Supreme Court allows appeal against railway safety duty allocation, remanding case for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding railway safety duties. The appellant argued that the railway operator failed to justify its parallel obligation to install safety measures at level crossings. The Court accepted this argument, finding the lower court's reasoning insufficient, and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure: When a lower court fails to adequately justify a party's concurrent legal obligations, the appellate court may accept the appeal and remand the case for further trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1202 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1202/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Απαλαγάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ζιάγκα και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 13-5-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου κατόπιν απορρόφησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΥΠΟΔΟΜΗΣ ΑΕ", η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2009 αγωγή προσώπων μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 28-3-2010 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα (εξ αναγωγής) αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις από 8-9-2010 αγωγή και από 5-9-2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα (εξ αναγωγής) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και της ανώνυμης εταιρείας "ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΥΠΟΔΟΜΗΣ ΑΕ" (στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει η "ΟΣΕ ΑΕ").
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2011 μη οριστική και 388/2013, όπως το διατακτικό αυτής συμπληρώθηκε με την 786/2013, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2018 αίτησή της και τους από 3-2-2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση η από 20-3-2018 (αριθμ. καταθ. 30/4-5-2018) αίτηση και ο από 3-2-2020 (αριθμ. καταθ. 15/3-2-2020) πρόσθετος λόγος αυτής που ασκήθηκε παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 του ΚΠολΔ, για αναίρεση της 251/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του ισχύοντος τότε άρθρου 681 Α του ΚΠολΔ. Τα δικόγραφα αυτά πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία.
Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ, να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει, ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατόν να προκύψει ζημία σε τρίτους.
Ο αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας ,υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που έγινε. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, ο καθορισμός όμως της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικά.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2671/1998 " Ρύθμιση θεμάτων του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και άλλες διατάξεις" όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 του ν. 3891/2010, ο ΟΣΕ είναι ο αποκλειστικός διαχειριστής της σιδηροδρομικής υποδομής της Χώρας. Με το άρθρο 5 παρ. 1 και 4 του π.δ. 41/2005 "Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τις Οδηγίες 91/440/ΕΟΚ και 95/18/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκαν με τις οδηγίες 2001/12/ΕΚ και 2001/13/ΕΚ, αντιστοίχως και της οδηγίας 2001/14/ΕΚ, για την ανάπτυξη των Κοινοτικών σιδηροδρόμων, κλπ", όπως ίσχυε (κατά τον κρίσιμο χρόνο του ένδικου ατυχήματος) πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 3891/2010 και την κατάργησή του με το άρθρο 60 παρ. 1 του ν. 4408/2016, ορίστηκε ότι, εντός οκτώ μηνών από την έναρξη ισχύος του ίδιου π.δ., ο ΟΣΕ ιδρύει α) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εθνικός Διαχειριστής Σιδηροδρομικής Υποδομής Α.Ε Ε.ΔΙ.Σ.Υ." που ασκεί κατ' αποκλειστικότητα τη διαχείριση και εκμετάλλευση της Εθνικής Σιδηροδρομικής Υποδομής και είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση, εκμετάλλευση και συντήρηση της Εθνικής Σιδηροδρομικής Υποδομής, καθώς και τη διαχείριση των συστημάτων ελέγχου και ασφάλειας της υποδομής και β) μία ή περισσότερες ανώνυμες εταιρείες, στις οποίες εκχωρούνται τα δικαιώματα παροχής μεταφορικών υπηρεσιών επιβατών και φορτίου.
