1202/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1202/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1202 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1202/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SANTA ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "SANTA ... Α.Ξ.Ε.Τ.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Χ. Π. του Η., κατοίκου ... ως καθολικής διαδόχου του Η. Π. του Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κωτσιγιάννη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Πετρουλά - Πέτρου. Κοινοποιούμενη προς τους: 1)Ν. Μ. του Θ., 2)Α. Σ. του Μ., συζ. Ν. Μ., κατοίκων ..., και 3)D. M. T. του J. T., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αράχωβας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/10/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 11/5/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 82, 83, 502 παρ. 3, 516 παρ.1, 542 παρ. 1 και 556 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στην απλή πρόσθετη παρέμβαση, για την οποία γίνεται λόγος και όταν το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος είναι το ότι η βλαπτική για τα συμφέροντα του υπερού η παρέμβαση απόφαση στην κύρια δίκη ευνοεί τη θεμελίωση υποχρέωσης προς αποζημίωση αυτού του διαδίκου από τον παρεμβαίνοντα, που χαρακτηρίζεται ως δικονομικός εγγυητής, ο κύριος διάδικος υπέρ του οποίου ασκήθηκε εξακολουθεί να είναι υποκείμενο της έννομης σχέσης της δίκης και μετά την άσκηση της παρέμβασης, εκτός από την περίπτωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 85 Κ.Πολ.Δ., για να πάρει τη θέση του στη δίκη ο παρεμβαίνων, όταν δε ασκεί ένδικα μέσα ο προσθέτως παρεμβάς προς το συμφέρον του κυρίου διαδίκου, ο τελευταίος καταλαμβάνει αντιστοίχως τη θέση του ασκούντος το ένδικο μέσον και συνεπώς πρέπει να καλείται κατά τη συζήτηση αυτού, εφόσον δεν επισπεύδεται από τον ίδιο.
Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 120/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο και προκύπτει από την απόφαση αυτή, απορρίφθηκαν κατ’ ουσίαν τόσον η έφεση των Ν. Μ., Α. Σ. και D. M. T. όσον και η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 2/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αράχωβας, με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά των προαναφερομένων και είχε απορριφθεί κατ’ ουσίαν η πρόσθετη παρέμβαση των αναιρεσειόντων υπέρ των εναγομένων, ως δικονομικών τους εγγυητών.
Όπως δε προκύπτει από τις .../21-1-2015 και .../16-1-2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, οι παραπάνω αναφερόμενοι υπέρ ων η παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων κύριοι διάδικοι, προς το συμφέρον των οποίων ασκείται η αναίρεση, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά τη συζήτηση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως και συνεπώς είναι παραδεκτή η συζήτηση αυτής παρά την απουσία της.
Κατά το άρθρο 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Επειδή κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Εξάλλου κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή, που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο απόκτησης της κυριότητας, αρκεί κατ’ αρχήν η επίκληση από τον ενάγοντα της συμβολαιογραφικής μεταβιβαστικής ανάμεσα σ’ αυτόν και τον άμεσο δικαιοπάροχό του συμβάσεως και της νόμιμης μεταγραφής της.
Έτσι ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής, Εάν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητά του, ο μεν ενάγων οφείλει για τη συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις του, η δε καταφάσκουσα το δικαίωμα δικαστική απόφαση πρέπει να αναφέρει και να καθορίσει με σαφήνεια τα γεγονότα που συγκροτούν τον τρόπο κτήσεως του δικαιοπαρόχου αλλά και των απωτέρων, αν απαιτείται ενόψει των αμφισβητήσεων του εναγομένου μέχρι τη συμπλήρωση πρωτότυπου τρόπου κτήση της κυριότητας αυτών (χρησικτησία).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "επίδικο είναι το εδαφικό τμήμα ακινήτου που εμφαίνεται με τα στοιχεία Λ - Δ - Ζ - Ν - Μ - Λ στο από Ιούνιος 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.
Μ., ευρισκόμενη στη θέση "..." κτηματικής περιφέρειας Δήμου Αράχωβας, εκτάσεως 71,47 τ.μ., συνορευόμενο ανατολικά με αγροτική οδό, Δυτικά με πρώην ιδιοκτησία Χ. Σ., Βόρεια με ιδιοκτησία εναγομένων και ήδη εκκαλούντων της υπό στοιχείο β’ έφεσης (πρώην ιδιοκτησία προσθέτως παρεμβαινόντων και ήδη εκκαλούντων της υπό στοιχεία α’ έφεσης).
