Legislator Case Law & Legislation
1202/2018 AI generated

1202/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1202/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1202/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απλώς, έχει ως συνέπεια ότι για την ικανοποίηση των εν λόγω απαιτήσεων δεν επιτρέπεται να γίνει αναγκαστική εκτέλεση επί της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου, αλλά μόνο επί των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, το ίδιο ισχύει και επί αιτήσεως εκδόσεως διαταγής πληρωμής για απαιτήσεις κατά της κληρονομίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1202 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1202/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: επιστημονικού σωματείου με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκ διαθήκης κληρονόμου με το ευεργέτημα της απογραφής του αποβιώσαντος Σ. Π. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ανδρικόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", ..., όπως μετονομάστηκε η εν λόγω τράπεζα με την επωνυμία "...", καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." έπειτα από τη διασυνοριακή συγχώνευση δι' απορροφήσεως της "... Α.Ε." από την "...". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 355/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 719/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-7-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1901, 1902, 1904, 1905 και 1907 ΑΚ προκύπτει ότι ο κληρονόμος, που αποδέχθηκε την κληρονομία με το ευεργέτημα της απογραφής, δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του για τα χρέη της κληρονομίας, αλλά εξακολουθεί να ευθύνεται γι' αυτά. Η ευθύνη του, όμως, εκτείνεται έως το ενεργητικό της κληρονομίας, δηλαδή μόνο με τα στοιχεία αυτής και όσο αυτά επαρκούν (cum viribus hereditatis), χωρίς να ευθύνεται και με την ατομική του περιουσία, από την οποία η περιουσία του κληρονομουμένου έχει αποχωρισθεί και αποτελεί χωριστή ομάδα.

Παρά την περιορισμένη ευθύνη του, εξακολουθεί να είναι ο καθολικός διάδοχος του κληρονομουμένου και γι' αυτό ενάγεται από τους δανειστές της κληρονομίας για το σύνολο του χρέους. Ενδεχόμενη ανεπάρκεια της κληρονομικής περιουσίας προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των κληρονομικών δανειστών δεν επηρεάζει ούτε τη νομιμοποίηση των τελευταίων να ασκήσουν κατά του εξ απογραφής κληρονόμου αγωγή για την επιδίκαση των απαιτήσεών τους ούτε τη βασιμότητα της εν λόγω αγωγής.

Απλώς, έχει ως συνέπεια ότι για την ικανοποίηση των εν λόγω απαιτήσεων δεν επιτρέπεται να γίνει αναγκαστική εκτέλεση επί της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου, αλλά μόνο επί των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, το ίδιο ισχύει και επί αιτήσεως εκδόσεως διαταγής πληρωμής για απαιτήσεις κατά της κληρονομίας.

Ως εκ τούτου, η αποδοχή της κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής, η οποία αποκλείει μόνο τη - με βάση τη διαταγή αυτή πληρωμής - επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως επί της ατομικής περιουσίας του εξ απογραφής κληρονόμου, δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο ανακοπής προς ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Αν στη διαταγή πληρωμής αναγράφεται ότι ο κληρονόμος του οφειλέτη είναι απλός και όχι εξ απογραφής, η αναφορά αυτή είναι πλεοναστική γιατί δεν είναι από τα υποχρεωτικά κατά νόμο στοιχεία μίας διαταγής πληρωμής (άρθρο 630 ΚΠολΔ).

Ως πλεοναστική δεν δημιουργεί δεδικασμένο ούτε προκαλεί κάποιο απαράδεκτο (άρθρα 330, 933 § 3 και 935 ΚΠολΔ). Για τον ίδιο λόγο, δεν απαιτείται να μνημονεύεται στη διαταγή πληρωμής ότι αυτή είναι εκτελεστή μόνο επί των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας. Τέλος, και η σε εκτέλεση της διαταγής πληρωμής κατά το άρθρο 924 ΚΠολΔ επιδιδόμενη στον εξ απογραφής κληρονόμο επιταγή, η οποία αφετηριάζει την αναγκαστική εκτέλεση, δηλαδή είναι η πρώτη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνάμα αποτελεί την προδικασία της εκτελεστικής διαδικασίας (ΑΠ 194/1995), αρκεί για το κύρος της να περιέχει ακριβή καθορισμό της απαίτησης σύμφωνα με τον εκτελεστό τίτλο.

Δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ότι η εκτέλεση θα γίνει μόνο επί των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας ή το τυχόν μικρότερο όριο ευθύνης του εξ απογραφής κληρονόμου οφειλέτη. Στη συνέχεια όμως η αναγκαστική εκτέλεση και ειδικότερα η κατάσχεση θα περιορισθεί επί των στοιχείων της κληρονομίας.

Επομένως, ο ισχυρισμός του κληρονόμου ότι έχει αποδεχθεί την κληρονομία του οφειλέτη με το ευεργέτημα της απογραφής μπορεί να προταθεί (μόνο) ως λόγος ανακοπής κατά της - τυχόν επί της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου - επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως (ΑΠ 1311/2011, ΑΠ 750/2011, ΑΠ 630/2009, ΑΠ 638/1997).

Εν προκειμένω, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της από 30.6.2015 ανακοπής του κατά α) της υπ' αριθ. 8739/2015 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αυτού ως εκ διαθήκης κληρονόμου του Π. Σ. και β) της από 12.6.2015, κάτω από απόγραφο αυτής, επιταγής προς εκτέλεση, είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι με την υπ' αριθ. 410/2014 δήλωσή του ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου αποδέχθηκε την κληρονομία του ανωτέρω αποβιώσαντος με το ευεργέτημα της απογραφής και ότι εντός της νομίμου προθεσμίας ολοκλήρωσε την απογραφή της κληρονομιαίας περιουσίας με την υπ' αριθ. 9985/2014 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Κ., με αποτέλεσμα τόσο η διαταγή πληρωμής, όσο και η επιταγή προς εκτέλεση να είναι άκυρες γιατί αυτός ως εξ απογραφής κληρονόμος δεν νομιμοποιούταν παθητικά πέραν της αξίας της κληρονομίας, επί πλέον δε στη διαταγή πληρωμής και στην επιταγή δεν αναφερόταν ότι ευθύνεται ως εξ απογραφής κληρονόμος του οφειλέτη ούτε το όριο της ευθύνης του.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ως μη νόμιμο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο με την ανωτέρω κρίση του παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1901, 1902, 1904 και 1907 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός, της ανακοπής, πέρα από την αοριστία του, η οποία έγκειται στο ότι στην ανακοπή δεν αναφέρεται ο ακριβής χρόνος της κατά το άρθρο 1902 ΑΚ δηλώσεως του αναιρεσείοντος περί αποδοχής της κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής ενώπιον του γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου ούτε ο χρόνος δημοσιεύσεως της διαθήκης, με συνέπεια να μην προκύπτει αν η δήλωση αυτή έγινε μέσα στην προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ, ήταν απορριπτέος σε κάθε περίπτωση ως μη νόμιμος.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, ο ισχυρισμός περί αποδοχής της κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής καμία έννομη επιρροή δεν ασκούσε επί του κύρους της διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς εκτέλεση, αφού α) το αναιρεσείον, παρά την περιορισμένη ευθύνη του, εξακολουθεί να είναι ο καθολικός διάδοχος του κληρονομουμένου και γι' αυτό ενάγεται από τους δανειστές της κληρονομίας για το σύνολο του χρέους, η δε αποδοχή της κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο ανακοπής προς ακύρωση της διαταγής πληρωμής, έστω και αν στη διαταγή πληρωμής αναγράφεται ότι ο κληρονόμος του οφειλέτη είναι απλός και όχι εξ απογραφής και β) στην επιταγή προς εκτέλεση δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ότι η εκτέλεση θα γίνει μόνο επί των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας ή το τυχόν μικρότερο όριο ευθύνης του εξ απογραφής κληρονόμου οφειλέτη.