Έτσι, στο πλαίσιο εναρμόνισης της ελληνικής σιδηροδρομικής νομοθεσίας με την αντίστοιχη κοινοτική και προκειμένου να επέλθει διαχωρισμός της διαχείρισης της σιδηροδρομικής υποδομής από τη μεταφορική δραστηριότητα, ιδρύθηκαν στις 19-12-2005, ως θυγατρικές του ΟΣΕ, οι ανώνυμες εταιρείες "Εθνικός Διαχειριστής Σιδηροδρομικής Υποδομής Α.Ε Ε.ΔΙ.Σ.Υ." η οποία το έτος 2010 συγχωνεύθηκε με τον ΟΣΕ δι' απορροφήσεώς της και η αναιρεσείουσα, "ΤΡΑΙΝΟΣΕ-ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με σκοπό, εκτός των άλλων, την παροχή υπηρεσιών έλξης για τη σιδηροδρομική μεταφορά εμπορευμάτων και επιβατών και την ανάπτυξη, οργάνωση και εκμετάλλευση αστικών, προαστιακών, περιφερειακών, υπεραστικών και διεθνών επιβατικών και εμπορευματικών σιδηροδρομικών μεταφορών (Η καταχώρησή τους στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 12948/20-12-2005, τ.
ΑΕ και ΕΠΕ). Εξάλλου, στο άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) ορίζεται ότι στις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις χωρίς κινητά φράγματα, η φωτεινή σηματοδότηση τοποθετείται πλησίον της διάβασης και επί του αυτού ιστού (τοποθετείται) η πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (Ρ-2) σε συνδυασμό με τις πινακίδες Κ-36 ή K-37, ενώ στο άρθρο 10 παρ. 1 και 5 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όποιος έχει τις κατά το νόμο αυτό αρμοδιότητες ή την εξουσία επί του πράγματος επί του οποίου διεξάγεται δημόσια κυκλοφορία, υποχρεούται να λαμβάνει κάθε μέτρο, ώστε από τη δημόσια κυκλοφορία να μην δημιουργείται κίνδυνος ή ζημία τρίτων προσώπων ή άλλων έννομων αγαθών (παρ. 1).
Για τη μελέτη, εγκατάσταση και συντήρηση των κάθε είδους σηματοδοτών, ηχητικών συσκευών ή κινητών φραγμάτων σε ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις, αρμόδιες είναι οι υπηρεσίες του φορέα εκμετάλλευσης. Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι ο φορέας εκμετάλλευσης του σιδηροδρομικού δικτύου οφείλει να τοποθετεί σε όλες τις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις κινητά φράγματα, ηχητικές συσκευές και επίσης να σημαίνει τις χωρίς κινητά φράγματα ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις με φωτεινή σηματοδότηση, η οποία πρέπει να τοποθετείται πλησίον και πριν από τη διάβαση, ενώ πάνω στον ίδιο ιστό οφείλει να τοποθετεί ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (Ρ-2) σε συνδυασμό με τις πινακίδες αναγγελίας κινδύνου Κ-31, Κ-32, Κ-33, Κ-34, Κ-35, Κ-36, Κ-37, κατά περίπτωση.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν, ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: α) Oι ενάγοντες Κ. Κ., Π. Φ., Η. Φ., Β. Φ., Κ. Φ. και Ζ. Κ. (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη), με την από 9-10-2009 κυρία αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας κατά των αναιρεσιβλήτων, ζήτησαν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του μέλους της οικογένειάς τους Δ.
Φ., μηχανοδηγού, κατά τη σύγκρουση της αμαξοστοιχίας IC …, που οδηγούσε, με το … ΙΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο (επίσης θανατωθείς) Β. Σ., ανήκε στην κυριότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου Α. Μ., από τον οποίο είχε προστηθεί στην οδήγηση και ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Α.Ε.Ζ.", που έγινε στις 6-9-2008 υπό τις σ' αυτή αναφερόμενες συνθήκες, β) Ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Α.
Μ., με το από 28-3-2010 δικόγραφό του, αφού ισχυρίστηκε ότι συνυπαίτιες του παραπάνω ατυχήματος είναι, για τους σ' αυτό εκτιθέμενους λόγους, οι προσεπικαλούμενες, "ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΥΠΟΔΟΜΗΣ Α.Ε." (Ε.ΔΙ.Σ.Υ. Α.Ε.) και "ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ-ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (αναιρεσείουσα), κατά ποσοστό 95%, προσεπικάλεσε αυτές να παρέμβουν προσθέτως υπέρ αυτού στη δίκη που ανοίχτηκε με την πιο πάνω κυρία αγωγή.
