1202/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1202 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1202/2012
Legislator headnote
AI generated1202/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1202 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1202/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1202 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1202/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κων/να Χριστοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Σ. Δ. του Ν., 2. Σ. Α. του Ν. και 3. Κ. Ό. του Ι., κατοίκων ..., ως κληρονόμοι της αρχικής διαδίκου Π. Ζ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ποντικάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-1990 αγωγή της αρχικής διαδίκου Π. Ζ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 146/1999 μη οριστική, 233/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-3-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 13-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εφαρμοστέου στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.ΑΚ, Κρητικού Αστικού Κώδικα, του οποίου η ισχύς άρχισε στις 23-7-1904, σύμφωνα με το άρθρο 1353 αυτού και έληξε στις 23-2-1946, οπότε άρχισε η ισχύς του ΑΚ, προκύπτει, ότι τα κτήματα της επικρατείας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση, και περί των οποίων ρητώς ορίζεται με το άρθρο 302 ιδίου Κώδικα, ότι υπόκεινται στους περί χρησικτησίας ορισμούς. Δημόσια κτήματα είναι μόνον εκείνα, που αναφέρονται στο άρθρο 199, και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και επομένως υπάγονται στο περί αυτών νομικό καθεστώς. Εξάλλου, κατά το προϊσχύσαν του Κρητικού ΑΚ Οθωμανικό δίκαιο, το οποίο αγνοούσε τον θεσμό της χρησικτησίας, και ειδικότερα το άρθρο 3 του νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (ήτοι 1856), μεταξύ των δημοσίων γαιών περιλαμβάνονταν τα δάση και τα παρόμοια, ρητώς δε οριζόταν περί των δημοσίων γαιών, ότι αυτές ανήκαν στο Δημόσιο και παραχωρούνταν από την Κυβέρνηση. Από τους ορισμούς αυτούς συνάγεται, ότι στην Κρήτη, η οποία κατά τη θέσπιση του ν.δ. της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν αποτελούσε μέρος της Ελληνικής Επικράτειας, οι γαίες που είχαν τον χαρακτήρα του δάσους, υπό την ισχύ του Κρητικού ΑΚ, αποτελούσαν κατ' αρχήν κτήματα της επικρατείας όχι ως δημόσια κτήματα αναπαλλοτρίωτα, αλλά ως ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, με συνέπεια να μπορούν να περιέλθουν στην κυριότητα ιδιωτών με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 293 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, " ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής" και κατά το άρθρο 294 αυτού "καλή πίστει νομεύς είναι ο αγνοών, ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου. Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται αναγκαίως και η συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστεως του νομέως, η έννοια της οποίας είναι ευνοϊκότερη για τον χρησιδεσπόζοντα, σε σχέση με την αντίστοιχη έννοια του βυζαντινορρωμαϊκου δικαίου των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), ν. 20 παρ. 2 Πανδ (9.8) 27 Πανδ (18.1) 48 Πανδ. (41.3), 109 Πανδ (50.16), και του ισχύοντος ΑΚ κατ' άρθρο 1042, αφού κατ' αυτήν αρκεί και μόνη η άγνοια της ελλείψεως κυριότητας του δικαιοπαρόχου, χωρίς να απαιτείται και θετικώς πεποίθηση του νομέως, με περιεχόμενο, είτε ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας άλλου, είτε ότι ο ίδιος έχει αποκτήσει την κυριότητα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του Κρητ.