Στη συνέχεια βέβαια η αναγκαστική εκτέλεση, και ειδικότερα η κατάσχεση θα πρέπει να περιορισθεί επί των στοιχείων της κληρονομίας. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1901, 1902, 1904 και 1907 ΑΚ, αλλά και εκείνες των άρθρων 933 και 924 ΚΠολΔ, ο δε ως άνω λόγος, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Στον ίδιο λόγο εμπεριέχεται και η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής, πλην όμως και αυτή η αιτίαση είναι αβάσιμη αφού ο λόγος αυτός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε.

Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 27-2-2008 καταρτίστηκε η με αριθμό ….9-00/1/27-2-2008 σύμβαση δανείου μεταξύ αφενός του ευρισκόμενου τότε εν ζωή, Π. Σ. του Ν., ... και επί της οδού ... (που αποβίωσε στις 10.12.2013 και κληρονομήθηκε από το ανακόπτον σωματείο ως κληρονόμος εκ διαθήκης με το ευεργέτημα της απογραφής κατά τα προεκτεθέντα) και αφετέρου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΕ", η οποία σύμφωνα με τα ΦΕΚ 1638/1-4-2011 και 1652/1-4-2011 απορροφήθηκε κατόπιν της διασυνοριακής συγχώνευσης από την καθολική αυτής διάδοχο "...", η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε "..." (ΦΕΚ 3527/23-5-2012), δυνάμει της οποίας (δανειακής σύμβασης) χορηγήθηκε στον πρώτο έντοκο χρεολυτικό εικοσαετές δάνειο ποσού 2.200.000 ευρώ, σύμφωνα με τους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στη σύμβαση αυτή.

Επίσης συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του δανείου να γίνει τμηματικά εντός είκοσι (20) ετών σε (72) ισόποσες χρεολυτικές τριμηνιαίες διαδοχικές δόσεις, αρχής γενομένης με τη λήξη της περιόδου χάριτος που ορίστηκε σε 24 μήνες από την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου (όροι 5.1 και 5.3), με επιτόκιο ίσο προς το διατραπεζικό επιτόκιο Euribor πλέον περιθωρίου συν 2,00%, πλέον εισφοράς του Ν.128/1975 (όροι 1.6,1.7).

Ακολούθως συνήφθησαν οι υπ' αριθμ. ……. Πρόσθετες Πράξεις Τροποποίησης Σύμβασης Δανείου, η πρώτη εξ αυτών μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων, στις δε λοιπές η ως άνω δικαιοπάροχος της καθής Τράπεζα συμβλήθηκε ως πληρεξούσια, εκπρόσωπος και για λογαριασμό της εδρεύουσας στο ... εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...",στην οποία μεταβίβασε, λόγω τιτλοποίησης, την εν λόγω απαίτησή της (ήτοι τμήμα του χαρτοφυλακείου ομολογιακών και επιχειρηματικών δανείων της), δυνάμει της από 19-8-2009 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 του Ν.3156/2003, που νόμιμα καταχωρήθηκε στο δημόσιο βιβλίο (κατά το Ν.2844/2000) του Ενεχυροφυλάκειου Θεσσαλονίκης (τόμο 4 και α.α 2), όπως προκύπτει σαφώς από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως με αριθμ.

πρωτ …68 (ειδ.πρωτ.27)/10-9-2009 σχετικό έγγραφο του Ενεχυροφυλακείου Θεσσαλονίκης περί δημοσίευσης της ως άνω σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Εν συνεχεία, με την από 10-4-2013 σύμβαση επανεκχώρησης επιχειρηματικών απαιτήσεων (κατ' άρθρο 10 Ν.3156/2003) μετά των Παραρτημάτων της και ταυτόχρονης αποτιτλοποίησης της απαίτησης, νόμιμα δημοσιευθείσα στα αρμόδια βιβλία του Ενεχυροφυλάκειου Αθηνών (τόμο 7, με αριθμό 189), επαναμεταβιβάστηκε (και επανεκχωρήθηκε) από την ίδια ως άνω συμβαλλόμενη εταιρία "..." στην (επίσης συμβαλλόμενη) εταιρία "..." (πρώην ...

