1202/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1202/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της περιουσιακού ή μη χαρακτήρα ζημίας του παθόντος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1202 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1202/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Π. του Κ., κατοίκου … και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ - ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Π. EUROMEDICA Ι.Α.Ε.", που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπάστα.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. συζύγου Α. Σ. το γένος Χ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Διαλυνά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2009 και 126/2010 μη οριστικές, 54/2014 εν μέρει οριστική, 18/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2103/2017 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18-6-2019 κλήση της αναιρεσίβλητης φέρεται νόμιμα προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, μετά τη ματαίωση της συζητήσεώς της κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 27-5-2019, λόγω της διενέργειας των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών της 26- 5-2019. Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 2103/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού συνεκδίκασε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 18/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ακολούθως δε, απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατ' ουσίαν, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 125.331,03 ευρώ. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της περιουσιακού ή μη χαρακτήρα ζημίας του παθόντος.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρεούσης υποχρεώσεως για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των (ιατρικών) υπηρεσιών του.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεως της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφρά, εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του παρέβη την υποχρέωσή του επιμέλειας να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης.
Αντιθέτως, δεν φέρει καμία ευθύνη αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεσή του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 655/2019, ΑΠ 853/2017, ΑΠ 1598/2017, ΑΠ 687/2013). Την ευθύνη αυτή του ιατρού, ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει και η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ.
β'), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α' 1), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκωμένη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα:
α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ.
β') και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη τους ,αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.
Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (διπλή λειτουργία της αμέλειας). Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξεως, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια.
Ενόψει δε της καθιερουμένης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την, ανυπαρξία παρανόμου και υπαιτίου πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγομένου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1598/2017, ΑΠ 974/2014, ΑΠ 1693/2013, ΑΠ 1741/2013, ΑΠ 424/2012, ΑΠ 1227/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ ΑΠ 2/2Θ19, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη)...που γεννήθηκε το έτος 1964 είναι έγγαμη και μητέρα δυο τέκνων. Την 31η.3.2003, σε ηλικία 39 ετών, επισκέφθηκε στα ιατρεία του Ι.Κ.Α. ...τον ιατρό- γυναικολόγο...
ο οποίος, λαμβάνοντας υπόψη του ότι η ίδια είχε οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού (η μητέρα της...είχε αποβιώσει από την εν λόγω πάθηση σε ηλικία 57 ετών), της χορήγησε παραπεμπτικό σημείωμα για τη διενέργεια μαστογραφίας. Υποβλήθηκε σε μαστογραφία στις 4.4.2003, από τον πρώτο εναγόμενο (ήδη πρώτο αναιρεσείοντα)...
ιατρό ακτινολόγο, στο εργαστήριο της δεύτερης εναγόμενης (ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας) ανώνυμης εταιρίας...Ο πρώτος (ιατρός) είναι ιδρυτής και μέτοχος της δεύτερης (ΑΕ) κατά ποσοστό..., καθώς και επιστημονικός της υπεύθυνος. Μετά τη διενέργεια της μαστογραφίας, ο ιατρός ακτινολόγος εκπόνησε και υπέγραψε το από 4.4.2003 πόρισμά του στο οποίο διέλαβε αυτολεξεί, αναφορικά με την εικόνα της εξετασθείσης: " Πάχος δέρματος:
κ.φ. Τοπικές αλλοιώσεις αυτού δεν παρατηρούνται. Θηλή, θηλαία, άλως και υποδόριος λιπώδης ιστός: κ.φ. Η αγγείωση των μαστών είναι φυσιολογική και συγκριτικά η ίδια. Μικροασβεστώσεις ή άλλα δευτερεύοντα σημεία κακοήθειας δεν παρατηρούνται". Εφησυχάζοντας η ενάγουσα, καθόσον τίποτα ανησυχητικό για την υγεία της δεν διαπιστώθηκε κατά την εν λόγω εξέταση, δεν προσκόμισε τη ...