Ασ.Κώδ. προκύπτει, ότι επί εκτάκτου χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 299), επί τακτικής δε ο καθολικός διάδοχος συμπληρώνει την χρησικτησία δυνάμει μόνο του τίτλου και της καλής πίστεως του προκτήτορος, ο δε ειδικός διάδοχος τότε μόνο, όταν έχει έγκυρο και μεταγεγραμμένο τίτλο και καλή πίστη κατά τη στιγμή της διαδοχής (298). Περαιτέρω, συνάγεται, ότι και κατά τις εφαρμοστέες ως άνω διατάξεις του Κρητικού ΑΚ την συνδρομή της καλής πίστεως συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος, ήτοι από τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και ότι η κρίση του δικαστή της ουσίας, ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη, είναι πλήρης και ορισμένη, αφού καθεαυτήν και χωρίς άλλη επεξήγηση ενέχει την κατά τις διατάξεις αυτές έννοιά της, που κοινώς κρατεί μέσα στα όρια της τοπικής ισχύος του Κρητικού ΑΚ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, τα ακόλουθα: "Η επίδικη εδαφική έκταση έχει επιφάνεια 86.663,60 τ.μ. και εμφαίνεται στο από 7-8-1990 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Α. Χ. με τα κεφαλαία γράμματα Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, I, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ Υ, Φ, Χ, Ψ, Α. Σε αυτήν υπάρχουν μία στέρνα και δύο ασβεστοκάμινα και συνορεύει με ιδιοκτησίες κληρονόμων Γ. και Κ. Α., Γ. Β., Γ. Κ., Εκκλησιαστικής Σχολής Κρήτης, με αγροτικό δρόμο και με ρυάκι. Η αρχική ενάγουσα Π. Ζ. Ζ. απέκτησε ποσοστό 1/18 ή 2/36 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου από κληρονομιά του πατέρα της Ζ. Ζ. του Γ., που απεβίωσε χωρίς διαθήκη στις 25.12.1955, την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε με την .../4.6.1962 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Μανωλόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στις 9.6.1962 με αριθμό ... . Στη δήλωση αυτή αποδοχής το επίδικο περιγράφεται ως μία ακαλλιέργητη έκταση (αγριάδα), κείμενη στη θέση "Άγιος Ματθαίος" της περιφέρειας του Δήμου Χανίων, έξω από την πόλη των Χανίων, εκτάσεως ως έγγιστα δεκαπέντε (15) παλαιών κοιλών (μονάδα μέτρησης επιφανείας) με μία στέρνα, δύο ασβεστοκάμινα και ό,τι άλλο εμπεριέχει, η οποία συνόρευε παλαιόθεν με κτήματα Ι. Μ., Γ. Ζ., Χ. Δ., ρυάκι και περιοχή Εκκλησίας Άγιος Ματθαίος, νυν δε με περιοχή Εκκλησίας Άγιος Ματθαίος, αγροτική οδό, ρυάκι, οικόπεδα και οικία Α.. Στον πατέρα της αρχικής ενάγουσας περιήλθε το επίδικο κατά το ανωτέρω ποσοστό με υπεισέλευση από κληρονομιά του πατέρα του Γ. Ζ. του Ζ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1930, χωρίς να αφήσει διαθήκη και με μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τα τρία τέκνα του, Ζ. (πατέρα της ενάγουσας), Ε. και Ν.. Ο Γ. Ζ. του Ζ. είχε αποκτήσει το επίδικο κατά ποσοστό 1/6 ή 3/18 εξ αδιαιρέτου με υπεισέλευση από κληρονομιά του αδελφού του Επισκόπου τότε Κυδωνιάς και Αποκορώνου Ν. Ζ. του Ζ., ο οποίος απεβίωσε χωρίς διαθήκη στις 23.6.1913, καταλείποντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα έξι (6) αδέλφια του Γ. (παππού της ενάγουσας), Ι., Φ. Φ., Μ. και Π.. Στον Επίσκοπο Ν. Ζ. το επίδικο είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση με αγορά από τον Τούρκο Μ. Β. Α. δυνάμει των .../8.8.1903 και .../30.9.1903 συμβολαίων των συμβολαιογράφων Χανίων Κωνσταντίνου Φουρναράκη και