Στο ίδιο δικόγραφο σώρευσε και παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία ζήτησε, σε περίπτωση ήττας του ως εναγομένου στην κυρία αγωγή, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρον 95% κάθε ποσού που αυτός υποχρεωθεί να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα και γ) Η ανώνυμη εταιρεία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΥΠΟΔΟΜΗΣ Α.Ε." και η αναιρεσείουσα "ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ-ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με την από 8-9-2010 κυρία αγωγή τους προς το ίδιο Δικαστήριο, αφού ισχυρίστηκαν ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος είναι ο οδηγός του ….
φορτηγού αυτοκινήτου Β. Σ., ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, του πρώτου ως ιδιοκτήτη του ζημιογόνου φορτηγού και προστήσαντος τον οδηγό του και της δεύτερης ως καλύπτουσας ασφαλιστικά την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του έναντι τρίτων, να καταβάλουν αποζημίωση για τις ζημιές που προκλήθηκαν στο σιδηροδρομικό δίκτυο η πρώτη και το τροχαίο υλικό η δεύτερη, ποσού 15.429,92 και 975.327,08 ευρώ αντίστοιχα.
Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η 94/2011 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που διέταξε τεχνική πραγματογνωμοσύνη και στη συνέχεια η 388/2013 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκαν συνυπαίτιοι του ατυχήματος ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου κατά ποσοστό 20% και η αναιρεσείουσα και η εταιρεία "Ε.ΔΙ.Σ.Υ.
ΑΕ" κατά ποσοστό 80%, οι δε αγωγές έγιναν δεκτές εν μέρει, ενώ, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων εκ μέρους της αναιρεσείουσας, της ανώνυμης εταιρείας "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας "Ε.ΔΙ.Σ.Υ. ΑΕ" και του πρώτου αναιρεσιβλήτου Α. Μ., εκδόθηκε η προσβαλλομένη, 251/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που έκρινε ομοίως με το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις.
Ειδικότερα το Εφετείο, ως προς τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και τη συνυπαιτιότητα της αναιρεσείουσας δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Στις 6 Σεπτεμβρίου 2008 και περί ώρα 20.22 στη μονή σιδηροδρομική γραμμή Λάρισας-Βόλου και στη θέση 07+750 σε σημείο που αυτή διασταυρώνεται με ανώνυμη αγροτική οδό συνέβη θανατηφόρο ατύχημα που προκλήθηκε από τη σύγκρουση της κινούμενης επιβατικής αμαξοστοιχίας με το με αριθμό … φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Β.
Σ., προστηθείς στην οδήγηση αυτού από τον ιδιοκτήτη του φορτηγού αυτοκινήτου Α. Μ. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΑΖ". Από τη σύγκρουση αυτή τραυματίστηκαν θανάσιμα τόσο ο οδηγός της αμαξοστοιχίας Δ. Φ. όσο και ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου Β.
Σ.. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο η αμαξοστοιχία intercity (ic-…) εκτελούσε τακτικό δρομολόγιο από Αθήνα προς Βόλο. Μηχανοδηγός της ήταν ο Δ. Φ., υπάλληλος ΟΣΕ. Στη χιλιομετρική θέση 7,750 (Λάρισας-Βόλου) της σιδηροδρομικής γραμμής αυτή τέμνεται πλαγίως με ανώνυμη οδό από άσφαλτο (παράδρομο της Εθνικής Οδού), μέσω της οποίας εξυπηρετούνται οι κάτοικοι της περιοχής και κυρίως οι παραγωγοί αγροτικών προϊόντων της περιοχής.