μαστογραφία στον παραπέμψαντα αυτήν προς εξετάσεις ιατρό-γυναικολόγο ... Έκτοτε δεν υποβλήθηκε σε άλλη μαστογραφία έως και τον Ιούλιο του 2005. Τότε (Ιούλιος του 2005) η ενάγουσα ψηλάφισε μόνη της ογκίδιο στον αριστερό της μαστό. Στις 4.7.2005 μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο ... όπου υποβλήθηκε σε μαστογραφία και σε υπερηχογράφημα του αριστερού μαστού.
Στο πόρισμα των εν λόγω εξετάσεων διαλαμβάνονται αυτολεξεί τα κάτωθι: "Δεξιός μαστός χωρίς αξιολογικά παθολογικά ευρήματα. Παρουσία ακτινοσκιερού μορφώματος οπισθοθηλαία αριστερά, του οποίου τα όρια είναι μερικώς επικαλυπτόμενα. Ύπαρξη αθροισμάτων μικροασβεστώσεων στο άνω-έξω 1/4 μόριο του αριστερού μαστού (το ένα από αυτά εντοπίζεται στο μόρφωμα που προαναφέρθηκε).
Οι μικροασβεστώσεις ποικίλουν ως προς το μέγεθος, τη σκιερότητα και τον προσανατολισμό (πλειομορφικού τύπου). Στον υπερηχογραφικό έλεγχο απεικονίζεται συμπαγούς υφής μόρφωμα οπισθοθηλαία αριστερά, το οποίο περιέχει ασβεστώσεις και έχει πολυλοβωτή παρυφή μεγίστης διαμέτρου περίπου 1,6 c.m. Επί τα εκτός αυτού απεικονίζεται άθροισμα μικροασβεστώσεων όπως και η ύπαρξη μικρών κύστεων.
Τα ευρήματα θέτουν ισχυρά την υπόνοια νέο- εξεργασίας. Συνίσταται περαιτέρω διερεύνηση". Στις 20.7.2005, η ενάγουσα εξετάσθηκε από τον ιατρό - χειρουργό...ο οποίος διέγνωσε ύποπτο ογκίδιο στον αριστερό της μαστό πάνω από τη θηλή και στη μαστογραφία ομάδες αποτιτανώσεων (επασβεστώσεων). Έκρινε ότι τα εν λόγω ευρήματα ήταν ύποπτα για νεόπλασμα και ως εκ τούτου της συνέστησε να χειρουργηθεί άμεσα.
Εισήλθε στο χειρουργείο στις 26.7.2005 προκειμένου, υπό γενική νάρκωση, να υποβληθεί σε ευρεία τμημοεκτομή. Όμως, η, κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης, ταχεία βιοψία κατέδειξε την ύπαρξη πολυεστιακού καρκινώματος των πόρων και των λοβίων του μαστού, φαγεσωρικού κυρίως τύπου. Έτσι, άμεσα υποβλήθηκε σε τροποποιημένη ριζική μαστεκτομή αριστερά και σε λεμφαδενικό καθαρισμό, της σύστοιχης μασχάλης.
Ακολούθησε ορμονοθεραπεία και έκτοτε τελεί υπό τακτικό, κλινικό εργαστηριακό έλεγχο. Αμέσως μετά την επέμβαση διενεργήθηκε ιστολογική εξέταση στο εύρημα, το "Συμπέρασμα" της οποίας έχει αυτολεξεί: "Εστία καρκινώματος των πόρων του μαστού "in situ" (περίπου 15%) και διηθητικό, χαμηλής διαφοροποίησης, χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Πολυεστιακή εξαλλαγή των πόρων του μαστού, φαγεσωρικού ως επί το πλείστον τύπου. Λεμφαδένες ελεύθεροι (θ/15) ".Τα άνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από τα προσαχθέντα εκατέρωθεν έγγραφα και συνομολογούνται από αμφότερα τα διάδικα μέρη. Τον Σεπτέμβριο του 2006, η ενάγουσα επέδειξε στον χειρουργό ιατρό ... (μετεκπαιδευθέντα σε παθήσεις του μαστού), την προαναφερόμενη παλαιά από 4.4.2003 μαστογραφία.