Νικολάου Καλεμικιεράκη, αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στις 9.8.1903 κα 2.10.1903 με αριθμούς ... και ..., αντίστοιχα. Στο .../8.8.1903 συμβόλαιο το επίδικο περιγράφεται ως αγριάδα στη θέση Άγιος Ματθαίος Ακρωτηρίου, εκτάσεως ως έγγιστα δεκαπέντε (15) κοιλών, με μία στέρνα και δύο ασβεστοκάμινα και ό,τι άλλο εμπεριέχει, που συνορεύει με κτήματα Ι. Μ., Γ. Ζ. και Χ. Λ., με ρυάκι και με περιοχή Αγίου Ματθαίου. Στο ανωτέρω συμβόλαιο αναγράφεται ότι ο Γ. Π., ο οποίος σύμφωνα με το .../3Θ.9.1903 συμβόλαιο ενεργούσε ως πληρεξούσιος και για λογαριασμό του Επισκόπου Ν. Ζ., παρέλαβε το επίδικο στην κυριότητα και κατοχή του, την οποία αμέσως παρέδωσε στον Ν. Ζ.. Περαιτέρω, η αρχική ενάγουσα απέκτησε το επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 1/36 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πρώτου θείου της -αδελφού του πατέρα της Ε. Ζ. του Γ., που απεβίωσε χωρίς διαθήκη στις 14.3.1968, καταλείποντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Α. το γένος Ο. και τα τέκνα των προαποβιώσαντων αδελφών του Ζ. Ζ. του Γ. και Ν. Ζ. του Γ.. Ο προαναφερόμενος θείος της ενάγουσας Ε. Ζ. ήταν κατά το θάνατό του συγκύριος του επιδίκου κατά ποσοστό 2/18 ή 4/36 εξ αδιαιρέτου και συγκεκριμένα το 1/18 ή 2/36 εξ αδιαιρέτου είχε αποκτήσει με υπεισέλευση από κληρονομιά του πατέρα του Γ. Ζ. του Ζ., ο οποίος απεβίωσε χωρίς διαθήκη το έτος 1930 και ήταν κύριος του επιδίκου κατά ποσοστό 1/6 ή 3/18 εξ αδιαιρέτου με υπεισέλευση από κληρονομιά του αδελφού του Επισκόπου Ν. Ζ. που απεβίωσε χωρίς διαθήκη στις 23.6.1913, ενώ το άλλο 1/18 ή 2/36 εξ αδιαιρέτου είχε αγοράσει από τον αδελφό του Ν. Ζ. του Γ. δυνάμει του .../23.2.1919 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χερσονήσου Πεδιάδος Ε. Ιωάννου Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Χανίων, ο οποίος το είχε επίσης αποκτήσει με υπεισέλευση από κληρονομιά του αποθανόντος το έτος 1930 πατρός του Γ. Ζ. του Ζ.. Το άνω ποσοστό των 2/18 ή 4/36, το οποίο ανήκε στον πρώτο θείο της αρχικής ενάγουσας Ε. Ζ. περιήλθε μετά το θάνατο του στη σύζυγο του Α. κατά το ήμισυ (2/36), στην αρχική ενάγουσα, τέκνο του προαποβιώσαντος αδελφού του Ζ. κατά το 1/36 και στα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Νικολάου κατά το υπόλοιπο 1/36. Η αρχική ενάγουσα αποδέχθηκε το ως άνω ιδανικό της μερίδιο με την .../25.1.1990 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Αντωνίας Φαλαγγάρη-Ποιμενάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων με αριθμό ..., στην οποία (δήλωση αποδοχής) η επίδικη εδαφική έκταση περιγράφεται ως αγρός- οικόπεδο, συνολικού εμβαδού 86.664 τ.μ. που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Χανίων, εκτός σχεδίου πόλεως, στη θέση Άγιος Ματθαίος και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες κληρονόμων Γ. και Κ. Α., Γ. Β., Γ. Κ., Εκκλησιαστική Σχολή Κρήτης, με δρόμο και ρυάκι. Με αυτόν τον τρόπο η αρχική ενάγουσα απέκτησε συνολικά ποσοστό 3/36 (2/36+1/36) επί του επιδίκου. Σύμφωνα με την από 31.3.1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την 232/1991 πράξη αυτού του Δικαστηρίου πραγματογνώμονα Α. Χ., το επίδικο εμπεριέχεται στον .../1903 τίτλο κτήσεως του απωτέρου δικαιοπαρόχου της αρχικής ενάγουσας Επισκόπου Ν. Ζ.. Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι από το έτος 1903 που ο Επίσκοπος Ζ, απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του επιδίκου, άρχισε να εξουσιάζει αυτό με τη θέληση να είναι κύριος, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις συνεχώς μέχρι το θάνατό του το έτος 1913, χωρίς να ενοχληθεί από κάποιον ή να αμφισβητηθεί το δικαίωμά του ως κυρίου αυτού. Ειδικότερα, εκμίσθωνε το επίδικο ως βοσκότοπο για τη βόσκηση ποιμνίων, εκμίσθωνε τα δύο ασβεστοκάμινα που υπήρχαν σ' αυτό για την παραγωγή ασβέστου, το επισκεπτόταν συχνά, το επέβλεπε και το οριοθετούσε. Το έτος 1912 μάλιστα δώρισε ένα τμήμα του επιδίκου εκτάσεως 400 τ.μ. στην Ε. Κ. - Ε., συνταχθέντος του .../1.3.1912 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χανίων Δημητρίου Φραντζεσκάκη. Μετά το θάνατο του Επισκόπου στις 23.6.1913, τα έξι αδέλφια του, δηλαδή Γ., Ι., Φ., Φ., Μ. και Π., ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του υπεισήλθαν δι' αναμείξεως στην κληρονομιά του δικαιοπαρόχου τους, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αποδεχόμενοι αυτήν, προβαίνοντας σε υλικές και εμφανείς ενέργειες με τις οποίες εκδηλωνόταν η βούληση εξουσιάσεως του επιδίκου, το οποίο εξουσίαζαν άλλοτε αυτοπροσώπως και άλλοτε δι' αντιπροσώπου. Ειδικότερα, για χρονικό διάστημα 20 ετών, από το έτος 1920 έως το έτος 1940 περίπου, είχαν εξουσιοδοτήσει τον Ε. Α. να διαχειρίζεται το επίδικο για λογαριασμό τους, ο οποίος το εκμίσθωνε σε διάφορους κτηνοτρόφους για τη βοσκή των προβάτων τους, εκμίσθωνε δε και τα ασβεστοκάμινα για την παραγωγή ασβέστου. Επίσης επέβλεπαν το επίδικο, το οριοθετούσαν και το επισκέπτονταν. Μετά το θάνατο του εκ των κληρονόμων Γεωργίου Ζ. το έτος 1930, το ποσοστό του επί του επιδίκου (1/6 εξ αδιαιρέτου) περιήλθε αυτοδικαίως στους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τα τρία τέκνα του, τον Ζ. (πατέρα της ενάγουσας), τον Ε. και τον Ν. κατά ποσοστό 1/18 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, οι οποίοι συνέχισαν να ασκούν τη συννομή του επιδίκου, υπεισερχόμενοι αμέσως μετά το θάνατο του στην κληρονομιά του και εξακολουθώντας χωρίς διακοπή να το εξουσιάζουν κατά τον ίδιο τρόπο, χωρίς κάποια αμφισβήτηση εκ μέρους τρίτων, εκμισθώνοντάς το σε κτηνοτρόφους, οι οποίοι βοσκούσαν σ' αυτό τα ποίμνιά τους και εισπράττοντας τα εκάστοτε συμφωνημένα μισθώματα από τους μισθωτές του. Περί το έτος 1939, η Δασική Υπηρεσία Χανίων έλαβε τη συγκατάθεση των κληρονόμων του Επισκόπου Ζ. για την πευκοφύτευση του επιδίκου, στο πλαίσια της αναδάσωσης του λόφου της περιοχής Αγίου Ματθαίου. Με την 720/1951 απόφαση αυτού του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί εφέσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, αναγνωρίστηκαν ως συννομείς του επίδικου ακινήτου οι κληρονόμοι του Επισκόπου Ζ.. Μετά το θάνατο του πατέρα της αρχικής ενάγουσας Ζ. Ζ. το έτος 1955, το μερίδιο του 1/18 ή 2/36 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, περιήλθε στην αρχική ενάγουσα ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, αυτή δε υπεισήλθε στην κληρονομιά εξακολουθώντας χωρίς διακοπή να ασκεί τις αρμόζουσες στη φύση και τη μορφολογία του εδάφους πράξεις νομής, με την εκμίσθωσή του ως βοσκοτόπου και για παραγωγή ασβέστου, έχοντας την πεποίθηση, μη οφειλόμενη σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε τη συγκυριότητά του. Με τον ίδιο τρόπο υπεισήλθε η ενάγουσα και στην κληρονομιά του θείου της Ε. Ζ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, απεβίωσε χωρίς διαθήκη το έτος 1968, καταλείποντας στην ενάγουσα ποσοστό 1/36 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου. Εξάλλου, όταν το έτος 1966 απαλλοτριώθηκε τμήμα της μείζονος εκτάσεως στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, εμβαδού 3.600 τ.