Η σιδηροδρομική γραμμή τέμνεται με τη Νέα Εθνική Οδό, η οποία διέρχεται πάνω από τη γέφυρα σε σημείο 403 μέτρων πριν από τη διάβαση. Μετά τη γέφυρα και μέχρι την ισόπεδη διάβαση η σιδηροδρομική γραμμή και η ανώνυμη οδός βαίνουν σχεδόν παράλληλα (η οδός βρίσκεται στα δεξιά της αμαξοστοιχίας όπως αυτή κινείται προς Βόλο) και κατόπιν η οδός διαγράφουσα σχεδόν ορθή γωνία, στρέφεται προς τα αριστερά (ως προς την ίδια κατεύθυνση της αμαξοστοιχίας από Λάρισα προς Βόλο) και διέρχεται από τη σιδηροδρομική γραμμή.
Τα επί της ανώνυμης οδού κινούμενα οχήματα και η επί της σιδηροδρομικής γραμμής προερχόμενη από Λάρισα αμαξοστοιχία δεν είναι εκατέρωθεν ορατά πριν η αμαξοστοιχία περάσει τη γέφυρα. Δημιουργείται λοιπόν μία ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση η οποία παραμένει αφύλακτη χωρίς κινητά φράγματα. Και η μόνη προειδοποίηση που υπήρχε για την ύπαρξη αφύλακτης διάβασης ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος πριν από τη διάβαση μία χιαστί πινακίδα λευκού χρώματος δυσανάγνωστη, φθαρμένη και μη φωσφορίζουσα με την επιγραφή "προσοχή τραίνα".
Ενώ θα έπρεπε να είχαν τοποθετηθεί από τις εταιρείες "ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΥΠΟΔΟΜΗΣ ΑΕ" και "ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΑΕ" οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1ε και 8 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999) ερυθροί φωτεινοί σηματοδότες και προειδοποιητικές πινακίδες επί σιδηροδρομικών διαβάσεων χωρίς κινητά φράγματα Κ-32 (κίνδυνος λόγω ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης χωρίς κινητά φράγματα), Ρ-2 (υποχρεωτική διακοπή πορείας), Κ-33, 34 και 35 (επαναληπτικές πινακίδες που δηλώνουν την προσέγγιση στην ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση) και Κ-36 (κίνδυνος λόγο άμεσης γειτονίας ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης χωρίς κινητά φράγματα μονής σιδηροδρομικής γραμμής).
Πινακίδες των ανωτέρω τύπων τοποθετήθηκαν μόλις το 2011, αφού προηγήθηκε και άλλο ατύχημα στην ίδια θέση και το θέμα της φύλαξης έλαβε δημοσιότητα στον τοπικό τύπο...Κατά την προαναφερόμενη ημέρα και ώρα το υπ' αριθμ. … φορτηγό...εκινείτο επί της ανώνυμης οδού, κατευθυνόμενο από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της αμαξοστοιχίας.
Το φορτηγό ήταν φορτωμένο με βιομηχανική ντομάτα, συνολικού βάρους 330.000 κιλών...και επιχείρησε να διέλθει από την αφύλακτη ισόπεδη διάβαση. Παράλληλα η ως άνω αμαξοστοιχία κινούμενη με κατεύθυνση προς Βόλο και με ταχύτητα 130 χιλιομέτρων ανά ώρα περίπου προσέγγιζε την ως άνω αφύλακτη ισόπεδη διάβαση...Όταν εξήρχετο με την ως άνω ταχύτητα από τη γέφυρα της Νέας Εθνικής Οδού, ο μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας Δ.
Φ. και ο εκτελών χρέη προϊσταμένου Ι. Α. αντιλήφθηκαν να εισέρχεται στην ισόπεδη διάβαση το φορτηγό. Επειδή ήταν φορτωμένο και οι γραμμές του τραίνου προεξέχουν κατά 6 εκατοστά του μέτρου πάνω από το έδαφος, η ταχύτητα του φορτηγού ήταν σχεδόν μηδενική...Ο μηχανοδηγός έκανε χρήση των ηχητικών σημάτων αλλά χωρίς αποτέλεσμα διότι το φορτηγό είχε ήδη εισέλθει στη διάβαση.