Το επίδικο τμήμα αποτελεί μέρος του μείζονος ακινήτου που εμφαίνεται με τα στοιχεία Α - Β - Γ - Λ - Δ - Ε - Ζ - Η - Θ - Ι - Κ - 13 -414 - 15- 16- 18 - 19 - 20 - 21 - 23 - Α στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, εκτάσεως 2005,59 τ.μ. Το άνω μείζον ακίνητο είχε περιέλθει στην συγκυριότητα του Θ. Α. του Χ. και Γ. Α. του Χ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, δυνάμει εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής του παππού τους, Θ.
Α. του Ε., (αποβιώσας την 9.2.1953), την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκαν με την υπ’ αριθ. .../9.8.2004 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αράχωβας, Μαρίας Ταμβάκη - Ανδρέου, νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αράχωβας (τόμος ..., αρ. …). Επί του εν λόγω ακινήτου οι άνω συγκύριοι συνέστησαν οριζόντια ιδιοκτησία δυνάμει της υπ’ αριθ. .../9.8.2004 πράξης της άνω συμβολαιογράφου (νομίμως μεταγραφείσας στον τόμο ..., αρ.
…). Ακολούθως ο Γ. Α. του Χ. μεταβίβασε το ποσοστό εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητας του επί του άνω ακινήτου με τις αντίστοιχες οριζόντιες ιδιοκτησίες, λόγω γονικής παροχής, στα τέκνα του, Χ. Α. του Θ. και Π. Α. του Θ., συζ. Λ. Ε., δυνάμει των υπ’ αριθ. ... και .../18.9.2014 συμβολαίων της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου (νομίμως μεταγραφέντων στον τόμο ..., αρ.
… και … αντίστοιχα). Σημειωτέον ότι με το δεύτερο από τα προαναφερόμενα συμβόλαια μεταβιβάσθηκε λόγω γονικής παροχής η επικαρπία στην θυγατέρα του παρέχοντος και λόγω δωρεάς εν ζωή η ψιλή κυριότητα στην εγγονή του, Π. Ε. του Λ. και της Π., νομίμως εκπροσωπούμενη κατά τη σύνταξη του άνω συμβολαίου από τους γονείς της, Π.
και Λ. Ε. Αντίστοιχα ο Γ. Α. του Χ. μεταβίβασε το ιδανικό μερίδιο κυριότητας επί του άνω ακινήτου με τις αντίστοιχες οριζόντιες ιδιοκτησίες στον ενάγοντα, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../9.8.2004 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφέντος στον τόμο ..., με αρ. ... Σε όλα τα προαναφερόμενα συμβόλαια και πράξεις το ακίνητο οριοθετείται με βάση το από 12.7.2004 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Α.
Σ. και ως βορειοδυτικό σύνορο αυτού αναφέρεται σε τεθλασμένη πλευρά η ιδιοκτησία Θ. και Π. Α., απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγομένων. Ειδικότερα ο Θ. Α. του Ε. και Π. Α. του Ε., συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 1118,31 τ.μ., ευρισκόμενου στην ίδια ως άνω θέση, συνορευόμενο ανατολικά σε τεθλασμένη γραμμή με ιδιοκτησία Θ.
και Γ. Α., μεταβίβασαν το άνω ακίνητο στην πρώτη προσθέτως παρεμβαίνουσα - και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "SANTA ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", δυνάμει του υπ’ αριθ. .../29.1.2005 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Στο άνω συμβόλαιο προσαρτάται το από 2.4.2003 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Τ.
Κ. Γ. Μ., στο οποίο εμπεριέχεται ενυπόγραφη δήλωση του ομόρων ιδιοκτητών (Θ. και Π. Α., Θ. και Γ. Α.), ήτοι των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος και απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγομένων, σύμφωνα με την οποία τα όρια που έχουν υλοποιηθεί στα άνω όμορα οικόπεδα και εμφαίνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα είναι ορθά.
Ακολούθως με το υπ’ αριθ. .../28.11.2005 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου (νομίμως μεταγραφέντος στον τόμο ..., υπ’ α.α…), η προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρία μεταβίβασε στον Η. Π. (δεύτερο προσθέτως παρεμβαίνοντα - αρχικό εφεσίβλητο) την κυριότητα του άνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια προέβησαν σε πράξη συνένωσης του άνω ακινήτου με το συνεχόμενο στη δυτική πλευρά αυτού, με την με αριθμό .../28.11.2005 πράξη συνένωσης της ίδιας συμβολαιογράφου.