ΑΕ) η αυτή ως άνω απαίτηση εκ της προειρημένης 18439-00/1/27-2-2008 σύμβασης δανείου, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως με αριθμ. πρωτ. 132/244-2013 σχετικού εγγράφου του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών. Ωστόσο, είχε ήδη καταστεί η καθής η ανακοπή "... ΑΕ" ειδική διάδοχος της προαναφερόμενης Κυπριακής δημόσιας εταιρίας ""..." και συγκεκριμένα, δυνάμει της από 26-3-2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, μεταβιβάστηκαν στην καθής (...

ΑΕ) στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των εργασιών του Υποκαταστήματος στην Ελλάδα της (κατά τα ανωτέρω συμβαλλόμενης) εταιρίας "..." διά εκχωρήσεως των δικαιωμάτων και αναδοχής των υποχρεώσεων, όπως αυτά ρητά προσδιορίζονται στην προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως εν λόγω σύμβαση. Αποδεικνύεται επίσης σαφώς και αναμφίβολα από την προσκομιζόμενη από 9-12-2013 Βεβαίωση της καθής Τράπεζας Πειραιώς, ότι στα μεταβιβασθέντα, κατά τα προαναφερθέντα, στοιχεία του ενεργητικού περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων και τα δικαιώματα της Κυπριακής αυτής εταιρίας ("...") που προέρχονταν εκ της επίδικης (18439-00/1/27-2-2008) δανειακής σύμβασης, από την οποία συνακόλουθα απορρέουν και οι απαιτήσεις με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής.

Επομένως, η καθής η ανακοπής κατέστη ειδική διάδοχος της προαναφερόμενης τραπεζικής εταιρίας κατά τα προαναφερθέντα και σαφώς μοναδικός δικαιούχος (λόγω εκχώρησης κατ' άρθρ. 455 επόμ. του ΑΚ) της απορρέουσας απαίτησης από την επίδικη δανειακή σύμβαση. Εξάλλου, προς επίρρωση των ανωτέρω, στην από 23-7-2013 Πρόσθετη Πράξη της (από 26-3-2013) συμφωνίας πώλησης και μεταβίβασης, με τον 3° όρο αυτής διασαφηνίστηκε ότι η τιτλοποίηση των δανείων και οι συναφείς εξασφαλίσεις τους, αποτελούν μέρος των Ελληνικών Δανείων, που είχαν μεταβιβαστεί στην πωλήτρια εταιρία "..." (και ήδη επαναμεταβιβάστηκαν στην καθής η ανακοπή ως αγοράστρια), μάλιστα δε γίνεται ρητή αναφορά στα δάνεια αυτά που εν συνεχεία αποτιτλοποιήθηκαν και αναφέρονται στα με αρ.

πρωτ. 132 και …/ 24-4- 2013 σχετικά έγγραφα, που καταχωρήθηκαν στα οικεία βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμο 7, αρ. 189 και 190) και στα οποία περιλαμβάνεται η ένδικη απαίτηση. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε αλλά και αποδείχθηκε, η δικαιοπάροχος και αρχικά συμβληθείσα, στην ανωτέρω …9-00/1/27-2-2008 σύμβαση δανείου, που είχε έδρα ...

και επί της οδού ..., εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", εν συνεχεία απορροφήθηκε, κατόπιν της διασυνοριακής συγχώνευσης, από την εδρεύουσα στη ... ... καθολική αυτής διάδοχο τραπεζική εταιρία "...", η οποία και είχε εγκαταστήσει Υποκατάστημά της στη Ελλάδα, έχουσα διεύθυνση φορολογικής μεν εγκατάστασης την οδό ..., αλληλογραφίας δε την ..., ...