Τότε ο μηχανοδηγός...ενεργοποίησε την ακραία πέδη...όμως δεν κατέστη δυνατή η αποφυγή της σύγκρουσης...Η αμαξοστοιχία προσέκρουσε στο φορτηγό και το διέλυσε σε δύο τμήματα, τα οποία εκτινάχθηκαν εκατέρωθεν της σιδηροδρομικής γραμμής. Εξαιτίας της σύγκρουσης σκοτώθηκαν ο μηχανοδηγός του τραίνου Δ. Φ. και ο οδηγός του φορτηγού Β.
Σ....Ο οδηγός του φορτηγού επέδειξε αμελή συμπεριφορά, ως έμπειρος και κατ' επάγγελμα οδηγός φορτηγού οχήματος, διότι, αν και γνώριζε το συγκεκριμένο σημείο της αφύλακτης ισόπεδης διάβασης, αφού είχε ξαναπεράσει με το ίδιο φορτηγό από τη συγκεκριμένη διάβαση και γνώριζε τη διαμόρφωση και την επικινδυνότητα του χώρου, τη δυσκολία κίνησης του πλήρους φορτίου οχήματός του και τη σχετικώς μικρή ορατότητα του μηχανοδηγού και του ίδιου σε σχέση με τα τραίνα που κινούνται από Λάρισα προς Βόλο και ύστερα δεν επέδειξε την οφειλόμενη ιδιαίτερα αυξημένη προσοχή κατά τη διέλευση από τη σιδηροδρομική διάβαση (άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 2696/1999), με αποτέλεσμα να αποκλείσει τη πορεία της αμαξοστοιχίας.
Η αποδεδειγμένα αυξημένη ταχύτητα του τραίνου δεν επέδρασε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος...ο μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας...μέχρι την τελευταία στιγμή χρησιμοποιούσε τα ηχητικά σήματα (κόρνες) για να "αφυπνίσει" τον οδηγό του φορτηγού. Επομένως, οι ενστάσεις συνυπαιτιότητας του μηχανοδηγού της αμαξοστοιχίας...πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες...Στην επέλευση του ατυχήματος συντέλεσε και το πταίσμα των οργάνων της ανώνυμης εταιρείας "ΟΣΕ ΑΕ" (ως διαδόχου της πρώην ανώνυμης εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "Ε.ΔΙ.Σ.Υ Α.Ε." και επίσης της ανώνυμης εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.".
Οι δύο σιδηροδρομικές εταιρείες ευθύνονται για την αποζημίωση που αναλογεί στο ποσοστό της ευθύνης τους, διότι ανακύπτει παράλληλη ευθύνη των δύο αυτών εταιρειών (άρθρ. 926 ΑΚ), εξαιτίας των κατωτέρω αναφερομένων ζημιογόνων και υπαιτίων παραλείψεων των νομίμων εκπροσώπων τους. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η μεν ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." απορρόφησε από το έτος 2011 την αρχικώς εναγομένη ανώνυμη επίσης εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΥΠΟΔΟΜΗΣ Α.Ε.", στην αρμοδιότητα της οποίας περιλαμβανόταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, η διαχείριση των συστημάτων ελέγχου και ασφαλείας της σιδηροδρομικής υποδομής (άρθρα 2 παρ. 4, 5 παρ. 1 και 6 του Π.Δ. 41/2005, όπως ίσχυαν πριν το Π.Δ. 145/17-10-2008), η δε ανώνυμη εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε." παρείχε υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών και εμπορευμάτων.
Συνεπώς, η πρώτη εταιρεία (Ε.ΔΙ.Σ.Υ. Α.Ε. και ήδη Ο.Σ.Ε. Α.Ε.") ως φορέας εκμετάλλευσης ήταν, κατ' άρθρο 10 παρ. 5 του ν. 2696/1999, υπεύθυνη για τη μελέτη, εγκατάσταση και συντήρηση των κάθε είδους σηματοδοτών, ηχητικών συσκευών ή κινητών φραγμάτων στις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις αλλά και η δεύτερη εταιρεία, η οποία, κατά παραχώρηση του φορέα εκμετάλλευσης, είχε εξουσία επί του σιδηροδρομικού δικτύου, προς εκτέλεση της σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών και εμπορευμάτων, ήταν παραλλήλως υπεύθυνη για την λήψη παντός μέτρου προς αποφυγή δημιουργίας κινδύνου ή ζημίας τρίτων προσώπων και ιδιοκτητών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2696/1999.