μ. για τη διάνοιξη της οδού Χανίων - Ακρωτηρίου, οι κληρονόμοι του Επισκόπου Ζ., μεταξύ των οποίων και η αρχική ενάγουσα, την από 15.7.1967 και με αριθμό καταθέσεως 351/4.8.1967 αγωγή του αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης με την 166/1967 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Το έτος 1967 ο όμορος ιδιοκτήτης Γ. Α. άσκησε κατά των κληρονόμων του Επισκόπου Ζ., μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, την από 15.7.1967 και με αριθμό καταθέσεως 351/4.8.1967 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος ενός τμήματος του επιδίκου, εκτάσεως 15 στρεμμάτων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 246/1970 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της 149/1972 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση που ασκήθηκε κατ' αυτής. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτό ότι το επίδικο των 15 στρεμμάτων περιλαμβανόταν στη μείζονα έκταση (αγριάδα) των 87 περίπου στρεμμάτων που είχε αποκτήσει με το .../1903 συμβόλαιο ο Επίσκοπος Ζ. και ότι το επίδικο νέμονταν με σκοπό εξουσιάσεως και σύμφωνα με τη φύση και τον προορισμό του οι κληρονόμοι του δια των διαχειριστών και πληρεξουσίων τους Ε. Α., Κ. Α., Α. Ν., Ε. Σ. και Ν. Σ. και συγκεκριμένα εκμισθώνοντας αυτό προς τον κτηνοτρόφο Α. προ του έτους 1940 και από το έτος 1950 και εφεξής προς τους κτηνοτρόφους Μ. Μ., Μ. Δ., Ε. Φ., Μ. Β. και Α. Μ. προς βόσκηση των ποιμνίων τους μέχρι το έτος 1964, σύμφωνα με τα από 5.2.1956, 29.12.1956, 1.11.1957 και 13.1.1961 ιδιωτικά μισθωτήρια. Το έτος 1974 η Ιερατική Σχολή Εκκλησίας Κρήτης με το 855/3-11-1974 έγγραφό της που απηύθυνε προς τον Ε. Ζ. ως τότε εκπρόσωπο των κληρονόμων Επισκόπου Ζ., ζήτησε να μισθώσει ένα τμήμα της επίδικης εδαφικής εκτάσεως προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως χώρος αθλοπαιδιών και γυμναστικής των μαθητών της Σχολής, της παραχωρήθηκε δε χωρίς αντάλλαγμα, δυνάμει άτυπης συμβάσεως χρησιδανείου, τμήμα 3.500 τ.μ. με αντίστοιχη υποχρέωση της Σχολής να το αποδώσει όταν της ζητηθεί. Το έτος 1982 με την από 18.3.1982 αίτησή τους προς το Δασαρχείο Χανίων οι κληρονόμοι Επισκόπου Ζ., μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, ζήτησαν την αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας επί της επίδικης εκτάσεως, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε με την 161033/2803/25-7-1984 απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας. Οι μάρτυρες του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου Β. Κ. και Π. Σ., προϊστάμενος και υπάλληλος αντίστοιχα της Διεύθυνσης Δασών Χανίων, βεβαιώνουν στις καταθέσεις τους, ότι το επίδικο ακίνητο στη σημερινή του μορφή αποτελεί δάσος τραχείας και χαλεπίου πεύκης με ποσοστό πυκνότητας περίπου 90%. Η σύσταση του εδάφους είναι βραχώδης και κατά τόπους εξέχει το βραχώδες πέτρωμα. Από τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 προκύπτει, ότι η επίδικη έκταση ήταν τότε αραιό δάσος, δηλαδή τα πεύκα ήταν διάσπαρτα και το έδαφος καλυπτόταν από δασική θαμνώδη βλάστηση των ειδών σκίνος, ασπάλαθος, ρείκι, πουρνάρι κλπ., ενώ κατά την εξέταση των αεροφωτογραφιών αυτών δεν διαπιστώθηκαν ίχνη καλλιέργειας. Σύμφωνα δε με τους ίδιους μάρτυρες, το επίδικο και προ του έτους 1945 και συγκεκριμένα από το έτος 1900 