και τέλος αυτή ("...") μετονομάστηκε σε "..." (ΦΕΚ 7/23-5-2012), διατηρώντας την φορολογική της έδρα ... και επί της .... Άλλωστε και στο όρο 20.1 της ως άνω επίδικης δανειακής σύμβασης ορίζεται ρητά ότι "Η παρούσα σύμβαση θα διέπεται και θα ερμηνεύεται κατά το Ελληνικό Δίκαιο συμπεριλαμβανομένων και του ν.δ. της 17ης Ιουλίου 1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών".

Κατά συνέπεια τόσο οι ένδικες συμβάσεις όσο και οι τηρηθέντες λογαριασμοί συντάχθηκαν και τηρήθηκαν σύμφωνα με τους Ελληνικούς νόμους, έτσι ώστε ορθά η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, εκδόθηκε με βάση τα αναφερόμενα επίσημα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθής η ανακοπή τράπεζας, για τα οποία με τον όρο 14.3 της επίδικης δανειακής σύμβασης συμφωνήθηκε μεταξύ της πιστοδότριας τράπεζας και του πιστούχου οφειλέτη, ότι "αποσπάσματα που θα εξάγει η Τράπεζα από τα βιβλία της και που θα εμφανίζει την κίνηση του ή των λογαριασμών του Δανείου, αποτελούν πλήρη απόδειξη του ποσού που οφείλει ο δανειζόμενος στην Τράπεζα, ο δε δανειζόμενος αναγνωρίζει από τώρα κάθε οφειλή του που θα αποδεικνύεται με τον τρόπο αυτό..", ενώ η συμφωνία αυτή είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση και δεν προσκρούει στην δημόσια τάξη...." Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους δεύτερο και τρίτο λόγους της ανακοπής με τους οποίους το ανακόπτον σωματείο ισχυρίσθηκε ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί, αντίστοιχα, διότι α) δικαιούχος της απαίτησης που επιδικάσθηκε με αυτήν ήταν η "..." προς την οποία έγινε με την από 10402013 σύμβαση επανεκχώρηση της ένδικης σύμβασης δανείου και όχι η καθής και ήδη αναιρεσίβλητη και β) παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη για την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της καθής η ανακοπή, χωρίς επί πλέον να προκύπτει αν η επίδικη δανειακή σύμβαση καταρτίστηκε βάσει δικαιοπρακτικών δηλώσεων που είχαν συνταχθεί κατά τους νόμιμους ελληνικούς τύπους, δεδομένου ότι η ανωτέρω Τραπεζική εταιρία, "...", εδρεύει στη ... ...

Το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλοντας αιτιάσεις από τους αριθμούς 1,10, 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονείται ότι το Εφετείο δεν εκτίμησε ορθά το περιεχόμενο των δύο αρχικών λογαριασμών κινήσεως του δανείου που είχε λάβει ο δικαιοπάροχός του, ενώ αν το εκτιμούσε ορθά θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσίβλητη δεν ήταν φορέας της ένδικης απαίτησης και γι' αυτό τα έγγραφα της τελευταίας (κινήσεις λογαριασμών του δανείου) δεν είχαν την από το νόμο αναγκαία αποδεικτική δύναμη για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής.

Δηλαδή, υπό το πρόσχημα των ανωτέρω αναιρετικών αιτιάσεων, στην πραγματικότητα πλήττεται η ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου των αναφερομένων στις αιτιάσεις αυτές εγγράφων, που όμως σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρ. 630 (γ), (δ) ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, που δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά μόνον τίτλος εκτελεστός (άρθρ. 631 και 904 §1ε ΚΠολΔ), δεν απαιτείται να περιλαμβάνει πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σ' αυτή προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που την συγκροτούν.

Η αναφορά, ειδικότερα, στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση του τίτλου, αν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως όταν υπάρχει καταδίκη σε τόκους ορισμένου κεφαλαίου, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 349/2013, ΑΠ 1825/2012, ΑΠ 1389/2011, 330/2012 ΑΠ 1094/2006).