Η βάσει των ανωτέρω νομοθετικών επιταγών παράνομη συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων των εναγομένων εταιρειών έγκειται κατά πρώτον στην παράλειψη εγκατάστασης κινητών φραγμάτων και αντιστοίχων σηματοδοτών πριν από τη συγκεκριμένη ισόπεδη διάβαση, οι οποίες θα προειδοποιούσαν εγκαίρως και χωρίς αμφιβολία τους οδηγούς των οχημάτων που κινούνταν στην ανώνυμη οδό για την επερχόμενη αμαξοστοιχία και έτσι θα απέτρεπαν αποτελεσματικά την είσοδο οχημάτων στην ισόπεδη διάβαση.
Η τοποθέτηση τέτοιων κινητών φραγμάτων στη θέση του ατυχήματος θα είχε αποτρέψει τη σύγκρουση και ήταν το πλέον πρόσφορο μέτρο ασφαλείας, ενόψει των συνθηκών της συγκριμένης περίπτωσης, διότι αναφέρθηκε ήδη ότι η ορατότητα των οδηγών οχημάτων επί της ανώνυμης οδού και των μηχανοδηγών των αμαξοστοιχιών επί της σιδηροδρομικής γραμμής με προέλευση από Λάρισα περιορίζεται σε απόσταση 403 μέτρων μετά την έξοδο της αμαξοστοιχίας από τη γέφυρα της Νέας Εθνικής Οδού και δυσχεραίνεται ακόμη περισσότερο από την ύπαρξη φώτων επί της Εθνικής Οδού, τα οποία δυσχεραίνουν τους οδηγούς των οχημάτων επί της ανώνυμης οδού να διακρίνουν τα φώτα των αμαξοστοιχιών που εξέρχονται από τη γέφυρα και πλησιάζουν στην ισόπεδη διάβαση.
Εκτός από την τοποθέτηση κινητών φραγμάτων, η οποία είναι ασύμφορη για τον ΟΣΕ και δεν δικαιολογείται βάσει της πυκνότητας κυκλοφορίας οχημάτων στη συγκεκριμένη ισόπεδη διάβαση και σύμφωνα με τους κανονισμούς ασφαλείας του σιδηροδρομικού δικτύου, υπήρχε για τους υπευθύνους των δύο εταιρειών η δυνατότητα τοποθέτησης κατάλληλης σήμανσης επί της ανώνυμης οδού και πριν από τη διάβαση, όπως έγινε εκ των υστέρων (2011) ή έστω η θέσπιση ακόμη χαμηλότερου ορίου ταχύτητας σε σχέση με το ισχύον (100 χμ/ώρα), ώστε με αυτόν τον τρόπο να ελαχιστοποιηθεί η ορμή της αμαξοστοιχίας και να καταστεί ευχερέστερη η πέδηση προς αποφυγή σύγκρουσης.
Το μοναδικό μέτρο ασφαλείας που είχε στην πραγματικότητα ληφθεί στη συγκεκριμένη διάβαση ήταν η τοποθέτηση μιας πινακίδας μη συντηρημένης, φθαρμένης, δυσανάγνωστης, μη φωσφορίζουσας και γι' αυτό ακατάλληλης για συνθήκες νύχτας, χιαστί στο σχήμα ("Προσοχή στα τραίνα") αλλά μια τέτοια πινακίδα δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και κρίνεται ανεπαρκής, ιδίως για χρήστες της οδού που δεν γνώριζαν την ύπαρξη διάβασης (περίπτωση που όμως δεν συνέτρεξε στην κρινόμενη περίπτωση).