έως το έτος 1935, αποτελούσε δασική έκταση με θαμνώδη βλάστηση. Όπως, όμως, έχει εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα του επιδίκου ως δασικής εκτάσεως ή μη και ανεξάρτητα από το αν αυτό αποτελούσε ή όχι ακίνητο που ανήκε στην περιουσία του Κράτους, συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση οι προϋποθέσεις για την απόκτησή του από ιδιώτη με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας κατά το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα (23.7.1904) μέχρι 11.9.1915. Πιο συγκεκριμένα, ο απώτερος δικαιοπάροχος της αρχικής ενάγουσας Επίσκοπος Ν. Ζ.ς με τα ανωτέρω .../1903 και .../1903 συμβόλαια δεν απέκτησε μεν την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, εφόσον το επίδικο ως δημόσια γαία ανήκε κατά κυριότητα στο Τουρκικό Δημόσιο, ο δε δικαιοπάροχός του Τούρκος Μ. Β. Α. δεν ήταν κύριος αυτού, ούτε θα μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητά του με χρησικτησία, εφόσον ο θεσμός της χρησικτησίας δεν αναγνωριζόταν στο Οθωμανικό Δίκαιο, ούτε είχε καν δικαίωμα εξουσιάσεως αυτού εφόσον δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ταπίου, το οποίο όπως προαναφέρθηκε ήταν απαραίτητο για την εξουσίαση των δασών και των βοσκοτόπων. Στο πρόσωπο, όμως, του Επισκόπου Ζ. συνέτρεχαν κατά την έναρξη ισχύος του ΚρητΑΚ, το έτος 1904, οι προϋποθέσεις κτήσεως της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία, δεδομένου ότι το επίδικο, μη ανήκον στην κατηγορία των δημοσίων κτημάτων του άρθρου 199 του ΚρητΑΚ, ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας. Ειδικότερα, είχε αποκτήσει το επίδικο δυνάμει νομίμων τίτλων μεταγεγραμμένων (τα .../8.8.1903 και .../30.9.1903 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Χανίων Κωνσταντίνου Φουρναράκη και Νικολάου Καλεμικιεράκη αντίστοιχα, που είχαν μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στις 9.8.1903 και 2.10.1903 με αριθμούς 18.648 και 18.913 αντίστοιχα, με καλή πίστη, εφόσον αγνοούσε την έλλειψη κυριότητας του δικαιοπαρόχου του, νεμόταν δεν συνεχώς το επίδικο μέχρι το θάνατό του το έτος 1913, οπότε αυτό περιήλθε στους κληρονόμους του, οι οποίοι συνέχισαν τη νομή του δικαιοπαρόχου τους, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη νομίμου τίτλου και καλής πίστεως και στο πρόσωπό τους. Έτσι, με το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του προκτήτορος συμπληρώθηκε η δεκαετής συνεχής νομή για την τακτική χρησικτησία μέχρι 11.9.1915, οπότε άρχισε να ισχύει το ανεπίδεκτο χρησικτησίας για τα ακίνητα που αποτελούσαν περιουσία του Κράτους. Επομένως, το επίδικο ακίνητο, ακόμη κι αν ανήκε στην περιουσία του Κράτους, περιήλθε με τακτική χρησικτησία που συμπληρώθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 23.7.1904 έως 11-9-1915, με συνυπολογισμό και της νομής του προκτήτορος, στην κυριότητα των απώτερων δικαιοπαρόχων της αρχικής ενάγουσας και κατόπιν επάλληλων κληρονομικών διαδοχών που έλαβαν χώρα στο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, η αρχική ενάγουσα κατέστη συγκυρία κατά ποσοστό 3/36 εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο, αποκτώντας από αληθείς κυρίους, δυνάμει των προαναφερόμενων δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας που μεταγράφηκαν νόμιμα, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, συντρεχουσών στο πρόσωπό της των προϋποθέσεων της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση στον Επίσκοπο