Ο τελευταίος, μετά την επισκόπησή της, συνέταξε την από 8.9.2006 γνωμάτευσή του, στην οποία, διαφοροποιούμενος από τα όσα ο ακτινολόγος... (πρώτος εναγόμενος) διέγνωσε στο ανωτέρω ...πόρισμά του, επισήμανε ότι στην εν λόγω μαστογραφία "υπάρχει περιοχή ομάδας επασβεστώσεων, παρά την αριστερή θηλή που χρήζουν (κατά τα συνήθη) περαιτέρω διερεύνηση".
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση και τα εξής: "...Η διορισθείσα πραγματογνώμονας ιατρός ακτινολόγος...επισκοπώντας την ίδια (από 4.4.2003 μαστογραφία), παρατήρησε επασβεστώσεις αριστερά ύπερθεν και επί τα εκτός της θηλής εντός ομαλού μορφώματος, οι οποίες (επασβεστώσεις) δύνανται να εντοπιστούν με τη χρήση κατάλληλου διαφανοσκοπίου και μεγεθυντικού ,φακού, σε χώρο με σωστό φωτισμό.
Η ίδια ...πραγματογνώμονας διέγνωσε ότι η μορφολογία των επασβεστώσεων καταδεικνύει πως πρόκειται για μετρίως ύποπτες ενδείξεις, καθώς και ότι οι επασβεστώσεις παρόμοιου τύπου χρήζουν σύντομου συγκριτικού επανελέγχου, ώστε να διαπιστωθεί αν παραμένουν σταθερές ή/και περαιτέρω ελέγχου με βιοψία και ιστολογική εξέταση...
Η έτερη διορισθείσα πραγματογνώμονας χειρουργός... στην με αριθμό 17/2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρει ότι καίτοι οι επασβεστώσεις μόνες τους δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη πρώιμων καρκινικών κυττάρων, εντούτοις επισήμανε ότι η ύπαρξή τους θέτει την υποψία αυτών (καρκινικών κυττάρων), καθώς και ότι μόνον η επιγενόμενη βιοψία και η ιστολογική εξέταση μπορούν να καταδείξουν την ύπαρξή τους (πρώιμων καρκινικών κυττάρων).
Η ενάγουσα... πρωτοδίκως και με την έφεση ισχυρίστηκε ότι οι υπάρχουσες το 2003 επασβεστώσεις αποτελούσαν ήδη καρκίνο σε προκλινικό στάδιο και... ότι η μη έγκαιρη διάγνωσή τους είχε ως αποτέλεσμα ο καρκίνος να εξελιχθεί στον εν τέλει αφαιρούμενο από το μαστό της κακοήθη όγκο και αυτός να διηθήσει την περιοχή του μαστού της (μεταλλασσόμενος σε καρκίνωμα διηθητικό).
Ωστόσο.. .ενόψει της μη διενέργειας τότε βιοψίας στις επασβεστώσεις του 2003, δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ούτε η ύπαρξη καρκίνου κατ' εκείνη τη χρονική στιγμή, ούτε ότι η ενσκύψασα το 2005 νόσος της ενάγουσας αποτέλεσε την εξέλιξη του ήδη υπάρχοντος από το έτος 2003 καρκίνου... αποδείχθηκε πάντως ότι οι προεκτεθείσες (παρόμοιου τύπου) επασβεστώσεις έχρηζαν άμεσου συγκριτικού επανελέγχου, ώστε να διαπιστωθεί αν παραμένουν σταθερές ή/και περαιτέρω ελέγχου με βιοψία και ιστολογική εξέταση.
Τούτο επειδή η μορφολογία τους ...ήταν εξ υπαρχής ύποπτη ένδειξη...η μαστεκτομή στην οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα ήταν απόλυτα ενδεδειγμένη ενόψει της εστίας διηθητικού καρκινώματος των πόρων του μαστού και της ύπαρξης αρκετών πόρων του μαζικού αδένα με εικόνα εξαλλαγής φαγεσωρικού τύπου και δύο οζιδίων φαγεσωρικού τύπου, ενώ και ο λεμφαδενικός καθαρισμός που συνόδευσε τη μαστεκτομή επιβαλλόταν τόσο από το διηθητικό στοιχείο όσο και από το φαγεσωρικό καρκίνωμα.