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, με βάση την αιτιώδη συμβολή που είχαν στην πρόκληση του ατυχήματος αφενός η υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οδηγού Β. Σ. και αφετέρου οι υπαίτιες παραλείψεις των δύο ανώνυμων εταιρειών σχετικώς με τη διαχείριση και εκμετάλλευση του σιδηροδρομικού δικτύου και τη συντήρηση των εγκαταστάσεων ασφαλείας, το ποσοστό ευθύνης μεταξύ του οδηγού του Α.
Μ. και των παρεμπιπτόντως εναγομένων ανωνύμων εταιρειών πρέπει να κατανεμηθεί αντιστοίχως σε 20% για τον οδηγό Β. Σ. και 80% για τις ανώνυμες εταιρείες...Ενώ αν είχαν ληφθεί τα ανωτέρω εξιδιασμένα προληπτικά μέτρα (τοποθέτηση σήμανσης και ιδίως κινητών φρακτών με ηχητική ειδοποίηση και εν πάση περιπτώσει κατάλληλης σήμανσης), είναι βέβαιο ότι το ατύχημα θα μπορούσε να συμβεί μόνο εξαιτίας βαρείας αμέλειας του οδηγού του φορτηγού".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 926 του ΑΚ και 10 παρ. 1 και 5 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), στις οποίες, κατά τις σχετικές παραδοχές, θεμελιώνεται η (παράλληλη προς την ανώνυμη εταιρεία "Ε.ΔΙ.Σ.Υ.
Α.Ε.") συνυπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και ως εκ τούτου στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η ανώνυμη εταιρεία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΥΠΟΔΟΜΗΣ Α.Ε.
Ε.ΔΙ.Σ.Υ." ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος, φορέας εκμετάλλευσης της σιδηροδρομικής υποδομής της Χώρας και αρμόδια για τη διαχείριση των συστημάτων ελέγχου και ασφάλειας αυτής και για το λόγο αυτό υπεύθυνη για τη μελέτη, εγκατάσταση και συντήρηση των κάθε είδους σηματοδοτών, πινακίδων σήμανσης, ηχητικών συσκευών και κινητών φραγμάτων στις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις και στην επίδικη, εν συνεχεία δέχεται ότι την ίδια υποχρέωση είχε και η αναιρεσείουσα, κατόπιν παραχώρησης από την προαναφερόμενη εταιρεία ("Ε.ΔΙ.Σ.Υ.
Α.Ε") της εξουσίας επί του σιδηροδρομικού δικτύου για την εκτέλεση σιδηροδρομικών μεταφορών, χωρίς όμως να διευκρινίζει εάν στην παραχώρηση αυτή περιλαμβανόταν και η αρμοδιότητα λήψης από την αναιρεσείουσα, παράλληλα προς την παραχωρήσασα εταιρεία, των ως άνω μέτρων ασφάλειας της κυκλοφορίας επί των ισόπεδων σιδηροδρομικών διαβάσεων και να αιτιολογεί επαρκώς πώς υφίσταται η παράλληλη υποχρέωση της αναιρεσείουσας για την εγκατάσταση στην επίδικη ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση κινητών φραγμάτων, σηματοδοτών, ηχητικών συσκευών και σήμανσης.
Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που επιτρεπτά προτάσσονται κατά την έρευνα, καθόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων που καθορίζουν οι διάδικοι, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει, όπως εκτιμάται, τις αιτιάσεις αυτές.
Μετά δε την παραδοχή των πιο πάνω λόγων, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης και του πρώτου σκέλους του πρόσθετου λόγου, γιατί η αναιρετική εμβέλεια εκείνων που έγινε δεκτοί καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή την αναίρεση της εφετειακής απόφασης ως προς την αναιρεσείουσα (έναντι των αναιρεσιβλήτων).
Μετά απ' αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα (έναντι των αναιρεσιβλήτων). Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στην ίδια (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 20-3-2018 (αριθμ. καταθ. 30/4-5-2018) αίτηση αναίρεσης και τον από 3-2-2020 (αριθμ. καταθ. 15/3-2-2020) πρόσθετο λόγο.
Αναιρεί τη 251/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο Μονομελές Εφετείο Λάρισας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 29 Ιουνίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