Ν. Ζ., απώτερο δικαιοπάροχο της αρχικής ενάγουσας Π. Ζ., με αγορά από τον Τούρκο Μ. Β. Α., δυνάμει δύο συμβολαίων του 1903, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στις 9-8-1903 και 2-10-1903, αντίστοιχα, ότι ο ανωτέρω Επίσκοπος Ζ. δεν απέκτησε μεν την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, αφού το επίδικο ως δημόσια γαία ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, στο πρόσωπο όμως αυτού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις κτήσεως ακινήτου με τακτική χρησικτησία, ενόψει του ότι το επίδικο δεν ανήκε στην κατηγορία των δημοσίων κτημάτων του άρθρου 199 του Κρητ.ΑΚ και ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας. Ότι, ειδικότερα, ο ανωτέρω από το 1903 άρχισε να εξουσιάζει αυτό με τη θέληση να είναι κύριος και με καλή πίστη, εφόσον αγνοούσε την έλλειψη κυριότητας του δικαιοπαρόχου του, το νεμόταν δε συνεχώς μέχρι το θάνατό του το έτος 1913, οπότε αυτό περιήλθε στους κληρονόμους του, οι οποίοι συνέχισαν τη νομή αυτού, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη νομίμου τίτλου και καλής πίστεως και στο πρόσωπό τους. Ότι, έτσι, με το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του προκτήτορα συμπληρώθηκε η δεκαετής συνεχής νομή για την τακτική χρησικτησία από την έναρξη ισχύος του Κρητ.ΑΚ (23-7-1904) μέχρι 11-9-1915 και ότι η ως άνω αρχική ενάγουσα, μετά το θάνατο της οποίας υπεισήλθαν στη δικονομική της θέση ως μοναδικοί κληρονόμοι της οι ήδη αναιρεσίβλητοι, έγινε συγκυρία του επιδίκου κατά ποσοστό 3/36 εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο, αποκτώντας από αληθινούς κυρίους, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο. Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής του στοιχείου της καλής πίστεως στο πρόσωπο του αναφερθέντος απώτερου δικαιοπάροχου της αρχικής ενάγουσας, αφού δεν ήταν αναγκαία και η περαιτέρω παράθεση άλλων ειδικότερων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η καλή πίστη, της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από την αρχική ενάγουσα κατά ποσοστό 3/36 εξ αδιαιρέτου τόσο κατά παράγωγο τρόπο όσο και κατά πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), και της μη απόδειξης ότι τα επίδικα περιήλθαν ποτέ στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), έστω και αν τα τελευταία διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης. Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους γίνεται επίκληση ουσιωδών ισχυρισμών των διαδίκων, περιέχουν δε παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.ΑΠ 11/1996), όχι όμως και τα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του, που πρόβαλε με τον πρόσθετο λόγο έφεσης, ότι οι επικαλούμενοι τίτλοι από τους ήδη αναιρεσιβλήτους δεν αφορούν και δεν εφαρμόζονται στην επίδικη έκταση και ότι ο πραγματογνώμονας στην έκθεσή του ουδόλως απαντά στο ερώτημα ποια είναι η αληθής έκταση του επίδικου ακινήτου. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός, ως προς το πρώτο μέρος του, δεν είναι αυτοτελής, αλλά συνέχεται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελεί άρνηση αυτής, ενώ ως προς το δεύτερο μέρος του σε σχέση με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν έχει αυτοτέλεια, αλλά αποτελεί επιχείρημα, που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-3-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 90/2009 αποφάσεως του Εφετείου Kρήτης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