Κατόπιν σχετικής αιτήσεως της άνω εταιρίας εξεδόθη η με αριθμό .../2005 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Λιβαδειάς περί ανέγερσης συγκροτήματος κατοικιών, αποτελούμενη από δύο κτίρια, συνεστήθη δε οριζόντια ιδιοκτησία επ’ αυτού δυνάμει της υπ’ αριθ. .../27.9.2006 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της ίδιας συμβολαιογράφου και συντάχθηκε κανονισμός δικαιωμάτων και Ι υποχρεώσεων των συνιδιοκτητών των άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών (βλ.
την υπ’ αριθ. .../27.9.2006 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου). Στην άνω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας προσαρτήθηκε το από 18.2.2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα - μηχανικού Α. Σ., στο οποίο εμφαίνεται ότι το όριο με την ιδιοκτησία του ενάγοντος και των αδελφών Α. είναι σε τεθλασμένη γραμμή. Στα πλαίσια περίφραξης και διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου του άνω συγκροτήματος, τον Μάρτιο του 2006, οι) άνω συγκύριοι (προσθέτως παρεμβαίνοντες - δικαιοπάροχοι των εναγομένων) ανήγειραν τοιχίο στο νοτιοανατολικό όριο του ακινήτου, στο σύνορο με την ιδιοκτησία του ενάγοντος και των συγκυρίων αυτού (Χ.
Α., Π. Α. - Ε., Π. Ε. - μη διάδικοι), το οποίο δεν ακολούθησε την τεθλασμένη γραμμή που αποτυπώνεται στο σύνολο των προαναφερόμενων τοπογραφικών που συνοδεύουν δημόσια έγγραφα και αναγνωρίζεται ως όριο από τους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, αλλά την ευθεία γραμμή που υποδείκνυε το εκλαμβανόμενο ως φυσικό όριο, ήτοι μια παλιά λιθοδομή, καταλαμβάνοντας το παραπάνω περιγραφόμενο επίδικο τμήμα του ακινήτου συγκυριότητας του ενάγοντος.
Να σημειωθεί ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εν λόγω λιθοδομή αποτελούσε το φυσικό όριο των δύο ακινήτων, δεδομένου ότι σε όλα τα προαναφερόμενα δημόσια έγγραφα περιγράφεται το όριο των ακινήτων με βάση τα προσαρτημένα τοπογραφικά διαγράμματα, σύμφωνα με τα οποία το όριο είναι σε τεθλασμένη γραμμή, ενώ αναφορά σε φυσικό όριο δεν γίνεται πουθενά Λυτό επιβεβαιώνει και ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρας, Α.
Σ., ο οποίος σε ανύποπτο χρόνο έχει συντάξει τοπογραφικά διαγράμματα για αμφότερες της ιδιοκτησίας, και καταθέτει ότι το όριο των ιδιοκτησιών είναι σε τεθλασμένη γραμμή και ότι ακολουθήθηκε το φυσικό όριο, όχι το τοπογραφικό. Ο ίδιος μάρτυρας στα πλαίσια άλλης δίκης είχε καταθέσει ότι υπήρχε φυσικό όριο και έτσι έγινε η τεθλασμένη γραμμή, όταν δε έγινε το τοιχίο ήταν λάθος του συνεργείου και το έκανε σε ευθεία γραμμή.
ΓΙ άνω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται επίσης από το γεγονός ότι στα πλαίσια διαπραγματεύσεων για την επίλυση του ζητήματος, είχε συμφωνηθεί να παραχωρηθεί δουλεία στην εταιρεία επί του αμφισβητούμενου τμήματος (επιδίκου), έναντι εύλογου ανταλλάγματος, η οποία τελικά δεν υλοποιήθηκε. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των εκκαλούντων ότι έχουν καταστεί κύριοι, των επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ουδόλως αποδείχθηκαν πράξεις νομής επί του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους τους.