Αφού λοιπόν στη μαστογραφία που διενεργήθηκε στις 4.4.2003 στα εργαστήρια και με τον τεχνικό εξοπλισμό της δεύτερης εναγόμενης υπήρχαν επασβεστώσεις στον αριστερό μαστό της ενάγουσας, αριστερά ύπερθεν και επί τα εκτός της θηλής εντός ομαλού μορφώματος, ο πρώτος εναγόμενος...που την διενήργησε (έχοντας υπόψη του και το βεβαρημένο κληρονομικό ιστορικό της ενάγουσας), διέγνωσε, με το ταυτόχρονο από 4.4.2003 πόρισμά του επ' αυτής (μαστογραφίας) ότι "Δεν παρατηρούνται τοπικές αλλοιώσεις- μικροασβεστώσεις ή άλλα δευτερεύοντα σημεία κακοήθειας", συνάμα δε, προφορικά διαβεβαίωσε αυτήν (ενάγουσα) ότι δεν υπάρχουν παθολογικά ευρήματα έσφαλε ως προς τη διάγνωσή του.
Απότοκος δε της εσφαλμένης διάγνωσής του ήταν ο εφησυχασμός της ενάγουσας. Έτσι αυτή, δεν προέβη σε επανεξέταση ή σε επανάληψη της μαστογραφίας μέχρι τις αρχές Ιουλίου του έτους 2005, οπότε, ύστερα από την ψηλάφηση ενός ογκιδίου στον αριστερό της μαστό υποβλήθηκε , αρχικά, σε μαστογραφία και στη συνέχεια...
σε τροποποιημένη ριζική μαστεκτομή και αφαίρεση λεμφαδένων...μετεγχειρητικά η ενάγουσα υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία εξ αιτίας αρνητικών λεμφαδένων της μασχάλης και τέθηκε σε ορμονοθεραπεία με αντιοιστρογόνο σκεύασμα, το οποίο της προκάλεσε αιμορραγίες στον κόλπο και εξ αιτίας της παρενέργειας αυτής λαμβάνει σε ενέσιμη μορφή το σκεύασμα.. .(μια ένεση κάθε τρεις μήνες στην κοιλιακή χώρα)...η εσφαλμένη διάγνωση του πρώτου εναγομένου ...περί της μη ύπαρξης επασβεστώσεων στην από 4.4.2003 μαστογραφία καθώς και η διαβεβαίωση προς την ενάγουσα ότι δεν υπάρχουν παθολογικά ευρήματα, ενέργειες που οδήγησαν στον εφησυχασμό της τελευταία και τη μη άμεση επανεξέτασή της με αποτέλεσμα να υποστεί την προπεριγραφείσα σωματική βλάβη οφείλονται στην παράνομη και υπαίτια (αμελή) αδικοπρακτική συμπεριφορά που επέδειξε αυτός (πρώτος εναγόμενος).
Ειδικότερα στην ιατρική αμέλεια, που αυτός επέδειξε, ήτοι στην έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στα πλαίσια της άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος, δεν προέβλεψε το μη αξιόποινο των πράξεών του (μη συνειδητή αμέλεια αρθρ.28 εδ. α' ΠΚ). Η ιατρική αμέλεια του, που εκδηλώθηκε με τη μορφή της εσφαλμένης-πλημμελούς διάγνωσης, κατά τρόπο παρεκκλίνοντα από εκείνον που επιβαλλόταν από τους κοινούς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και αξιολογούσε ορθά τα ευρήματα της μαστογραφίας θα ανέγραψε ότι υπάρχουν επασβεστώσεις (ένδειξη κακοήθειας) και θα συνέστηνε στην ενάγουσα έκτοτε περαιτέρω ελέγχους, στους οποίους αυτή θα προέβαινε (βιοψία στην περιοχή των επασβεστώσεων για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή όχι της νόσου).
Συμπερασματικά, η εσφαλμένη διάγνωση στην οποία προέβη οφείλεται στη μη συμμόρφωσή του προς τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και είχε ως συνέπεια τη μη αντίληψη και τη μη κοινοποίηση του κινδύνου που απειλούσε το έννομο αγαθό της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και υγείας της ενάγουσας...
