 188 παρ. 1 και 192 του ΚΠολΔ) στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 19-01-2017 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 33/20-01-2017) για αναίρεση της 201/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους 5η, 6ο και 7ο αναιρεσείοντες.

Απορρίπτει την από 19-01-2017 αίτηση αναίρεσης, ως προς τους 1η, 2η, 3ο και 4ο αναιρεσείοντες.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους 1η έως και 6ο αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