Συνακόλουθα απορριπτέα τυγχάνει και η ένσταση παραγραφής της υπό κρίση διεκδικητικής αγωγής, την οποία πρότειναν στο πρωτόδικο δικαστήριο και επαναφέρουν με τις υπό κρίση εφέσεις. Σχετικά με την καταχρηστική άσκηση του καταγόμενου προς κρίση με την διεκδικητική αγωγή δικαιώματος λεκτέα τα εξής: το επίδικο τμήμα ως τμήμα του άνω μείζονος ακινήτου, επί του οποίο ανοικοδομήθηκε το συγκρότημα κατοικιών, μεταβιβάσθηκε στους εναγομένους και ήδη Εκκαλούντες με τα υπ’ αριθ. ...2006 και .../28.12.2006 συμβόλαια της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που έχουν νομίμως μεταγραφεί, στα οποία σημειωτέον το όριο με την ιδιοκτησία συγκυριότητας του ενάγοντος ομοίως αναφέρεται σε τεθλασμένη γραμμή.
Σε χρόνο προγενέστερο της άνω μεταβίβασης, και δη στις 25.7.2006, ο ενάγων με την από 24.7.2006 εξώδικη γνωστοποίηση προς τον Η. Π., ζήτησε την υλοποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας, άλλως την επαναφορά του ορίου στη σωστή θέση. Να σημειωθεί ότι στον ενάγοντα, κατόπιν της από 14.12.2004 αιτήσεως του, είχε χορηγηθεί η με αριθμό .../2005 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Λιβαδειάς για ανέγερση ισόγειων κατοικιών, η οποία δεν υλοποιήθηκε καθώς μετά την κατάληψη του επιδίκου τμήματος το οικόπεδό του κατέστη μη άρτιο.
Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η ικανοποίηση της αξίωσης του ενάγοντος θα επιφέρει στους ίδιους μείζονα οικονομική ζημία, λόγω του μεγάλου κόστους της καθαίρεσης των υφιστάμενων κατασκευών (τοιχίο, μετασχηματιστές ΔΕΗ, αύλειος χώρος, διαμορφωμένη οδός κ.λ.π.), ενώ την ίδια στιγμή η χρήση της επίδικης έκτασης, ως έχει, εξυπηρετεί και τον ενάγοντα αφού αποτελεί την οδό εισόδου και στην ιδιοκτησία του.
Τα άνω επικαλούμενα, ενόψει των προαναφερόμενων περιστάσεων δεν καθιστούν την ένδικη αξίωση του ενάγοντος καταχρηστική". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού απέρριψε κατ’ ουσίαν τις ενστάσεις περί παραγραφής και καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, τις οποίες οι εναγόμενοι νομοτύπως είχαν προτείνει προς απόκρουση της αγωγής και επανέφεραν ως εκκαλούντες με λόγους έφεσης, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου, θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης από τον ενάγοντα της συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο, και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσίαν τις εφέσεις κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε δεχθεί τα ίδια.
Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των προτάσεων των εναγομένων στην πρωτοβάθμια δίκη και υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων, αυτοί ρητώς αμφισβήτησαν την κυριότητα του άμεσου και των απωτέρων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου, ισχυριζόμενοι ότι αυτοί ουδέποτε από το 1960 και μετά νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο, επειδή από τότε νεμήθηκαν τούτο οι δικαιοπάροχοί τους μέχρι το 2006 οπότε και μεταβίβασαν σ’ αυτούς την κυριότητά του και συνεπώς δεν κατέστη συγκύριος του επιδίκου ακινήτου ο ενάγων παραγώγως, με την επικαλούμενη στην αγωγή μεταβίβαση της κυριότητας αυτού με αιτία την πώληση, που καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νομίμως, αφού ο πωλητής τούτου δεν ήταν κύριος, ο δε ενάγων καθ’ υποφοράν στην αγωγή εξέθετε τον τρόπο απόκτησης της κυριότητας των τελευταίων, αναγόμενος ειδικότερα σε πρωτότυπο τρόπο.
Συνεπώς κρίνοντας το Μονομελές Πρωτοδικείο ότι ο ενάγων αναιρεσίβλητος έγινε συγκύριος του επιδίκου παραγώγως και ότι και ο άμεσος δικαιοπάροχός του υπήρξε κύριος τούτου κατά το χρόνο της μεταβίβασης της κυριότητας με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), χωρίς να αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση τα περιστατικά που στηρίζουν την κτήση του δικαιώματος του άμεσου και των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος μέχρι τη συμπλήρωση στο πρόσωπό τους πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως της κυριότητας αυτού, ενόψει της έκτασης της αμφισβήτησης αυτής από τους εναγομένους παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού αρκέσθηκε σε λιγότερες προϋποθέσεις από αυτές που απαιτούνται για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο, μετά την αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος από τον εναγόμενο.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012, στους αναιρεσείοντες και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 120/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