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων στοιχειοθετείται αιτιώδης σύνδεσμος της επικαλουμένης ζημίας (αναπηρίας) της ενάγουσας με την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του εναγομένου ιατρού, ώστε να συντρέχει ευθύνη αυτού (του εναγομένου ιατρού) κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, και εντεύθεν αντικειμενική ευθύνη και της δεύτερης εναγομένης (άρθρα 914, 922 και 932 ΑΚ).
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τη συνδρομή αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγομένων ορθά το νόμο εφάρμοσε και ορθά, επίσης, τις αποδείξεις εκτίμησε. Οι αντίθετοι λόγοι της έφεσης των εναγομένων -εκκαλούντων, περί μη συνδρομής αδικοπρακτική ς ευθύνης τους, είναι αβάσιμοι κατ'ουσία...". Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση και τα εξής: "...το σύνολο της, περιουσιακής και μη ζημίας της ενάγουσας, που είναι αποκαταστατέα επειδή τελεί σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με τη σωματική βλάβη που υπέστη, ανέρχεται στο ποσό των ... (125.331,03) ευρώ.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που ...επιδίκασε (αναγνωριστικά) στην ενάγουσα 67.400 ευρώ.,.και επιπλέον 43.531,03 ευρώ, πλημμελώς τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά το βάσιμο παράπονο της εκκαλούσας-ενάγουσας με το σχετικό λόγο της έφεσής της ...". Ακολούθως, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την έφεση των εναγομένων, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων αναιρεσειόντων να καταβάλουν στην ενάγουσα αναιρεσίβλητη εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 125.331,03 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 330 ΑΚ, 24 α.ν. 1565/1939 και 8 ν. 2251/1994, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι "ενόψει της μη διενέργειας βιοψίας στις επασβεστώσεις του 2003 δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα η ύπαρξη καρκίνου κατ' εκείνη τη χρονική στιγμή", στη συνέχεια δέχεται, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι δεν αποδείχθηκε, "ότι η ενσκύψασα το έτος 2005 νόσος αποτέλεσε την εξέλιξη του ήδη υπάρχοντος από το έτος 2003 καρκίνου", καταλήγοντας ακολούθως στην κρίση ότι " η εσφαλμένη διάγνωση του πρώτου εναγομένου (ιατρού ακτινολόγου- ακτινοδιαγνώστη) περί της μη ύπαρξης επασβεστώσεων στην από 4-4- 2003 μαστογραφία, καθώς και η διαβεβαίωση προς την ενάγουσα ότι δεν υπάρχουν παθολογικά ευρήματα ...οδήγησαν στον εφησυχασμό της τελευταίας και τη μη άμεση επανεξέτασή της, με αποτέλεσμα να υποστεί την προπεριγραφείσα σωματική βλάβη (ενν.
καρκίνο του μαστού) "... και να υποβληθεί "σε ριζική μαστεκτομή αριστερά και σε λεμφαδενικό καθαρισμό της σύστοιχης μασχάλης" με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια ως προς το τι τελικά δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκε σχετικά με το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της νόσου (καρκίνου) κατά τον επίμαχο χρόνο (4-4-2003), σε καταφατική δε περίπτωση, ουδόλως προσδιορίζεται, αν θα είχε αποφευχθεί η ριζική μαστεκτομή ή η σωματική βλάβη θα είχε περιοριστεί, σε περίπτωση υποδείξεως ιατρικών εξετάσεων (συγκριτικού επανελέγχου σε σύντομο χρόνο ή και περαιτέρω ελέγχου με βιοψία και ιστολογική εξέταση).
Επί πλέον, δεν καθίσταται απολύτως σαφές, γιατί η ύπαρξη επασβεστώσεων στις 4-4-2003 συνδέεται αιτιωδώς με τη νόσο του καρκίνου που διεγνώσθη το έτος 2005 και την εντεύθεν σωματική βλάβη. Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατά την εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου), λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή των προαναφερομένων τετάρτου και πέμπτου, αναιρετικών λόγων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ παρέλκει, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτών, η έρευνα των λοιπών λόγων της αναιρέσεως. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς για το παραδεκτό της αιτήσεως παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά τους έξοδα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2103/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2020
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