Από την παράλειψη ενός από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 630 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος ακυρότητας της διαταγής πληρωμής, πλην όμως αυτή δεν επέρχεται αυτοδικαίως αφού ο νόμος δεν ορίζει τούτο, αλλά θεμελιώνεται λόγος ανακοπής με βάση τον οποίο θα κριθεί η προβαλλόμενη ακυρότητα της διαταγής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης ανακοπής του αναιρεσείοντος προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο αυτής ακυρότητα της ένδικης διαταγής πληρωμής λόγω μη πληρότητας της αιτιολογίας της, με την επίκληση ότι υποχρεώνεται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη α) "τόκους υπερημερίας που είναι σε οριστική καθυστέρηση ανερχόμενοι στο ποσό των 38.665,18 ευρώ και επίσης τόκους σε οριστική καθυστέρηση ανερχόμενοι σε 332.006,66 ευρώ μέχρι 7-2-2013, χωρίς να προκύπτει ο τρόπος του υπολογισμού των τόκων αυτών" και β) το συνολικό ποσό των 3.093.946,48 ευρώ, στα οποίο έχουν ενσωματωθεί τόκοι, χωρίς καμία αιτιολογία και πάλι ολόκληρο το πόσο αυτό εντόκως με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και μάλιστα αναδρομικά από 1-1-2015 ήτοι και μετά το οριστικό κλείσιμο του ανοικτού αυτού λογαριασμού που τηρούνταν για την εξυπηρέτηση της επίδικης δανειακής σύμβασης.

Με βάση όμως όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο, που απέρριψε τον παραπάνω λόγο ανακοπής και τον αντίστοιχο λόγο έφεσης, με τον οποίο επαναφέρθηκε ο λόγος αυτός ανακοπής, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δεν έσφαλε και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος εκτιμάται ότι διαλαμβάνει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 ή 10 αυτού), δηλαδή ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη την επίδικη διαταγή πληρωμής, γιατί δεν παρατίθενται σε αυτήν όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία υπολογισμού των τόκων, άλλως ότι περιγράφονται σ' αυτήν κατά τρόπο αόριστο, είναι αβάσιμος.

Τούτο δε διότι περιέχεται με πληρότητα και σαφήνεια στη διαταγή πληρωμής ο συνοπτικός προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, για την οποία εκδόθηκε, κατά τρόπο ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτής, ενώ τα επικαλούμενα από το ανακόπτον ελλείποντα στοιχεία, δηλαδή το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, αλλά μπορούν να εξαχθούν και από τα επισυναπτόμενα για την έκδοσή της απαιτούμενα έγγραφα.

Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως, ήτοι και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη (ΑΠ 724/2017, ΑΠ 893/2008).

Περαιτέρω, οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος (ΟλομΑΠ 62/1990, ΑΠ 563/2003).

Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρον 281 ΑΚ, παρά μόνον αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιπτώσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΟλομΑΠ 5/2011, ΑΠ 535/2015 ΑΠ 91/2011, ΑΠ 823/2010).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτωση δεύτερη του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της ανακοπής του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της επιταγής προς εκτέλεση ή οποιασδήποτε άλλης πράξης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλομΑΠ 2/1989, ΟλομΑΠ 14/2004, ΑΠ 448/2006).

Εν προκειμένω, το ανακόπτον με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής του ισχυρίστηκε ότι η επισπευδόμενη σε βάρος του, με την ένδικη επιταγή, αναγκαστική εκτέλεση ήταν άκυρη ως καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Το Εφετείο, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με τις εξής αιτιολογίες: (Το ανακόπτον) "για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού επικαλέστηκε τα ακόλουθα περιστατικά:

ότι, καίτοι ζητάει την πληρωμή του υπέρογκου ποσού των 3.146.723,58 ευρώ, ενώ επικρατεί στη χώρα η γνωστή σε όλους οικονομική κρίση, το ίδιο (ανακόπτον) της είχε κοινοποιήσει την από 6-10-2014 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία της ζητούσε την χορήγηση στοιχείων προκειμένου και αυτό να επαληθεύσει τις δανειακές του υποχρεώσεις και αφού διερευνήσει το ενεργητικό ή μη της κληρονομιαίας περιουσίας, σε θετική περίπτωση δηλαδή αν πράγματι διέθετε ενεργητικό, τότε θα προέβαινε στην τακτοποίηση και διευθέτηση του επίδικου χρέους, με αποτέλεσμα ευλόγως να του έχει δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι η καθής δεν θα προέβαινε στην επιδίωξη εισπρακτικών της απαίτησης μέτρων, τουλάχιστον μέχρι την ανάκαμψη της οικονομίας ή τη νομοθετική ρύθμιση των καθυστερούμενων δανείων, εφόσον μάλιστα γνώριζε τις αντίξοες συνθήκες που επικρατούν στην ελληνική οικονομία, την εξαιτίας αυτών έλλειψη ρευστότητας και με δεδομένο άλλωστε ότι η επίδικη αξίωση ήταν και εμπραγμάτως εξασφαλισμένη.

Ότι σε περίπτωση που θα προχωρήσει η παρούσα εκτέλεση με βεβαιότητα θα έχει ως βλαπτική συνέπεια για τα οικονομικά συμφέροντα του ιδίου ως επιστημονικού σωματείου που διαφυλάττει και προάγει την Δημόσια Υγεία και δη το ευαίσθητο λειτούργημα της Καρδιολογικής Επιστήμης που απασχολεί το Πανελλήνιο, όλα δε τα ανωτέρω στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προς επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά προφανή υπέρβαση του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού αυτού.

Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός της ανακοπής δεν είναι νόμιμος, καθώς τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η ανακόπτουσα για τη θεμελίωση της ΑΚ 281, δεν αρκούν για να καταστήσουν την εκ μέρους της καθής η ανακοπή επισπευδόμενη σε βάρος του ανακόπτοντος, με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και την κάτωθι αυτής συνταγείσα από 12-6-2015 επιταγή αναγκαστική εκτέλεση, καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ.

Τούτο δεδομένου ότι, συμπεριφορά αντίθετη προφανώς στη καλή συναλλακτική πίστη και στα χρηστά ήθη, δεν αποτελεί η μη αποδοχή από την καθής τράπεζα της εκ μέρους του ανακόπτοντος πρότασης τακτοποίησης και διευθέτησης του επίδικου χρέους, ούτε προφανώς η μη εξεύρεση αποδεκτής από την καθής λύση για την εξασφάλιση των συμφερόντων της, ούτε η επιδίωξη της ικανοποίησής της με την επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, ενώ επικρατούσε η γνωστή οικονομική κρίση, καθώς ο δανειστής έχει δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος τον τρόπο είσπραξης της απαίτησής του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) αυτός μπορεί να αποφασίζει και δεν έχει ούτε νομική, ούτε ηθική υποχρέωση να επιδιώξει την είσπραξή της με τον τρόπο που του προτείνει ο οφειλέτης..., εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει προφανής υπέρβαση των αρχών της 281 ΑΚ, περιστατικά, όμως, από τα οποία να προκύπτει τέτοια προφανής υπέρβασης των ορίων αυτών από την καθ' ης η ανακοπή, δεν επικαλείται το ανακόπτον.

Εξάλλου, το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στο ανακόπτον -οφειλέτη, δεν μπορεί από μόνο του να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, εκτός αν τούτο συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος, επίκληση, όμως, της συνδρομής τέτοιων περιστάσεων δεν γίνεται από το ανακόπτον, όταν μάλιστα το τελευταίο δεν αμφισβητεί το ύψος της απαίτησης που αφορά το κεφάλαιο του δανείου, για την εξόφληση του οποίου δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε καταβολή".

Το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλει την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει τη νομιμότητα του ανωτέρω λόγου της ανακοπής, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που παραδεκτώς είχε επικαλεσθεί στον πρώτο βαθμό και είχε επαναφέρει με λόγο έφεσης στο Εφετείο για τη θεμελίωση της προβληθείσας καταχρηστικότητας: (α) Ότι παρά τις επανειλημμένες και συνεχείς οχλήσεις του η αναιρεσίβλητη Τράπεζα καθυστερούσε και εντέλει αρνήθηκε να του χορηγήσει αναλυτική κίνηση του δανειακού λογαριασμού. (β) Ότι επίσης αρνήθηκε να του παράσχει πληροφορίες σχετικά με την πορεία της δανειακής συμβάσεως και το ισχύον επιτόκιο. (γ) Ότι αυτό (αναιρεσείον) δεν ήταν ο λήπτης ή ο διαχειριστής του δανείου ώστε να έχει πλήρη γνώση της δανειακής σύμβασης. (δ) Ότι αμέσως μετά την ολοκλήρωση της απογραφής, η οποία ήταν παθητική, η τράπεζα προχώρησε σε καταγγελία της συμβάσεως χρεώνοντας επιπλέον τόκους υπερημερίας. (ε) Ότι λόγω της επ' ωφελεία απογραφής αποδοχής της κληρονομίας, η οποία κατέληγε σε παθητικό, ουδεμία ωφέλεια θα είχε από την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως, παρά μόνο την επιβάρυνση της ήδη βεβαρημένης οφειλής.

Και (στ) ότι είναι σωματείο κοινωφελούς σκοπού και περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων, ώστε να μη δύναται να διευθετήσει άμεσα οικονομικές εκκρεμότητες εκατομμυρίων ευρώ εν μέσω οικονομικής κρίσης. Ωστόσο, οι προεκτιθέμενοι ισχυρισμοί, εκτός του ότι οι δύο πρώτοι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, αληθείς υποτιθέμενοι δεν κρίνονται ικανοί να θεμελιώσουν (είτε αυτοτελώς είτε από κοινού με τους ληφθέντες υπόψη) κατά το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να επιδιώξει την ικανοποίηση της εκ του επιδίκου δανείου απαιτήσεώς της με αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του κληρονόμου του αρχικού οφειλέτη, έστω και αν είναι κληρονόμος με την ωφέλεια της απογραφής και η απογραφή παρουσιάζει παθητικό, πλήν των λόγων που και το Εφετείο διέλαβε στις αιτιολογίες του επιπρόσθετα και γιατί α) ουδόλως αναφέρεται αν για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης υπήρχαν άλλα ηπιότερα, σε σχέση με την αναιρεσείουσα μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως και β) αυτή (αναιρεσείουσα) δεν επικαλείται πρόσθετα στοιχεία συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης από τα οποία να προκύπτει ότι του δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της.

Επίσης δεν επικαλείται άλλα περιστατικά ανέντιμης συμπεριφοράς (της αναιρεσίβλητης) ώστε να θεωρείται ότι η επιχειρούμενη εκτέλεση είναι αντίθετη στη καλή συναλλακτική πίστη και στα χρηστά ήθη. Η επίκληση της υπέρμετρης διόγκωσης του χρέους λόγω τοκογονίας δεν συνιστά συμπεριφορά αυτής, η δε τοκογονία της απαίτησης είναι συνέπεια της συμπεριφοράς του οφειλέτη και όχι της δανείστριας τράπεζας.

Αν οι τόκοι της απαίτησης δεν ανέρχονται στο ύψος που επικαλείται η δανείστρια τράπεζα και ο υπολογισμός τους δεν είναι νόμιμος, αυτό έχει ως συνέπεια τη θεμελίωση λόγου ακυρότητας της επιταγής κατά το αντίστοιχο ποσό, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. Δεν καθιστά όμως και καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος προς εκτέλεση.

Επομένως, τα ως άνω μη ληφθέντα υπόψη πράγματα δεν είναι ουσιώδη, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και γι' αυτό ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι απαράδεκτος.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Ιουλίου 2017 αίτηση του επιστημονικού σωματείου με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 719/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